← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αλέξιου Κανταϊδη, Αρ. Υπόθεσης: 11180/09, 13 Ιουλίου 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αλέξιου Κανταϊδη, Αρ. Υπόθεσης: 11180/09, 13 Ιουλίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B148 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11180/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αλέξιου Κανταϊδη, από τη Λεμεσό Κατηγορούμενου --------------------- Ημερομηνία: 13 Ιουλίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αργυρού Κατηγορούμενος παρών, γι' αυτόν ο κ. Ν. Κληρίδης Π Ο Ι Ν Η Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας, μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, και αφού ο κατηγορούμενος κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπιση του, αυτός, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, άλλαξε απάντηση και δήλωσε παραδοχή στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Η κατηγορία στην οποία ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος, με την παραδοχή του, αφορά το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση των άρθρων 210 και 211 (ε) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως αντικαταστάθηκε από το Νόμο 181(I)/

  1. Τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, είναι τα ακόλουθα. Στις 15.11.2008, και περί ώρα 05.20, ο Σωκράτης Ιωάννου οδηγούσε το φορτηγό όχημα του στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας παρά την αερογέφυρα Μονής όταν είδε σε απόσταση 5 - 6 μέτρων από το όχημα του μία πεζή με σκούρα ρούχα να περπατά στο ασφαλτοστρωμένο παγκέτο του αυτοκινητόδρομου με κατεύθυνση προς Λεμεσό. Αυτή μιλούσε στο κινητό της τηλέφωνο. Την ίδια ώρα, το όχημα με αριθμό εγγραφής KPV 987οδηγείτο στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας - Λεμεσού με κατεύθυνση προς Λεμεσό και τηρούσε τη δεξιά λωρίδα. Παρά το 65ο χιλιόμετρο αμέσως μετά την έξοδο προς το χωριό Μονή, μία κοπέλα διασταύρωσε το διαχωριστικό κιγκλίδωμα και εισήλθε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς Λεμεσό και με αποτέλεσμα να κτυπηθεί από το όχημα με αριθμό εγγραφής KPV
  2. Από την σύγκρουση η κοπέλα εκτινάχθηκε στον αέρα και κατέληξε στην αριστερή λωρίδα. Το δυστύχημα αντιλήφθηκαν και άλλα άτομα και προσέτρεξαν προς βοήθεια. Ο Χρυσόστομος Λοιζίδης πλησίαζε προς το θύμα ενώ κατάλαβε ότι φορτηγό άγνωστων στοιχείων θα περνούσε πάνω από το σώμα του θύματος και έτσι επέστρεψε στο όχημα του για να ειδοποιήσει την αστυνομία. Στις 05.40 ο αστ. 1239 Κ. Σάββα έφθασε στην σκηνή και βρήκε το θύμα ξαπλωμένο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής KPV 987 σταθμευμένο στο παγκέτο 250 μέτρα δυτικότερα. Ο αστ. 1239 έλαβε φωτογραφίες από την σκηνή και ασθενοφόρο με επικεφαλής τον Πέτρο Πολυβίου του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού παρέλαβε το θύμα και το μετέφερε στο Νοσοκομείο, όπου ο επί καθήκοντι γιατρός Δρ. Μαρτίνος Αχιλλέως, στις 06.30, διαπίστωσε ότι το θύμα ήταν νεκρή και εξέδωσε σχετική Βεβαίωση Θανάτου. Στην σκηνή μετέβη επίσης ο Αν. Λοχίας 2759 Π. Χριστοφή, ο οποίος ανέλαβε τη διερεύνηση του δυστυχήματος, έλαβε φωτογραφίες, πήρε μετρήσεις και έκανε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής. Λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον οδηγό του οχήματος με αριθμό εγγραφής KPV 987, στην οποία ανέφερε ότι οδηγούσε το όχημα του στη δεξιά λωρίδα και είδε ξαφνικά μπροστά από το όχημα και εντός της εμβέλειας των φώτων μία γυναίκα να στέκεται μέσα στον δρόμο με το αριστερό της χέρι σε ανάταση. Φορούσε σκούρα ρούχα και στο συγκεκριμένο σημείο του δρόμου δεν υπήρχε φωτισμός, και ο οδηγός δεν μπόρεσε να αποφύγει την σύγκρουση μαζί της. Στις 17.11.2008 έγινε νεκροψία επί της σωρού του θύματος και διαπιστώθηκε ότι ο θάνατος προήλθε από πολυτραυματισμό συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος. Η ταυτότητα της σωρού αναγνωρίστηκε από τον Αντώνη Ιωάννου, και πρόκειται για την Tatsiana Matkouskaya, από τη Λευκορωσία. Λήφθηκαν δείγμα αίματος αίματος και οφθαλμικού υγρού, τα οποία στάληκαν για εξετάσεις στο Κρατικό Γενικό Χημείο. Τα αποτελέσματα των εξετάσεων του Χημείου κατέδειξαν ότι στο αίμα της θανούσας υπήρχε αλκοόλ με ένδειξη 268 mg αντί 50 mg, και ανιχνεύτηκαν επίσης ναρκωτικές ουσίες με ένδειξη κοκαίνης. Στις 16.5.2009, στο πλαίσιο των αστυνομικών ερευνών, συνελήφηκε ο κατηγορούμενος ο οποίος αναζητείτο για την εγκατάλειψη του θύματος στην αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας. Ο κατηγορούμενος θεάθηκε και αναγνωρίστηκε από τους Παναγιώτη Ιωάννου και Νίκο Χριστοδούλου να βρίσκεται έξω από το καμπαρέ Déjà vu στη Λεμεσό. Ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στον αστυνομικό σταθμό Λεμεσού για εξακρίβωση των στοιχείων του. Λήφθηκε από αυτόν ανακριτική κατάθεση υπό τη μορφή ερωτοαπαντήσεων και αρνήθηκε να απαντήσει γραπτώς τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Σε προγενέστερο χρόνο, στην παρουσία των Ανώτερου Υπαστυνόμου Γιαννάκη Γεωργίου και αστ. 392 Λ. Αθανασίου, ανακρινόμενος προφορικά, ο κατηγορούμενος ομολόγησε ότι το βράδυ της 15.11.2008 παρέλαβε το θύμα μαζί με μία φίλη του από το καμπαρέ Déjà vu, μετέβησαν στη δισκοθήκη Basement στην περιοχή Γερμασόγειας, και από εκεί επιβιβάστηκαν και οι τρεις στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου και κατευθύνθηκαν στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας. Παρά τη Μονή, έγινε φιλονικία μεταξύ τους και ο κατηγορούμενος εγκατέλειψε το θύμα στον αυτοκινητόδρομο. Στις 16.5.2009 ο κατηγορούμενος συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε «Δεν συμφωνώ». Την επομένη εκδόθηκε διάταγμα προσωποκράτησης του για 4 μέρες. Τέλος, ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, ο συνήγορος του κατηγορούμενου αναφέρθηκε στους ακόλουθους παράγοντες που, κατά την εισήγηση του, προσμετρούν υπέρ του κατηγορούμενου. Η αλόγιστη συμπεριφορά του κατηγορούμενου είναι στην συγκεκριμένη περίπτωση μεμονωμένη και οριακή, για τον λόγο ότι η πράξη του δεν είναι η μόνη γενεσιουργός αίτια του αδικήματος, καθότι συντρέχουν και οι αμελείς πράξεις των οδηγών των άλλων οχημάτων που παρέσυραν το θύμα με αποτέλεσμα να προκληθεί ο θάνατος του θύματος. Χωρίς να ισχυρίζεται ότι η πράξη του κατηγορούμενου δεν είναι η αιτία του θανάτου του θύματος, ο κ. Κληρίδης εισηγήθηκε ότι υπάρχει η δυνατότητα συντρέχουσας αμέλειας και/ή αλόγιστης συμπεριφοράς άλλων προσώπων που παρέσυραν το θύμα. Επίσης, ο κατηγορούμενος δεν ενήργησε μόνος στην απόφαση και πράξη να αφήσει το θύμα στον αυτοκινητόδρομο, αλλά ενήργησε μαζί με τη φίλη του που ήταν μαζί του στο αυτοκίνητο, και επομένως αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως συναυτουργός, όμως αυτή δεν διώχθηκε ποινικώς. Προς υποστήριξη αυτής της θέσης του, ο κ. Κληρίδης επικαλέστηκε την κατάθεση του Βάσου Δημητρίου, ο οποίος ανέφερε ότι δέχθηκε τηλεφωνική κλήση από το θύμα και του είπε ότι την «άφησαν», αναφερόμενη τόσο στον κατηγορούμενο όσο και στη φίλη του που ήταν μαζί του στο αυτοκίνητο, και μάλιστα του είπε ότι την είχαν πετάξει στα δέντρα κοντά στο Μόντε Καπούτο. Περαιτέρω, ο κ. Κληρίδης επικαλέστηκε τη μέθη του κατηγορούμενου ως μετριαστικό παράγοντα και ανέφερε ότι αυτός, κατά τον ουσιώδη χρόνο, τελούσε υπό την επήρεια αλκοόλης, κάτι που δεν του επέτρεπε λογικά να σταθμίσει τις συνέπειες των πράξεων του. Ακόμα, ο κ. Κληρίδης αναφέρθηκε στην κατάσταση του θύματος, η οποία ήταν επίσης μεθυσμένη και, ενώ βρισκόταν στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου, η συμπεριφορά της ήταν έξαλλη και είχε κρίση υστερίας, σε βαθμό που κατέστησε επικίνδυνη την οδήγηση του αυτοκινήτου από τον κατηγορούμενο, και για να μην κτυπήσουν, ο κατηγορούμενος αναγκάστηκε να την κατεβάσει. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου κάλεσε το Δικαστήριο να σταθμίσει την παραδοχή του, έστω και σε αυτό το στάδιο, ως έκφραση της μεταμέλειας του και να αξιολογήσει την όλη κατάσταση, όπως εξελίχθηκε, τόσο σε σχέση με τη κατάσταση του κατηγορούμενου και του θύματος όσο και σε σχέση με την συμπεριφορά των άλλων οδηγών που παρέσυραν το θύμα. Ο κ. Κληρίδης εισηγήθηκε ακόμα ότι η πλήρης έκταση και ο βαθμός ευθύνης του κατηγορούμενου σ΄αυτή την περίπτωση δεν μπορούν να εξακριβωθούν με ακρίβεια, και κάλεσε το Δικαστήριο να διαχωρίσει την παρούσα υπόθεση από τις υποθέσεις θανατηφόρων τροχαίων δυστυχημάτων που βρίσκονται σε έξαρση. Ο κ. Κληρίδης αναφέρθηκε σε όλους τους πιο πάνω παράγοντες καθώς επίσης στο λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, καλώντας το Δικαστήριο να εξατομικεύσει την ποινή, λαμβάνοντας υπόψη και το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας αναφορικά με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου. Στην εν λόγω Έκθεση αναφέρονται τα ακόλουθα. Ο κατηγορούμενος κατάγεται από τη Γεωργία και είναι ηλικίας 35 ετών, σιδεράς, αυτοεργαζόμενος με μερική απασχόληση. Η μητέρα του είναι 58 ετών, οικοκυρά και ο αδελφός του είναι 34 ετών, επίσης σιδεράς, αυτοεργαζόμενος με μερική απασχόληση. Ο αδελφός του είναι παντρεμένος με κοπέλα, 24 ετών, πωλήτρια σε πολυκατάστημα, και έχουν 2 παιδιά, ηλικίας 3 ετών και 3 μηνών. Ο κατηγορούμενος διαμένει με τη μητέρα του και την οικογένεια του αδελφού του σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα. Λαμβάνει 200 ευρώ περίπου μηνιαίως από την περιστασιακή απασχόληση του, ενώ έχει χρέη 42.000 για την αγορά του πιο πάνω διαμερίσματος, για το οποίο η δόση ανέρχεται στα 1.700 ευρώ ανά τρίμηνο. Έχει επίσης ένα διαμέρισμα στην Ελλάδα. Ο κατηγορούμενος κατάγεται από πενταμελή οικογένεια βιοπαλαιστών και είναι το δεύτερο σε σειρά από τα τρία παιδιά της οικογένειας. Ο πατέρας του ασχολείτο με σιδεροκατασκευές στην πατρίδα του και απεβίωσε πριν από 4 χρόνια από ανίατη ασθένεια. Η μητέρα του δεν εργάζεται. Ο κατηγορούμενος αποφοίτησε από το Γυμνάσιο στη Γεωργία. Εργάζεται από νεαρή ηλικία για να καλύπτει τις ανάγκες του. Συγκεκριμένα ξεκίνησε να εργάζεται σε τσαγγαράδικο από την ηλικία των 14 ετών και στην συνέχεια απασχολήθηκε και σε άλλους τομείς τόσο στη Γεωργία όσο και στην Ελλάδα. Ασχολήθηκε και με τις αγροκαλλιέργειες και σε οικοδομικές εργασίες. Στην Κύπρο διαμένει μόνιμα από το 1997 και έκτοτε εργάστηκε κυρίως ως εργάτης σε οικοδομικές εργασίες. Από τις 9.8.2009 μέχρι τις 18.6.2010 ο κατηγορούμενος απασχολήθηκε ως αυτοεργαζόμενος σιδεράς μαζί με τον αδελφό του, αλλά λόγω της κρίσης στον τομέα απασχόλησης τους, τους τελευταίους μήνες ασκούν το επάγγελμα τους περιστασιακά με πολύ χαμηλές απολαβές. Ήταν η εισήγηση του κ. Κληρίδη ότι αν το Δικαστήριο ήθελε επιβάλει ποινή φυλάκισης στον κατηγορούμενο, συντρέχουν οι λόγοι που να δικαιολογούν την αναστολή έκτισης της ποινής. Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος, προνοούσε ποινή φυλάκισης μέχρι 2 έτη και/ή χρηματική ποινή Λ.Κ. 1.000 (το ισάξιο σε ευρώ). Σημειώνω ότι δυνάμει της μεταγενέστερης τροποποίησης του Νόμου, με το Ν. 181(Ι)/2000, η ποινή αυξήθηκε σε φυλάκιση 4 ετών και/ή χρηματική ποινή Λ.Κ. 2.000 (το ισάξιο σε ευρώ). Αυτό κατέστη αναγκαίο εν όψει των ανησυχητικών διαστάσεων που έχουν προσλάβει τα τελευταία χρόνια τα αδικήματα κάτω από το άρθρο 210, που είναι βασικά τροχαία θανατηφόρα αδικήματα, και τα οποία, όπως έχουν χαρακτηριστεί στην υπόθεση Μενελάου v. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 232, αποτελούν «χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία». Μάλιστα η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου κάνει μία διάκριση ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης και τιμωρίας σε σχέση με τα θανατηφόρα οδικά δυστυχήματα ανάλογα με την συμπεριφορά του υπαίτιου οδηγού. Στις περιπτώσεις όπου κρίνεται ότι η οδική συμπεριφορά του οδηγού που οδήγησε στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου εμπεριέχει οποιοδήποτε στοιχείο συνειδητής αδιαφορίας ή συνειδητής παραγνώρισης κινδύνου, η συνήθης ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Στις περιπτώσεις όμως όπου η συμπεριφορά του οδηγού χαρακτηρίζεται σαν καθαρά στιγμιαία αβλεψία, η κατάλληλη ποινή είναι η χρηματική. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας v. Τόμα
(2005)2 Α.Α.Δ. 713 και Χ΄΄Ιωάννου v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 453. Η παρούσα υπόθεση, βέβαια, δεν εμπίπτει εντός της κατηγορίας των τροχαίων θανατηφόρων δυστυχημάτων, καθότι ο θάνατος του θύματος δεν προκλήθηκε κατά τη διάρκεια και/ή συνεπεία της οδήγησης του κατηγορούμενου. Η προκειμένη περίπτωση είναι, ομολογουμένως, ιδιάζουσα, εν όψει των γεγονότων της, και ακόμα δεν αποτελεί συχνό φαινόμενο όπως τα οδικά δυστυχήματα, με αποτέλεσμα το στοιχείο της αποτροπής να μην είναι έντονο. Εκείνο που θεωρώ ότι χαρακτηρίζει την παρούσα περίπτωση είναι η σοβαρότητα των συνεπειών της πράξης του κατηγορούμενου, που δυστυχώς ήταν ο τραγικός θάνατος του θύματος και η άδικη απώλεια μίας ανθρώπινης ζωής. Στρεφόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνω σοβαρά υπόψη τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, και ειδικότερα τι είχε προηγηθεί της αξιόποινης πράξης του κατηγορούμενου. Κατά την επίδικη νύκτα, ο κατηγορούμενος μαζί με τη φίλη του παρέλαβε το θύμα από το καμπαρέ και πήγαν στη δισκοθήκη όπου όλοι μαζί κατανάλωσαν οινοπνευματώδη ποτά. Μάλιστα το θύμα είχε πολύ ψηλή ένδειξη αλκοόλης, ενώ βρισκόταν και υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών. Αφού μπήκαν και οι τρεις στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου, αυτός, όντας επίσης υπό την επήρεια αλκοόλης, ξεκίνησε να οδηγεί στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας με κατεύθυνση τη Λευκωσία. Στον δρόμο, παρά τη Μονή, το θύμα προκάλεσε ένταση στο αυτοκίνητο, ήταν έξαλλη και σε κατάσταση υστερίας με αποτέλεσμα να θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια τόσο του κατηγορούμενου όσο και των 2 επιβατών εντός αυτού ενόσω ο κατηγορούμενος οδηγούσε. Αυτή η στάση του θύματος οδήγησε τον κατηγορούμενο να σταματήσει αμέσως στο σημείο του αυτοκινητόδρομου εκεί όπου βρισκόταν, και να κατεβάσει το θύμα στο παγκέτο. Η απόφαση του φαίνεται ότι ήταν στιγμιαία, όμως παρέλειψε, ως όφειλε, να αντιληφθεί τον ορατό κίνδυνο στον οποίο εξέθετε το θύμα αφήνοντας την στο σημείο εκείνο και ενώ ήταν ακόμα σκοτεινά και στην κατάσταση που βρισκόταν το θύμα και που την καθιστούσε ανίκανη να ελέγξει τις ενέργειες της και να προφυλάξει τον εαυτό της. Αυτό άλλωστε επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του Βάσου Δημητρίου, στην οποία παράπεμψε ο συνήγορος υπεράσπισης, από την οποία διαφαίνεται ότι το θύμα ήταν σε άσχημη κατάσταση και δεν ήταν σε θέση να αναφέρει πού βρισκόταν και τι είχε ακριβώς γίνει. Αυτή η πράξη του κατηγορούμενου να εκθέσει το θύμα σε ορατό κίνδυνο, υπό τις περιστάσεις της δεδομένης στιγμής, συνιστά και την αξιόποινη συμπεριφορά του, για την οποία παραδέχθηκε ενοχή και είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει τις συνέπειες. Δεν μου διαφεύγει βέβαια ότι ο θάνατος του θύματος προκλήθηκε από τα διερχόμενα επί του αυτοκινητόδρομου αυτοκίνητα, χωρίς βέβαια αυτό να σπάζει την αλυσίδα των γεγονότων, όπως αναγνώρισε και ο συνήγορος του κατηγορούμενου, και επομένως να απαλλάσσει τον κατηγορούμενο από τη δική του ποινική ευθύνη γι΄ αυτό το τραγικό συμβάν. Ακόμα, δεν μπορώ να δεχθώ την εισήγηση της υπεράσπισης ότι οι οδηγοί αυτοί, ενώ είναι υπαίτιοι για την πρόκληση του θανάτου του θύματος, δεν προσάχθηκαν ενώπιον της δικαιοσύνης, γιατί δεν είναι σαφές ότι υπέχουν ποινική ευθύνη και ότι δεν διώχθηκαν χωρίς να δοθεί εξήγηση. Πέραν της κατάστασης και συμπεριφοράς του θύματος, μέχρι και την ώρα που ο κατηγορούμενος την κατέβασε από το αυτοκίνητο του, λαμβάνω υπόψη το γεγονός ότι και ο ίδιος είχε καταναλώσει αλκοόλ, και βρισκόταν σε κατάσταση μέθης. Παρόλο που αυτό θεωρείται ως επιβαρυντικός παράγοντας στις περιπτώσεις των θανατηφόρων οδικών δυστυχημάτων, εν τούτοις στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνεται υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας καθότι αυτό δεν κατέστησε την οδήγηση ή συμπεριφορά του κατηγορούμενου συνειδητά επικίνδυνη αλλά του μείωσε την αντίληψη και τη δυνατότητα ελέγχου της πράξης και απόφασης του να αφήσει σε εκείνο το σημείο το θύμα, και να μην προχωρήσει κάπου εκτός του αυτοκινητόδρομου και να την αφήσει εκεί όπου δεν θα διέτρεχε άμεσο κίνδυνο για την ασφάλεια και την ίδια τη ζωή της. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Yeates κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 320, Pernell κ.α. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσιολή
(1991)2 Α.Α.Δ. 194 και Police v. Ioannou
(1989)2 C.L.R. 61. Η συμμετοχή της φίλης του κατηγορούμενου στο όλο επεισόδιο και ακόμα στην απόφαση να αφεθεί το θύμα εκεί, έστω και με βάση τα λεγόμενα του θύματος, δεν διευκρινίζεται με σαφήνεια για να μπορεί αυτό να αξιολογηθεί κατάλληλα και να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο στο στάδιο επιβολής ποινής. Πέραν των πιο πάνω δεδομένων, ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδω στον χρόνο διάπραξης του αδικήματος και κυρίως στο χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει από τη διάπραξη αυτού μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Δεν μου διαφεύγει ότι ο κατηγορούμενος εντοπίστηκε ένα χρόνο μετά το επίδικο συμβάν, χωρίς βέβαια να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση γι΄ αυτή την καθυστέρηση και που να αποδίδεται στον κατηγορούμενο, και ακόμα ότι ο κατηγορούμενος αρχικά δεν παραδέχθηκε ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση, κάτι το οποίο ήταν βέβαια δικαίωμα του κατηγορούμενου. Το χρονικό διάστημα που πέρασε από τότε μέχρι και σήμερα, και ειδικότερα το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν διέπραξε άλλο αδίκημα ούτε πριν αλλά ούτε και μετά, είναι σημαντικός παράγοντας που θα ληφθεί υπόψη στο στάδιο επιβολής ποινής. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας v. Τόμα (ανωτέρω) και Γενικός Εισαγγελέας v. Νεοκλέους
(2001)2 Α.Α.Δ. 48. Ως ελαφρυντικούς παράγοντες για τον κατηγορούμενο λαμβάνω επίσης υπόψη την παραδοχή του, έστω και σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, που δείχνει και την έμπρακτη μεταμέλεια του, και το λευκό ποινικό μητρώο του, που επιβεβαιώνει ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι άτομο με ροπή στο έγκλημα ή ότι δεν έχει αναμορφωθεί από την αξιόποινη αυτή πράξη του. Ακόμα λαμβάνω υπόψη ότι ο κατηγορούμενος είχε παραδεχθεί προφορικά στην αστυνομία την αξιόποινη πράξη του. Τέλος, λαμβάνω υπόψη τις προσωπικές του συνθήκες, όπως αυτές περιέχονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, και εκτίθενται πιo πάνω. Ειδικότερα, λαμβάνω υπόψη ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 35 ετών, άγαμος, που διαμένει με τη μητέρα του και την οικογένεια του αδελφού του, από μικρός εργάζεται, συνεισφέρει στην συντήρηση της μητέρας του η οποία δεν εργάζεται, ενώ τώρα, λόγω της οικονομικής κρίσης η απασχόληση και τα εισοδήματα του είναι μειωμένα. Ακόμα, λαμβάνω υπόψη ότι ο κατηγορούμενος βρίσκεται στην Κύπρο από το 1997 χωρίς ποτέ να δημιουργήσει πρόβλημα. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω δεδομένα, και με κύριο γνώμονα την σοβαρότητα του αδικήματος, καταλήγω ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή υπό τις περιστάσεις είναι αυτή της φυλάκισης. Όλοι οι μετριαστικοί παράγοντες που αναφέρονται πιο πάνω δεν είναι ικανοί να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής αλλά θα αντανακλούνται στην έκταση αυτής. Ως εκ τούτου στον κατηγορούμενο επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης για την αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από την τελευταία τροποποίηση του Νόμου 95/72 με τον τροποποιητικό Νόμο 186(Ι)/03, όπου το νέο άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου». Θεωρώ χρήσιμο ν' αναφερθώ αρχικά στις υποθέσεις Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 240 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Βασιλείου
(2003)2 Α.Α.Δ. 21 , στις οποίες η ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί αναστάληκε ενόψει των ιδιαιτέρων περιστάσεων των εν λόγω υποθέσεων κατά χρόνο μάλιστα που η ευχέρεια του Δικαστηρίου ήταν πολύ πιο περιορισμένη. Σε σχέση με το άρθρο 3
(2)του τροποποιητικού Νόμου 186 (Ι)/03, αντλώ καθοδήγηση αναφορικά με την εφαρμογή του από τις υποθέσεις Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 323 και ειδικότερα Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327. Χρήσιμη αναφορά γίνεται επίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο ο συνήγορος του κατηγορούμενου, και στο ακόλουθο απόσπασμα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)». Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, ικανοποιούμαι ότι οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος δικαιολογούν την αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Αυτές συνίστανται στο γεγονός ότι όχι μόνο ο κατηγορούμενος είχε καταναλώσει αλκοόλ και βρισκόταν σε κατάσταση μέθης, έτσι ώστε η ικανότητα του να αντιληφθεί και αξιολογήσει τις πράξεις και την συμπεριφορά του ήταν μειωμένη, αλλά και το θύμα οδήγησε τον εαυτό του στην ίδια κατάσταση σε σχέση με την κατανάλωση αλκοόλ και μάλιστα ήταν και υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, με αποτέλεσμα η ίδια από μόνη της να θέσει τον εαυτό της στην κατάσταση που βρισκόταν και να μην μπορεί να ελέγξει την συμπεριφορά της. Αυτό την ώθησε να γίνει έξαλλη και υστερική εντός του αυτοκινήτου, καθιστώντας την οδήγηση του κατηγορούμενου επικίνδυνη, με αποτέλεσμα αυτός να την κατεβάσει πάραυτα από το αυτοκίνητο. Διαφαίνεται ότι το επίδικο περιστατικό ήταν το απότοκο μίας ατυχούς εξέλιξης της διασκέδασης των τριών εμπλεκομένων ατόμων, λόγω ακριβώς της κατάστασης του κατηγορούμενου και του θύματος, που τελικά κόστισε τη ζωή του θύματος. Επιπλέον, λαμβάνω υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου και κυρίως το μεγάλο χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα χωρίς ο κατηγορούμενος να επιδείξει παρόμοια ή άλλη αξιόποινη συμπεριφορά. Υπό αυτές τις συνθήκες θεωρώ ότι ο κατηγορούμενος δικαιούται μίας ευκαιρίας να συνεχίζει την ζωή του όπως ήταν πριν αλλά και μετά το επίδικο συμβάν. Ως εκ τούτου η έκτιση της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. (Υπ.) .................... Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Ποινή Αναφορά: Πρόκληση θανάτου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.