Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Oh Yes Snacks Ltd, Αρ. Υπόθεσης: 6666/11, 8/7/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B146 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6666/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Και
- Oh Yes Snacks Ltd
- Xριστόφορος Νικολάου
- Αντρέας Νικολάου
- Md Akteruzzaman Κατηγορουμένων -------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 8/7/2011 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Α. Αναστασίου Για τους κατηγορούμενους 1, 2 και 3: κ. Α. Σαουρής Για τον κατηγορούμενο 4: κα Σ. Αδάμου Κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι 1 έως 3, αντιμετωπίζουν την κατηγορία της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού (1η Κατηγ.) και ο κατηγορούμενος 4, τις κατηγορίες της διεξαγωγής επαγγέλματος χωρίς τη γραπτή άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και της παραμονής στη Δημοκρατία της Κύπρου μετά τη λήξη της αδείας παραμονής του (2η και 3η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, στις 3/5/2011 στη Λεμεσό, εργοδότησαν τον κατηγορούμενο 4, χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων της 2ης και 3ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος 4, την ίδια ημερομηνία στη Λεμεσό, ενώ ήταν αλλοδαπός, δηλαδή υπήκοος Μπαγκλαντές, διεξήγαγε επάγγελμα σαν υπάλληλος στους κατηγορούμενους 1 έως 3, χωρίς την προηγούμενη γραπτή άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και κατά την περίοδο μεταξύ της 27ης Αυγούστου 2009 και της 3ης Μαίου 2011 και ενώ βρισκόταν στην Κύπρο με άδεια παραμονής ως φοιτητής μέχρι τις 26.8.2009, παρέμεινε στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας του, χωρίς να έχει εξασφαλίσει την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι και των τεσσάρων κατηγορούμενων, υπέβαλαν δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 όπως τροποποιήθηκε, εισήγηση, ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των πελατών τους, έτσι ώστε αυτοί να κληθούν σε απολογία. Η απαλλαγή κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορούμενου σε αυτή. [Βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen´s Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E. R. 448]. H κλήση κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας [βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133]. Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου [βλ. Αzinas and another v. Police, (πιο πάνω)]. Ως προς το βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 ΑΑΔ 9. Βοηθητική επίσης για το υπό εξέταση ζήτημα είναι και η υπόθεση, The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC
- Η κατηγορούσα αρχή για απόδειξη της υπόθεσης της, κάλεσε ως μάρτυρες κατηγορίας, τον αστυφ. 4509 Πέτρο Γεωργιάδη (Μ.Κ.1) και τον αστυφ. 529 Α. Κουζαρίδη (Μ.Κ.2). Κάποια έγγραφα κατατέθηκαν επίσης εκ συμφώνου και τα όσα περιέχονται σε αυτά δηλώθηκαν παραδεκτά ως προς την αλήθεια τους και ως τέτοια εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Αυτά είναι η κατάθεση του αστυφ. 1810 Α. Νικόλα, το ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του Αντρέα Νικολάου, η κατάθεση του αστυφ. Λ. Ιωάννη και δύο πιστοποιητικά του Εφόρου Εταιρειών, για σύσταση της κατηγορούμενης εταιρείας 1 και των διευθυντών και του γραμματέα της (Τεκμήρια 7, 8, 9, 11 και 12 αντίστοιχα). Δηλώθηκαν επίσης ως παραδεκτά γεγονότα και ως τέτοια εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, ότι η ανακριτική κατάθεση από τον Χριστόφορο Νικολάου λήφθηκε από τον αστυφ. 1722 Λ. Ιωάννη και ότι ο κατηγορούμενος 4 δεν έχει, ούτε και είχε άδεια παραμονής και εργασίας στην Κύπρο στις 3/5/
- Με βάση λοιπόν τα παραδεκτά αυτά γεγονότα, καθώς επίσης και την προσκομισθείσα εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής μαρτυρία η οποία βέβαια στο στάδιο αυτό δεν θα αξιολογηθεί, θα προχωρήσω να εξετάσω την εισήγηση της υπεράσπισης. Στοιχειοθέτηση των αδικημάτων της 1ης και 2ης κατηγορίας, προυποθέτει την απόδειξη των ακόλουθων στοιχείων: την εργοδότηση προσώπου, το πρόσωπο που εργοδοτείται να είναι αλλοδαπός, να μην έχει εξασφαλισθεί η απαιτούμενη από το νόμο άδεια για την εργοδότηση του αλλοδαπού. Θα πρέπει λοιπόν να εξετασθεί εάν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων αυτών, ξεκινώντας από το πρώτο συστατικό στοιχείο, την εργοδότηση προσώπου και συγκεκριμένα του κατηγορούμενου 4 από τους κατηγορούμενους 1, 2 και 3, σύμφωνα και με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων αυτών. Παρόλο που και σύμφωνα με τη νομολογία, δεν χρειάζεται σύμβαση εργοδότησης με την αυστηρή έννοια του όρου (βλ. Karaoglanian v. The Police
(1984)2 CLR 161) για να αποδειχθεί το αδίκημα, είναι αναγκαία κάποιου είδους ανάθεση εργασίας από τον εργοδότη, έστω και κάτω από πρόχειρες συνθήκες, κάτι που δεν συνέβη στην παρούσα περίπτωση. Κατ΄ αρχήν και σε σχέση με την κατηγορούμενη εταιρεία 1 θα πρέπει να λεχθεί ότι καμία απολύτως μαρτυρία δεν έχει προσκομισθεί η οποία να την συνδέει με οποιοδήποτε τρόπο με τη διάπραξη του αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ούτε ακόμα και διαφάνηκε να υπάρχει οποιαδήποτε τυχόν σχέση της εταιρείας με το υποστατικό στο οποίο βρέθηκε ο κατηγορούμενος 4, αν ήταν δηλαδή η εταιρεία ιδιοκτήτρια της επιχείρησης ή οτιδήποτε άλλο. Ελλείψει λοιπόν τέτοιας μαρτυρίας η κατηγορούμενη εταιρεία 1 δεν θα πρέπει να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση της. Η προσκομισθείσα μαρτυρία κατέδειξε ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 είναι διευθυντές της κατηγορούμενης εταιρείας 1. Από τη στιγμή όμως που δεν διαφάνηκε να υπάρχει οποιαδήποτε σχέση της εταιρείας με την επιχείρηση στο συγκεκριμένο υποστατικό στο οποίο βρέθηκε ο κατηγορούμενος 4, το στοιχείο τούτο δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε σημασία στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Θα πρέπει όμως εν πάση περιπτώσει να λεχθεί ότι το στοιχείο αυτό δεν θα ήταν από μόνο του αρκετό να οδηγήσει στην καταδίκη των κατηγορουμένων 2 και 3, αφού και σύμφωνα με το λόγο της απόφασης στην υπόθεση Ευριβιάδης v. Αστυνομίας, 2000
(2)ΑΑΔ 600 «διευθυντής μπορεί να κριθεί ένοχος μόνον εφόσον συνέδραμε ή κατά οποιοδήποτε άλλο τρόπο συμμετείχε ή συμπεριφέρθηκε με τρόπο που θα ήταν δυνατό να θεμελιώσει καταδίκη δυνάμει του άρ. 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154». Όπως διαφάνηκε από την προσκομισθείσα μαρτυρία, ο κατηγορούμενος 4 με την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, ενοχοποιεί τους κατηγορούμενους 2 και 3. Επιπρόσθετα και σε σχέση μόνο με τον κατηγορούμενο 3 υπάρχει άλλη περαιτέρω μαρτυρία ότι, κατά το χρόνο της επίσκεψης των αστυνομικών της ΥΑΜ στο υποστατικό, αυτός ήταν υπεύθυνος της επιχείρησης, ενώ περαιτέρω ο Μ.Κ.2 προέβαλε ότι ο αλλοδαπός του ανέφερε και προφορικά ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν το άτομο που τον πλήρωνε. Εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορούμενων 2 και 3 ότι τα πιο πάνω, δεν αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, γιατί πρόκειται για μαρτυρία που προήλθε από τον ένα κατηγορούμενο και με την οποία ενοχοποιεί συγκατηγορούμενο του και κατά δεύτερο γιατί πρόκειται για εξ' ακοής μαρτυρία. Στην υπόθεση Νεάρχου v. Αστυνομίας 1996
(2)ΑΑΔ 38, λέχθηκε ότι: «Είναι όμως βασική αρχή ότι το περιεχόμενο της κατάθεσης ενός κατηγορούμενου δεν είναι αποδεκτό για να αποδείξει την ενοχή συγκατηγορούμενου. Ορθά δε ο δικηγόρος της εφεσίβλητης δεν υποστήριξε αντίθετη άποψη». Έτσι και στην παρούσα περίπτωση τα όσα ο κατηγορούμενος 4 έχει προβάλει στην κατάθεση του και εμπλέκουν τους κατηγορούμενους 2 και 3, δεν αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία η οποία μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Τα όσα επίσης προέβαλε ο Μ.Κ.2 ότι ο κατηγορούμενος 4 του ανέφερε προφορικά, και αποτελούν εξ' ακοής μαρτυρία, κρίνεται επίσης ότι δεν μπορούν να αποτελέσουν αποδεκτή μαρτυρία εναντίον του κατηγορούμενου
- Και αυτό γιατί πρόκειται για εξ' ακοής μαρτυρία με την οποία ένας κατηγορούμενος ενοχοποιεί άλλον συγκατηγορούμενο του και κατά συνέπεια οδηγεί με τον τρόπο αυτό στο ίδιο αποτέλεσμα. Ούτε και η λοιπή προσκομισθείσα μαρτυρία που υπάρχει σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 είναι ικανή να αποδείξει ότι αυτός ήταν το άτομο που εργοδότησε τον κατηγορούμενο
- Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν ο υπεύθυνος της επιχείρησης κατά το χρόνο που ο αλλοδαπός βρέθηκε στο υποστατικό δεν είναι ικανό για να αποδειχθεί ότι αυτός ήταν το πρόσωπο που «εργοδότησε» τον αλλοδαπό, αφού στην πρόσληψη του μπορεί να προχώρησε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο και όχι ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος. Ούτε και η υπάρχουσα περιστατική μαρτυρία, σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος 4 βρέθηκε κατά το χρόνο που οι αστυφύλακες της ΥΑΜ εισήλθαν στο υποστατικό να βρίσκεται μέσα σε αυτό, φορώντας σκούφο και ποδιά μιας χρήσης δεν είναι μαρτυρία ικανή να αποδείξει το στοιχείο της εργοδότησης. Ελλείπει ουσιαστικά από την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, σαφής μαρτυρία ότι οποιοσδήποτε από τους κατηγορούμενους έδωσε οδηγίες στον κατηγορούμενο 4 να εργασθεί στην επιχείρηση τη συγκεκριμένη ημερομηνία και κατά συνέπεια ότι τον εργοδότησε. Με βάση όλα τα πιο πάνω, κρίνεται ότι δεν έχει αποδειχθεί η εργοδότηση του κατηγορούμενου 4 από τους κατηγορούμενους 1, 2 και
- Από τη στιγμή που δεν έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της εργοδότησης, η 1η κατηγορία εναντίον των κατηγορούμενων 1, 2 και 3 δεν έχει στοιχειοθετηθεί. Το ίδιο ισχύει και για τη 2η κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου 3, αφού η κατηγορούσα αρχή βάσισε την υπόθεση της αποκλειστικά στο ότι ο κατηγορούμενος 4, εργοδοτήθηκε από τους κατηγορούμενους 1, 2 και 3 και όχι από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Ενόψει του γεγονότος αυτού, δεν θεωρώ δίκαιο να προβώ σε τροποποίηση του κατηγορητηρίου. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω εάν έχει αποκαλυφθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση στη 3η κατηγορία, που ο κατηγορούμενος 4 αντιμετωπίζει. Αυτή αφορά την παραμονή του στη Δημοκρατία της Κύπρου, μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του. Έχει δηλωθεί ως παραδεκτό γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 4 δεν έχει, ούτε και είχε άδεια παραμονής και εργασίας στην Κύπρο στις 3/5/
- Ενόψει τούτου θεωρώ ότι ο κατηγορούμενος 4 θα πρέπει να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση του. Οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 αθωώνονται και απαλλάσσονται στην 1η κατηγορία. Ο κατηγορούμενος 4 αθωώνεται και απαλλάττεται στην 2η κατηγορία και καλείται να προβάλει την υπεράσπιση του στην 3η κατηγορία. (Υπ.)............... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο