← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Massod Khodadi, Αρ. Υπόθεσης: 7348/11, 8/7/2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Massod Khodadi, Αρ. Υπόθεσης: 7348/11, 8/7/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B147 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7348/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Και Massod Khodadi Κατηγορουμένου -------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 8/7/2011 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Κληρίδου Για τον κατηγορούμενο: κα Α. Ιωάννου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει την κατηγορία της παραμονής στη Δημοκρατία της Κύπρου μετά τη λήξη της αδείας παραμονής του (1η κατηγορία), καθώς και τις κατηγορίες της χρήσης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς ασφάλεια έναντι τρίτου, χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης, χωρίς προστατευτικό κράνος και χωρίς άδεια κυκλοφορίας (2η-5η κατηγορία αντίστοιχα). Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε όλες τις κατηγορίες που αφορούν παραβάσεις του κώδικα τροχαίας κυκλοφορίας και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση μόνο για την 1η κατηγορία. Η κατηγορούσα αρχή για απόδειξη της υπόθεσης της, κάλεσε ως μάρτυρες την Αρετή Μάρκου (Μ.Κ.1), τον αστυφ. 2230 Δ. Τσαγγάρη (Μ.Κ.2) και τον αστυφ. 1634 Λ. Λάμπρου (Μ.Κ.3). Mετά δε από την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία, αυτός επέλεξε και άσκησε το δικαίωμα της σιωπής, χωρίς να καλέσει οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω μαρτυρία. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός και ως τέτοιο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ότι τα όσα περιέχονται στο Τεκμήριο 8Β, που είναι η κατάθεση του κατηγορούμενου στη μητρική του γλώσσα, αποτελούν πιστή μετάφραση του περιεχομένου του Τεκμηρίου 8Α. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι κεντρικό πυρήνα της υπόθεσης όπως προωθήθηκε από την υπεράσπιση αποτέλεσε το κατά πόσον ο κατηγορούμενος, κλήθηκε ή όχι να παρευρεθεί στη συνέντευξη για την εξέταση της αίτησης που υπέβαλε για πολιτικό άσυλο, στην οποία δεν παρευρέθηκε με αποτέλεσμα ο φάκελος του να κλείσει. Η μαρτυρία όλων όσων παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και για το λόγο αυτό δεν θεωρώ αναγκαίο να την παραθέσω, αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της. Η Μ.Κ.1, εργάζεται στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων και ασχολείται με την εξέταση διοικητικών προσφυγών εναντίον των απορριπτικών αποφάσεων της Υπηρεσίας Ασύλου. Αυτή μαρτύρησε τα όσα προέκυπταν από το φάκελο του κατηγορουμένου τον οποίο είχε στην κατοχή της με σταθερό και θετικό τρόπο, χωρίς σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της να διακρίνω οτιδήποτε ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία της. H μάρτυρας προσήγαγε και εξ' ακοής μαρτυρία η οποία ναι μεν αποτελεί μαρτυρία η οποία δεν αποκλείεται πλέον μόνο για το λόγο αυτό, η βαρύτητα όμως που θα της προσδοθεί εναπόκειται στο Δικαστήριο, το οποίο μπορεί να λάβει υπόψη του διάφορους παράγοντες, οι οποίοι ενδεικτικά και μόνο εκτίθενται στο νόμο, Κεφ. 9. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η μαρτυρία της Μ.Κ.1 γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της λόγω της καλής εντύπωσης που σχημάτισα για τη μάρτυρα ως μάρτυρα της αλήθειας. Ο Μ.Κ.2, είναι ο αστυφύλακας ο οποίος με τη βοήθεια διερμηνέα, έλαβε από τον κατηγορούμενο ανακριτική κατάθεση σε σχέση με τα αδικήματα που του καταλογίζονται. Ο Μ.Κ.3 εργάζεται στην ΥΑΜ Λεμεσού και μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή ήλεγξε τα στοιχεία του κατηγορούμενου. Και οι δύο μου έκαμαν επίσης πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρες της αλήθειας, αφού κατάθεσαν με άμεσο και σταθερό τρόπο τα όσα γνώριζαν για την υπόθεση μέσα από την άσκηση των καθηκόντων τους και για το λόγο αυτό αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία τους. Η σιωπή όπως και η ανώμοτη δήλωση, σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση, δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (βλ. Τhemistocleous v. The Police

(1981)2 CLR 200 και Anastasiades v. The Rebublic
(1977)2 CLR 97). Ούτε και η επιλογή ενός κατηγορούμενου να παραμείνει σιωπηλός ή να προβεί σε ανώμοτη δήλωση μπορεί να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (βλ. Δημοσθένους κ.α. v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129). Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης και των παραδεκτών γεγονότων, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Ο κατηγορούμενος ο οποίος είναι αλλοδαπός, υπέβαλε στις 2/9/2003 αίτηση για να του παρασχεθεί πολιτικό άσυλο. Με επιστολή της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερ. 14/1/2004 κλήθηκε ταχυδρομικώς να παρευρεθεί σε συνέντευξη. H επιστολή αυτή εστάλη προς τον κατηγορούμενο στο ξενοδοχείο Crown Hotel στη Λευκωσία. Ο κατηγορούμενος δεν προσήλθε στη συνέντευξη και έτσι η υπηρεσία ασύλου στις 3/5/2004, έκλεισε τον φάκελο του κατηγορούμενου και διέκοψε την εξέταση της αίτησης. Στις 23/8/2004 ο κατηγορούμενος υπέβαλε εναντίον της απόφασης αυτής, διοικητική προσφυγή στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, η οποία και απορρίφθηκε με σχετική απόφαση ημερομηνίας 4/4/
  1. Η απόφαση αυτή απεστάλη στον κατηγορούμενο ταχυδρομικώς με διπλοσυστημένη επιστολή ημερ. 4/4/2006 στις 27/4/2006 και παραλήφθηκε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο στις 5/5/
  2. Στις 11/7/2006 ο κατηγορούμενος μέσω του δικηγόρου του ζήτησε «επαναθεώρηση» του φακέλου του. Τα στοιχεία του κατηγορούμενου εντοπίζονται στον κατάλογο stop list ως αναζητούμενο πρόσωπο με ημερ. 17/2/
  3. Στις 21/5/2011 ο Μ.Κ.2 έλαβε από τον κατηγορούμενο ανακριτική κατάθεση με τη βοήθεια διερμηνέα της Ιρανικής γλώσσας σε σχέση με τα αδικήματα που του αποδίδονται με το κατηγορητήριο. Στην παρούσα περίπτωση τα πιο πάνω ευρήματα επιβεβαιώνονται και από την ίδια την κατάθεση του κατηγορούμενου, ο οποίος ρητά δηλώνει σε αυτήν ότι το 2006 ενημερώθηκε ότι «η αίτηση του απορρίφθηκε και ότι η υπόθεση του έκλεισε». Η βαρύτητα που πρέπει να δίδεται σε ομολογία ενοχής κατηγορουμένου, έγινε αντικείμενο σειράς αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αποτελεί καθιερωμένη αρχή πως μια εκούσια εξωδικαστική ομολογία κάποιου κατηγορουμένου, μπορεί να εισαχθεί ως μαρτυρία για απόδειξη των γεγονότων που περιέχονται σε αυτή. Όμως, είναι επιθυμητό να αναζητείται και η εξακρίβωση της ορθότητας του περιεχομένου της και αυτό για να αποκλείεται με τον τρόπο αυτό η πιθανότητα λάθους. Το περιεχόμενο της ομολογίας, κρίνεται με βάση την αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σε αυτή αλλά και σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που ενισχύει ή καταρρίπτει την αλήθεια της. Τούτο γίνεται για να βεβαιωθεί το Δικαστήριο κατά πόσο το περιεχόμενο της ομολογίας συνάδει με την αλήθεια των γεγονότων. Έτσι το Δικαστήριο εξετάζει ως ξεχωριστό πραγματικό γεγονός κατά πόσο είναι ασφαλές ή όχι να στηριχθεί σε μια εξωδικαστική ομολογία (βλ. R v Lambrou 22 CLR 96, R v. Sfongaras 22 CLR 113, Gani v. Δημοκρατίας 1991 2 ΑΑΔ 134, Μάρτιν v. Δημοκρατίας 1994 2 ΑΑΔ 65, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας 1995 2 ΑΑΔ 51, Κίτα v. Δημοκρατίας 1996 2 ΑΑΔ 209 Ιακωβίδης v. Δημοκρατίας 1996 2 ΑΑΔ 110 και Ανδρέου v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 6667, ημερ. 22.3.2000). Στην Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, 225 λέχθηκαν τα εξής: «Η ομολογία του εγκλήματος - εφόσον γίνεται δεκτή ως εθελούσια - μπορεί αφ' εαυτής να θεμελιώσει την καταδίκη του εφεσείοντα. Η ανθρώπινη εμπειρία υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν ομολογούν κατά κανόνα εγκλήματα τα οποία δε διέπραξαν. Η συνείδηση του ανθρώπου όσο πωρωμένη κι' αν είναι έχει εκρήξεις για λύτρωση από το βάρος του εγκλήματος που δεν ελέγχονται. Η ομολογία του εγκλήματος αποτελεί μέσο για την εκτόνωση της βεβαρημένης συνείδησης. Όσο θεληματική κι' αν είναι η κατάθεση του κατηγορουμένου είναι φρόνιμο, όπως ορίζει η νομολογία, να αναζητείται στο βαθμό που είναι δυνατό ενίσχυση της ορθότητας του περιεχομένου της. Έτσι αποκλείεται η πιθανότητα λάθους και συγχρόνως δεν ενθαρρύνονται οι ανακριτικές Αρχές να επιδιώκουν την ομολογία ως εύκολο υποκατάστατο της ανίχνευσης του εγκλήματος. Το περιεχόμενο της ομολογίας κρίνεται όχι μόνο με βάση τη συμφυή αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σ' αυτή αλλά και σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που τείνει να ενισχύσει ή να καταρρίψει την ορθότητα του περιεχομένου της.» Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166, 172: «Η ομολογία ενοχής έχει αποκληθεί η βασιλίδα των μαρτυριών. Στο σύστημα όμως που διέπει την ποινική μας δίκη δεν έχουμε απολυτοποιήσει στον ύψιστο αυτό βαθμό την αξία της. Είναι θέμα πραγματικό που συναρτάται με τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Έστω και αν γίνει αποδεκτή η ομολογία και ενταχθεί στον κορμό της μαρτυρίας, το δικαστήριο, στο τέλος, προβληματίζεται για την αλήθεια του περιεχομένου της και φυσικά για το κατά πόσο οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα ενοχής. Η σχετική νομολογία μας, που αρχίζει από τις παλιές υποθέσεις R. v. Sfongaras 22 C.L.R. 13 και Volettos v. Republic
(1961)C.L.R. 169, τηρεί σταθερή γραμμή στο θέμα αυτό. Είναι ζήτημα που άπτεται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δίκαιης δίκης. Πρόσφατη επικύρωση είχαμε στην Μάρτιν ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(1994)2 Α.Α.Δ. 65. Στην Ανδρέου (ανωτέρω) παρατέθηκε και το πιο κάτω απόσπασμα από την Αγγλική απόφαση R. v. Mallinson
(1977)Crim.L.Rev, στην οποία λέχθηκε ότι απόφαση που στηρίζεται σε προφορική ομολογία δεν είναι κατ' ανάγκη ανασφαλής ή μη ικανοποιητική: 'Held, as to that ground, there was no principle to be gathered from the authorities, of universal or general application, that a conviction wholly or mainly resting on evidence of an oral confession could never be safe or satisfactory. It must in every case be a question to be decided on the particular facts.' Λαμβάνοντας υπόψη την προσκομισθείσα μαρτυρία, κρίνεται ότι η ομολογία του κατηγορουμένου στην αστυνομία, είναι γνήσια. Όπως είναι νομολογημένο η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε συστατικού στοιχείου που την συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 και Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18). Θα προχωρήσω λοιπόν τώρα να εξετάσω εάν η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αδίκημα της 1ης κατηγορίας. Αυτή αφορά την παραμονή του στη Δημοκρατία της Κύπρου, μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του και βασίζεται στο άρθρο 19
(1)(λ) του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105 και το οποίο έχει ως ακολούθως: «Πρόσωπο το οποίο, ........................................................................................................................................................... ........................................................................................................................................................... αφού έχει εισέλθει στη Δημοκρατία ως προσωρινός κάτοικος για περιορισμένη περίοδο παραμένει στη Δημοκρατία μετά την εκπνοή της περιόδου αυτής χωρίς να έχει εξασφαλίσει άδεια από τον Διευθυντή». Όπως προκύπτει από τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ότι αποδίδεται στο κατηγορούμενο, είναι ότι αυτός ενώ βρισκόταν στην Κύπρο ως αιτητής πολιτικού ασύλου μέχρι τις 4/4/2006 οπόταν και απορρίφθηκε η αίτηση του από την Αναθεωρητική Αρχή παρέμεινε στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του. Για στοιχειοθέτηση του αδικήματος που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο και το οποίο όπως προκύπτει από το κατηγορητήριο είναι το άρθρο 19
(1)(λ) του Κεφ. 105 όπως τροποποιήθηκε, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι, το πρόσωπο στο οποίο αποδίδεται το αδίκημα, έχει εισέλθει στη Δημοκρατία ως προσωρινός κάτοικος και για περιορισμένη χρονική περίοδο, μετά την εκπνοή της οποίας, παραμένει στη Δημοκρατία χωρίς να έχει εξασφαλίσει άδεια από τον Διευθυντή. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος βρισκόταν στην Κύπρο ως αιτητής πολιτικού ασύλου. Όταν η αίτηση του αυτή απορρίφθηκε, υπέβαλε έφεση στην Αναθεωρητική Αρχή, έφεση η οποία και πάλι απορρίφθηκε στις 4/4/2006. Από τότε ο κατηγορούμενος και παρά την απόρριψη της αίτησης του, διαμένει παράνομα στη Δημοκρατία, παρά το ότι η απόφαση αυτή του γνωστοποιήθηκε με επιστολή η οποία και του επιδόθηκε. Από την στιγμή αυτή, το τι συνέβη προηγουμένως, είναι γεγονός που δεν μπορεί να διαφοροποιήσει την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου. Με βάση τα πιο πάνω, κρίνεται ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ότι δηλαδή ενώ αυτός βρισκόταν στη Δημοκρατία ως αιτητής πολιτικού ασύλου, παρέμεινε στη Δημοκρατία μετά την απόρριψη της αίτησης του αυτής, χωρίς άδεια. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 1η κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Υπ.)................. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.