← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Γεώργιου Τριανταφυλλίδη, Αρ. Υπόθεσης: 6548/10, 8/7/2011

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Γεώργιου Τριανταφυλλίδη, Αρ. Υπόθεσης: 6548/10, 8/7/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B145 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6548/10 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και Γεώργιου Τριανταφυλλίδη Κατηγορούμενου -------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 8/7/2011 Εμφανίσεις: Για τη κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Κληρίδου. Για το κατηγορούμενο: κ. Α. Χαραλάμπους Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες, της επίθεσης προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη (1η Κατηγ.) και της δημόσιας εξύβρισης (2η Κατηγ.). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος στις 13/1/2010 στη Λεμεσό, διέπραξε επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στον Σταύρο Ευσταθίου από τη Λεμεσό και τον εξύβρισε με τη φράση που εκτίθεται στο κατηγορητήριο και κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Ως μάρτυρες για την κατηγορούσα αρχή, κλήθηκαν και κατέθεσαν στο Δικαστήριο, ο Σταύρος Ευσταθίου (Μ.Κ.1) και ο Δρ Χριστάκης Πηλάσας (Μ.Κ.2). Μετά δε τη κλήση του τελευταίου σε απολογία, μαρτυρία έδωσε ο ίδιος χωρίς να προσκομίσει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Η μαρτυρία όλων όσων παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό και δεν θα την επαναλάβω αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της. Ο Μ.Κ.1, που είναι ο παραπονούμενος, προέβαλε την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος του επιτέθηκε προκαλώντας του σωματική βλάβη και τον εξύβρισε μετά από τροχαίο ατύχημα στο οποίο ενεπλάκησαν. Αυτός δεν μου έκαμε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας και δεν με έπεισε για την ειλικρίνεια του. Η γενικότερη εντύπωση που σχημάτισα γι' αυτόν παρακολουθώντας τον να καταθέτει ενόρκως, ήταν ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο για όσα διαδραματίσθηκαν αλλά ότι προέβαλε μια κατασκευασμένη εκδοχή. Περιγράφοντας ενόρκως τα γεγονότα που κατά τους ισχυρισμούς του διαδραματίσθηκαν δεν ήταν σταθερός και τα παρουσίασε να εξελίσσονται με διαφορετική σειρά από αυτήν που εξέθεσε στην κατάθεση του. Άλλες διαφορές οι οποίες παρουσιάζονται σε συνδυασμό με την γενικότερη αρνητική εντύπωση που σχημάτισα για τον μάρτυρα, δεν μου επιτρέπουν να αποδεχθώ τη μαρτυρία του. Ενώ στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία και την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κύριας του εξέτασης αναφέρει ότι, ο κατηγορούμενος τον κτυπούσε και με τα δυο του χέρια στο πρόσωπο, αντεξεταζόμενος προέβαλε ότι αυτός τον κτυπούσε στο μάτι. Ενώ προέβαλε ότι ανέφερε στους γιατρούς που τον εξέτασαν που κτυπήθηκε, ο Δρ. Πηλάσας που ήταν ο γιατρός που τον εξέτασε στο τμήμα Α΄ Βοηθειών του νοσοκομείου Λεμεσού δεν τον επιβεβαίωσε, αλλά αντίθετα ήταν βέβαιος ότι, ο παραπονούμενος του είπε ότι κτυπήθηκε από τον κατηγορούμενο στο κεφάλι και στον αυχένα, κάτι που καταγράφεται και στην ιατρική έκθεση του ιατρού (Τεκμήριο 9). Και αυτά σε αντίθεση και πάλι με τα όσα ο παραπονούμενος είπε στο δικηγόρο του δίδοντας του οδηγίες για να ετοιμάσει την Έκθεση Απαίτησης στην αγωγή την οποία καταχώρησε εναντίον του κατηγορούμενου διεκδικώντας αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες μετά από την επίθεση που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του υπέστη από τον κατηγορούμενο και στην οποία δικογραφούνται ως ισχυρισμοί του ότι ο κατηγορούμενος τον κτύπησε με γροθιές στο πρόσωπο, στο κεφάλι και στο σώμα. Ενώ σε ερώτηση που του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση εάν είδε τον κατηγορούμενο να σέρνεται στο πεζοδρόμιο και να κρατά τον ώμο του μετά το δυστύχημα, δεν το αρνήθηκε αλλά απάντησε «όταν ήλθε ο γιος του, (του κατηγορούμενου) τότε αντελήφθηκα τούτο το πράγμα, ζήτησαν να πάνε νοσοκομείο εφόσον εγώ τους είπα ότι θα πάω νοσοκομείο, ακούστηκε ότι θα πάω νοσοκομείο για να εξετασθεί το μάτι μου», στη συνέχεια επέμενε ότι εκείνο που είδε να έπαθε ο κατηγορούμενος, ήταν μόνο να σέρνει το πόδι του και όχι να κρατά τον ώμο του. Και τούτο παρά το ότι στη συνέχεια και σε απάντηση άλλης ερώτησης που του υποβλήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου ότι προηγουμένως έδωσε την απάντηση που πιο πάνω κατά λέξη καταγράφεται, απάντησε και πάλι «ναι γιατί στην αρχή όταν με κτύπησε δεν έδειχνε τούτο το πράγμα», επαναλαμβάνοντας και πάλι στη συνέχεια ότι αυτό που είδε ήταν μόνο ότι ο κατηγορούμενος έσερνε το πόδι του. Θα πρέπει δε να λεχθεί ότι σε κάποιο στάδιο της αντεξέτασης κατά το οποίο ο παραπονούμενος ένοιωσε αμηχανία, πιθανό καταλαμβαίνοντας την έλλειψη σταθερότητας που παρουσίαζε στις θέσεις του και τους ισχυρισμούς του είπε ξεκάθαρα ότι «έχω σύγχιση». Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν την ποιότητα της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, τα οποία σε συνάρτηση με τη γενικότερη εντύπωση που σχημάτισα γι' αυτόν παρακολουθώντας τον να καταθέτει από το εδώλιο του μάρτυρα και μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, δεν μου επιτρέπει να αποδεχθώ την μαρτυρία του, να βασισθώ σε αυτή και να καταλήξω σε ασφαλή συμπεράσματα. Για τους πιο πάνω λόγους δεν την αποδέχομαι και την απορρίπτω, εκτός μόνο και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από τη νομολογία από τα ακόλουθα σημεία. Ότι ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα μαζί με τον κατηγορούμενο και ότι είδε τον κατηγορούμενο μετά το δυστύχημα να σέρνει το πόδι του και να κρατά τον ώμο του. Ότι στην σκηνή που έγινε το δυστύχημα αφίχθηκαν ο αδελφός του και ο θείος του. Ο Μ.Κ. 2 μου έκαμε θετική εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας γι' αυτό και αποδέχομαι την μαρτυρία του, συμπεριλαμβανομένης και της εξ' ακοής μαρτυρίας που προσήγαγε σε σχέση με δηλώσεις που του έγιναν από τον παραπονούμενο, Μ.Κ.1 και τον κατηγορούμενο. Μετά την τροποποίηση του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 με το Νόμο 32

(1)/04, η εξ' ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται πλέον γι΄ αυτό και μόνο το λόγο. Η βαρύτητα όμως που θα της προσδοθεί, εναπόκειται στο Δικαστήριο το οποίο κατά την κρίση του, μπορεί να λάβει υπόψη του διάφορους παράγοντες οι οποίοι ενδεικτικά και μόνο εκτίθενται στο Νόμο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίνεται ότι θα πρέπει να προσδοθεί στην εξ' ακοής αυτή μαρτυρία, πλήρης βαρύτητα. Και αυτό λόγω της καλής εντύπωσης που σχημάτισα για τον μάρτυρα, ο οποίος κατάθεσε με σταθερό και θετικό τρόπο τα όσα έπραξε και τα όσα του γνωστοποιήθηκαν μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του και γι' αυτό η μαρτυρία του γίνεται πλήρως αποδεκτή. Μετά την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία αυτός επέλεξε και κατέθεσε ενόρκως προβάλλοντας τη δική του εκδοχή. Αυτός, μου έκαμε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει, παρατηρώντας την όλη στάση και συμπεριφορά του είμαι πεπεισμένη ότι μαρτύρησε την αλήθεια. Κάποιες μικροδιαφορές που υπάρχουν μεταξύ της ένορκης μαρτυρίας του και της κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία, σε καμία περίπτωση δεν κρίνονται ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του. Για τους λόγους αυτούς, αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του, περιλαμβανομένης και της εξ΄ ακοής μαρτυρία την οποία προσήγαγε και συγκεκριμένα της ιατρικής αναφοράς του Δρ Κυριάκου Ανδρέου. Και αυτό σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται μετά την τροποποίηση του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 με το Νόμο 32
(1)/04, σύμφωνα με τον οποίο, η εξ' ακοής μαρτυρία, δεν αποκλείεται πλέον γι΄ αυτό και μόνο το λόγο. Η βαρύτητα όμως που θα της προσδοθεί, εναπόκειται στο Δικαστήριο το οποίο κατά την κρίση του, μπορεί να λάβει υπόψη του διάφορους παράγοντες οι οποίοι ενδεικτικά και μόνο εκτίθενται στο Νόμο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση θα προσδοθεί στην εξ' ακοής αυτή μαρτυρία, πλήρης βαρύτητα, λόγω της πολύ καλής εντύπωσης που σχημάτισα για τον κατηγορούμενο και γι' αυτό η μαρτυρία του γίνεται πλήρως αποδεκτή. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 13/1/2010 και περί ώρα 11.30 π.μ., ο παραπονούμενος και ο κατηγορούμενος ενεπλάκησαν σε τροχαίο δυστύχημα. Ο κατηγορούμενος από τη σύγκρουση η οποία ήταν σφοδρή, κτύπησε στο κεφάλι και στο δεξιό ώμο και μούδιασε και το δεξί του πόδι. Μετά τη σύγκρουση, ο κατηγορούμενος, ο οποίος υπέστη σιοκ, άνοιξε με το αριστερό του χέρι την πόρτα του αυτοκινήτου του και κατέβηκε από αυτό έρποντας, έκαμε εμετό και κάθησε στο πεζοδρόμιο. Τότε τον πλησίασε ο παραπονούμενος και σε έντονο ύφος του επέρριψε την ευθύνη για το δυστύχημα, λέγοντας του ότι έτρεχε. Ο κατηγορούμενος αιφνιδιαζόμενος από τη συμπεριφορά του παραπονούμενου και στηριζόμενος στα κάγκελα του πεζοδρομίου, σηκώθηκε πάνω και φώναξε στον παραπονούμενο να φύγει αποκαλώντας τον «δολοφόνο της ασφάλτου» και προσπάθησε να τον απωθήσει από κοντά του χωρίς όμως αποτέλεσμα γιατί πονούσε το δεξί του χέρι. Ο παραπονούμενος τρέχοντας κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητο του και αφού πήρε κάτι από μέσα πλησίασε ξανά τον κατηγορούμενο ο οποίος ήταν ακουμπισμένος στο αυτοκίνητο του και κρατούσε το κεφάλι του και του έδειχνε κάτι σαν βιβλιάριο και με έντονο ύφος του φώναζε να το διαβάσει. Ο κατηγορούμενος λόγω του ότι ήταν ζαλισμένος του είπε ότι δεν μπορεί να το διαβάσει και ζήτησε από τον παραπονούμενο να του το διαβάσει ο ίδιος. Ο τελευταίος του είπε ότι είναι «του καράτε» και ότι εάν ήθελε μπορούσε να τον κτυπήσει. Τότε ο κατηγορούμενος ειδοποίησε τηλεφωνικά την τροχαία και στη συνέχεια τον γιο του ο οποίος μετέβη στο μέρος αμέσως. Στη συνέχεια κατέφθασαν στο μέρος ο θείος και ο αδελφός του παραπονούμενου. Ένα από τα πρόσωπα αυτά, πλησίασε τον κατηγορούμενο με απειλητικές διαθέσεις. Ο γιος του κατηγορούμενου τον απομάκρυνε και τον βοήθησε να καθίσει στο αυτοκίνητο του. Εκεί ο κατηγορούμενος μέτρησε την πίεση του η οποία ήταν 20 με 10 και έτσι ζήτησε από τον γιο του να τον μεταφέρει στο νοσοκομείο, κάτι που έγινε. Ο Μ.Κ.2, Δρ Πηλάσας, εξέτασε τον παραπονούμενο μετά το τροχαίο ατύχημα και ο τελευταίος του ανέφερε ότι δέχθηκε από τον οδηγό του άλλου αυτοκινήτου κτυπήματα στο κεφάλι και τον αυχένα. Ο παραπονούμενος παρουσίαζε μικρό οίδημα στο δεξιό φρύδι και δεξιό άνω βλέφαρο, κάκωση στο δεξιό οφθαλμό. Ο παραπονούμενος υποβλήθηκε σε ακτινολογικό έλεγχο κρανίου, οφθαλμολογικών κόγχων, αυχένος και δεξιάς ωμοπλάτης χωρίς οστική κάκωση και εισήχθη στο χειρουργικό τμήμα από τον επί καθήκοντι χειρούργο. Την ίδια μέρα και περί ώρα 12.50 ο Μ.Κ.2 εξέτασε και τον κατηγορούμενο. Αυτός υπέστη θλάση αυχένος και κάκωση του δεξιού ώμου. Παρουσίαζε επίσης αρτηριακή πίεση 170/100 και σφίξεις 110/λεπτό, ενώ υπέφερε από ζάλη και είχε τάση για εμετό. Έγινε στον κατηγορούμενο ανάρτηση του δεξιού άνω άκρου και συνεστήθη μαλακό κολλάρο αυχένος και απελύθη με σύσταση για επανεξέταση στην κλινική καταγμάτων. Στις 18/1/2010 o αστυφ. 3669 I. Κωνσταντίνου έλαβε από τον κατηγορούμενο ανακριτική κατάθεση για τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται και αυτός του απάντησε «όπως σου είπα σε καμία περίπτωση δεν τον κτύπησα, αφού το χέρι μου είχε κάκωση στον ώμο και ούτε εξύβρισα, αφού ήμουν ζαλισμένος από τη σύγκρουση και το κτύπημα στο κεφάλι». Κατόπιν οδηγιών του παραπονούμενου καταχωρήθηκε από τον παραπονούμενο εναντίον του κατηγορούμενου η αγωγή 3299/10 του Ε.Δ. Λεμεσού. Είναι προφανές ότι από τη στιγμή που η μαρτυρία του Μ.Κ.1 που ήταν η ουσιαστική μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής σε σχέση με την υπόθεση έχει απορριφθεί, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αφού και όπως είναι νομολογημένο η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε συστατικού στοιχείου που την συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 και Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18). Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου, 2002
(2)ΑΑΔ 246: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την εκδοχή των μαρτύρων κατηγορίας. Η Κατηγορούσα Αρχή έχει την υποχρέωση να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου. Το Δικαστήριο, πολύ ορθά, μετά την απόρριψη της εκδοχής της Κατηγορούσας Αρχής, δεν μπορούσε να προσπαθήσει μέσα από τη συμπεριφορά του εφεσίβλητου να αντλήσει συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να στοιχειοθετούσαν την ενοχή του...... Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσείοντα εγείρει, δεν θα ήταν δυνατό να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι αυτές, δεν επιτρέπονται (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363).» Και στην παρούσα υπόθεση η κατηγορούσα αρχή, απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα αδικήματα που καταλογίζονται στον κατηγορούμενο. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.)................. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.