← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Kωνσταντίνος Κωστίδης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 28032/10, 12 Ιουλίου, 2011

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Kωνσταντίνος Κωστίδης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 28032/10, 12 Ιουλίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2011:22 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗ ΛΕΜΕΣΟ Ενώπιον: K. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Μ. Αμπίζα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 28032/10 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν.

  1. Kωνσταντίνος Κωστίδης
  2. Μάρκος Τοντικίδης Κατηγορουμένων ______ Ημερομηνία: 12 Ιουλίου, 2011 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κ. Aριστείδης Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Ερωτοκρίτου Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Χριστοφόρου Κατηγορούμενοι παρόντες ΠΟΙΝΗ Οι κατηγορούμενοι βρέθηκαν ένοχοι με δική τους παραδοχή στο αδίκημα της ληστείας (10η κατηγορία), κατοχής πυροβόλου όπλου ήτοι ΔΟΚΟ (11η κατηγορία), μεταφοράς του ιδίου όπλου (12η κατηγορία), κατοχής εκρηκτικών υλών ήτοι επτά κυνηγετικών φυσιγγίων διαμετρήματος 12 (13η κατηγορία) και μεταφοράς των ιδίων εκρηκτικών υλών (14η κατηγορία). Επιπρόσθετα ο κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε το αδίκημα της ληστείας της 2ης κατηγορίας. Τα γεγονότα που αφορούν τη δεύτερη κατηγορία έχουν ως ακολούθως: Στις 3.8.10 και περί ώρα 10:30, ο κατηγορούμενος 2 μαζί με άλλο πρόσωπο, επιβαίνοντας σε μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού, μετέβησαν σε υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου εντός του οποίου βρίσκονταν περίπου 15 πελάτες της τράπεζας. Αφού εισήλθαν και οι δύο εντός του εν λόγω καταστήματος φορώντας κράνη μοτοσικλέτας, ο κατηγορούμενος 2 κατευθύνθηκε προς τα ταμεία, κρατώντας ένα κοντόκαννο κυνηγετικό όπλο και φώναξε «Ληστεία όλοι κάτω» καθώς και άλλες παρόμοιου νοήματος φράσεις. Το δεύτερο πρόσωπο κατευθύνθηκε πίσω από τα ταμεία και μάζεψε τα χρήματα που υπήρχαν σε αυτά, τοποθετώντας τα σε τσάντα που κρατούσε. Αμέσως μετά εξήλθαν και οι δύο από την τράπεζα, επιβιβάστηκαν στη μοτοσικλέτα και εγκατέλειψαν τη σκηνή. Από την καταμέτρηση που έκανε στα ταμεία ο υπεύθυνος συναλλαγών του υποκαταστήματος διαπίστωσε ότι κατά τη ληστεία εκλάπησαν €64.620, 3.865 Αγγλικές Λίρες, 3.800 Δολάρια Αμερικής, 170 Ελβετικά Φράγκα και 55 Δολάρια Νέας Ζηλανδίας. Σε συνάρτηση με τις υπόλοιπες κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και οι δύο κατηγορούμενοι τα γεγονότα παρατίθενται αυτούσια όπως λέχθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής. «Στις 22.9.10 και περί ώρα 10:05, οι κατηγορούμενοι, επιβαίνοντας σε μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού μάρκας BMW, μετέβησαν στο υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου, το οποίο βρίσκεται επί της οδού Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄54 στη Μέσα Γειτονιά της Λεμεσού. Την εν λόγω ώρα η τράπεζα, στην οποία εργάζονταν 9 άτομα, ήταν ανοιχτή για το κοινό. Οι κατηγορούμενοι στάθμευσαν τη μοτοσικλέτα στο πεζοδρόμιο έξω από την τράπεζα, αφήνοντας αναμμένη την μηχανή, και εισήλθαν εντός του υποκαταστήματος από την κεντρική πόρτα φορώντας κράνη μοτοσικλέτας. Ο κατηγορούμενος 2 κατευθύνθηκε προς τα ταμεία, κρατώντας και επιδεικνύοντας ένα κοντόκαννο κυνηγετικό όπλο, και φώναξε «Ληστεία ακίνητοι». Ακολούθως ο κατηγορούμενος 1, ο οποίος κρατούσε τσάντα, κατευθύνθηκε στο χώρο πίσω από τα ταμεία και αφού άνοιξε τα συρτάρια, τοποθέτησε τα χρήματα που υπήρχαν σε αυτά εντός της τσάντας. Ενώ εξελίσσονταν τα πιο πάνω γεγονότα εντός της τράπεζας, πολίτες που βρίσκονταν έξω και αντιλήφθηκαν τη ληστεία, έριξαν στο έδαφος τη μοτοσικλέτα ώστε να εμποδίσουν τους δράστες να διαφύγουν. Λόγω της πτώσης η μηχανή της μοτοσικλέτας έσβησε. Αφού ο κατηγορούμενος 1 τοποθέτησε τα λεφτά στην τσάντα, οι κατηγορούμενοι εξήλθαν του καταστήματος, έξω από το οποίο είχαν εν τω μεταξύ μαζευτεί πολίτες. Ο κατηγορούμενος 2 προσπάθησε να απομακρύνει τους πολίτες προτάσσοντας το όπλο του. Όταν έφτασαν στη μοτοσικλέτα, την σήκωσαν από το έδαφος και ο κατηγορούμενος 1 προσπάθησε ανεπιτυχώς να τη ξεκινήσει. Άφησαν τη μοτοσικλέτα στο έδαφος και τράπηκαν σε φυγή πεζοί. Ο μεν κατηγορούμενος 1 κρατώντας τη τσάντα ακολούθησε ανατολική πορεία ενώ ο κατηγορούμενος 2 που συνέχιζε να κρατά το όπλο κατευθύνθηκε νότια. Καταδιώχθηκαν και οι δύο από πολίτες οι οποίοι κατάφεραν να τους ανακόψουν και να τους ακινητοποιήσουν μέχρι την άφιξη της αστυνομίας στη σκηνή. Κατά την καταδίωξη, το όπλο που κρατούσε ο κατηγορούμενος 2 έπεσε στο έδαφος και περισυλλέχθηκε από πολίτη, ο οποίος το παρέδωσε μαζί με τα δύο πλήρη φυσίγγια διαμετρήματος 12 που περιείχε στον Ε/Αστ.
  3. Κατά τη σωματική έρευνα που έγινε στον κατηγορούμενο 2 βρέθηκαν στη τσέπη του παντελονιού του ακόμη πέντε πλήρη φυσίγγια διαμετρήματος
  4. Οι κατηγορούμενοι συνελήφθηκαν και παραδέχθηκαν σε θεληματική τους κατάθεση τη διάπραξη της ληστείας. Από την καταμέτρηση που έγινε στα ταμεία από τον υπεύθυνο συναλλαγών του υποκαταστήματος διαπιστώθηκε ότι κατά τη ληστεία εκλάπησαν €10.770 και 100 Δολάρια Αμερικής. Η τσάντα που περιείχε το εν λόγω ποσό βρέθηκε στη σκηνή και όλα τα χρήματα παραδόθηκαν πίσω στη τράπεζα. Κατόπιν εξετάσεων που έγιναν στο όπλο που έφερε ο κατηγορούμενος 2 διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για ΔΟΚΟ με αρ. εγγραφής LL34174 το οποίο ήταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση.» Οι κατηγορούμενοι δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες. Αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής ο κ. Ερωτοκρίτου εισηγήθηκε αρχικά ότι παρόλο που η συμμετοχή των δύο κατηγορουμένων στη διάπραξη των αδικημάτων ήταν κοινή ο ρόλος τους δεν ήταν ο ίδιος. Από τη μαρτυρία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν κρατούσε όπλο, πήρε μόνο τα χρήματα ενόσω ο κατηγορούμενος 2, βάσει της δικής του κατάθεσης, προμηθεύτηκε το όπλο εν αγνοία του κατηγορούμενου
  5. Περαιτέρω η ληστεία που διαπράχθηκε από τους δύο κατηγορούμενους δεν είναι από αυτές όπου συντρέχουν επιβαρυντικές περιστάσεις, εφόσον δεν προξενήθηκε ζημιά σε πρόσωπο ή περιουσία αλλά ούτε και προκλήθηκε φόβος λόγω πράξεων ή παραλείψεων στο χώρο της ληστείας εκ μέρους των κατηγορουμένων. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος 2 δεν πρόταξε το όπλο εναντίον των παρόντων παρά μόνο σε υπάλληλο που ήταν στον ημιόροφο και κατέβαινε στο χώρο της ληστείας, λέγοντας του «Ακίνητος». Δεδομένου ότι η επίθεση αποτελεί, σύμφωνα με τη νομολογία, συστατικό στοιχείο της ληστείας, παραπέμποντας προς τούτο σε νομικό σύγγραμμα, ο κ. Ερωτοκρίτου υποστήριξε ότι στην παρούσα υπόθεση η επίθεση έγινε με την επίδειξη μόνο του όπλου χωρίς να ασκηθεί βία. Με αναφορά στη νομολογία αναφορικά με τα πλαίσια των επιβαλλομένων ποινών σε υποθέσεις ένοπλης ληστείας, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να γίνει διαφοροποίηση της ποινής μεταξύ των δύο κατηγορουμένων ενόψει του ρόλου εκάστου στη διάπραξη των αδικημάτων. Υιοθετώντας δε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας σε σχέση με τον κατηγορούμενο 1, με αναφορά στις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις επεσήμανε ότι ο κατηγορούμενος 1 έζησε δυστυχισμένα χρόνια. Ανέφερε τέλος ο συνήγορος ότι ο κατηγορούμενος 1 εκτίει από το Μάιο τριετή ποινή φυλάκισης που του επιβλήθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού για αδικήματα 50 κλοπών και διαρρήξεων. Ο κ. Χριστοφόρου, αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής, υιοθέτησε αρχικά τις θέσεις του κ. Ερωτοκρίτου σε σχέση με τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων που από κοινού αντιμετωπίζουν οι δύο κατηγορούμενοι. Αναφορικά με τη 2η κατηγορία, που αντιμετωπίζει μόνο ο κατηγορούμενος 2, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι ο ιθύνων νους για τη διάπραξη της ληστείας ήταν άλλο πρόσωπο που συμμετείχε σ΄ αυτήν, ενόσω από τα κλαπέντα χρήματα ο κατηγορούμενος 2 έλαβε μόνο €6.500 με σκοπό να τα χρησιμοποιήσει για τη θεραπεία της άρρωστης μητέρας του. Στην προσπάθεια του δε να αναχωρήσει από την Κύπρο μέσω των κατεχομένων τα χρήματα αυτά κατασχέθηκαν στο αεροδρόμιο της Τύμπου. Ο κατηγορούμενος 2 διέπραξε τη ληστεία της 10ης κατηγορίας λόγω οικονομικών προβλημάτων, επιδεικνύοντας προχειρότητα στην εκτέλεση της. Ο κατηγορούμενος 2 έχει μεταμεληθεί όπως προβάλλει από την παραδοχή του και τη συνεργασία του με την αστυνομία, έχοντας ο ίδιος αποκαλύψει τη διάπραξη του αδικήματος της 2ης κατηγορίας. Εκφράζοντας την απολογία του κατηγορούμενου 2 και τονίζοντας ότι αυτός δεν απεκόμισε οποιοδήποτε ποσό από τις διαπραχθείσες ληστείες, ο συνήγορος επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου στο λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου
  6. Για τις προσωπικές περιστάσεις του κάθε κατηγορουμένου ετοιμάστηκε έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Η έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αποτελεί ένα εργαλείο το οποίο προσφέρει στο Δικαστήριο την δυνατότητα αποκρυστάλλωσης της οικογενειακής αλλά και της ατομικής προσωπικότητας κάθε κατηγορουμένου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγιώτη

(2001)2 ΑΑΔ 617). Για τον κατηγορούμενο 1 αναφέρεται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ότι αυτός γεννήθηκε το έτος 1987 στη Γεωργία. Προέρχεται από διαλυμένη οικογένεια χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Συγκεκριμένα ο πατέρας τους εγκατέλειψε όταν ο ίδιος ήταν σε παιδική ηλικία και έκτοτε δεν διατηρεί καμία επικοινωνία μαζί του. Μερικά χρόνια αργότερα η μητέρα του δημιούργησε δεσμό με άλλο άντρα και απέκτησε δύο θυγατέρες. Σε ηλικία 3 ετών μετέβησαν στην Ελλάδα όπου φοίτησε μέχρι τη Β΄ Τάξη του Δημοτικού Σχολείου. Όπως ισχυρίζεται ο ίδιος κατά την παραμονή του στην Ελλάδα ο συμβίος της μητέρας του προκάλεσε το θάνατο της μετά από ξυλοδαρμό. Αναφέρει επίσης ότι και ο ίδιος κτυπήθηκε μερικές φορές από το συμβίο της μητέρας του. Μετά από αυτή την εξέλιξη οι ετεροθαλείς αδερφές του μεταφέρθηκαν σε κρατική παιδική στέγη ενώ τον ίδιο ανέλαβε ο μητρικός του παππούς. Λόγω της απροσάρμοστης του συμπεριφοράς στο σχολείο και των συγκρουσιακών του σχέσεων με τη δεύτερη σύζυγο του παππού του τον ανάγκασαν να φύγει και να ψάξει για νέα κατοικία. Τότε ήρθε στην Κύπρο και φιλοξενείτο από την αδερφή της μητρικής του γιαγιάς. Αποφοίτησε από το Λανίτειο Γυμνάσιο και στη συνέχεια εγγράφηκε σε Τεχνική Σχολή την οποία σταμάτησε. Μετά ξεκίνησε να παρακολουθεί σύστημα μαθητείας το οποίο επίσης διέκοψε. Σε ηλικία 18 ετών επέστρεψε στην Ελλάδα, κατατάγηκε και ολοκλήρωσε την στρατιωτική του θητεία. Επιστρέφοντας στην Κύπρο εργάστηκε περιστασιακά σε διάφορα επαγγέλματα όπως εργάτης στις οικοδομές, μπάρμαν κ.λ.π. Παρουσιάζει επαγγελματική αστάθεια και δεν είχε πάντοτε καλή συνεργασία με τους εργοδότες του. Το έτος 2009 συνελήφθηκε και κρατήθηκε ως υπόδικος στις κεντρικές φυλακές. Όταν απολύθηκε μετέβη στη Θεσσαλονίκη για να οργανώσει ξανά τη ζωή του. Διάφορα άτομα προσπάθησαν να τον στηρίξουν οικονομικά και ηθικά. Εργαζόταν περιστασιακά και ανέλαβε τη συντήρηση των δύο ετεροθαλών αδερφών του οι οποίες έφυγαν από την παιδική στέγη και διέμεναν όλοι μαζί σε ενοικιαζόμενο υποστατικό. Τώρα οι ανήλικες αδερφές του διαμένουν με τη μητρική τους γιαγιά. Τον Αύγουστο του 2010 επέστρεψε στην Κύπρο και ενεπλάκη σε ληστεία τράπεζας γιατί αντιμετώπιζε σοβαρές οικονομικές δυσκολίες. Διατηρεί σχέση με Κύπρια η οποία είναι φοιτήτρια στη Γαλλία. Εξαιτίας της δεύτερης του κράτησης στις κεντρικές φυλακές οι σχέσεις τους κλονίστηκαν. Ο κατηγορούμενος 2 γεννήθηκε το 1983 στη Γεωργία. Σε ηλικία 16 ετών πήγε στην Κρήτη όπου ήδη διέμενε ο μεγαλύτερος του αδερφός. Απασχολείτο ως εργάτης μέχρι το 2004 που κατατάγηκε στον Ελληνικό στρατό και εκτέλεσε κανονικά τη στρατιωτική του θητεία. Το 2006 πήγε στην Αθήνα και ξεκίνησε να εργάζεται σε εργοστάσιο κατασκευής πλοίων. Λόγω χαμηλών εισοδημάτων εγκατέλειψε αυτή την εργασία και εργάστηκε ως υπεύθυνος εστιατορίου. Μετά την αδρανοποίηση του εστιατορίου λόγω οικονομικής κρίσης παρέμεινε άνεργος. Ήρθε στην Κύπρο για σκοπούς εργασίας τον Απρίλιο του 2010. Οι προσπάθειες του για εξεύρεση εργασίας απέβησαν άκαρπες και εργάστηκε περιστασιακά ως εργάτης. Είναι αρραβωνιασμένος με κοπέλα από την Γεωργία από τον Αύγουστο του 2010 η οποία διαμένει μαζί με τη μητέρα της στη Γεωργία, δεν εργάζεται και διανύει τον τρίτο μήνα της εγκυμοσύνης της συντηρούμενη οικονομικά από τον κατηγορούμενο 2. Οι μεταξύ τους σχέσεις περιγράφονται ως αρμονικές. Ο πατέρας του απεβίωσε το 2007 ενώ η μητέρα του ηλικίας 66 ετών ασχολείτο με το νοικοκυριό και παρουσιάζει προβλήματα υγείας. Εξαρτάται δε οικονομικά από τον κατηγορούμενο 2. Ο αδερφός του απεβίωσε και ο κατηγορούμενος 2 ανέλαβε την ευθύνη συντήρησης της συζύγου και των παιδιών του. Έχει ακόμη δύο αδελφές η μια εκ των οποίων διαμένει μόνιμα στην Αθήνα και η άλλη στη Ρωσία. Δηλώνει παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και εκφράζει μεταμέλεια προβάλλοντας τη θέση ότι υπέπεσε στη συγκεκριμένη παραβατική πράξη λόγω σοβαρών οικονομικών δυσκολιών που αντιμετωπίζει με αποτέλεσμα να αδυνατεί να ενισχύσει τα δικά του άτομα. Η προβλεπόμενη στο νόμο μέγιστη ποινή αποτελεί σαφή ένδειξη της σοβαρότητας του κάθε αδικήματος και παράγοντα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Αντικατοπτρίζει τη σοβαρότητα που προσδίδεται στο συγκεκριμένο έγκλημα από το νόμο και αντανακλά τις κοινωνικά ζημιογόνες συνθήκες του εγκλήματος (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224, Σωκράτους ν. Δημοκρατίας
(1994)2 ΑΑΔ 132). Στην παρούσα περίπτωση για το αδίκημα της ένοπλης ληστείας προνοείται ποινή διά βίου φυλάκισης ενώ για το αδίκημα της κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου ποινή φυλάκισης 15 ετών και για το αδίκημα της κατοχής και μεταφοράς εκρηκτικών υλών ποινή φυλάκισης 10 ετών. Δεν μας βρίσκει σύμφωνους η προσπάθεια της υπεράσπισης να υποβαθμίσει τη σοβαρότητα της παρούσας υπόθεσης. Ασφαλώς και υπάρχουν σοβαρότερης μορφής ληστείες, όμως η παρούσα περίπτωση κάθε άλλο παρά «ήπιας μορφής» μπορεί να χαρακτηριστεί, όπως ήταν η εισήγηση της υπεράσπισης. Εμφανώς και στις δύο περιπτώσεις υπήρχε ένα καλά προμελετημένο σχέδιο δράσης το οποίο περιελάμβανε τόσο τον τρόπο εκτέλεσης όσο και τον τρόπο διαφυγής. Το γεγονός ότι χρησιμοποιήθηκε έμφορτο όπλο καθιστά τα αδικήματα ιδιαίτερα σοβαρά έχοντας υπόψη τους κινδύνους που ελλοχεύουν από τη χρήση ενός τέτοιου επιθετικού αντικειμένου, το οποίο μάλιστα ο κατηγορούμενος 2 κατά την έξοδο τους από τη τράπεζα (στη δεύτερη ληστεία) προέταξε προς τους πολίτες που είχαν μαζευτεί έξω από τη τράπεζα με σκοπό να τους απομακρύνει. Και αυτό έστω και αν τελικά δεν έγινε χρήση του όπλου. Συνεπώς είναι εμφανές ότι οι κατηγορούμενοι για να αντιμετωπίσουν δικά τους οικονομικά προβλήματα προχώρησαν στην εφαρμογή του σχεδίου τους επεμβαίνοντας σε τραπεζικό ίδρυμα με ετσιθελισμό και αδιαφορώντας τόσο για τους παρευρισκόμενους στο χώρο όσο και για το κοινωνικό σύνολο ευρύτερα. Το γεγονός ότι στην περίπτωση της δεύτερης ληστείας οι δράστες συνελήφθησαν μετά από καταδίωξη τους από πολίτες, οι οποίοι πέτυχαν να αποτρέψουν το προσχεδιασμένο τρόπο διαφυγής των κατηγορουμένων με αποτέλεσμα να αποτραπεί η απώλεια χρημάτων της τράπεζας, ουδόλως μπορεί είτε να μειώσει τη σοβαρότητα των αδικημάτων είτε να προσδώσει ελαφρυντικό στους κατηγορούμενους. Βέβαια παραμένει αναντίλεκτο ότι δεν ασκήθηκε οποιασδήποτε άλλης μορφής βία πέραν της επαπειλούμενης λόγω της ύπαρξης του όπλου. Έχει τονιστεί κατ΄ επανάληψη από το Ανώτατο Δικαστήριο η σοβαρότητα του αδικήματος της ληστείας, που χαρακτηρίζεται ως δεσπόζουσας βαρύτητας στην επιμέτρηση της ποινής (Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 232). Τα εγκλήματα τέτοιας μορφής βρίσκονται σε αυξητική τάση και σε έξαρση, ο βαθμός δε της βίας που χρησιμοποιείται και η έκθεση της ανθρώπινης ζωής σε κίνδυνο είναι παράγοντες που επιβάλλουν την αποτρεπτική αντιμετώπιση σε τέτοια εγκλήματα (Λοϊζου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 546). Στην υπόθεση Σταύρου «Φάντης» ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 61 τονίστηκε η ανάγκη αποτροπής λόγω της συχνότητας διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων που, όπως λέχθηκε, απειλούν την ασφάλεια του πολίτη και της κοινωνίας και διαβρώνουν τον κοινωνικό ιστό, με αναφορά και σε άλλες υποθέσεις όπως στις Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 113, Κλεοβούλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 57 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσαπατσάρη κ.α.
(2000)2 ΑΑΔ 304. Ο αριθμός των υποθέσεων που καταχωρούνται ενώπιον των Δικαστηρίων είναι ενδεικτικός του γεγονότος ότι ένοπλες ληστείες αυτής της φύσης έχουν πλέον γίνει μάστιγα για τη κοινωνία μας (βλ. Muhannad Mohammad Mustafa Abunazha ν. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 551). Στην υπόθεση Samarawickrama v. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 162 τονίστηκε ότι «το Ανώτατο Δικαστήριο έχει επισημάνει επανειλημμένα, υποδεικνύοντας μάλιστα πως οι ποινές πρέπει να είναι αποτρεπτικές, ώστε να επανέλθει ο νόμος και η τάξη στον τόπο μας. Δεν ήταν συνηθισμένη η χώρα μας σε τέτοιου είδους εγκλήματα, ληστείες δηλαδή εναντίον Τραπεζικών Ιδρυμάτων και φυσικών προσώπων» (βλ. επίσης Zak κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 854). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 571, το Δικαστήριο εξετάζοντας την ποινή που πρέπει να επιβάλει για το κακούργημα της ληστείας πρέπει να λάβει υπόψη τα περιστατικά, το μέσο και τη βία που χρησιμοποιήθηκε, την συνεργασία του κατηγορούμενου, την εν γένει μεταμέλεια του και το ποινικό του μητρώο. Υπήρξε εισήγηση από τον κ. Ερωτοκρίτου ότι οι ποινές που επιβάλλονται για τέτοιου είδους αδικήματα από τα δικαστήρια, σύμφωνα με τη νομολογία, κυμαίνονται μεταξύ 4 και 6 ετών. Στην υπόθεση Muhannad Mohammad Mustafa Abunazha ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω) τονίστηκε ότι : «Όπως όμως ορθά τονίστηκε και στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Al-Awar κ.ά. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), στη σελίδα 166, με τις ποινές που επιβάλλονται, δεν καθορίζεται με οποιονδήποτε τρόπο μια στατική διατίμηση. Ο προηγούμενες ποινές και η προσέγγιση των Δικαστηρίων στο πρόσφατο και απώτερο παρελθόν είναι ενδεικτικές του τρόπου αντιμετώπισης των υποθέσεων κατά το χρόνο διάπραξής τους. Θα ήταν όμως παράλειψη αν δεν τονιζόταν ότι, όταν παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων παρά τις επιβληθείσες ποινές, τότε δικαιολογείται η επιβολή ακόμα αυστηρότερων ποινών προς αποτροπή». Στην υπόθεση αυτή ο εφεσείων με δύο συνεργάτες του φορώντας κουκούλες διέπραξαν ένοπλη ληστεία σε κατάστημα τράπεζας και απέσπασαν χρηματικό ποσό €35.170 και Λ.Κ.1210, ήταν λευκού ποινικού μητρώου και συνεργάστηκε απόλυτα με τις διωκτικές αρχές για διαλεύκανση των αδικημάτων και εντοπισμό των άλλων εμπλεκομένων και μέρους των κλαπέντων. Ο εφεσείων είχε μειωμένο ρόλο ενώ ιθύνων νους ήταν άλλο άτομο που διέφυγε. Δεν υπήρξε τραυματισμός οποιουδήποτε προσώπου. Η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης 8 ετών επικυρώθηκε από το Εφετείο σε κατηγορία για ένοπλη ληστεία. Για τα αδικήματα της κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου στην υπόθεση Παπαγεωργίου (Γιάγκος) ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 646 με αναφορά σε προγενέστερη νομολογία αναφέρθηκε στη σελ. 651 ότι «η σοβαρότητα των αδικημάτων παράνομης κατοχής και μεταφοράς όπλων και πυρομαχικών έχει από πολύ παλιά τονιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Gasteratos v. The Republic
(1986)2 CLR 170, 175-176, αναφέρονται τα εξής (σε δική μας μετάφραση): «Αυτό το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα και επίμονα τονίσει τη σοβαρότητα των αδικημάτων που σχετίζονται με την παράνομη και χωρίς εξουσιοδότηση κατοχή, μεταφορά και χρησιμοποίηση πυροβόλων όπλων. Οι οδυνηρές συνέπειες αυτών των αδικημάτων είναι γνωστές και πρέπει να αρχίσει μια γενική επαγρύπνηση και εκτός εάν εξαπολυθεί ένας ανελέητος πόλεμος εναντίον κατηγορουμένων σε αυτού του είδους τα αδικήματα η προστασία των νομοταγών πολιτών και οι δημοκρατικές διαδικασίες σε αυτή την πολιτεία θα βρίσκονται σε συνεχή κίνδυνο».». Στη Νικολεττή ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 279 αναφέρθηκε στη σελ. 283 ότι «η μεταφορά όπλου είναι κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες σοβαρό έγκλημα καθίσταται δε σοβαρότερο όταν συνοδεύεται με την κατοχή πυρομαχικών που καθιστούν δυνατή τη χρήση του». Όπως δε τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Chronyy
(2006)2 AAΔ 117 με αφετηρία την εγγενή σοβαρότητα του αδικήματος όπως προσδιορίζεται και με τη δεκαπενταετή ποινή φυλάκισης που προβλέπει ο νόμος, παραπέμπει στην ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Στην υπόθεση εκείνη το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η 10μηνη ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον εφεσίβλητο για κατοχή τουφεκιού και δύο σφαιρών απέληγε να ήταν όχι μόνο απομακρυσμένα άκρως επιεικής αλλά βοερά ανεπαρκής ως εντελώς έξω από τα ορθά πλαίσια, όσο πλατειά και αν προσπαθήσει κάποιος να τα δει και η ποινή αυξήθηκε σε 4 χρόνια για τη κατοχή τυφεκίου και 10 μήνες για τη κατοχή φυσιγγίων. Η ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί λόγω της φύσης των αδικημάτων που παραδέχθηκαν οι κατηγορούμενοι. Στην υπόθεση Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 575 αναφέρθηκε ότι το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί στην περίπτωση εκδίκασης σοβαρών αδικημάτων. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη λεχθεί, ακόμη και όταν επιβάλλεται η πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή δεν ατονεί η υποχρέωση για εξατομίκευση της ώστε να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη, νοουμένου ότι η εξατομίκευση δεν οδηγεί στην εξουδετέρωση του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος. Γενικά δεν πρέπει να παραβλέπονται οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορουμένου που μαζί με την παραδοχή και την μεταμέλεια διαδραματίζουν το δικό τους ρόλο στον καθορισμό της ορθής ποινής. Το Δικαστήριο όταν επιβάλλει ποινή, πρέπει να εξισορροπήσει από την μια την τιμωρία και αναμόρφωση του κατηγορουμένου καθώς επίσης και τον παραδειγματισμό και την αποτροπή ως επίσης τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου από την άλλη. Είναι καλά νομολογημένη αρχή ότι η εξατομίκευση δεν πρέπει να οδηγεί στην εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας του νόμου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21, Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 240, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσαπατσάρη κ.α.
(2000)2 ΑΑΔ 304. Στα πλαίσια αυτά λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του κάθε κατηγορούμενου όπως εκτίθενται στις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας πιο πάνω και όπως αναλύθηκαν από τους συνηγόρους τους. Και οι δύο κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν ενοχή τόσο στις αστυνομικές αρχές όσο και ενώπιον μας, γεγονός το οποίο λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Βέβαια δεν μας διαφεύγει ότι οι κατηγορούμενοι στη δεύτερη ληστεία συνελήφθηκαν ουσιαστικά επ΄ αυτοφώρω κάτι που προσδίδει περιορισμένη ισχύ στην παραδοχή ως μετριαστικό παράγοντα. Εκεί που είναι αυξημένη η επίδραση της παραδοχής ως ελαφρυντικού είναι στην περίπτωση του κατηγορουμένου 2 ο οποίος μετά τη σύλληψη του για τη δεύτερη ληστεία παραδέχτηκε τη διάπραξη της πρώτης ληστείας και διευκόλυνε τις ανακριτικές αρχές στη διερεύνηση του εγκλήματος. Εγέρθηκε από τον κ. Ερωτοκρίτου θέμα διαφοροποιημένου ρόλου του κατηγορούμενου 1 στη διάπραξη των αδικημάτων κάτι που συνηγορεί υπέρ της διαφοροποίησης των ποινών που θα επιβληθούν στους δύο κατηγορούμενους. Στην υπόθεση Ζαχαρίου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 595 λέχθηκε ότι «η ίση μεταχείριση των παραβατών αποτελεί θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, συνταγματικά κατοχυρωμένο από τις διατάξεις του άρθρου 28 του Συντάγματος. Η εφαρμογή στη τιμωρία των παραβατών επιβάλλει την απόδοση των ίσων στα ίσα. Κατά συνέπεια, δεν χωρεί διάκριση στη τιμωρία παραβατών, η συνδρομή των οποίων στη διάπραξη του εγκλήματος έχει τον ίδιο βαθμό εγκληματικότητας. Χωρεί, όμως, διαχωρισμός όπου διακρίνεται ο ρόλος των παραβατών στη διάπραξη του εγκλήματος και, γενικά, όπου διαφέρει το στοιχείο εγκληματικότητας, που συνοδεύει τις πράξεις τους.» (βλ. επίσης Ηροδότου ν Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 175 και Σιδερένου ν Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 122/09 ημερομηνίας 21/4/2010). Στην παρούσα περίπτωση είναι γεγονός ότι οι ρόλοι των δύο κατηγορουμένων διαχωρίζονταν, με τον κατηγορούμενο 2 να κρατά το κυνηγετικό όπλο και τον κατηγορούμενο 1, ο οποίος κρατούσε τσάντα, να είναι το άτομο που πήρε από τα συρτάρια της τράπεζας τα χρήματα και τα τοποθέτησε εντός της τσάντας. Έχοντας όμως υπόψη ότι η όλη επιχείρηση έγινε από κοινού και για την επιτυχία της απαιτείτο διαχωρισμός των καθηκόντων του κάθε ενός από τους δράστες δεν κρίνουμε ότι δικαιολογείται γι΄ αυτό το λόγο εύρημα ότι ο ρόλος του κατηγορούμενου 1 ήταν μειωμένος έναντι αυτού του κατηγορούμενου 2. Εκεί όπου υπάρχει διαφοροποίηση μεταξύ των δύο κατηγορούμενων είναι ως προς το ότι ο κατηγορούμενος 2 ενάμιση περίπου μήνα πριν τη διάπραξη της κοινής ληστείας συμμετείχε σε άλλη ληστεία σε τράπεζα. Το γεγονός αυτό δεν μπορεί να διαχωριστεί από το όλο πλέγμα της εγκληματικής συμπεριφοράς του κατηγορούμενου 2 καθιστώντας αναγκαία τη διαφορετική αντιμετώπιση του με την επιβολή αυστηρότερης ποινής. Έχοντας σταθμίσει με προσοχή όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μας και έχοντας καθοδηγηθεί από τις αρχές της νομολογίας που έχουμε παραθέσει πιο πάνω και αφού συνεκτιμήσαμε από τη μια τη σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία παραδέχθηκε ενοχή ο κάθε κατηγορούμενος και την ανάγκη αποτροπής λόγω της έξαρσης που παρατηρείται για τέτοιου είδους αδικήματα και από την άλλη τα ελαφρυντικά στοιχεία που τέθηκαν από τον συνήγορο του κάθε κατηγορούμενου όπως έχουν αναφερθεί και αναλυθεί πιο πάνω περιλαμβανομένου και του λευκού ποινικού μητρώου, θεωρούμε ως ορθές και δίκαιες τις ακόλουθες ποινές, τις οποίες και επιβάλλουμε: Στον κατηγορούμενο 1: Στην 10η κατηγορία ποινή φυλάκισης 7 ετών. Στην 11η κατηγορία δεν επιβάλλουμε ποινή λόγω του ότι τα γεγονότα της περιλαμβάνονται στα γεγονότα της 12ης κατηγορίας. Στην 12η κατηγορία ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Στην 13η κατηγορία δεν επιβάλλουμε ποινή λόγω του ότι τα γεγονότα της περιλαμβάνονται στα γεγονότα της 14ης κατηγορίας. Στην 14η κατηγορία ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Οι ποινές να συντρέχουν. Στον Κατηγορούμενο 2: Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 ετών. Στην 10η κατηγορία ποινή φυλάκισης 8 ετών. Στην 11η κατηγορία δεν επιβάλλουμε ποινή λόγω του ότι τα γεγονότα της περιλαμβάνονται στα γεγονότα της 12ης κατηγορίας. Στην 12η κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 ετών. Στην 13η κατηγορία δεν επιβάλλουμε ποινή λόγω του ότι τα γεγονότα της περιλαμβάνονται στα γεγονότα της 14ης κατηγορίας. Στην 14η κατηγορία ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Οι ποινές να συντρέχουν. Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 1, ο οποίος από το Μάιο του 2011 εκτίει ποινή φυλάκισης 3 ετών για υπόθεση 50 διαρρήξεων και κλοπών, δεδομένης της νομοθετικής πρόνοιας στο Άρθρο 117
(2)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου ότι ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε σε πρόσωπο που ήδη καταδικάστηκε σε φυλάκιση αρχίζει να εκτίεται μετά τη λήξη της προηγούμενης ποινής, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, το θέμα θα πρέπει να εξεταστεί. Στην υπόθεση Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 443, 446 και επ. αναλύονται οι αρχές που διέπουν την αρχή της συνολικότητας της ποινής. Η αρχή επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται από το ίδιο δικαστήριο την ίδια ώρα, στην ίδια ή σε διαφορετικές υποθέσεις, καλύπτοντας και περιπτώσεις όπου οι ποινές επιβάλλονται από διαφορετικό δικαστήριο σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές υποθέσεις. Όπως σημειώνεται και από τη θεωρία (Nigel Walker, Sentencing Theory, Law and Practice, 1985, σελ. 136) ακόμα και όταν δεόντως επιβάλλονται διαδοχικές ποινές, η αρχή της συνολικότητας επιβάλλει όπως κανονικά το σύνολο των επιβληθεισών διαδοχικών ποινών δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το ανώτερο όριο του κανονικού φάσματος των ποινών που επιβάλλονται στην κατηγορία των αδικημάτων, στην οποία το πιο σοβαρό από τα αδικήματα ανήκει. Η ολική ποινή μπορεί να παραβιάζει την αρχή της συνολικότητας, αν συνολικά είναι ουσιαστικά πιο πάνω από το κανονικό επίπεδο των ποινών που επιβάλλονται στο πιο σοβαρό αδίκημα ή αν στην ουσία επιβάλλεται στον αδικοπραγούντα μια συντριπτική ποινή. Στην παρούσα υπόθεση, έχοντας υπόψη ότι τα αδικήματα για τα οποία ο κατηγορούμενος 1 εκτίει ποινή φυλάκισης είναι συναφή με το αδίκημα της ληστείας κρίνουμε ότι με βάση την αρχή της συνολικότητας της ποινής οι ποινές που του έχουν επιβληθεί θα πρέπει να συντρέχουν με τη ποινή που ήδη εκτίει και θα ξεκινούν από σήμερα. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο 2 να συνυπολογιστεί ο χρόνος κράτησης του για τη παρούσα υπόθεση. Το ΔΟΚΟ και οι εκρηκτικές ύλες κατάσχονται και δίδονται οδηγίες να καταστραφούν. Τα υπόλοιπα τεκμήρια να επιστραφούν στους νόμιμους νόμιμους δικαιούχους τους. (Υπ.) ............. Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ (Υπ.) ............. Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Μ. Αμπίζας, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. (Subject: Criminal/Assize Court/Sentence Αναφ.: Ένοπλη ληστεία) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.