Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Δημήτρη Τρύφωνος, Αρ. Υπόθεσης 1230/10, 14/7/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B149 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 1230/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Δημήτρη Τρύφωνος, από τη Λεμεσό Κατηγορούμενου --------------------------------- Ημερομηνία: 14/7/2011 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αβρααμίδης Κατηγορούμενος παρών, γι' αυτόν: κ. Η. Κοναρής Α Π Ο Φ Α Σ Η O κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της σχετικής κατηγορίας παρουσίασε τους ακόλουθους μάρτυρες: Τον παραπονούμενο Αχιλλέα Βρυώνη (Μ.Κ.1), τον εξεταστή της υπόθεσης, λοχία 619 Χρ. Μιχαήλ (Μ.Κ.2) και τέλος, τη γιατρό στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών και Ατυχημάτων του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, Ελένη Θωμά (Μ.Κ.3). Η εκδοχή του παραπονούμενου αναφορικά με την ουσία της υπόθεσης απορρέει από το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσής του στην Αστυνομία, ημερομηνίας 24.5.2009 (βλ. το τεκμήριο 1) το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Με αυτή ισχυρίζεται τα εξής: Είναι ιδιοκτήτης του εστιατορίου με την ονομασία «Βαβυλάς» που βρίσκεται στην πλατεία Συντάγματος και Ερμού (είσοδος παλαιού λιμανιού). Στις 24.5.2009 γύρω στις 12:00, ενώ βρισκόταν στο εστιατόριο και εξυπηρετούσε πελάτες, ανάμεσά τους και κάποιο Μάριο τον οποίo σέρβιρε μπύρα, περνούσε απ' εκεί ο κατηγορούμενος στον οποίο φώναξε ο Μάριος για να τον κεράσει. Αφού κάθισε στο τραπέζι που καθόταν και ο Μάριος, του παράγγειλε και του πήρε μια μπύρα. Κατά η ώρα 13:10, ο κατηγορούμενος άρχισε να συμπεριφέρεται άσχημα. Συγκεκριμένα έβαλε τα πόδια του πάνω στις καρέκλες. Τότε, ο ίδιος πήγε κοντά του και του ζήτησε με καλό τρόπο να τα κατεβάσει, διότι είχε κόσμο στο εστιατόριο και τον έβλεπαν. Ο κατηγορούμενος του είπε: «εγώ έτσι θέλω, δεν θα με μάθεις συμπεριφορά» και σηκώθηκε αμέσως πάνω. Ο παραπονούμενος το ρώτησε αν θα το δείρει, ο κατηγορούμενος του απάντησε καταφατικά και γύρισε τον αγκώνα του δεξιού του χεριού χτυπώντας τον στο στόμα, με αποτέλεσμα να πέσει πάνω σε κιβώτια που βρίσκονταν πίσω του. Πάνω στα κιβώτια έπεσε μόνος του και ο κατηγορούμενος, διότι φαινόταν μεθυσμένος. Ο ίδιος, σε καμία περίπτωση χτύπησε τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, προέβηκε στην ακόλουθη ανώμοτη δήλωση: «Εντιμότατε, εγώ σε καμιά περίπτωση δεν άγγιξα του κ. Αχιλλέα, όταν σηκωθήκαμε να φύγουμε από το μαγαζί του, μου είπε, «αν θέλετε ελάτε, αν θέλετε μεν ηξανάρτετε». Με έσπρωξε στο στήθος, με αποτέλεσμα να ππέσω χαμέ τζιαι να χτυπήσω το πόδι μου. Σε καμιά περίπτωση εγώ δεν τον άγγιξα.» Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή και τους τρεις μάρτυρες, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Βλ. και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 και Akil v. Αστυνομίας,
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει κατά το στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων, η πραγματική μαρτυρία, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326,366: «..η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας». Για εκτενέστερη ανάλυση του όρου πραγματική ή εμπράγματη μαρτυρία, ιδιαίτερα χρήσιμη αναφορά, γίνεται στην υπόθεση Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ. 298. Σε σχέση με αξία της ιατρικής μαρτυρίας παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439: «Η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 Α.Α.Δ. 1003, 1010, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51). Αναφορικά με την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου και την αποδεικτική της αξία, σύμφωνα με τη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 22: «..Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ. μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic (1973 2 C.L.R. 139, 188 - 191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σε. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245 - 288, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195).» Ούτε και μου διαφεύγει το ανεπίτρεπτο σχολιασμού, ως σχετικού προς την ενοχή, το γεγονός ο κατηγορούμενος επέλεξε να ασκήσει το συγκεκριμένο δικαίωμα (βλ. Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195 κ.ο.α). Αναφορικά τέλος με το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη, ότι, το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη της, επαφίεται στη διακριτική μου ευχέρεια (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109). Δηλώνω ευθέως, ότι, μολονότι δέχομαι ότι υπήρξε κάποιο επεισόδιο διαπληκτισμού μεταξύ κατηγορούμενου και παραπονούμενου στον ουσιώδη χρόνο, μέσα στο εστιατόριο του δεύτερου, εντούτοις, για λόγους που θα παραθέσω στη συνέχεια έχω έντονες αμφιβολίες κατά πόσο τα γεγονότα που περιβάλλουν το εν λόγω επεισόδιο, διαδραματίστηκαν σύμφωνα με την εκδοχή του παραπονούμενου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δέχομαι την εκδοχή του κατηγορούμενου. Ο παραπονούμενος ως μάρτυρας δε μου έκανε καλή εντύπωση. Υπήρξε αντιφατικός, προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας, ήρθε σε σύγκρουση με τη σύζυγό του σε ουσιαστική πτυχή της υπόθεσης, ενώ, περισσότερο εκτίθεται παρά επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της ιατρικής μαρτυρίας. Ειδικότερα: Ισχυρίζεται στη γραπτή του κατάθεση (τεκμήριο 1) το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ότι ο κατηγορούμενος γύρισε τον αγκώνα του δεξιού του χεριού και το χτύπησε στο στόμα, με αποτέλεσμα να πέσει πάνω σε κιβώτια που ήταν πίσω του. Η σύζυγός του, στη δική της γραπτή κατάθεση (βλ. το τεκμήριο 6) ισχυρίζεται ότι ο κατηγορούμενος τον έσπρωξε με τα χέρια στο στήθος οπότε και έπεσε στο πάτωμα. Μάλιστα, δεν είδε αν έπεσε και ο κατηγορούμενος στο πάτωμα, ενώ αυτό, δέχομαι ότι αποτελεί γεγονός, αν ληφθεί υπόψη, ότι αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ κατηγορούμενου και παραπονούμενου, ενώ επιβεβαιώνεται και από τον εξεταστή της υπόθεσης, έμμεσα, ο οποίος αναφέρει στην κατάθεσή του (βλ. το τεκμήριο 3) ότι συνάντησε τον κατηγορούμενο την ίδια μέρα κλινήρη στο ορθοπεδικό τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, ο οποίος και εισήχθηκε στο χειρουργείο για επέμβαση. Αντεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος του την έδωκε και του έσπασε τα δόντια του. Ακολουθούν τρεις παρατηρήσεις συναφώς με το συγκεκριμένο ισχυρισμό του. Καταρχήν, ο εξεταστής της υπόθεσης (Μ.Ε.2) ισχυρίστηκε ότι εξ όσων θυμόταν, όταν είδε τον κατηγορούμενο - και τον είδε στις 14:30 περίπου, την ίδια μέρα, μια περίπου ώρα μετά το επίδικο περιστατικό και σε κάθε περίπτωση, προτού μεταβεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού για εξέταση - έφερε κάτι εκδορές στο πρόσωπο. Έπειτα, η γιατρός Ελένη Θωμά (Μ.Κ.3) που τον εξέτασε, επί του προκειμένου, διαπίστωσε χαλαρότητα στο δεξιό κοπτήρα, δηλαδή, σ' ένα δόντι και όχι σε περισσότερα και εν πάση περιπτώσει, άλλο σπάσιμο και άλλο χαλαρότητα. Ωστόσο, η μάρτυρας, αντεξεταζόμενη ανάφερε και τα εξής: Χαλαρότητα σημαίνει ότι το δόντι κουνιέται. Και για να κουνιέται ένα δόντι κατόπιν χτυπήματος πρέπει να είναι πολύ δυνατό το χτύπημα. Και σε τέτοια περίπτωση, θα πρέπει σίγουρα να προκληθούν μώλωπες, ίσως και ουλές. Παρόλα αυτά, ούτε μώλωπες ούτε ουλές διαπίστωσε ότι έφερε ο κατηγορούμενος κατά τη σχετική εξέτασή του. Απεναντίας, μολονότι ήταν η θέση του, ότι ο κατηγορούμενος χτυπώντας του, του έσπασε τα δόντια, η γιατρός Θωμά αναφέρει στη σχετική έκθεση που ετοίμασε (βλ. το τεκμήριο 7) ότι έγινε ακτινολογικός έλεγχος και γνάθου, μεταξύ άλλων, χωρίς εμφανή πρόσφατα κατάγματα. Η ειρωνεία στην υπόθεση είναι ότι αυτός που πιθανότατα υπέστη κάταγμα κατά τον ουσιώδη χρόνο, είναι ο κατηγορούμενος. Ισχυρίστηκε ακόμη αντεξεταζόμενος, ότι εισήλθε στο νοσοκομείο υποβασταζόμενος από το γιό του, ο οποίος τον κρατούσε από τη μασχάλη και το βοηθούσε να περπατά. Φυσικά, ευθύς αμέσως ισχυρίστηκε ότι από το εστιατόριο στη Λιμενική Αστυνομία, που απέχει περίπου 50 βήματα από το εστιατόριό του πήγε τρέχοντας. Το μέγεθος της αντίφασης είναι ολοφάνερο. Δε νομίζω να χρειάζεται να επεκταθώ, αν και θα μπορούσα να το κάνω, προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας του παραπονούμενου ως μάρτυρα και να εξηγήσω γιατί. δε δέχομαι επί της ουσίας τη μαρτυρία του και κατ' επέκταση την εκδοχή του, για όσα διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο. Απλή αντιπαραβολή του περιεχομένου της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου, με το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης (βλ. το τεκμήριο 4) αναδεικνύει εξ αντικειμένου, μερικούς από τους λόγους για τους οποίους ούτε και αυτού την εκδοχή μπορώ να δεχθώ, επί της ουσίας, σε βαθμό που καταλήγω στο συμπέρασμα, ότι, τόσο αυτός όσο και ο παραπονούμενος είπαν ψέματα σε ουσιαστικές πτυχές της υπόθεσης, τόσο στην Αστυνομία όσο και στο Δικαστήριο. Ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος με την ανώμοτη του δήλωση, ότι σε καμιά περίπτωση άγγιξε τον παραπονούμενο. Περαιτέρω, ότι όταν σηκώθηκαν να φύγουν από το μαγαζί του, του είπε ο παραπονούμενος «αν θέλετε ελάτε, αν θέλετε μεν ηξανάρτετε.» Τέλος, ότι τον έσπρωξε στο στήθος, με αποτέλεσμα να ππέσει χαμέ. Στην κατάθεσή του φέρει τον παραπονούμενο να τους παρεξηγεί όταν γελούσαν στο τραπέζι, νομίζοντας ότι γελούσαν για εκείνο, να μην πείθεται όταν του είπε ότι δε συνέβαινε κάτι τέτοιο και να του λέει «δικό μου είναι το μαγαζί και όποιο θέλω σερβίρω και αν δεν σας αρέσκει να φύετε». Όταν σηκώθηκε να φύγει τον έσπρωξε. Το κατά πόσο συνάδουν αυτά που είπε ο κατηγορούμενος με την ανώμοτη του δήλωση, με αυτά που αναφέρει στην ανακριτική του κατάθεση είναι ολοφάνερο. Ωστόσο, ούτε ότι δεν άγγιξε τον παραπονούμενο μπορεί να ισχυρίζεται με δεδομένες τις διαπιστώσεις της γιατρού Θωμά, της οποίας, παρεμπιπτόντως, δέχομαι τη μαρτυρία και το ίδιο ισχύει και για τη μαρτυρία του εξεταστή (Μ.Κ.2) και ως αναντίλεκτη, επί της ουσίας, πέραν από την άριστη εντύπωση που μου έκαναν και οι δύο κατά τη διάρκεια που έδιναν μαρτυρία. Για ένα πράγμα είμαι βέβαιος. Ότι το όλο επεισόδιο που αναμφίβολα υπήρξε μεταξύ του παραπονούμενου και του κατηγορούμενου στον ουσιώδη χρόνο, πιθανότατα, εξελίχθηκε σε συμπλοκή μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να τραυματιστούν και οι δύο και μάλλον πιο σοβαρά ο κατηγορούμενος. Είναι η κατάληξή μου για όλους του παραπάνω λόγους, ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στη σχετική κατηγορία, οπότε αυτός, δικαιωματικά αθωώνεται. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΠ Subject: General/Criminal/Final (Αναφορά: Επίθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, - αξιολόγηση αξιοπιστίας μαρτύρων, ιατρική μαρτυρία-). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο