Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ermes Department Stores Public Plc κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 19535/09, 19 Ιουλίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B153 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 19535/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν.
- Ermes Department Stores Public Plc
- Γιώργου Ανηλιάδη
- Ανδρέα Σολομωνίδη Κατηγορουμένων - - - - - - - - - - - - - - - Ημερομηνία: 19 Ιουλίου 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Δανιηλίδου Κατηγορούμενοι 2 και 3 παρόντες Για όλους τους κατηγορούμενους ο κ. Μ. Ηλιάδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατηγορία που αφορά το αδίκημα της πώλησης εμπορευμάτων σε τιμές εκπτώσεων εκτός των χρονικών περιόδων που καθορίζει ο Νόμος, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1), 5 και 6 του περί Πρoϋποθέσεων Διαφήμισης ή Αναγγελίας Πώλησης Εμπορευμάτων σε Τιμές Εκπτώσεων Νόμου του 1990, Ν. 34/1990, όπως τροποποιήθηκε, της Κ.Δ.Π. 1/2008 και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος, οι κατηγορούμενοι, στις 21.12.2009, στη Λεμεσό, πωλούσαν εμπορεύματα, δηλαδή είδη ένδυσης, σε τιμές εκπτώσεων εκτός της επιτρεπόμενης από το Νόμο χρονικής περιόδου. Ο συνήγορος των κατηγορουμένων απεκάλυψε εξ αρχής την υπεράσπιση των κατηγορουμένων, η οποία είναι ότι ο Νόμος στον οποίο στηρίζεται η κατηγορία αντίκειται στις πρόνοιες της Ευρωπαικής Οδηγίας 2005/29/ΕΚ και ότι αυτός προσκρούει σε πρόνοιες του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Εν όψει του πρώτου σκέλους της υπεράσπισης, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ο συνήγορος υπεράσπισης ζήτησε την έκδοση διατάγματος για προδικαστική παραπομπή στο Δικαστήριο Ευρωπαικών Κοινοτήτων (ΔΕΚ), αίτημα το οποίο δεν έγινε αποδεκτό από το Δικαστήριο με βάση την ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 4.4.
- Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας, το σύνολο της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή κατατέθηκε εκ συμφώνου από τις δύο πλευρές υπό τη μορφή παραδεκτών γεγονότων, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου. Αυτά συνίστανται στις λεπτομέρειες αδικήματος, και περαιτέρω ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο δεύτερος κατηγορούμενος ήταν διευθυντής και υπάλληλος της πρώτης κατηγορουμένης εταιρείας ενώ ο τρίτος κατηγορούμενος ήταν μόνο υπάλληλος αυτής. Επίσης κατατέθηκε εκ συμφώνου από τις δύο πλευρές, ως Τεκμήριο 1, αντίγραφο της Επίσημης Εφημερίδας της Κυπριακής Δημοκρατίας, Παράρτημα Τρίτο, Μέρος I, ημερ. 5.1.2009, στην οποία δημοσιεύτηκε η Κ.Δ.Π. 1/2009 που εκδόθηκε στις 31.12.2008 και αναφέρει τα ακόλουθα: «Ο Υπουργός Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, ασκώντας τις εξουσίες που χορηγούνται σ΄ αυτόν δυνάμει του άρθρου 11 του περί των Προϋποθέσεων Διαφήμισης ή Αναγγελίας Πώλησης Εμπορευμάτων σε Τιμές Εκπτώσεων Νόμων του 1990 έως 1998, με το παρόν Διάταγμα ορίζει ως ημερομηνία έναρξης της χειμερινής περιόδου των εκπτώσεων την 7η Ιανουαρίου 2009 και ως ημερομηνία λήξης την 21η Φεβρουαρίου 2009.» Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων, κάλεσε αυτούς να προβάλουν την υπεράσπισης τους και τους εξήγησε τα δικαιώματα τους. Οι κατηγορούμενοι επέλεξαν την σιωπή. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, στο πλαίσιο της τελικής της αγόρευσης, υιοθέτησε τη γραπτή αγόρευση που είχε καταθέσει στο Δικαστήριο κατά την εκδίκαση του αιτήματος της υπεράσπισης για προδικαστική παραπομπή, όσον αφορά την ουσία πλέον της υπόθεσης. Για τον σκοπό παράθεσης των θέσεων της Κατηγορούσας Αρχής, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το μέρος της αγόρευσης όπως αυτό εκτίθεται στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 4.4.2011, το οποίο είναι το ακόλουθο: «Ήταν περαιτέρω η εισήγηση της Κατηγορούσας Αρχής ότι δεν συμμερίζεται τη θέση της υπεράσπισης ότι η διενέργεια εκπτώσεων δεν περιλαμβάνεται στις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές που αναφέρονται στην Οδηγία 2005/29/ΕΚ και επομένως οι πρόνοιες του Νόμου 34/90 αντίκεινται στην εν λόγω Οδηγία. Αυτό, κατά την άποψη της Κατηγορούσας Αρχής, δείχνει ακριβώς ότι η εν λόγω Οδηγία είχε στόχο να ρυθμίσει μόνο τις επιβλαβείς για τους καταναλωτές εμπορικές πρακτικές. Η εν λόγω Οδηγία δεν είχε στόχο να ρυθμίσει οποιαδήποτε εμπορική πρακτική, όπως την εμπορική πρακτική της διενέργειας εκπτώσεων, η οποία είναι επωφελής για τους καταναλωτές, αλλά μπορεί να βλάψει μόνο τις επιχειρήσεις που βρίσκονται σε κατάσταση ανταγωνισμού μεταξύ τους. Ο τρόπος ρύθμισης των εκπτώσεων αποτελεί εθνική αρμοδιότητα. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής έκανε αναφορά στις πρόνοιες του Νόμου 34/90 και της Οδηγίας 2005/29/ΕΚ. Ήταν η θέση της ότι ο κατάλογος του Παραρτήματος Ι της Οδηγίας, που απαριθμεί τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, είναι εξαντλητικός, και αυτές υπόκεινται στην απαγόρευση που δημιουργεί το άρθρο 5 της Οδηγίας. Επομένως, αν μια πρακτική δεν εμπίπτει στον κατάλογο, τότε θα πρέπει να εξετάζεται και να αξιολογείται κατά πόσο αυτή η εμπορική πρακτική είναι αθέμιτη, σύμφωνα με τα άρθρα 5, ή 6 και 7, ή 8 και 9 της Οδηγίας. Επίσης η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εξέφρασε την άποψη ότι οι προαναφερόμενες Βελγικές υποθέσεις αφορούσαν πολύ διαφορετικό θέμα από αυτό των εκπτώσεων, και συγκεκριμένα το θέμα των προσφορών που συνοδεύονταν με δώρα. Το θέμα αυτό εμπίπτει εντός της Οδηγίας που εναρμονίζει πλήρως τους κανόνες σχετικά με τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων έναντι των καταναλωτών σε κοινοτικό επίπεδο και το ΔΕΕ αποφάσισε ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να θεσπίσουν πιο περιοριστικά μέτρα από εκείνα που ορίζει η Οδηγία, ακόμη και για να διασφαλίσουν ψηλότερο βαθμό προστασίας των καταναλωτών. Η Κατηγορούσα Αρχή δεν αμφισβητεί ότι η προσφορά εμπορευμάτων στην αγορά σε τιμές εκπτώσεων αποτελεί εμπορική πρακτική. Όμως, με μιαν ανάγνωση του στόχου της Οδηγίας 2005/29/ΕΚ, και ειδικότερα της έκτης αιτιολογικής σκέψης του Προοιμίου της Οδηγίας, είναι εμφανές ότι αυτή δεν καλύπτει τις εμπορικές πρακτικές οι οποίες, μολονότι δεν βλάπτουν τους καταναλωτές, ενδέχεται να βλάψουν τους ανταγωνιστές. Ως εκ τούτου είναι η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι η εμπορική πρακτική της πώλησης εμπορευμάτων σε τιμές εκπτώσεων δεν βλάπτει τα οικονομικά συμφέροντα των καταναλωτών, ενώ, όπου εφαρμόζεται, μπορεί να βλάψει μόνο τα συμφέροντα των ανταγωνιστών, και επομένως αυτή η εμπορική πρακτική δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας. Με αυτά τα δεδομένα ...η Οδηγία είναι ξεκάθαρη ως προς το πεδίο εφαρμογής της, εντός του οποίου δεν εμπίπτουν οι πρακτικές που ρυθμίζει ο Νόμος για τις Εκπτώσεις». Ο συνήγορος των κατηγορουμένων κατέθεσε εκ νέου γραπτή αγόρευση προς επίκληση των θέσεων του και συμπλήρωσε προφορικά τα σημεία που αποτελούν τη βάση της υπεράσπισης των κατηγορουμένων στην παρούσα υπόθεση. Ειδικότερα, ο κ. Ηλιάδης εισηγήθηκε ότι οι πρόνοιες του Νόμου 34/90 αντίκεινται στην Οδηγία 2005/29/ΕΚ, και η οποία εφαρμόστηκε αυτούσια στην Κύπρο με το Νόμο 103(I)/
- Ο κ. Ηλιάδης ανέφερε ότι ο Ν. 103(I)/2007 και η ίδια η Οδηγία παραθέτουν εξαντλητικά τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές που απαγορεύονται, και η διενέργεια εκπτώσεων χωρίς χρονικό περιορισμό δεν περιλαμβάνεται στις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές. Με παραπομπή σε νομολογία του ΔΕΚ, ο κ. Ηλιάδης είπε ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να θεσπίζουν πιο περιοριστικά μέτρα από εκείνα που ορίζει η Οδηγία, ακόμα και για να διασφαλίσουν ψηλότερο βαθμό προστασίας των καταναλωτών, και επομένως το άρθρο 3 του Νόμου 34/90 δεν είναι συμβατό με τις πρόνοιες του άρθρου 4 της Οδηγίας. Επίσης, ο κ. Ηλιάδης εισηγήθηκε ότι η πώληση εμπορευμάτων χωρίς χρονικό περιορισμό δεν μπορεί να κριθεί αθέμιτη καθότι δεν τηρεί τα κριτήρια που καθορίζονται στο άρθρο 5
(2)της Οδηγίας ή το άρθρο 4
(2)του Ν.103(I)/2007, ούτε και εμπίπτει εντός των εξαιρέσεων που περιέχει το άρθρο
- Ήταν η θέση του κ. Ηλιάδη ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν αμφισβητεί ότι η πώληση σε τιμές εκπτώσεων είναι εμπορική πρακτική, και συνεπώς αποδέχεται ότι η πρακτική του χρονικού περιορισμού των εκπτώσεων δεν είναι συμβατή με την Οδηγία και το Ν. 103(I)/
- Σε μια προσπάθεια της να «ξεφύγει» από την Οδηγία και την αναπόφευκτη αντίθεση του Νόμου με τις πρόνοιες της, όπως το έθεσε ο κ. Ηλιάδης κατά τη γραπτή του αγόρευση, η Κατηγορούσα Αρχή εισηγείται ότι ο Νόμος έχει σκοπό την προστασία των ανταγωνιστών γι΄ αυτό δεν τυγχάνει εφαρμογής. Κατά τον κ. Ηλιάδη, η θέση αυτή καταρρίπτεται από το περιεχόμενο της αιτιολογικής έκθεσης του Νόμου, γιατί αναφέρεται ρητά ότι στόχος και επιδίωξη είναι η προστασία του αγοραστικού κοινού δηλαδή των αγοραστών. Ήταν περαιτέρω η θέση του κ. Ηλιάδη ότι, έστω και αν η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο Νόμος 34/90 προστατεύει τους ανταγωνιστές ήταν ορθή, και πάλι το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Α.Μ. Παπακυριακού Λτδ v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 397, αποφάσισε ότι η απαγόρευση της διαφήμισης αντί της πώλησης εμπορευμάτων σε τιμές εκπτώσεων είναι αντισυνταγματική καθότι αντιβαίνει τις πρόνοιες του άρθρου 19 του Συντάγματος, και ότι ο Νόμος μπορεί να προστατεύει το δικαίωμα των άλλων εμπόρων να καθίστανται θύματα αθέμιτου ανταγωνισμού και όχι μόνο τα οικονομικά και εμπορικά συμφέροντα αυτών. Η δεύτερη βασική εισήγηση της υπεράσπισης ήταν ότι η απαγόρευση του Νόμου 34/90 προσκρούει στο άρθρο 26 του Συντάγματος καθότι περιορίζει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελεύθερα και η εφαρμογή του οδηγεί σε παράλογα αποτελέσματα, όπως για παράδειγμα δεν είναι νόμιμο για τον έμπορα να παρέχει έκπτωση σε ειδικές τάξεις ατόμων, π.χ. πολύτεκνους, μαθητές και στρατιώτες. Ακόμα ο Νόμος 34/90 είναι αντίθετος με το άρθρο 28 του Συντάγματος και περιορίζει την αρχή της ισότητας καθότι όλοι οι έμποροι δικαιούνται να πωλούν σε τιμές εκπτώσεων χωρίς χρονικό περιορισμό σε αντίθεση με τους εμπόρους των ειδών που καλύπτονται ρητά από το Νόμο. Η κατάληξη της εισήγησης της υπεράσπισης είναι ότι ο Νόμος 34/90 έκδηλα παραβιάζει την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2005/29/ΕΚ, όπως αυτή ερμηνεύτηκε και εφαρμόστηκε από το ΔΕΚ, πρέπει να θεωρείται ότι εμμέσως έχει τροποποιηθεί και αντικατασταθεί από τον μεταγενέστερο εναρμονιστικό Νόμο 103(I)/2007, και ξεκάθαρα αντιβαίνει τα άρθρα 26 και 28 του Συντάγματος, κάτι που επιβεβαιώνεται και από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τέλος, ο κ. Ηλιάδης εξέφρασε τη θέση ότι, ανεξάρτητα από την απόφαση του Δικαστηρίου αναφορικά με την πρώτη κατηγορουμένη, οι κατηγορούμενοι 2 και 3 θα πρέπει να αθωωθούν αφού είναι παραδεκτό ότι διατηρούσαν σχέση εξαρτημένης εργοδότησης με την πρώτη κατηγορουμένη, και αυτό αποτελεί υπεράσπιση με βάση το άρθρο 8 του Νόμου 34/90. Για τους πιο πάνω λόγους, ο κ. Ηλιάδης κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει και απαλλάξει όλους τους κατηγορούμενους στην κατηγορία που αντιμετωπίζουν. Όπως αναφέρεται πιο πάνω, η κατηγορία την οποία αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι στηρίζεται στον περί των Προϋποθέσεων Πώλησης Εμπορευμάτων σε Τιμές Εκπτώσεων Νόμο του 1990, Ν. 34/90, και συγκεκριμένα στα άρθρα 2, 3
(1), 5 και
- Πριν προχωρήσω να ασχοληθώ με την εφαρμογή του Νόμου στην υπό κρίση περίπτωση για να καταλήξω στην τελική μου απόφαση στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, κρίνω σκόπιμο να ασχοληθώ με το πρώτο σκέλος της εισήγησης της υπεράσπισης, ότι ο Νόμος 34/90 αντίκειται στην Ευρωπαική Οδηγία 2005/29/ΕΚ, η οποία υπερισχύει της εθνικής νομοθεσίας, και εμμέσως έχει τροποποιηθεί και αντικατασταθεί από τον Νόμο 103(I)/2007, έτσι ώστε να μην μπορεί πλέον να τύχει εφαρμογής σε γενικό πλαίσιο και κατ΄ επέκταση στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως το θέμα αυτό θα πρέπει να απαντηθεί σε γενικό πλαίσιο και όχι σε συνάρτηση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Για να καταστεί δυνατή η εξέταση της εν λόγω εισήγησης της υπεράσπισης, κρίνω σκόπιμο αρχικά να κάνω αναφορά στις πρόνοιες του Νόμου 34/
- Το άρθρο 3
(1)του περί των Προϋποθέσεων Πώλησης Εμπορευμάτων σε Τιμές Εκπτώσεων Νόμου του 1990, Ν. 34/90, προνοεί τα ακόλουθα: «Αφού τηρηθεί το άρθρο 4, απαγορεύεται σ΄ οποιαδήποτε επιχείρηση να πωλεί οποιοδήποτε εμπόρευμα σε τιμή εκπτώσεως εκτός των χρονικών περιόδων που διαρκούν από την πρώτη Δευτέρα του μήνα Φεβρουαρίου μέχρι και το τέταρτο Σάββατο που ακολουθεί και από την πρώτη Δευτέρα του μήνα Αυγούστου μέχρι και το τέταρτο Σάββατο που ακολουθεί, για κάθε χρόνο.» Το άρθρο 11 του ίδιου Νόμου παρέχει την εξουσία στον Υπουργό Εμπορίου και Βιομηχανίας να ρυθμίσει με διάταγμα του τις χρονικές περιόδους των εκπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 3, «αφού ικανοποιηθεί ότι αυτό δεν αντιστρατεύεται το συμφέρον τόσο του αγοραστικού κοινού όσο και των επιχειρήσεων», και νοουμένου ότι η διάρκεια των εν λόγω χρονικών περιόδων δεν είναι μικρότερη των 15 ή μεγαλύτερη των 45 εργάσιμων ημερών. Στο πλαίσιο άσκησης των εξουσιών που του παρέχονται από το προαναφερόμενο άρθρο 11 του Νόμου, ο Υπουργός Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, εξέδωσε διάταγμα με το οποίο όρισε, για το 1990, ως ημερομηνία έναρξης της χειμερινής χρονικής περιόδου των εκπτώσεων την 7η Ιανουαρίου 2009 και ως ημερομηνία λήξης την 21η Φεβρουαρίου
- Το εν λόγω διάταγμα είναι η Κ.Δ.Π. 1/2009, ημερ. 31.12.2008, και η οποία δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, Παράρτημα Τρίτο, Μέρος Ι, στις 5.1.2009, και κατατέθηκε εκ συμφώνου από τις δύο πλευρές ως Τεκμήριο
- Το άρθρο 4 του Νόμου περιέχει εξαιρέσεις, και συγκεκριμένα τις περιπτώσεις όπου επιτρέπεται σε επιχείρηση να πωλεί εμπορεύματα σε τιμές εκπτώσεων εκτός των καθορισμένων από το Νόμο χρονικών περιόδων. Ο όρος «εμπορεύματα» ερμηνεύεται στο άρθρο 2 του Νόμου, ως «αποκλειστικά τα εμπορεύματα που αναγράφονται στο συνημμένο Πίνακα», και αυτός περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, είδη ένδυσης. Το άρθρο 2 του Νόμου δίνει επίσης την ερμηνεία των όρων «τιμή εκπτώσεως» ως «η τιμή που υποδηλώνει οποιαδήποτε τιμή μικρότερη από εκείνη στην οποία το ίδιο κατά ποιότητα ή ποσότητα εμπόρευμα επωλείτο προηγουμένως από την ίδια επιχείρηση», και των όρων «πώληση» ή «πωλώ» ότι περιλαμβάνουν «και την προσφορά για πώληση και την πρόθεση για πώληση και τη διάθεση εμπορευμάτων για πώληση». Το άρθρο 5 καθιστά αδίκημα τη μη συμμόρφωση επιχείρησης με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και καθορίζει την ποινή σε περίπτωση καταδίκης των κατά νόμο υπευθύνων. Η ποινική ευθύνη αποδίδεται στο άρθρο 6 του Νόμου, ενώ το άρθρο 8 παρέχει υπεράσπιση σε υπάλληλο, σε ποινική διαδικασία για αδίκημα που διαπράττεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου. Και πάλι η ερμηνεία του όρου «επιχείρηση» περιέχεται στο άρθρο
- Η Ευρωπαική Οδηγία 2005/29/ΕΚ, της 11ης Μαίου 2005, είναι «Οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές». Πριν προχωρήσω να ασχοληθώ με τις πρόνοιες αυτής, επισημαίνω ότι η εν λόγω Οδηγία αποτελεί εθνική μας νομοθεσία, με τη θέσπιση του περί των Αθέμιτων Εμπορικών Πρακτικών των Επιχειρήσεων προς τους Καταναλωτές Νόμου, Ν. 103(I)/2007, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 12.12.
- Η ψήφιση του εν λόγω Νόμου κατέστη αναγκαία για σκοπούς εναρμόνισης με την Οδηγία 2005/29/ΕΚ, όπως αναφέρεται στο προοίμιο. Ο Νόμος αυτός είναι ουσιαστικά αντιγραφή του περιεχομένου της Ευρωπαϊκής Οδηγίας. Το πεδίο εφαρμογής του Νόμου 103(I)/2007 καθορίζεται στο άρθρο 3 του Νόμου. Ειδικότερα το άρθρο 3
(1)αναφέρει ότι «ο παρών Νόμος εφαρμόζεται στις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές, όπως αυτές καθορίζονται στο άρθρο 4, πριν, κατά τη διάρκεια και ύστερα από εμπορική συναλλαγή σχετιζόμενη με ένα συγκεκριμένο προιόν». Επίσης το άρθρο 3
(4)προνοεί ότι «Σε περίπτωση σύγκρουσης των διατάξεων του παρόντος Νόμου με άλλους νόμους που ρυθμίζουν συγκεκριμένες πτυχές αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, οι τελευταίοι επικρατούν και εφαρμόζονται επί των πτυχών αυτών». Το άρθρο 4
(1)του Νόμου 103(I)/2007 απαγορεύει τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, και στο εδάφιο
(2)του ίδιου άρθρου αναφέρεται πότε μια εμπορική πρακτική θεωρείται αθέμιτη. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το περιεχόμενο του εν λόγω εδαφίου: «
(2)Μια εμπορική πρακτική είναι αθέμιτη όταν: (α) Είναι αντίθετη προς τις απαιτήσεις επαγγελματικής ευσυνειδησίας, ή/και (β) στρεβλώνει ουσιωδώς ή ενδέχεται να στρεβλώσει ουσιωδώς την οικονομική συμπεριφορά του μέσου καταναλωτή στον οποίο φθάνει ή στον οποίο απευθύνεται το προϊόν ή του μέσου μέλους της ομάδας, όταν μια εμπορική πρακτική απευθύνεται σε μια συγκεκριμένη ομάδα καταναλωτών, ή/και (γ) είναι παραπλανητική, όπως αυτή καθορίζεται στα άρθρα 5 και 6, ή/και (δ) είναι επιθετική, όπως αυτή καθορίζεται στα άρθρα 7 και 8». Το άρθρο 4
(3)προνοεί επίσης τα ακόλουθα: «
(3)Εμπορικές πρακτικές που ενδέχεται να στρεβλώνουν ουσιωδώς την οικονομική συμπεριφορά μόνο μιας σαφώς προσδιοριζόμενης ομάδας καταναλωτών που είναι ιδιαίτερως ευάλωτοι ως προς την πρακτική αυτή ή ως προς το συγκεκριμένο προϊόν λόγω πνευματικής ή σωματικής αναπηρίας, ηλικίας ή ακρισίας, με τέτοιο τρόπο ώστε ο εμπορευόμενος να μπορεί ευλόγως να το προβλέψει, εκτιμώνται υπό το πρίσμα του μέσου μέλους της συγκεκριμένης ομάδας: Νοείται ότι, αυτό ισχύει υπό την επιφύλαξη της κοινής και θεμιτής διαφημιστικής πρακτικής της διατύπωσης δηλώσεων που ενέχουν υπερβολές ή δηλώσεων οι οποίες δεν αναμένεται να εκληφθούν, ως έχουν, στην κυριολεξία τους». Περαιτέρω το άρθρο 4
(4)του Νόμου αναφέρει ότι στο Παράρτημα I εκτίθεται ο κατάλογος των εμπορικών πρακτικών που θεωρούνται αθέμιτες υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις. Το εν λόγω Παράρτημα απαριθμεί αυτές τις εμπορικές πρακτικές σε δύο μέρη, στο Μέρος Α τις παραπλανητικές εμπορικές πρακτικές και στο Μέρος Β τις επιθετικές εμπορικές πρακτικές. Για την καλύτερη κατανόηση του πεδίου εφαρμογής του Νόμου και της Ευρωπαϊκής Οδηγίας, είναι αναγκαίο αλλά και χρήσιμο να ανατρέξει κανείς στον σκοπό της Οδηγίας και τους λόγους που οδήγησαν στην έκδοση αυτής, όπως αναφέρεται στην ίδια την Οδηγία. Σύμφωνα με το άρθρο 1 της Οδηγίας, ο σκοπός της «είναι να συμβάλει στην ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και στην επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών με την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές που βλάπτουν τα οικονομικά συμφέροντα των καταναλωτών». Ο πιο πάνω προσδιορισμός του σκοπού της Οδηγίας επιβεβαιώνεται από την πρώτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου αυτής. Σημασία επίσης έχει η πέμπτη αιτιολογική έκθεση που αναφέρεται μεταξύ άλλων στη θέσπιση ενιαίων κανόνων που να προβλέπουν ψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών στον βαθμό που αυτό είναι αναγκαίο για την ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και για την συμμόρφωση με την απαίτηση ασφάλειας του δικαίου. Σημαντική είναι η έκτη αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας, η οποία αναφέρει ότι «η παρούσα οδηγία επιδιώκει την προσέγγιση της νομοθεσίας των κρατών μελών για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, συμπεριλαμβανομένης της αθέμιτης διαφήμισης, οι οποίες βλάπτουν άμεσα τα οικονομικά συμφέροντα των καταναλωτών και, συνεπώς, έμμεσα τα οικονομικά συμφέροντα των θεμιτών ανταγωνιστών. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, η οδηγία προστατεύει τους καταναλωτές από τις συνέπειες τέτοιου είδους αθέμιτων εμπορικών πρακτικών όπου αυτές είναι ουσιώδεις, αλλά αναγνωρίζει ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις η επίπτωση στους καταναλωτές μπορεί να είναι αμελητέα. Δεν καλύπτει ούτε θίγει τους εθνικούς νόμους για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές που βλάπτουν μόνο τα οικονομικά συμφέροντα των ανταγωνιστών ή τις πρακτικές που αφορούν εμπορικές συναλλαγές∙ τα κράτη μέλη, λαμβάνοντας πλήρως υπόψη τους την αρχή της επικουρικότητας, θα συνεχίσουν να είναι σε θέση να ρυθμίζουν τέτοιου είδους πρακτικές, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, εφόσον επιλέξουν να το πράττουν». Η Οδηγία επίσης αφορά εμπορικές πρακτικές που αποβλέπουν άμεσα στον επηρεασμό των αποφάσεων των καταναλωτών σε σχέση με προϊόντα (έβδομη αιτιολογική σκέψη) και θεσπίζει μια ενιαία γενική απαγόρευση των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών που στρεβλώνουν την οικονομική συμπεριφορά των καταναλωτών (εντέκατη αιτιολογική σκέψη). Τέλος, κρίνω σκόπιμο να κάνω αναφορά στην όγδοη αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας που προνοεί τα ακόλουθα: «Η παρούσα οδηγία προστατεύει οικονομικά συμφέροντα των καταναλωτών από τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές. Συνεπώς, προστατεύει έμμεσα τις επιχειρήσεις που λειτουργούν με θεμιτό τρόπο έναντι των ανταγωνιστών που δεν τηρούν τους κανόνες της οδηγίας και διασφαλίζει έτσι το θεμιτό ανταγωνισμό στον τομέα τον οποίο συντονίζει η οδηγία. Εξυπακούεται ότι υπάρχουν άλλες εμπορικές πρακτικές οι οποίες, μολονότι δεν βλάπτουν τους καταναλωτές, ενδέχεται να βλάψουν τους ανταγωνιστές και τους πελάτες των επιχειρήσεων. Η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει προσεκτικά την ανάγκη να αναληφθεί κοινοτική δράση στο πεδίο του αθέμιτου ανταγωνισμού που δεν καλύπτεται από την οδηγία και, εφόσον είναι αναγκαίο, να υποβάλει πρόταση προκειμένου να καλύψει τις άλλες αυτές πλευρές». Είναι προφανές από τον σκοπό της Οδηγίας, όπως αυτός διαφαίνεται μέσα και από τις αιτιολογικές σκέψεις, και το περιεχόμενο αυτής, με ειδική αναφορά στο μέρος που αφορά αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, Κεφάλαιο 2, ότι αυτή έχει ως κύριο στόχο την προστασία του καταναλωτικού κοινού από παραπλάνηση ή εξαπάτηση του έτσι ώστε ο καταναλωτής να μην εμποδίζεται με οποιονδήποτε τρόπο από το κάνει μία τεκμηριωμένη και συνεπώς αποτελεσματική επιλογή των προιόντων που επιθυμεί να αγοράσει, αλλά αντίθετα τον προστατεύει διασφαλίζοντας το δικαίωμα του αυτό. Η απόφαση του ΔΕΚ στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις VTB-VAB v. Total Belgium και NV Galatea BV BA v. Sanoma Magazina NN, C-261/07 και C-299/07
(2009)All E.R. (D) 170 (Apr), στην οποία ο συνήγορος υπεράσπισης έκανε αναφορά είναι καθοδηγητική για το παρόν Δικαστήριο αναφορικά με τα ακόλουθα θέματα. Το Παράρτημα I της Οδηγίας, που αναγράφει τις εμπορικές πρακτικές οι οποίες υπό οποιεσδήποτε συνθήκες κρίνονται αθέμιτες, και περιλαμβάνει παραπλανητικές εμπορικές πρακτικές και επιθετικές εμπορικές πρακτικές, περιέχει εξαντλητικά τις μόνες εμπορικές πρακτικές που απαγορεύονται υπό οποιεσδήποτε συνθήκες και επομένως δεν είναι αναγκαίο να εξετάζονται μεμονωμένα ανάλογα με την περίπτωση. Επομένως, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να θέτουν γενική απαγόρευση εμπορικών πρακτικών εκτός από αυτές που περιέχονται στο Παράρτημα I, και κατά συνέπεια εθνική νομοθεσία που θέτει τέτοια γενική απαγόρευση, χωρίς να καθορίζει τον τρόπο που αυτές καθίστανται άδικες, σύμφωνα με τα κριτήρια που τίθενται στα άρθρα 5 - 9 της Οδηγίας, δηλαδή το Κεφάλαιο 2, αντιβαίνει την Οδηγία. Επίσης, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να θεσπίσουν πιο περιοριστικά μέτρα από εκείνα που ορίζει η Οδηγία, ακόμα και για να διασφαλίσουν ψηλότερο βαθμό προστασίας των καταναλωτών. Οι υποθέσεις αυτές αφορούσαν νομοθεσία του Βελγίου που απαγόρευε την συνδυασμένη προσφορά («combined offer»), όπου η απόκτηση, είτε δωρεάν είτε όχι, προϊόντων, υπηρεσιών ή άλλων πλεονεκτημάτων, ή κουπονιών με τα οποία μπορούν να αποκτηθούν, συνοδευόταν με την απόκτηση άλλων, ακόμα και πανομοιότυπων, προϊόντων ή υπηρεσιών. Η πρώτη Βελγική εταιρεία, Total Belgium, που ασχολείτο με την πώληση καυσίμων σε πρατήρια, πρόσφερε δωρεάν υπηρεσίες οδικής βοήθειας για περίοδο 3 εβδομάδων σε καταναλωτές που ήταν κάτοχοι της κάρτας Total Club με κάθε αγορά ποσότητας τουλάχιστον 25 λίτρων καυσίμων για κάθε αυτοκίνητο ή τουλάχιστον 10 λίτρων για κάθε μοτοποδήλατο. Η δεύτερη Βελγική εταιρεία, Galatea, που λειτουργούσε κατάστημα πώλησης εσωρούχων στο Schoten (Βέλγιο), είχε αντιδικία με την εταιρεία Sanoma, θυγατρική του φινλανδικού ομίλου Sanoma, που έκδιδε διάφορα περιοδικά, συμπεριλαμβανομένου του εβδομαδιαίου περιοδικού Flair. Ένα τεύχος του περιοδικού αυτού, της 13/3/2007, περιείχε ένα κουπόνι το οποίο έδινε στον κάτοχο έκπτωση από 15 - 25 % σε εμπορεύματα που πωλούνταν σε διάφορα καταστήματα εσωρούχων σε μία συγκεκριμένη πόλη για την περίοδο 13/3 - 15/5/
- Το ΔΕΚ αποφάσισε ότι αυτές οι συνδυασμένες προσφορές ενέπιπταν εντός της έννοιας των εμπορικών πρακτικών σύμφωνα με το άρθρο 2(d) της Οδηγίας και, εφόσον δεν ενέπιπταν στις εμπορικές πρακτικές που περιέχονται στο Παράρτημα I, η σχετική Βελγική νομοθεσία ήταν αντίθετη με την Οδηγία. Ερχομένη τώρα στην υπό κρίση κυπριακή νομοθεσία, το Νόμο 34/90, υπάρχει διάσταση απόψεων μεταξύ των 2 πλευρών αναφορικά με τον σκοπό αυτού. Ο σκοπός του Νόμου αυτού αποκαλύπτεται στην αιτιολογική έκθεση που συνόδευε την Πρόταση του εν λόγω Νόμου, και δημοσιεύτηκε στο Παράρτημα Έκτο της Επίσημης Εφημερίδας της Δημοκρατίας, αρ. 2448, ημερ. 20.10.
- Αυτή αναφέρει ότι «Σκοπός της νέας νομοθεσίας που προτείνεται είναι η νομοθετική ρύθμιση των ξεπουλημάτων με απώτερο στόχο και επιδίωξη την προστασία του αγοραστικού κοινού» και έγινε εκ μέρους της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εμπορίου και Βιομηχανίας. Επομένως, είναι πρόδηλο ότι ο Νόμος 34/90 είχε σαν βασικό στόχο την προστασία του αγοραστικού κοινού, ως ήταν η εισήγηση της υπεράσπισης. Βέβαια, αυτός ήταν ο κυρίαρχος σκοπός του Νόμου, χωρίς βέβαια να παραγνωρίζονται εντελώς τα συμφέροντα των επιχειρήσεων, κάτι που λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση των εξουσιών του Υπουργού Εμπορίου και Βιομηχανίας δυνάμει του άρθρου
- Έχοντας υπόψη τον σκοπό του Νόμου και την ευρεία ερμηνεία που δίνει στον όρο «εμπορική πρακτική» το άρθρο 2 του Νόμου 103(I)/2007 και το άρθρο 2 της Οδηγίας, η πώληση εμπορευμάτων σε τιμές εκπτώσεων μπορεί να περιέλθει εντός της έννοιας του όρου αυτού. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Southfields Industries Ltd. v. Δήμου Λευκωσίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 64, «ο σκοπός της ερμηνείας του νόμου είναι η ανεύρεση της πρόθεσης του νομοθέτη. Όπου το λεκτικό της διάταξης είναι σαφές, το Δικαστήριο την ερμηνεύει με βάση τη φυσική και συνήθη έννοια των λέξεων. Οι λέξεις σ΄ ένα νομοθέτημα γενικά ερμηνεύονται με τη συνήθη τους σημασία, αλλά και με βάση τα συμφραζόμενα, έχοντας δε υπόψη το αντικείμενο και το σκοπό του νόμου». Επίσης στην υπόθεση Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ. κ.ά. v. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3 Α.Α.Δ. 348, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατέληξε ότι «η ερμηνεία με αναφορά στο σκοπό του νομοθετήματος ή του Κανονισμού έχει πλέον εδραιωθεί». Χρήσιμη παραπομπή γίνεται επίσης στην υπόθεση Θεοφάνους κ.ά. v. Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου
(2003)3 Α.Α.Δ. 384, όπου υιοθετήθηκαν και εφαρμόστηκαν οι ίδιες αρχές. Επομένως, έχοντας υπόψη τον σκοπό του Νόμου 103(I)/2007 και της Οδηγίας, καταλήγω ότι η πώληση εμπορευμάτων σε τιμές εκπτώσεων δεν εμπίπτει εντός του σκοπού και του πεδίου εφαρμογής του εν λόγω Νόμου και της Οδηγίας. Το γεγονός ότι η πώληση σε τιμές εκπτώσεων εμπίπτει εντός της έννοιας του όρου «εμπορική πρακτική» δεν συνεπάγεται αυτόματα και από μόνο του ότι αυτή η πρακτική καλύπτεται από το Νόμο 103(I)/2007 και την Οδηγία. Θεωρώ ότι αυτό δεν μπορεί να απομονωθεί και να αποτελέσει το κριτήριο για το κατά πόσο η πώληση σε τιμές εκπτώσεων εμπίπτει εντός του Νόμου 103(I)/2007 και της Οδηγίας, καθότι το θέμα αυτό θα πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο και υπό το φως του σκοπού αλλά και του συνόλου του περιεχομένου του Νόμου και της Οδηγίας. Όπως αναφέρεται πιο πάνω, ο σκοπός και το πλαίσιο εφαρμογής του Νόμου και της Οδηγίας είναι για να απαγορεύσει τις παραπλανητικές και επιθετικές εμπορικές πρακτικές, που βασικά διαστρεβλώνουν την πραγματική εικόνα πραγμάτων και έτσι επηρεάζουν, εξαπατούν και συμπαρασύρουν τον καταναλωτή να λάβει απόφαση σε σχέση με την αγορά προϊόντος που διαφορετικά δεν θα έπραττε. Είναι εμφανές ότι η πώληση σε τιμές εκπτώσεων δεν εμπίπτει εντός αυτής της διάστασης που η Οδηγία και ο Νόμος θεσπίστηκαν για να καλύψουν. Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι οι προαναφερόμενες υποθέσεις που αποφασίστηκαν από το ΔΕΚ διακρίνονται σαφώς από την παρούσα περίπτωση, τόσο σε σχέση με τον υπό εξέταση Νόμο όσο και σε σχέση με τα γεγονότα αυτών. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι το θέμα της πώλησης εμπορευμάτων σε τιμές εκπτώσεων, το οποίο ρυθμίζεται με βάση το Νόμο 34/90, δεν καλύπτεται και δεν εμπίπτει εντός των προνοιών του Νόμου 103(I)/2007 και της Οδηγίας. Επομένως δεν τίθεται θέμα συμβατότητας του Νόμου 34/90 με το Νόμο 103(I)/2007 και την Οδηγία, καθότι δεν έχουν σχέση μεταξύ τους, καλύπτουν διαφορετικά θέματα και ο Νόμος 34/90 εξακολουθεί να είναι σε εφαρμογή, ανεξάρτητα του Νόμου και της Οδηγίας. Εν όψει της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου, καθίσταται τώρα αναγκαία η εξέταση της δεύτερης βασικής εισήγησης της υπεράσπισης ότι η απαγόρευση του Νόμου 34/90 είναι αντισυνταγματική. Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα αντισυνταγματικότητας Νόμου έχουν καθιερωθεί και επανειλημμένα συνοψισθεί σε πολλές αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων. Κατ' αρχήν είναι νομολογιακά γνωστή η αρχή ότι θέματα αντισυνταγματικότητας πρέπει να εγείρονται σαφώς ούτως ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να τα επιλαμβάνεται - The Improvement Board of Eylenja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R. 167, και Michaelides v. Karadja
(1982)1 J.S.C. 42. Ακολουθώντας τη νομολογία σε άλλες δικαιοδοσίες, όπως τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και την Ιδία, είναι πλέον νομολογικά καθιερωμένο ότι κατά την εξέταση και απόφαση θεμάτων συνταγματικότητας το Δικαστήριο έχει ένα βασικό καθήκον να αντιπαραβάλει το κατ' επίκληση άρθρο του Συντάγματος έναντι του Νόμου που κατ'ισχυρισμό προσβάλλεται και να αποφασίσει κατά πόσο ο τελευταίος προσκρούει ή αντιβαίνει στο πρώτο. Ο διάδικος που επιθυμεί να κηρυχθεί ένας Νόμος αντισυνταγματικός οφείλει να αναφερθεί στην συγκεκριμένη διάταξη του Συντάγματος προς την οποία υπάρχει ο ισχυρισμός ότι ο εν λόγω Νόμος προσκρούει - Chimonides v. Manglis
(1967)1 C.L.R. 125. Στην προκειμένη περίπτωση ο συνήγορος των κατηγορουμένων πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι οι πρόνοιες του άρθρου 3
(1)του Νόμου 34/90 είναι αντισυνταγματικές καθότι αντιβαίνουν τα άρθρα 26 και 28 του Συντάγματος. Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής δεν αναφέρθηκε στην αγόρευση της επί αυτού του ζητήματος, χωρίς επίσης να συμφωνήσει με την εν λόγω θέση. Έτσι, το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει αυτή την εισήγηση της υπεράσπισης. Στην υπόθεση The Board for Registration of Architects & Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakides
(1966)3 C.LR. 640, το Εφετείο υιοθέτησε και εφάρμοσε τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα συνταγματικότητας όπως αυτές ισχύουν στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, και οι οποίες συνοψίζονται ως ακολούθως: (I) Ένας κανόνας προφύλαξης (a rule of precautionary nature) είναι ότι καμιά πρόνοια του Νόμου καθίσταται άκυρη (void) εκτός σε πολύ καθαρές περιπτώσεις ή εκεί όπου η εν λόγω πρόνοια είναι αντισυνταγματική πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Με άλλα λόγια, ένας Νόμος τεκμαίρεται ότι είναι συνταγματικός μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (ΙΙ) Τα Δικαστήρια ασχολούνται με το θέμα της συνταγματικότητας του Νόμου και όχι με τον σκοπό, την πολιτική ή την σοφία του, ή με το κατά πόσο αυτός συνάδει με τη φυσική δικαιοσύνη, με τις βασικές αρχές της κυβέρνησης ή με το πνεύμα του Συντάγματος - δες Parapanou v. Charalambous
(1980)1 J.S.C. 78, Vrahimis v. The Republic
(1971)3 C.L.R. 104, και Matsis v. The Republic
(1969)3 C.L.R. 245. (ΙΙΙ) Είναι βασική αρχή ότι τα Δικαστήρια ερμηνεύουν ένα Νόμο κατά τρόπο ώστε να συνάδει κατά το δυνατό με το Σύνταγμα - δες Matsis v. The Republic (ανωτέρω). (ΙV) Η εξουσία του Δικαστηρίου δεν επεκτείνεται στην απόφαση γενικών και αορίστων θεμάτων αλλά περιορίζεται στο να αποφασίσει θέματα συνταγματικότητας στις περιπτώσεις όπου είναι απόλυτα αναγκαίο για την απόφαση της υπό εξέταση υπόθεσης - δες Chimonides v. Manglis (ανωτέρω). (V) Στις περιπτώσεις οι οποίες αφορούν Νόμους μέρος των οποίων είναι έγκυρο και μέρος άκυρο, τα Δικαστήρια διαχωρίζουν το έγκυρο από το άκυρο και διαγράφουν μόνο το τελευταίο εκτός αν τα δύο είναι πλήρως αλληλένδετα. Η ανάγκη απόδειξης της αντισυνταγματικότητας Νόμου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας έγκειται στο ότι αυτό είναι απόλυτα απαραίτητο για να διατηρείται μια υγιής ισορροπία μεταξύ της νομοθετικής κρατικής εξουσίας και της δικαστικής κρατικής εξουσίας και επομένως να διασφαλίζεται η ανωτερότητα (supremacy) της νομοθεσίας στον τομέα αυτό και ο στόχος του Νόμου για το κοινό όφελος όλων (common good) - Papapanou v. The Republic (ανωτέρω). Στο σημείο αυτό επισημαίνω ακόμα ότι βασικός γενικός κανόνας στην εξέταση του θέματος αντισυνταγματικότητας Νόμου είναι ότι το Δικαστήριο ασχολείται με το θέμα αυτό σε γενικό και αόριστο πλαίσιο χωρίς αναφορά στις επιπτώσεις της εφαρμογής του Νόμου 34/90 στα συγκεκριμένα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης - Michaelides. v. Karadjia (ανωτέρω) και Constantinou v. The Republic
(1977)9 -10 J.S.C. 1446. Μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί το Δικαστήριο να αποδεχθεί μαρτυρία όσον αφορά τις επιπτώσεις της εφαρμογής του συγκεκριμένου Νόμου έτσι ώστε το Δικαστήριο να εξετάσει το περιεχόμενο του σε ένα πραγματικό πλαίσιο (real context), κάτι το οποίο δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. Ούτε και αποτελεί έργο του Δικαστηρίου να διερευνήσει τη λογική ή το παράλογο της εφαρμογής του εν λόγω Νόμου - Parapanou v. Charalambous (ανωτέρω) και Xenophontos v. Police
(1972)3 C.L.R. 263. Με βάση όσα αναφέρονται πιο πάνω, κρίνω ότι το θέμα της αντισυνταγματικότητας πρέπει να αποφασιστεί σε αυτό το στάδιο, καθότι αυτό αποφασίζεται σε γενικό πλαίσιο ανεξάρτητα από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης και άπτεται ουσιαστικά της έκβασης της υπόθεσης για τον σκοπό απόφασης επί της εφαρμογής του Νόμου 34/90 και κατ'επέκταση επί της ενοχής ή όχι των κατηγορουμένων στην κατηγορία που αντιμετωπίζουν. Το άρθρο 3
(1)του Νόμου 34/90 απαγορεύει την πώληση εμπορευμάτων σε τιμές εκπτώσεων εκτός των χρονικών περιόδων που καθορίζονται από το Νόμο. Κάθε επιχείρηση που δεν συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου διαπράττει αδίκημα, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Νόμου. Ακόμα, με βάση το άρθρο 2 του Νόμου, τα εμπορεύματα τα οποία αποκλειστικά καλύπτονται από το Νόμο, περιέχονται ρητά στον συνημμένο στο Νόμο Πίνακα, και είναι τα ακόλουθα: «
- Μαλλιά πλεξίματος, είδη ιματισμού και συμπληρώματα ενδύσεως και άλλα έτοιμα είδη που προέρχονται από υφαντικές ύλες.
- Είδη υποδήσεως.
- Οικιακός εξοπλισμός, περιλαμβανομένων παντός είδους συσκευών, ηλεκτρικών ή μη.
- Έπιπλα απ' οποιοδήποτε υλικό και για οποιοδήποτε σκοπό». Το άρθρο 26 του Συντάγματος προνοεί τα ακόλουθα: «
- Έκαστος έχει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως. Τούτο υπόκειται εις όρους, περιορισμούς ή δεσμεύσεις τιθεμένους επί τη βάσει των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. Νόμος θέλει προβλέψει διά την πρόληψιν εκμεταλλεύσεως υπό προσώπων, άτινα διαθέτουσιν ιδιάζουσαν οικονομική ισχύν». Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας του Α.Ν. Λοίζου, σελ. 167, «η ελευθερία του συμβάλλεσθαι περιλαμβάνει την επιλογή του αντισυμβαλλομένου, την προσχώρηση ή μη σε σύμβαση, τη διαμόρφωση του περιεχομένου της συμφωνίας καθώς και την καταγγελία της σύμβασης. Οι μόνοι όροι, περιορισμοί ή δεσμεύσεις που μπορεί να επιβληθούν στην άσκηση του δικαιώματος, όπως ρητά ορίζεται στο ίδιο το Άρθρο 26.1, είναι εκείνοι οι οποίοι τίθενται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων.» Δεν υιοθετώ τη θέση της υπεράσπισης ότι το άρθρο 3
(1)του Νόμου 34/90 περιέχει απαγόρευση, παρόλο που αυτή είναι η λέξη που χρησιμοποιείται στο Νόμο, καθότι δεν απαγορεύει γενικά και καθολικά την πώληση σε τιμές εκπτώσεων. Είναι πρόδηλο από τις διατάξεις του άρθρου αυτού ότι εκείνο που κάνει είναι να ρυθμίσει και καθορίσει τη χρονική περίοδο της πώλησης σε τιμές εκπτώσεων και τα είδη των εμπορευμάτων τα οποία καλύπτονται από τις διατάξεις του Νόμου. Επομένως, στην ουσία το άρθρο 3
(1)του Νόμου 34/90 προσδιορίζει τη χρονική περίοδο της πώλησης σε τιμές εκπτώσεων και τα είδη των εμπορευμάτων που πωλούνται σε τιμές εκπτώσεων. Πριν ασχοληθώ με την ουσία του θέματος κατά πόσο το άρθρο 3
(1)αντιβαίνει τις πρόνοιες του άρθρου 26 του Συντάγματος, θεωρώ σκόπιμο να ασχοληθώ με τη βάση του επιχειρήματος της υπεράσπισης. Το επιχείρημα της υπεράσπισης είναι ότι η εφαρμογή του άρθρου 3
(1)του Νόμου 34/0 οδηγεί σε παράλογα και σαφώς αντισυνταγματικά αποτελέσματα, με παραπομπή σε διάφορα παραδείγματα: «(α) Αν ο καταναλωτής διατυπώσει την προθυμία του να αγοράσει συγκεκριμένο προϊόν σε χαμηλότερη τιμή από αυτή που καταγράφεται στο προϊόν, γιατί θεωρεί ότι αυτή είναι ψηλή ή γιατί υπάρχει σε άλλο κατάστημα το ίδιο ή ανάλογο προϊόν σε φθηνότερη τιμή, ο έμπορος απαγορεύεται να το πωλήσει πιο φθηνά με έκπτωση. (β) Δεν είναι νόμιμο για τον έμπορο να πωλήσει, ούτε στους ίδιους τους υπαλλήλους του πιο φθηνά τα εμπορεύματα στα πλαίσια οποιωνδήποτε σχεδίων ευημερίας, των εργοδοτουμένων του. (γ) Δεν είναι νόμιμο για τον έμπορο να παρέχει έκπτωση σε ειδικές τάξεις ατόμων όπως πολύτεκνους, μαθητές, στρατιώτες κ.ά. (δ) Δεν είναι νόμιμο για τον έμπορο, να παρέχει σε τακτικούς πελάτες του, ως κίνητρο, ή ως ανταμοιβή, εκπτώσεις στα εμπορεύματα του». Αρχικά επαναλαμβάνω ότι δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να διερευνήσει τη λογική ή όχι της εφαρμογής του Νόμου, στο πλαίσιο εξέτασης αντισυνταγματικότητας αυτού, όπως αναφέρθηκε στις υποθέσεις Parapanou v. Charalambous (ανωτέρω) και Xenophontos v. Police (ανωτέρω). Εν πάση περιπτώσει αυτή η εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνη. Η επιλογή μίας επιχείρησης να προσφέρει σε κάποια μερίδα του καταναλωτικού κοινού «προνόμια» ή «ωφελήματα», όπως προιόντα σε πιο χαμηλές τιμές σε πολύτεκνες οικογένειες ή στρατιώτες ή ακόμα στους υπαλλήλους της, μπορεί να επιτευχθεί με άλλους τρόπους προώθησης και πώλησης των προιόντων αυτών, και όχι σε τιμές εκπτώσεων, και μάλιστα με μεθόδους που δεν αποτελούν αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και απαγορεύονται από το Νόμο 103(Ι)/2007 και την Ευρωπαική Οδηγία 2005/29/ΕΚ, για να προστατεύσει τον καταναλωτή. Η απόφαση στην Αναφορά Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1997)3 Α.Α.Δ. 36 ασχολείται εκτεταμένα με το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι που κατοχυρώνει το άρθρο 26 του Συντάγματος και τη δυνατότητα περιορισμού του. Τα ακόλουθα αποσπάσματα είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικά: «Η ελευθερία του "συμβάλλεσθαι" αποτελεί έκφραση αυτής τούτης της ελευθερίας του ανθρώπου, όπως υποστηρίζει η Ελληνική νομολογία και ερμηνευτικά συγγράμματα του Συντάγματος της Ελλάδος του 1952 - (Βλ. Σβώλος και Βλάχος - "Το Σύνταγμα της Ελλάδος", 1954, Τόμος Α, σελ. 325 - 326 και 333 - 334). Το Κυπριακό Σύνταγμα κατοχυρώνει την ελευθερία του "συμβάλλεσθαι" ως θεμελιώδες δικαίωμα του ατόμου - (Άρθρο 26.1). ........ Στην υπόθεση Constantinos Chimonides v. Evanthia K. Manglis
(1967)1 C.L.R. 125, το Ανώτατο Δικαστήριο ήταν διαιρεμένο ως προς την εμβέλεια της ελευθερίας του "συμβάλλεσθαι" και συγκεκριμένα, κατά πόσο το δικαίωμα καλύπτει, εκτός από τη σύναψη της συμφωνίας και όλων όσων σχετίζονται με αυτή και την εκτέλεσή της. Το ελεύθερο του "συμβάλλεσθαι" περιλαμβάνει, όπως εξηγείται στο σύγγραμμα του Καθηγητή Δαγτόγλου το "Συνταγματικό Δίκαιο, Ατομικά Δικαιώματα Β", σελ. 998, την ελευθερία της- (α) επιλογής του αντισυμβαλλομένου, (β) προσχώρησης ή μη σε σύμβαση, (γ) διαμόρφωσης του περιεχομένου της συμφωνίας∙ και (δ) καταγγελίας της σύμβασης. (Στην Chimonides, (ανωτέρω), διατυπώθηκαν διϊστάμενες απόψεις κατά πόσο καλύπτεται και αυτή η πτυχή του δικαιώματος από το Άρθρο 26.1. ....... Στην Κύπρο, η νομολογία αναγνωρίζει ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες του ατόμου επενεργούν και προστατεύονται έναντι πάντων - (βλ. μεταξύ άλλων Police v. Georghiades
(1983)2 C.L.R. 33 και Αστυνομίας ν. Γιάλλουρου
(1992)2 Α.Α.Δ. 147). Η ελευθερία του "συμβάλλεσθαι" είναι ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου, το οποίο, όπως και κάθε άλλο θεμελιώδες δικαίωμα, προστατεύεται έναντι πάντων. Όπου το Σύνταγμα κατοχυρώνει παράλληλα δικαιώματα, αυτά ερμηνεύονται και εφαρμόζονται με τρόπο ο οποίος να εναρμονίζει τους συναλλήλους σκοπούς τους - (βλ. In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 329∙ Δημοκρατία ν. Ford και Άλλων - (Νομικά Ερωτήματα 305 και 306 - 11/7/1995).» Χρήσιμη αναφορά γίνεται επίσης στις υποθέσεις Saba, Kypris & Co and another v. The Republic
(1980)3 C.L.R. 149, Γ. Κίρζης και Σία Λτδ v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1989)3Γ Α.Α.Δ. 1899, Ζαχαρίας Σταύρου Ζαχαριάδης Λτδ v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1997)4Γ Α.Α.Δ. 1527, Πιττάρα v. Cosmos (Cyprus) Insurance Co Ltd
(1998)1A A.Α.Δ. 193, και G. E. Global Communications Ltd v. Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου
(2001)4Β Α.Α.Δ.
- Τέλος, αναφέρω την πιο πρόσφατη υπόθεση Lextalionis Investments Ltd v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 57/2007, ημερ. 24.
- 2010, στην οποία μάλιστα γίνεται για ακόμα μία φορά παραπομπή στην υπόθεση Constantinos Chimonides v. Evanthia K. Manglis (ανωτέρω) όπου κρίθηκε ότι το άρθρο 26 του Συντάγματος διασφαλίζει μόνο το δικαίωμα σύναψης συμβάσεων και όχι τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτές. Είναι εμφανές από τις πιο πάνω νομικές αρχές ότι το άρθρο 26.1 του Συντάγματος θα πρέπει να ιδωθεί στο πλαίσιο των όρων και περιορισμών που τίθενται γενικά από το δίκαιο των συμβάσεων. Δεν ικανοποιούμαι ότι ο καθορισμός της χρονικής περιόδου των εκπτώσεων που αφορά όλες τις επιχειρήσεις που πωλούν τα εμπορεύματα που καλύπτονται από το Νόμο, παραβαίνει τις πρόνοιες του άρθρου 26 του Συντάγματος. Ο Νόμος ουσιαστικά ρυθμίζει και προσδιορίζει το χρονικό πλαίσιο της πώλησης σε τιμή έκπτωσης έτσι ώστε αυτό να καθίσταται γνωστό και σαφές τόσο στον καταναλωτή όσο και στην επιχείρηση, χωρίς όμως να δημιουργεί οποιαδήποτε υποχρέωση στην επιχείρηση να εφαρμόσει την εν λόγω νομοθετική πρόνοια κατά τη διάρκεια της καθορισμένης από το Νόμο χρονικής περιόδου. Αντίθετα, η πρόνοια αυτή παρέχει την ευχέρεια στην επιχείρηση να επιλέξει κατά πόσο θα υιοθετήσει αυτή την πρακτική πώλησης σε τιμές έκπτωσης κατά την εν λόγω χρονική περίοδο, ποια εμπορεύματα από αυτά που καλύπτονται από το Νόμο θα πωλούνται σε τιμές έκπτωσης και ποια θα είναι η τιμή έκπτωσης τους καθ' όλη τη διάρκεια της χρονικής περιόδου των εκπτώσεων. Επομένως, ουσιαστικά η ρύθμιση της χρονικής περιόδου πώλησης των εμπορευμάτων σε τιμές εκπτώσεων, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 3
(1)του Νόμου 34/90, δεν αποτελεί περιορισμό που αντιβαίνει τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Πριν προβώ στην τελική μου κατάληξη επί του θέματος, επιθυμώ να σχολιάσω την απόφαση στην υπόθεση Α. Μ. Παπακυριακού Λτδ v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 397. Η εν λόγω απόφαση ουδόλως ασχολείται με το θέμα της πώλησης σε τιμές εκπτώσεων, αλλά αντίθετα αναγνωρίζει τη δυνατότητα του κοινού να αγοράσει σε τιμές εκπτώσεων και γι΄ αυτό καταλήγει ότι η διαφήμιση της πώλησης σε τιμές εκπτώσεων είναι αντισυνταγματική ως αντιβαίνουσα βέβαια τις πρόνοιες άλλου άρθρου του Συντάγματος, του άρθρου 19, που διασφαλίζει την ελευθερία έκφρασης. Ακόμα η απόφαση του Εφετείου απορρίπτει ότι η συγκεκριμένη πρόνοια προστατεύει τους καταναλωτές, εφόσον η πώληση σε τιμές εκπτώσεων επιτρέπεται (η υπογράμμιση είναι δική μου),ούτε και αποδέχθηκε ότι αυτή η πρόνοια προστατεύει τα συμφέροντα των εμπόρων ανταγωνιστών, γιατί ο όρος του άρθρου 19 «δικαιώματα άλλων» περιορίζεται σε δικαιώματα και όχι απλά συμφέροντα που δεν προστατεύονται ειδικά από το δίκαιο. Ως εκ τούτου η εν λόγω απόφαση δεν αφορά τα ίδια επίδικα θέματα, δεν έχει οποιαδήποτε σύνδεση με αυτά, ούτε και μπορεί να αποτελέσει καθοδήγηση στα υπό κρίση ερωτήματα που έχουν σχέση με την συνταγματικότητα της πρόνοιας του άρθρου 3
(1)που αφορά την πώληση σε τιμές εκπτώσεων και τα άρθρα 26 και 28 του Συντάγματος. Η οποιοδήποτε χρήση αυτής έγκειται μόνο στην αναγνώριση του δικαιώματος πώλησης σε τιμές εκπτώσεων, το οποίο θεωρήθηκε ως δεδομένο χωρίς να αμφισβητηθεί. Επομένως, καταλήγω ότι οι πρόνοιες του άρθρου 3
(1)του Νόμου 34/90 αναφορικά με τον καθορισμό της χρονικής περιόδου των εκπτώσεων δεν αντίκεινται στο άρθρο 26 του Συντάγματος, για τον λόγο ότι αυτές συνάδουν με τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Περαιτέρω, ήταν η εισήγηση της υπεράσπισης ότι ο Νόμος είναι αντίθετος με το άρθρο 28 του Συντάγματος καθότι περιορίζει την αρχή της ισότητας, εφόσον έμποροι των εμπορευμάτων που δεν καλύπτονται από το Νόμο μπορούν να πωλούν σε τιμές εκπτώσεων όποτε το θελήσουν, χωρίς χρονικό περιορισμό, σε αντίθεση με τους έμπορες των εμπορευμάτων που ρητά καλύπτονται από το Νόμο και οι οποίοι δικαιούνται να πουλήσουν σε τιμές εκπτώσεων μόνο κατά την καθορισμένη από το Νόμο χρονική περίοδο. Το άρθρο 28 του Συντάγματος προνοεί τα ακόλουθα: «
- Πάντες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, της διοικήσεως και της δικαιοσύνης και δικαιούνται να τύχωσιν ίσης προστασίας και μεταχειρίσεως.
- Έκαστος απολαύει πάντων των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των προβλεπομένων υπό του Συντάγματος άνευ ουδεμίας δυσμενούς διακρίσεως αμέσου ή εμμέσου εις βάρος οιουδήποτε ατόμου ένεκα της κοινότητος, της φυλής, του χρώματος, της θρησκείας, της γλώσσας, του φίλου, των πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, της εθνικής ή κοινωνικής καταγωγής, της γεννήσεως, του πλούτου, της κοινωνικής τάξεως αυτού ή ένεκα οιουδήποτε άλλου λόγου, εκτός εάν διά ρητής διατάξεως του Συντάγματος ορίζεται το αντίθετον». Χρήσιμη ανάλυση της αρχής της ισότητας που διασφαλίζεται με το άρθρο 28 του Συντάγματος γίνεται στην υπόθεση Αντωνίου v. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.ά.
(1997)3 Α.Α.Δ. 441, και στο ακόλουθο απόσπασμα: «Ήδη από την υπόθεση Argiris Mikrommatis and the Republic 2 R.S.C.C. 125, αποφασίστηκε ότι η έννοια "ίσοι ενώπιον του νόμου" του Άρθρου 28.1 του Συντάγματος, δε μεταδίδει την έννοια της ακριβούς αριθμητικής ισότητας, αλλά εξασφαλίζει εναντίον των αυθαίρετων διαφοροποιήσεων, ενώ δεν αποκλείει εύλογες διακρίσεις που πρέπει να γίνονται λόγω της ουσιαστικής φύσης των πραγμάτων. Επίσης η έννοια "άνευ διακρίσεως" της παραγρ. 2 του άρθρου 28 δεν αποκλείει εύλογες διαφοροποιήσεις. Στην υπόθεση Republic v. Maria Christoudia and Another
(1988)2 C.L.R. 2622, τονίστηκε ότι το Άρθρο 28 του Συντάγματος διασφαλίζει το δικαίωμα ισότητας, ενσωματώνει δε την αρχή της μη δυσμενούς διάκρισης. Δεν απαγορεύει όμως διακρίσεις στη μεταχείριση που θεμελιώνονται σε αντικειμενική εκτίμηση ουσιαστικά διαφορετικών πραγματικών καταστάσεων που βασίζεται στο δημόσιο συμφέρον. Η αρχή της ισότητας του Άρθρου 28 παραβιάζεται μόνο όταν η διαφοροποίηση δε βασίζεται σε αντικειμενική και εύλογη διάκριση (Melis Kyriakides v. Republic
(1969)3 C.L.R. 390). H ύπαρξη μιας τέτοιας αιτιολόγησης θα πρέπει να εξετάζεται σε σχέση με το σκοπό του υπό εξέταση μέτρου, έχοντας πάντα κατά νου τις αρχές που συνήθως ισχύουν σε δημοκρατικές κοινωνίες. Το Άρθρο 28 παραβιάζεται όταν αποδεικνύεται καθαρά ότι δεν υπάρχει εύλογη αναλογία μεταξύ των μέσων που χρησιμοποιούνται και του σκοπού που επιδιώκεται να επιτευχθεί. Επισημαίνεται επίσης ότι μόνη η ισότητα στην αντιμετώπιση, χωρίς να λαμβάνεται υπ' όψη η ανισότητα των πραγματικοτήτων, δε συνιστά ούτε δικαιοσύνη, ούτε σεβασμό της συνταγματικής αρχής. Όπου σκοποί, πρόσωπα ή καταστάσεις, ουσιαστικά ανόμοιες, τυγχάνουν όμοιας μεταχείρισης, τότε δυνατόν να δημιουργείται δυσμενής διάκριση. Η αρχή της ισότητας αναγκαστικά είναι μια σχετική αρχή, η εφαρμογή της οποίας αναπόφευκτα εξαρτάται από τις πραγματικότητες που ισχύουν στο συγκεκριμένο χρόνο και βασίζεται στην ανάγκη ίσης μεταχείρισης εκείνων που ουσιαστικά βρίσκονται στην ίδια κατάσταση (Panayiotis Christodoulou and Others v. Republic
(1983)3 C.L.R. 1361). Η διάκριση μεταξύ πολιτικών μηχανικών από τη μια και αρχιτεκτόνων εξ επαγγέλματος από την άλλη, κρίθηκε εύλογα επιτρεπτή ως αναγκαίος περιορισμός για το συμφέρον, μεταξύ άλλων της δημόσιας ασφάλειας και του δημοσίου συμφέροντος (βλ. Joseph Hadjiloukas v. The Board for Registration of Architects and Civil Engineers
(1966)3 C.L.R. 666). Τα Άρθρο 28 δεν απαγορεύει διακρίσεις που βασίζονται σε αντικειμενική εκτίμηση ουσιαστικά διαφορετικών αντικειμένων και οι οποίες εδράζονται στο δημόσιο συμφέρον, φέρουν δε ισοζύγιο μεταξύ του γενικού συμφέροντος της πολιτείας και των δικαιωμάτων και ελευθεριών του πολίτη. Η αρχή της ισότητας παραβιάζεται μόνο αν η διάκριση δεν είναι αντικειμενική και εύλογη (Παύλος Παύλου ν. Γενικού Εφόρου Εκλογών και Άλλου
(1987)1 C.L.R. 252). Στην ίδια απόφαση αναφέρεται ότι το Άρθρο 28 συναρτά την ισότητα με την ουσιαστική ομοιογένεια μεταξύ πραγμάτων και καταστάσεων, σε αντίθετη με τη φαινομενική ή αριθμητική εξίσωσή τους. Η διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη είναι πολύ ευρεία (βλέπε μεταξύ άλλων Χαρ. Ι. Φιλιππίδης και Υιοί Λτδ ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 1935, ημερ. 30.9.1997 και Ανδρέας Σεργίδης ν. Δημοκρατίας
(1991)1 Α.Α.Δ. 119).» Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν και εφαρμόστηκαν σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Papanicolopoulos and others v. Morphou Co - Operative Credit Society
(1986)1 C.L.R. 288, Pantazi v. BATA (Cyprus) Ltd
(1987)1 C.L.R. 350 και Παύλου κ.ά. v. Γενικού Εφόρου Εκλογών κ.ά.
(1987)1 C.L.R. 252. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η υπόθεση Εταιρεία Ανδρόνικος Βασιλειάδης & Υιοί Λτδ κ.ά. v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 715, η οποία αφορούσε το θέμα της συνταγματικότητας του άρθρου 4 του περί Βοηθών Καταστημάτων Νόμου, Κεφ. 185, που ρυθμίζει τις ώρες λειτουργίας των καταστημάτων. Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κατά πλειοψηφία, διαφωνούντος του κ. Χ"Χαμπή, υιοθέτησε την υπόθεση Γεωργίου κ.ά. v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 616, στην οποία κρίθηκε κατά πλειοψηφία, διαφωνούντος του ίδιου Δικαστή, ότι «είναι συνταγματικά παραδεκτοί περιορισμοί του δικαιώματος εργασίας, ρυθμιστικοί των ωρών και ημερών λειτουργίας των καταστημάτων, χάριν του δημόσιου συμφέροντος. Το κριτήριο για τον έλεγχο της συνταγματικότητας περιορισμών στην άσκηση κατοχυρωμένων δικαιωμάτων και ελευθεριών είναι, όπως αναφέρεται στην ίδια απόφαση, το ακόλουθο:- «Περιορισμοί στην άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου κρίνονται πάντα αυστηρά. Η επιβολή τους πρέπει να καταφαίνεται ως απόλυτα αναγκαία και η έκταση του περιορισμού δεν πρέπει να είναι μεγαλύτερη απ΄ ό,τι είναι απαραίτητο για την προαγωγή του σκοπού χάριν του οποίου επιβάλλεται.» Η απόφαση στην εν λόγω υπόθεση είναι ότι οι περιορισμοί είναι δικαιολογημένοι χάριν του δημόσιου συμφέροντος και ότι ο λόγος εξαίρεσης των καταστημάτων που βρίσκονται στις τουριστικές περιοχές είναι η εξυπηρέτηση τουριστικών αναγκών, επομένως η διαφορετική μεταχείριση των περιοχών έχει εύλογο και αντικειμενικό έρεισμα και έγινε για το ευρύτερο δημόσιο συμφέρον. Ως εκ τούτου οι περιορισμοί που τίθενται στο άρθρο 4 του Κεφ. 185 δεν κρίθηκαν αντισυνταγματικοί. Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, το γεγονός ότι το άρθρο 3
(1)απαγορεύει την πώληση σε τιμές εκπτώσεων μόνο για τα εμπορεύματα που καθορίζονται ρητά στο Νόμο, και συγκεκριμένα στον συνημμένο Πίνακα, από μόνο του δεν οδηγεί σε συμπέρασμα ότι παραβιάζει την αρχή της ισότητας. Τα εμπορεύματα που περιέχονται στον εν λόγω Πίνακα εκτίθενται πιο πάνω. Είναι πρόδηλο ότι τα εμπορεύματα που καλύπτονται από το Νόμο 34/90 είναι εμπορεύματα που αφορούν τις πρώτες και βασικές ανάγκες του ανθρώπου αναφορικά με την ενδυμασία και υπόδηση του και τον οικιακό εξοπλισμό του. Με γνώμονα τον σκοπό του Νόμου, που είναι η προστασία του καταναλωτή, ο διαχωρισμός αυτός που καλύπτει τα συγκεκριμένα είδη έγινε για το δημόσιο συμφέρον στην εξασφάλιση και προώθηση των δικαιωμάτων των καταναλωτών να αγοράσουν αυτά τα είδη σε τιμές εκπτώσεων. Προς την εξυπηρέτηση αυτού του συμφέροντος, συναρτάται η ευχέρεια και δυνατότητα των καταναλωτών να προμηθευτούν αυτά τα είδη σε πιο χαμηλές τιμές σε καθορισμένες χρονικές περιόδους. Με αυτά τα δεδομένα θεωρώ ότι η αρχή της ισότητας που διασφαλίζεται με το άρθρο 28 του Συντάγματος δεν παραβιάζεται στην υπό κρίση περίπτωση καθότι αυτή η διάκριση έχει αντικειμενική και εύλογη δικαιολογία. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Παύλου κ.ά. v. Γενικού Εφόρου Εκλογών κ.ά. (ανωτέρω), η διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη είναι πλατιά και δεν διαπιστώνεται υπέρβαση των ακραίων ορίων που δικαιολογεί η ανομοιογένεια μεταξύ προσώπων και πραγμάτων, έτσι ώστε το Δικαστήριο να καταλήγει ότι οι αρχές του άρθρου 28 δεν παραβιάζονται. Επομένως, καταλήγω ότι το άρθρο 3
(1)του Νόμου 34/90 δεν παραβιάζει τα άρθρα 26 και 28 του Συντάγματος. Εφόσον ο Νόμος 34/90 κρίθηκε από το Δικαστήριο ότι είναι σε εφαρμογή, αυτό καλείται τώρα να εξετάσει κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων στον απαιτούμενο βαθμό. Τα γεγονότα που αφορούν την υπό κρίση υπόθεση έχουν κατατεθεί εκ συμφώνου από τις δύο πλευρές, και έτσι δεσμεύουν τόσο αυτές όσο και το Δικαστήριο. Επομένως, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι, δυνάμει του Νόμου 34/90, η χρονική χειμερινή περίοδος των εκπτώσεων για το έτος 2009 είχε ως ημερομηνία έναρξης την 7η Ιανουαρίου 2009 και ως ημερομηνία λήξης την 21η Φεβρουαρίου 2009, όπως αυτή καθορίστηκε δυνάμει της Κ.Δ.Π. 1/2009, Τεκμήριο
- Περαιτέρω, σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι στις 21.12.2009, η πρώτη κατηγορουμένη πωλούσε είδη ένδυσης σε τιμές εκπτώσεων. Είναι προφανές ότι η επίδικη ημερομηνία δεν εμπίπτει εντός της καθορισμένης από το Νόμο χρονικής χειμερινής περιόδου των εκπτώσεων για το έτος 2009, όπως αυτή καθορίστηκε δυνάμει της Κ.Δ.Π. 1/
- Με βάση τα παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης, αποτελεί επίσης κοινό έδαφος ότι στην υπό κρίση υπόθεση δεν εφαρμόζεται οποιαδήποτε εξαίρεση με βάση το άρθρο 4 του Νόμου, ούτε βέβαια και έγινε τέτοια εισήγηση από την πλευρά της υπεράσπισης. Επομένως, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, το είδος των εμπορευμάτων που η πρώτη κατηγορουμένη πωλούσε κατά την επίδικη ημερομηνία σε τιμές εκπτώσεων εμπίπτει εντός του Νόμου. Αυτό άλλωστε αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός. Η κατηγορουμένη εταιρεία 1, όπως φαίνεται από το κατηγορητήριο, είναι νομικό πρόσωπο που καλύπτεται από τις πρόνοιες του Νόμου 34/90, κάτι το οποίο αποτέλεσε κοινό έδαφος από τις δύο πλευρές. Σημειώνω ότι η ερμηνεία του όρου «επιχείρηση» περιέχεται στο άρθρο 2 του Νόμου. Άλλωστε αυτό διαφαίνεται μέσα από την τελική εισήγηση της υπεράσπισης ότι, ανεξάρτητα της απόφασης για την κατηγορουμένη 1, οι κατηγορούμενοι 2 και 3 δεν υπέχουν ευθύνη με βάση τις πρόνοιες του Νόμου. Επομένως, καταλήγω ότι η πρώτη κατηγορουμένη, κατά την επίδικη ημερομηνία, που ήταν εκτός της καθορισμένης από το Νόμο χρονικής περιόδου, πωλούσε εμπορεύματα, που καλύπτονται από το Νόμο, σε τιμές έκπτωσης, κατά παράβαση του άρθρου 3
(1)αυτού. Όπως αναφέρεται και πιο πάνω, η ποινική ευθύνη αποδίδεται στο άρθρο 6 του Νόμου. Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 6
(1)(β) του Νόμου, η πρώτη κατηγορουμένη, που είναι το νομικό πρόσωπο της επιχείρησης, ευθύνεται ποινικά για τη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος και η ενοχή της έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Με βάση και πάλι τα παραδεκτά γεγονότα, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο δεύτερος κατηγορούμενος ήταν διευθυντής και υπάλληλος της πρώτης κατηγορουμένης, ενώ ο τρίτος κατηγορούμενος ήταν μόνο υπάλληλος αυτής. Σύμφωνα και πάλι με τις πρόνοιες του άρθρου 6
(1)(β), ποινική ευθύνη για τη διάπραξη του αδικήματος υπέχουν και «τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου αυτού ή, αν ελλείπουν αυτά, οι διευθύνοντες σύμβουλοι του νομικού προσώπου, εκτός αν αυτοί αποδείξουν ότι δεν μετείχαν με πράξη ή παράλειψη τους στη διάπραξη του αδικήματος». Παρόλο που δεν δόθηκαν περαιτέρω διευκρινίσεις αναφορικά με την ιδιότητα του δεύτερου κατηγορούμενου ως διευθυντή της πρώτης κατηγορουμένης, είναι εμφανές ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, ως διευθυντής της πρώτης κατηγορουμένης κατά τον επίδικο χρόνο, υπέχει επίσης ποινική ευθύνη εκτός αν ο ίδιος αποδείξει ότι δεν μετείχε με οποιονδήποτε τρόπο στη διάπραξη του αδικήματος. Η εν λόγω νομοθετική πρόνοια μεταθέτει το βάρος απόδειξης στον δεύτερο κατηγορούμενο να αποδείξει τη μη συμμετοχή του στην αξιόποινη πράξη της πρώτης κατηγορουμένης. Ο δεύτερος κατηγορούμενος όμως δεν πρόσφερε μαρτυρία, και επομένως θεωρώ ότι απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που είχε, και επομένως υπέχει και αυτός ποινική ευθύνη για τη διάπραξη του αδικήματος. Τέλος, ο τρίτος κατηγορούμενος ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο υπάλληλος της πρώτης κατηγορουμένης. Η περίπτωση του υπαλλήλου καλύπτεται από το άρθρο 8 του Νόμου, το οποίο αναφέρει: «8. Σε ποινική διαδικασία για αδίκημα που διαπράττεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο αν αποδείξει ότι κατά τη διάπραξη του αδικήματος- (α) Τελούσε σε υπαλληλική σχέση προς τον εργόδοτη∙ και (β) είχε ενεργήσει καλόπιστα υπακούοντας σε οδηγίες ή εντολές του εν λόγω εργοδότη». Και πάλι ο Νόμος μεταθέτει το βάρος απόδειξης στους ώμους του τρίτου κατηγορούμενου να αποδείξει όχι μόνο την υπαλληλική του σχέση, η οποία αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός, αλλά επίσης ότι είχε ενεργήσει καλόπιστα υπακούοντας σε οδηγίες ή εντολές του εργοδότη του. Εν όψει της μη προσκόμισης οποιασδήποτε μαρτυρίας από την υπεράσπιση, κρίνω ότι ο τρίτος κατηγορούμενος δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε και επομένως έχει ποινική ευθύνη για τη διάπραξη του αδικήματος. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι ανεξάρτητα του γεγονότος ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος υπέχει ποινική ευθύνη ως διευθυντής της πρώτης κατηγορούμενης, στην περίπτωση που κριθεί με βάση την ιδιότητα του ως υπαλλήλου, η ίδια κατάληξη είναι αναπόφευκτη με βάση τα όσα ισχύουν για τον τρίτο κατηγορούμενο. Η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 δεν υπέχουν ποινική ευθύνη επειδή διατηρούσαν σχέση εξαρτημένης εργοδότησης, που αποτελεί υπεράσπιση δυνάμει του άρθρου 8 του Νόμου, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται πιο πάνω, η ύπαρξη σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου δεν συνεπάγεται αυτόματα απαλλαγή της ποινικής ευθύνης, καθότι το άρθρο 8 θέτει τις προυποθέσεις για να ισχύει αυτή η υπεράσπιση και μάλιστα μεταθέτοντας το βάρος απόδειξης στον ίδιο τον υπάλληλο. Εν όψει όλων όσων αναφέρονται πιο πάνω, ικανοποιούμαι ότι η Κατηγορούσα Αρχή κατάφερε να αποδείξει την υπόθεση εναντίον και των 3 κατηγορουμένων στον απαιτούμενο βαθμό. Ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 κρίνονται ένοχοι στην κατηγορία που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) ................. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Αναφορά: Πώληση εμπορευμάτων σε τιμές εκπτώσεων cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο