Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Jafar Amini Baghbaderani, Αρ. Υπόθεσης: 7645/11, 15/7/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B151 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7645/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Και Jafar Amini Baghbaderani Κατηγορουμένου -------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 15/7/2011 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Κληρίδου Για τον κατηγορούμενο: κα Α. Ιωάννου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της παραμονής στη Δημοκρατία της Κύπρου μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του (1η κατηγορία), καθώς και τις κατηγορίες της χρήσης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς ασφάλεια έναντι τρίτου, της οδήγησης οχήματος χωρίς ζώνη ασφαλείας, της χρήσης μη εγγεγραμμένου οχήματος , της οδήγησης χωρίς άδεια κυκλοφορίας και χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης (2η-6η κατηγορία αντίστοιχα). Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε όλες τις κατηγορίες που αφορούν παραβάσεις του κώδικα τροχαίας κυκλοφορίας και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση μόνο για την 1η κατηγορία. Η κατηγορούσα αρχή για απόδειξη της υπόθεσης της, κάλεσε ως μάρτυρες τον αστυφ. 1634 Λ. Λάμπρου (Μ.Κ.1) και την Χριστίνα Σταύρου (Μ.Κ.2). Mετά δε από την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία, αυτός επέλεξε και άσκησε το δικαίωμα της σιωπής, χωρίς να καλέσει οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω μαρτυρία. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3 η κατάθεση του αστυφ. 1481 Ε. Χαραλάμπους και το περιεχόμενο της δηλώθηκε ως παραδεκτό και ως τέτοιο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Ως παραδεκτό γεγονός δηλώθηκε επίσης ότι ο αστυφύλακας αυτός, έλαβε από τον κατηγορούμενο την κατάθεση (Τεκμήριο 4), γεγονός που επίσης εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Η μαρτυρία όλων όσων παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και για το λόγο αυτό δεν θεωρώ αναγκαίο να την παραθέσω, αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της. Ο Μ.Κ.1, είναι αστυφύλακας και εργάζεται στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης και μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή ήλεγξε τα στοιχεία του κατηγορούμενου. Αυτός μου έκαμε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας, αφού κατάθεσε με άμεσο και σταθερό τρόπο τα όσα γνώριζε για την υπόθεση μέσα από την άσκηση των καθηκόντων του και για το λόγο αυτό αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του. Η Μ.Κ.2 εργάζεται στο τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Αυτή μαρτύρησε τα όσα προέκυπταν από το φάκελο του κατηγορουμένου τον οποίο είχε στην κατοχή της, με σταθερό και θετικό τρόπο, χωρίς σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της να διακρίνω οτιδήποτε ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία της. H μάρτυρας προσήγαγε και εξ' ακοής μαρτυρία η οποία ναι μεν αποτελεί μαρτυρία η οποία δεν αποκλείεται πλέον μόνο για το λόγο αυτό, η βαρύτητα όμως που θα της προσδοθεί εναπόκειται στο Δικαστήριο, το οποίο μπορεί να λάβει υπόψη του διάφορους παράγοντες, οι οποίοι ενδεικτικά και μόνο εκτίθενται στο νόμο, Κεφ. 9. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η μαρτυρία της Μ.Κ.1 γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της λόγω της καλής εντύπωσης που σχημάτισα για τη μάρτυρα ως μάρτυρα της αλήθειας. Η σιωπή όπως και η ανώμοτη δήλωση, σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση, δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (βλ. Τhemistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastasiades v. The Rebublic
(1977)2 CLR 97). Ούτε και η επιλογή ενός κατηγορούμενου να παραμείνει σιωπηλός ή να προβεί σε ανώμοτη δήλωση μπορεί να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (βλ. Δημοσθένους κ.α. v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129). Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης και των παραδεκτών γεγονότων, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Ο κατηγορούμενος ο οποίος είναι αλλοδαπός, από το Ιράν, αφίχθηκε παράνομα στη Δημοκρατία το 2004 και στις 18/11/2004, υπέβαλε αίτηση για πολιτικό άσυλο. Η Υπηρεσία Ασύλου, απέρριψε το αίτημα του στις 27/6/2006 και ο κατηγορούμενος συνέχισε να παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία. Στις 18/8/2008 ο κατηγορούμενος εντοπίστηκε από μέλη της ΥΑΜ στη Λεμεσό και συνελήφθηκε. Στις 19/8/2008 εναντίον του κατηγορούμενου, εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης και έγιναν προσπάθειες για εξασφάλιση ταξιδιωτικού εγγράφου του κατηγορούμενου, καθότι ο τελευταίος δήλωσε ότι έχασε το διαβατήριο του. Ο κατηγορούμενος όμως δεν συνεργάσθηκε για τον σκοπό αυτό και έτσι παρέμεινε υπό κράτηση μέχρι τις 11/3/2009, οπόταν και απολύθηκε κατόπιν οδηγιών του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών και του δόθηκε ειδική άδεια παραμονής και εργασίας για περίοδο 1 χρόνου από την απόλυση του, δηλαδή μέχρι τις 10/3/2010. Σύμφωνα με την άδεια αυτή ο κατηγορούμενος στην περίπτωση που εξασφάλιζε από την Ιρανική πρεσβεία στη Λευκωσία διαβατήριο, τότε θα του εκδιδόταν άδεια παραμονής και εργασίας για περίοδο 2 χρόνων από την απόλυση του, με προοπτική ανανέωσης της για περαιτέρω περίοδο. Σύμφωνα με την άδεια αυτή ο κατηγορούμενος ήταν υπόχρεος να υπογράψει συμβόλαιο εργοδότησης με εργοδότη της δικής του επιλογής, για εξεύρεση του οποίου θα του παρεχόταν βοήθεια από το επαρχιακό γραφείο εργασίας. Ήταν περαιτέρω υπόχρεος όπως εντός 15 ημερών από την απόλυση του να δώσει στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης τη διεύθυνση διαμονής και εργασίας του, οποιαδήποτε αλλαγή της οποίας θα έπρεπε να κοινοποιεί καθώς επίσης και να υπογράφει στον πλησιέστερο αστυνομικό σταθμό του τόπου διαμονής του, μία φορά τον μήνα. Οποιαδήποτε επίσης αλλαγή εργοδότη του κατηγορούμενου θα έπρεπε να τύχει της έγκρισης του γραφείου εργασίας. Ο αστυφ. 1481 Ε Χαραλάμπους στις 30/5/2011 συνέλαβε τον κατηγορούμενο για το αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία και αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο ο κατηγορούμενος απάντησε ότι έχει «viza». Την ίδια ημερομηνία ο ίδιος αστυφύλακας με τη βοήθεια διερμηνέα έλαβε από τον κατηγορούμενο ανακριτική κατάθεση σχετικά με το αδίκημα της παράνομης παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία και άλλων τροχαίων αδικημάτων και αφού προηγουμένως του επέστησε την προσοχή του στο νόμο. Ο κατηγορούμενος για το αδίκημα της παράνομης παραμονής, ανέφερε ότι, ήλθε στην Κύπρο το 2004 και υπέβαλε αίτηση για πολιτικό άσυλο και για τα λοιπά αδικήματα ότι αγόρασε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής UD 033 από κάποιο ομοεθνή του ο οποίος αναχώρησε από την Κύπρο και ότι ο ίδιος δεν είχε ούτε άδεια, ούτε ασφάλεια. Όπως είναι νομολογημένο η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε συστατικού στοιχείου που την συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 και Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18). Θα προχωρήσω λοιπόν τώρα να εξετάσω εάν η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αδίκημα της 1ης κατηγορίας. Αυτό αφορά την παραμονή του στη Δημοκρατία της Κύπρου, μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του και βασίζεται στο άρθρο 19
(1)(λ) του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105 και το οποίο έχει ως ακολούθως: «Πρόσωπο το οποίο, ........................................................................................................................................................... ........................................................................................................................................................... αφού έχει εισέλθει στη Δημοκρατία ως προσωρινός κάτοικος για περιορισμένη περίοδο παραμένει στη Δημοκρατία μετά την εκπνοή της περιόδου αυτής χωρίς να έχει εξασφαλίσει άδεια από τον Διευθυντή». Όπως προκύπτει από τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ότι αποδίδεται στο κατηγορούμενο, είναι ότι αυτός μεταξύ της 12ης Μαρτίου 2010 και της 30 Μαίου 2011 στη Λεμεσό, ενώ ήταν αλλοδαπός, δηλαδή Ιρανός υπήκοος και βρισκόταν στην Κύπρο με ειδική άδεια παραμονής από τον Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών μέχρι τις 10/3/2010, παρέμεινε στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας του, χωρίς να εξασφαλίσει την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Για στοιχειοθέτηση του αδικήματος που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο και το οποίο όπως προκύπτει από το κατηγορητήριο είναι το άρθρο 19
(1)(λ) του Κεφ. 105 όπως τροποποιήθηκε, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι, το πρόσωπο στο οποίο αποδίδεται το αδίκημα, έχει εισέλθει στη Δημοκρατία ως προσωρινός κάτοικος και για περιορισμένη χρονική περίοδο, μετά την εκπνοή της οποίας, παραμένει στη Δημοκρατία χωρίς να έχει εξασφαλίσει άδεια από τον Διευθυντή. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος βρισκόταν στην Κύπρο ως αιτητής πολιτικού ασύλου. Όταν η αίτηση του αυτή απορρίφθηκε, ο κατηγορούμενος συνέχισε να διαμένει παράνομα στη Δημοκρατία μέχρι και που συνελήφθη από μέλη της ΥΑΜ. Στη συνέχεια εκδόθηκαν εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης με παράλληλες προσπάθειες για εξασφάλιση ταξιδιωτικού εγγράφου του κατηγορούμενου, αφού όπως είχε δηλώσει, το είχε απωλέσει. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να συνεργασθεί και έτσι παρέμεινε υπό κράτηση μέχρι τις 11/3/2009, οπόταν και απολύθηκε κατόπιν οδηγιών του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών, ο οποίος και του παρεχώρησε ειδική άδεια παραμονής και εργασίας για περίοδο 1 χρόνου από την απόλυση του, δηλαδή μέχρι τις 10/3/2010. Η άδεια αυτή ήταν περιορισμένης χρονικής ισχύος και είχε διάρκεια 1 μόνο χρόνο. Μετά τη λήξη της άδειας αυτής ο κατηγορούμενος δεν είχε δικαίωμα να παραμένει στην Κυπριακή Δημοκρατία, χωρίς νέα άδεια την οποία θα έπρεπε να εξασφαλίσει από την αρμόδια αρχή. Από τη στιγμή που δεν έχει εξασφαλίσει τέτοια άδεια, κρίνεται ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ότι δηλαδή ενώ αυτός βρισκόταν στη Δημοκρατία με ειδική άδεια που ίσχυε για 1 χρόνο μέχρι δηλαδή τις 10/3/2010, παρέμεινε στη Δημοκρατία μετά την λήξη της άδειας του αυτής , χωρίς να εξασφαλίσει άδεια από τον Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 1η κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Υπ.)................. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο