← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ermes Department Stores Plc κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 19397/09, 22.7.2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ermes Department Stores Plc κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 19397/09, 22.7.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B154 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 19397/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν.

  1. Ermes Department Stores Plc
  2. Γιώργου Ανηλιάδη
  3. Αντρέα Κωνσταντίνου Κατηγορουμένων ---------------------------------- Ημερομηνία: 22.7.2011 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αβρααμίδης Κατηγορούμενοι παρόντες, γι' αυτούς: κ. Ηλιάδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν το ακόλουθο κατηγορητήριο: « ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. κατηγορίας 1 Πώληση εμπορευμάτων σε τιμές εκπτώσεως εκτός των χρονικών περιόδων που καθορίζει ο Νόμος, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3

(1), 5 και 6 του Περί Προϋποθέσεων Διαφήμισης ή Αναγγελίας Πώλησης Εμπορευμάτων σε Τιμές Εκπτώσεων Νόμου του 1990 Νόμος 34/1990 όπως τροποποιήθηκε και ΚΔΠ 1/
  1. Άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  2. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Oι κατηγορούμενοι την 30η Δεκεμβρίου, 2008, στη Λεμεσό, της επαρχίας Λεμεσού, πωλούσαν εμπορεύματα, δηλαδή, είδη ένδυσης σε τιμές εκπτώσεων εκτός της επιτρεπόμενης υπό του νόμου χρονικής περιόδου. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 2 Πώληση εμπορευμάτων σε τιμές εκπτώσεως εκτός των χρονικών περιόδων που καθορίζει ο Νόμος, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1), 5 και 6 του περί Προϋποθέσεων Διαφήμισης ή Αναγγελίας Πώλησης Εμπορευμάτων σε Τιμές Εκπτώσεων Νόμου του 1990 Νόμος 34/1990 όπως τροποποιήθηκε και ΚΔΠ 1/
  1. Άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  2. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Οι κατηγορούμενοι την 13η Δεκεμβρίου, 2008, στη Λεμεσό, της επαρχίας Λεμεσού, πωλούσαν εμπορεύματα, δηλαδή, είδη ένδυσης σε τιμές εκπτώσεων εκτός της επιτρεπόμενης υπό του νόμου χρονικής περιόδου. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 3 Πώληση εμπορευμάτων σε τιμές εκπτώσεως εκτός των χρονικών περιόδων που καθορίζει ο Νόμος, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1), 5 και 6 του Περί Προϋποθέσεων Διαφήμισης ή Αναγγελίας Πώλησης Εμπορευμάτων σε Τιμές Εκπτώσεων Νόμου του 1990 Νόμος 34/1990 όπως τροποποιήθηκε και ΚΔΠ 1/
  1. ΄Αρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  2. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Οι κατηγορούμενοι την 23η Δεκεμβρίου, 2008, στη Λεμεσό, της επαρχίας Λεμεσού, πωλούσαν εμπορεύματα, δηλαδή, είδη ένδυσης σε τιμές εκπτώσεων εκτός της επιτρεπόμενης υπό του νόμου χρονικής περιόδου.» Τα ακόλουθα γεγονότα έχουν δηλωθεί από κοινού παραδεκτά: Πρώτο, ότι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης είναι ως οι λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών. Δεύτερο, ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 είναι εργοδοτούμενοι στην κατηγορούμενη εταιρεία 1, με σχέση εξηρτημένης απασχόλησης. Τρίτο, το περιεχόμενο του διατάγματος του Υπουργού Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, ημερομηνίας 31 Δεκεμβρίου 2008 (βλ. Κ.Δ.Π.1/2009 - τεκμήριο 1 -) δυνάμει του οποίου ορίζεται ως ημερομηνία έναρξης της χειμερινής περιόδου των εκπτώσεων για το 2009, η 7η Ιανουαρίου 2009 και ως ημερομηνία λήξης, η 21η Φεβρουαρίου,
  3. Καλούμαι να αποφασίσω για τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης των κατηγορούμενων, αποκλειστικά, στη βάση των παραπάνω παραδεκτών γεγονότων, αφού, η κατηγορούσα αρχή, δεν παρουσίασε κανένα μάρτυρα προς απόδειξη των κατηγοριών, ενώ, οι κατηγορούμενοι, αφού κλήθηκαν σε απολογία και τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματά τους, επέλεξαν το δικαίωμα της σιωπής. Η υπεράσπιση των τριών κατηγορουμένων έναντι των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν είναι σαφώς νομική. Για λόγους που εκτίθενται στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου δικηγόρου τους, σε συνδυασμό με αυτά που ο κ. Ηλιάδης ανάφερε προφορικά στο Δικαστήριο, οι κατηγορούμενοι εισηγούνται ότι θα πρέπει να αθωωθούν για τους εξής λόγους: Πρώτο, επειδή οι πρόνοιες του περί των Προϋποθέσεων Διαφήμισης ή Αναγγελίας Πώλησης Εμπορευμάτων σε Τιμές Εκπτώσεων Νόμου του 1990 (Ν.34/90)που αποτελεί και τη νομική βάση των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν αντίκειται στην Οδηγία 2005/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 11ης Μαΐου, 2005, η οποία αφορά τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά κ.ο.κ.. Η Οδηγία αυτή εφαρμόστηκε αυτούσια στην Κύπρο, με τον περί Αθέμιτων Εμπορικών Πρακτικών των Επιχειρήσεων προς τους Καταναλωτές Νόμο του 2007 (Ν.103
(1)/07). Δεύτερο, επειδή οι πρόνοιες του Νόμου 34/90, ανωτέρω, που δημιουργεί το αδίκημα - αντικείμενο των επίδικων κατηγοριών προσκρούουν στα Άρθρα 26 και 28 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τρίτο, οι κατηγορούμενοι 2 και 3, θα πρέπει να αθωωθούν και για τον επιπλέον λόγο, ότι, στον ουσιώδη χρόνο διατηρούσαν σχέση εξηρτημένης απασχόλησης με την κατηγορούμενη 1, γεγονός - παραδεκτό - το οποίο αποτελεί υπεράσπιση, με βάση το άρθρο 8 του Νόμου 34/90. Συνάγεται από το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου εκπρόσωπου της κατηγορούσας αρχής, ότι δε γίνεται αποδεκτός ο πρώτος λόγος για τον οποίο οι κατηγορούμενοι εισηγούνται ότι θα πρέπει να αθωωθούν, ενώ, καμιά αναφορά υπάρχει σε σχέση με τους άλλους δύο λόγους, για τους οποίους οι κατηγορούμενοι (και οι τρεις με το δεύτερο λόγο, οι 2ος και 3ος με τον τρίτο λόγο) εισηγούνται ότι θα πρέπει να αθωωθούν. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων, το οποίο ασφαλώς και λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Μια πρώτη παρατήρηση στην οποία θα ήθελα να προβώ και τούτο, για σκοπούς ορθής αναφοράς είναι ότι, ο ισχύον νόμος που δημιουργεί το αδίκημα των επίδικων κατηγοριών φέρει το συνοπτικό τίτλο «ο περί των Προϋποθέσεων Πώλησης Εμπορευμάτων σε Τιμές Εκπτώσεων Νόμος του 1990» και όχι «ο περί των Προϋποθέσεων Διαφήμισης ή Αναγγελίας Πώλησης Εμπορευμάτων σε Τιμές Εκπτώσεων Νόμος του 1990» που είναι ο αρχικός συνοπτικός τίτλος, ο οποίος εσφαλμένα αναγράφεται στην έκθεση αδικήματος των επίδικων κατηγοριών και εσφαλμένα επίσης, γίνεται αναφορά σ' αυτόν και από τους κατηγορούμενους. Αυτά παρενθετικά. Επί της ουσίας τώρα. Με την προσθήκη του νέου Άρθρου 1Α, που επέφερε στο Σύνταγμα το άρθρο 2 του περί της Πέμπτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμου του 2006 (Ν.127
(1)/06) το Ευρωπαϊκό κεκτημένο υπερισχύει των συνταγματικών διατάξεων. Στην έννοια του Ευρωπαϊκού κεκτημένου εμπίπτουν και οι Ευρωπαϊκές Οδηγίες. Έπειτα, επειδή οι κατηγορούμενοι εγείρουν θέμα αντισυνταγματικότητας των προνοιών του Νόμου 34/90 αναγκαιεί να επισημανθούν τα εξής: Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Δημητρίου
(2003)2 Α.Α.Δ.4): «Το Άρθρο 144 του Συντάγματος το οποίο, καθιερώνει τον κατασταλτικό συνταγματικό έλεγχο, ορίζει ότι εξετάζονται παρεμπιπτόντως σε αστική ή ποινική διαδικασία, θέματα που άπτονται της συνταγματικότητας νόμων εφόσον η επίλυσή τους είναι ουσιώδης για τη διάγνωση της υπόθεσης η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατ' εφαρμογή της διάταξης, πάγια είναι και η πρακτική των Δικαστηρίων να επιλαμβάνονται θέματος αντισυνταγματικότητας νόμου μόνο όταν αυτό εγείρεται από τους διαδίκους εξειδικευμένα και η απόφανση είναι απαραίτητη για την επίλυση της υπό εκδίκαση υπόθεσης. Βλ. Τhe Board for Registration of Architects & Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakides
(1966)3 C.L.R.640, The Improvement Board of Eylenja v. Constantinou
(1967)1 C.L.R.167, 183, Aθηνής ν. Δημοκρατίας
(1989)2 C.L.R.71 και Δημοκρατία ν. Kirmouyan
(1966)2 A.A.Δ.126.» Το πρώτο συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι, ως εκ της φύσης της υπεράσπισης των τριών κατηγορουμένων, αναγκαστικά θα πρέπει να εξεταστούν όλοι οι λόγοι που τη συνιστούν, αφού, είναι γεγονός, ότι, η απόφασή μου για κάθε ένα από αυτούς τους λόγους είναι απαραίτητη και άμεσα σχετική με τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης των τριών κατηγορούμενων. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό, ότι, για σκοπούς οικονομίας χώρου, στο εξής, οποιαδήποτε αναφορά στην Οδηγία 2005/29 ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία αφορά τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά κ.ο.κ., στον περί Αθέμιτων Εμπορικών Πρακτικών των Επιχειρήσεων προς τους Καταναλωτές Νόμο του 2007 (Ν.103
(1)/07) και τέλος, στον περί των Προϋποθέσεων Πώλησης Εμπορευμάτων σε Τιμές Εκπτώσεων Νόμο του 1990 (Ν.34/90)θα γίνεται με τις φράσεις «η Ευρωπαϊκή Οδηγία», «ο εναρμονιστικός Νόμος» και «ο Νόμος» αντίστοιχα. Για να καταστεί ευχερής η κατανόηση και δυνατή η εξέταση του πρώτου λόγου για τον οποίο οι κατηγορούμενοι εισηγούνται ότι θα πρέπει να αθωωθούν είναι αναγκαίο να παρατεθούν τα εξής: Προκύπτει από το κείμενο της σχετικής Ευρωπαϊκής Οδηγίας, ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προχώρησαν στην έκδοσή της, με στόχο, όπως αυτή: «..συμβάλει στην ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και στην επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών με την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές που βλάπτουν τα οικονομικά συμφέροντα των καταναλωτών (βλ. το Άρθρο 2)». Το σκεπτικό έκδοσης της Ευρωπαϊκής Οδηγίας απορρέει από το περιεχόμενο των ακόλουθων αιτιολογικών σκέψεων, που περιέχονται σ' αυτή και παρατίθενται εν όλω ή εν μέρει. Ειδικότερα: «ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, ................................................... Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
(1)Η παράγραφος 1 και η παράγραφος 3 στοιχείο α) του άρθρου 153 της συνθήκης ορίζουν ότι η Κοινότητα θα πρέπει να συμβάλλει στην επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών με μέτρα που θεσπίζει σύμφωνα με το άρθρο 95.
(2)Σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 2 της συνθήκης, η εσωτερική αγορά αποτελεί ένα χώρο χωρίς εσωτερικά σύνορα, μέσα στον οποίο εξασφαλίζονται η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και των υπηρεσιών και η ελευθερία εγκατάστασης. Η ανάπτυξη θεμιτών εμπορικών πρακτικών στο χώρο χωρίς εσωτερικά σύνορα είναι ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξη διασυνοριακών δραστηριοτήτων.
(3)Οι νόμοι των κρατών μελών που αφορούν τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές, οι οποίες μπορούν να δημιουργήσουν αισθητές στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και εμπόδια στην ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. ..........................
(4)Οι διαφορές αυτές δημιουργούν αβεβαιότητα ως προς το ποιοι εθνικοί κανόνες ισχύουν για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές που βλάπτουν τα οικονομικά συμφέροντα των καταναλωτών και δημιουργούν πολλά εμπόδια τα οποία βλάπτουν τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές. Τα εμπόδια αυτά αυξάνουν το κόστος των επιχειρήσεων όταν χρησιμοποιούν τις ελευθερίες της εσωτερικής αγοράς, ιδίως όταν επιθυμούν να δραστηριοποιηθούν σε διασυνοριακό μάρκετινγκ, διαφημιστικές εκστρατείες και προώθηση πωλήσεων. Τα εμπόδια αυτά δημιουργούν επίσης αβεβαιότητα στους καταναλωτές, όσον αφορά τα δικαιώματά τους και υποσκάπτουν την εμπιστοσύνη τους στην εσωτερική αγορά.
(5)Ελλείψει ενιαίων κανόνων σε κοινοτικό επίπεδο, τα εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία υπηρεσιών και αγαθών δια μέσου των συνόρων ή στην ελευθερία εγκατάστασης θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν, υπό το πρίσμα της νομολογίας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στο βαθμό που επιδιώκουν την προστασία αναγνωρισμένων στόχων δημοσίου συμφέροντος, και εφόσον είναι αναλογικά προς τους στόχους αυτούς. ......................... Τα εμπόδια αυτά μπορούν να εξαλειφθούν μόνο με τη θέσπιση ενιαίων κανόνων σε κοινοτικό επίπεδο οι οποίοι να προβλέπουν υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών και με τη διασαφήνιση ορισμένων νομικών εννοιών σε κοινοτικό επίπεδο, στο βαθμό που αυτό είναι αναγκαίο για την ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και για τη συμμόρφωση με την απαίτηση ασφάλειας του δικαίου.
(6)Ως εκ τούτου η παρούσα οδηγία επιδιώκει την προσέγγιση της νομοθεσίας των κρατών μελών για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, συμπεριλαμβανομένης της αθέμιτης διαφήμισης, οι οποίες βλάπτουν άμεσα τα οικονομικά συμφέροντα των καταναλωτών και, συνεπώς, έμμεσα τα οικονομικά συμφέροντα των θεμιτών ανταγωνιστών. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, η οδηγία προστατεύει τους καταναλωτές από τις συνέπειες τέτοιου είδους αθέμιτων εμπορικών πρακτικών όπου αυτές είναι ουσιώδεις, αλλά αναγνωρίζει ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις η επίπτωση στους καταναλωτές μπορεί να είναι αμελητέα. Δεν καλύπτει ούτε θίγει τους εθνικούς νόμους για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές που βλάπτουν μόνο τα οικονομικά συμφέροντα των ανταγωνιστών ή τις πρακτικές που αφορούν εμπορικές συναλλαγές. ............
(7)Η παρούσα οδηγία αφορά εμπορικές πρακτικές που αποβλέπουν άμεσα στον επηρεασμό των αποφάσεων των καταναλωτών σε σχέση με προϊόντα. ..........................
(8)Η παρούσα οδηγία προ οικονομικά συμφέροντα των καταναλωτών από τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές. Συνεπώς, προστατεύει έμμεσα τις επιχειρήσεις που λειτουργούν με θεμιτό τρόπο έναντι των ανταγωνιστών που δεν τηρούν τους κανόνες της οδηγίας και διασφαλίζει έτσι το θεμιτό ανταγωνισμό στον τομέα τον οποίο συντονίζει η οδηγία. Εξυπακούεται ότι υπάρχουν άλλες εμπορικές πρακτικές οι οποίες, μολονότι δεν βλάπτουν τους καταναλωτές, ενδέχεται να βλάψουν τους ανταγωνιστές και τους πελάτες των επιχειρήσεων. Η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει προσεκτικά την ανάγκη να αναληφθεί κοινοτική δράση στο πεδίο του αθέμιτου ανταγωνισμού που δεν καλύπτεται από την οδηγία και, εφόσον είναι αναγκαίο, να υποβάλει πρόταση προκειμένου να καλύψει τις άλλες αυτές πλευρές.
(9)Η παρούσα οδηγία ισχύει υπό την επιφύλαξη επί μέρους προσφυγών ατόμων που έχουν υποστεί ζημιά από αθέμιτη εμπορική πρακτική. Επίσης δεν θίγει την κοινοτική και εθνική νομοθεσία για το δίκαιο των συμβάσεων, τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, τα θέματα υγείας και ασφάλειας προϊόντων, τους όρους εγκατάστασης και των καθεστώτων αδειών, περιλαμβανομένων των κανόνων που, βάσει του κοινοτικού δικαίου, αφορούν τα τυχερά παίγνια, και των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού, καθώς και τις εθνικές διατάξεις εφαρμογής τους. Έτσι, τα κράτη μέλη θα μπορούν στην επικράτειά τους, να διατηρούν ή να εισάγουν περιορισμούς και απαγορεύσεις εμπορικών πρακτικών για λόγους προστασίας της υγείας και ασφάλειας των καταναλωτών ανεξάρτητα από τον τόπο εγκατάστασης του εμπορευόμενου π.χ. σε σχέση με το οινόπνευμα, τον καπνό ή τα φαρμακευτικά προϊόντα. .........................
(11)Το υψηλό επίπεδο σύγκλισης που επιτυγχάνεται με την προσέγγιση των εθνικών διατάξεων μέσω της παρούσας οδηγίας δημιουργεί ένα κοινό υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών. Η παρούσα οδηγία θεσπίζει μια ενιαία γενική απαγόρευση των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών που στρεβλώνουν την οικονομική συμπεριφορά των καταναλωτών. Καθορίζει επίσης κανόνες για επιθετικές εμπορικές πρακτικές που σήμερα δεν ρυθμίζονται σε επίπεδο Κοινότητας.
(12)Η εναρμόνιση θα αυξήσει σημαντικά τη νομική βεβαιότητα και για τους καταναλωτές και για τις επιχειρήσεις. Τόσο οι καταναλωτές όσο και οι επιχειρήσεις θα μπορούν να βασίζονται σε ένα ενιαίο ρυθμιστικό πλαίσιο βασιζόμενο, με τη σειρά του, σε σαφώς καθορισμένες νομικές έννοιες που θα ρυθμίζουν όλες τις πτυχές των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών σε όλη την Ε.Ε. Το αποτέλεσμα θα είναι η εξάλειψη των εμποδίων από τον κατακερματισμό των κανόνων για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές που βλάπτουν τα οικονομικά συμφέροντα των καταναλωτών και η επίτευξη της ολοκλήρωσης της εσωτερικής αγοράς σε αυτό τον τομέα.
(13)Για την επίτευξη των κοινοτικών στόχων μέσω της εξάλειψης των εμποδίων στην εσωτερική αγορά είναι αναγκαίο να αντικατασταθούν οι υφιστάμενες αποκλίνουσες γενικές ρήτρες και νομικές αρχές των κρατών μελών. Έτσι, η παρούσα οδηγία θεσπίζει μια ενιαία, κοινή γενική απαγόρευση η οποία καλύπτει τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές που στρεβλώνουν την οικονομική συμπεριφορά των καταναλωτών. ......................... Η γενική απαγόρευση έχει καταρτιστεί βάσει κανόνων για τα δύο είδη εμπορικών πρακτικών που είναι κατ' εξοχήν οι πλέον συνήθεις, δηλαδή τις παραπλανητικές εμπορικές πρακτικές και τις επιθετικές εμπορικές πρακτικές.
(14)Επιδίωξη είναι οι παραπλανητικές εμπορικές πρακτικές να καλύπτουν εκείνες τις πρακτικές, συμπεριλαμβανομένης της παραπλανητικής διαφήμισης, οι οποίες εξαπατούν τον καταναλωτή και τον εμποδίζουν να κάνει τεκμηριωμένη και, επομένως, αποτελεσματική επιλογή. ..........................
(17)Είναι σκόπιμο να καθοριστούν οι εμπορικές πρακτικές που είναι αθέμιτες, υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις, χάριν μεγαλύτερης ασφάλειας δικαίου. Στο παράρτημα 1 περιλαμβάνεται ο πλήρης κατάλογος όλων αυτών των πρακτικών. Είναι οι μόνες εμπορικές πρακτικές που μπορούν να θεωρηθούν αθέμιτες, χωρίς κατά περίπτωση αξιολόγηση, παρά τις διατάξεις των άρθρων 5 έως 9. Ο κατάλογος μπορεί να τροποποιηθεί μόνο με αναθεώρηση της οδηγίας.
(18)Είναι σκόπιμο να προστατεύονται όλοι οι καταναλωτές από τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές. .........................
(23)Επειδή οι στόχοι της παρούσας οδηγίας, δηλαδή η εξάλειψη των εμποδίων για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς που προκύπτουν από την εθνική νομοθεσία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και η παροχή ενός κοινού υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών μέσω της προσέγγισης των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και μπορούν να επιτευχθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα μπορεί να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο αυτό, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την εξάλειψη των εμποδίων της εσωτερικής αγοράς και την επίτευξη ενός κοινού υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών.» ..........................
(25)Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις αρχές που αναγνωρίζονται ιδίως στο Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.» Το Άρθρο 4 της Ευρωπαϊκής Οδηγίας προνοεί ότι: «Τα κράτη μέλη δεν περιορίζουν ούτε την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών ούτε την ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών για λόγους που εμπίπτουν στον τομέα όπου επιδιώκεται η προσέγγιση της νομοθεσίας μέσω της παρούσας οδηγίας». Σύμφωνα με το άρθρο 2 του εναρμονιστικού Νόμου (βλ. και το Άρθρο 2 της Ευρωπαϊκής Οδηγίας): «εμπορική πρακτική» σημαίνει κάθε πράξη, παράλειψη, τρόπο συμπεριφοράς ή εκπροσώπησης, εμπορική επικοινωνία, συμπεριλαμβανομένης της διαφήμισης και του μάρκετινγκ, ενός εμπορευόμενου, άμεσα συνδεόμενη με την προώθηση, πώληση ή προμήθεια ενός προϊόντος σε καταναλωτές». Το άρθρο 3
(1)του εναρμονιστικού Νόμου προνοεί ότι αυτός εφαρμόζεται στις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς του καταναλωτές, όπως αυτές καθορίζονται στο άρθρο 4, πριν, κατά τη διάρκεια και ύστερα από εμπορική συναλλαγή σχετιζόμενη με ένα συγκεκριμένο προϊόν (βλ. και το Άρθρο 3 1. της Ευρωπαϊκής Οδηγίας. Πότε μια εμπορική πρακτική είναι αθέμιτη απορρέει από τη συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 4 μέχρι 8 του εναρμονιστικού Νόμου (βλ. και το κεφάλαιο 2 - Άρθρα 5 μέχρι 9 - της Ευρωπαϊκής Οδηγίας). Από τη συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 2, 3
(1), 4, 5 και 11 του Νόμου που δημιουργεί το αδίκημα που καταλογίζεται στους κατηγορούμενους ότι διέπραξαν απορρέουν τα εξής: Πρώτο, απαγορεύεται σ' οποιαδήποτε επιχείρηση να πωλεί οποιοδήποτε εμπόρευμα σε τιμή εκπτώσεως εκτός των χρονικών περιόδων που διαρκούν από την πρώτη Δευτέρα Φεβρουαρίου μέχρι και το τέταρτο Σάββατο που ακολουθεί και από την πρώτη Δευτέρα του μήνα Αυγούστου μέχρι και το τέταρτο Σάββατο που ακολουθεί για κάθε χρόνο. Δεύτερο, στην έννοια εμπόρευμα, εμπίπτουν μόνο τα αναφερόμενα στο συνημμένο Πίνακα εμπορεύματα και συγκεκριμένα: «
  1. Μαλλιά πλεξίματος, είδη ιματισμού και συμπληρώματα ενδύσεως και άλλα έτοιμα είδη που προέρχονται από υφαντικές ύλες.
  2. Είδη υποδήσεως.
  3. Οικιακός εξοπλισμός, περιλαμβανομένου παντός είδους συσκευών, ηλεκτρικών ή μη.
  4. Έπιπλα απ' οποιοδήποτε υλικό και για οποιοδήποτε σκοπό». Τρίτο, το άρθρο 4 του Νόμου, με πλαγιότιτλο «Εξαιρέσεις» καθορίζει τις περιπτώσεις και κάτω από ποιες προϋποθέσεις επιτρέπεται σε επιχείρηση να πωλεί εμπορεύματα σε τιμές εκπτώσεων εκτός των χρονικών περιόδων που αναφέρονται στο άρθρο 3 ή υπό μορφή ειδικής προσφοράς. Τέταρτο, ο Υπουργός Εμπορίου και Βιομηχανίας, κατόπιν παραστάσεων, αφού ικανοποιηθεί ότι αυτό δεν αντιστρατεύεται το συμφέρον τόσο του αγοραστικού κοινού όσο και των επιχειρήσεων, μπορεί με διάταγμά του, να μεταθέτει, παρατείνει, μειώνει ή μεταβάλλει την έναρξη ή τη λήξη των χρονικών περιόδων που προβλέπονται στο άρθρο 3, εννοείται, κατά τη διάρκεια των οποίων επιτρέπεται η πώληση εμπορευμάτων σε τιμές εκπτώσεων. Ωστόσο, η διάρκεια των υπό αναφορά χρονικών περιόδων, δεν μπορεί να είναι μικρότερη των 15 ή μεγαλύτερη των 45 εργάσιμων ημερών. Η επίμαχη Ευρωπαϊκή Οδηγία έτυχε εκτεταμένης ανάλυσης και ερμηνείας από το Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής «Δ.Ε.Κ.») στο πλαίσιο σχετικής απόφασής του, με αντικείμενο, τις αιτήσεις έκδοσης προδικαστικής απόφασης, οι οποίες υποβλήθηκαν από το vechbank van koophandel te Antwerpen (Βέλγιο) με αποφάσεις ημερομηνίας 24 Μαϊου και 21 Ιουνίου 2007 αντίστοιχα, οι οποίες περιήλθαν στο Δ.Ε.Κ. την 1η και 27η Ιουνίου, 2007 αντίστοιχα, στο πλαίσιο των δικών (υποθέσεων) μεταξύ VTB - VAB NV (C-261/07) κατά Total Belgium NV και Galatea BVBA (C-299/07) κατά Sanoma Magazines Belgium NV. (βλ. το Συνημμένο «Β» - το κείμενο της απόφασης του Δ.Ε.Κ. - στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου δικηγόρου των κατηγορούμενων). Το κύριο θα έλεγα ερώτημα που απασχόλησε το Δ.Ε.Κ. στις παραπάνω υποθέσεις ήταν κατά πόσο η Ευρωπαϊκή Οδηγία, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποκλείει την εφαρμογή μιας εθνικής ρύθμισης, η οποία, εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις και χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης - και επομένως, γενικά και προληπτικά - απαγορεύει κάθε συνοδευόμενη με δώρα προσφορά από τον πωλητή προς τον καταναλωτή. Το Δ.Ε.Κ. αφού άκουσε τη σχετική επιχειρηματολογία των εμπλεκομένων μερών εξέδωσε υπό μορφή απάντησης την ακόλουθη απόφαση (παρατίθεται μέρος αυτής): «........................... Απάντηση του Δικαστηρίου.
  5. Για να δοθεί απάντηση στα υπό εξέταση ερωτήματα, πρέπει κατ' αρχάς να καθοριστεί αν οι συνοδευόμενες με δώρα προσφορές, που αποτελούν αντικείμενο της επίμαχης απαγορεύσεως, συνιστούν εμπορικές πρακτικές υπό την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο δ΄, της οδηγίας και, κατά συνέπεια, εμπίπτουν στις διατάξεις της τελευταίας.
  6. Εν προκειμένω, πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 2, στοιχείο δ΄, της οδηγίας ορίζει, χρησιμοποιώντας ιδιαιτέρως ευρεία διατύπωση, ότι ως εμπορική πρακτική νοείται «κάθε πράξη, παράλειψη, τρόπος συμπεριφοράς ή εκπροσώπησης, εμπορική επικοινωνία, συμπεριλαμβανομένης της διαφήμισης και του μάρκετινγκ, ενός εμπορευομένου, άμεσα συνδεόμενη με την προώθηση, πώληση ή προμήθεια ενός προϊόντος σε καταναλωτές».
  7. Πάντως, όπως η γενική εισαγγελέας παρατήρησε στα σημεία 69 και 70 των προτάσεών της, οι συνοδευόμενες με δώρα προσφορές αποτελούν εμπορικές πράξεις που σαφώς εντάσσονται στο πλαίσιο της εμπορικής στρατηγικής ενός επιχειρηματία και ευθέως αφορούν την προώθηση των προϊόντων του και τη διοχέτευσή τους στην αγορά. Επομένως, αποτελούν κάλλιστα εμπορικές πρακτικές υπό την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο δ΄, της οδηγίας, οπότε εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της.
  8. Κατόπιν αυτού, πρέπει να υπομνησθεί ευθύς εξ αρχής ότι η οδηγία σκοπό έχει, σύμφωνα με την πέμπτη και την έκτη αιτιολογική της σκέψη και με το άρθρο της 1, να θεσπίσει ομοιόμορφους κανόνες σχετικά με τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων έναντι των καταναλωτών, για να συμβάλει στην ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και να διασφαλίσει υψηλό επίπεδο προστασίας των τελευταίων.
  9. Έτσι, η οδηγία εναρμονίζει πλήρως τους εν λόγω κανόνες σε κοινοτικό επίπεδο. Κατά συνέπεια, όπως ρητώς προβλέπει το άρθρο της 4 και αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν η VTB και η Γαλλική Κυβέρνηση, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να θεσπίσουν πιο περιοριστικά μέτρα από εκείνα που ορίζει η οδηγία, ακόμη και για να διασφαλίσουν υψηλότερο βαθμό προστασίας των καταναλωτών.
  10. Ακολούθως, πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 5 της οδηγίας απαγορεύει τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και αναφέρει τα κριτήρια που καθιστούν δυνατό να καθοριστεί ο αθέμιτος αυτός χαρακτήρας.
  11. Έτσι, σύμφωνα με την παράγραφο 2 της διατάξεως αυτής, μια εμπορική πρακτική είναι αθέμιτη αν είναι αντίθετη προς τις απαιτήσεις επαγγελματικής ευσυνειδησίας και στρεβλώνει ουσιωδώς ή ενδέχεται να στρεβλώσει ουσιωδώς την οικονομική συμπεριφορά του μέσου καταναλωτή σε σχέση με το προϊόν.
  12. Επί πλέον, το άρθρο 5, παράγραφος 4, της οδηγίας ορίζει δύο συγκεκριμένες κατηγορίες αθεμίτων εμπορικών πρακτικών, δηλαδή τις «παραπλανητικές πρακτικές» και τις «επιθετικές πρακτικές» οι οποίες πληρούν τα κριτήρια που διευκρινίζονται αντιστοίχως στα άρθρα 6 και 7 καθώς και 8 και 9 της οδηγίας. Βάσει των διατάξεων αυτών, τέτοιες πρακτικές απαγορεύονται όταν, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών τους και του πραγματικού πλαισίου, οδηγούν ή ενδέχεται να οδηγήσουν τον μέσο καταναλωτή να λάβει μια απόφαση συναλλαγής που διαφορετικά δεν θα είχε λάβει.
  13. Επίσης, το παράρτημα Ι της οδηγίας απαριθμεί εξαντλητικώς 31 εμπορικές πρακτικές που, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 5, της οδηγίας, τεκμαίρονται αθέμιτες «υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις». Κατά συνέπεια, όπως ρητώς διευκρινίζει η δέκατη έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, πρόκειται για τις μόνες εμπορικές πρακτικές που μπορούν να θεωρούνται αθέμιτες χωρίς να αξιολογούνται κατά περίπτωση βάσει των διατάξεων 5 έως 9 της οδηγίας.
  14. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι οι συνοδευόμενες με δώρα προσφορές δεν περιλαμβάνονται στις πρακτικές που απαριθμεί το εν λόγω παράρτημα Ι.
  15. Κατά συνέπεια, τα ερωτήματα που έθεσε το αιτούν δικαστήριο πρέπει να εξεταστούν υπό το φως του περιεχομένου και του όλου συστήματος των διατάξεων της οδηγίας τα οποία υπομνήσθηκαν στις προηγούμενες σκέψεις.
  16. Πάντως, εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι, θέτοντας ένα τεκμήριο παρανομίας των συνοδευόμενων με δώρα προσφορών, μια εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στις κύριες δίκες δεν ικανοποιεί τις επιταγές της οδηγίας.
  17. Συγκεκριμένα, κατ' αρχάς, το άρθρο 54 του νόμου του 1991 διατυπώνει την αρχή της απαγορεύσεως των συνοδευόμενων με δώρα προσφορών έστω και αν το παράρτημα Ι της οδηγίας δεν αφορά τις πρακτικές αυτές.
  18. Πάντως, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 56 της παρούσας αποφάσεως, το παράρτημα αυτό απαριθμεί περιοριστικώς τις εμπορικές πρακτικές που απαγορεύονται υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις, οπότε οι πρακτικές αυτές δεν χρειάζεται να εξετάζονται κατά περίπτωση.
  19. Έτσι, η οδηγία αποκλείει την εφαρμογή του καθεστώτος του άρθρου 54 του νόμου του 1991, καθόσον το άρθρο αυτό απαγορεύει, γενικά και προληπτικά, τις συνοδευόμενες με δώρα προσφορές ανεξάρτητα από κάθε εξακρίβωση του αθέμιτου χαρακτήρα τους με γνώμονα τα κριτήρια των άρθρων 5 έως 9 της οδηγίας.
  20. Περαιτέρω, κατ' αυτόν τον τρόπο ένας κανόνας όπως ο επίμαχος στις κύριες δίκες προσκρούει στο άρθρο 4 της οδηγίας, το οποίο ρητώς απαγορεύει στα κράτη μέλη να διατηρούν ή να θεσπίζουν πιο περιοριστικά εθνικά μέτρα, ακόμη και όταν τέτοια μέτρα έχουν ως σκοπό να διασφαλίσουν υψηλότερο επίπεδο προστασίας των καταναλωτών.
  21. Τέλος, πρέπει να προστεθεί ότι η ερμηνεία αυτή δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση από το γεγονός ότι ο νόμος του 1991 προβλέπει, στα άρθρα του 55 έως 57, ορισμένες εξαιρέσεις από την εν λόγω απαγόρευση των συνοδευόμενων με δώρα προσφορών.
  22. Συγκεκριμένα, ακόμη και αν οι εξαιρέσεις αυτές μπορούν να περιορίσουν την έκταση της απαγορεύσεως των συνοδευόμενων με δώρα προσφορών, παρά ταύτα, λόγω της περιορισμένης και προκαθορισμένης φύσεώς τους, δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την ανάλυση, που πρέπει οπωσδήποτε να γίνεται με γνώμονα το πραγματικό πλαίσιο κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως, του «αθέμιτου» χαρακτήρα μιας εμπορικής πρακτικής υπό το φως των κριτηρίων των άρθρων 5 έως 9 της οδηγίας, όταν, όπως στις υποθέσεις των κύριων δικών, πρόκειται για πρακτική την οποία δεν αφορά το παράρτημά της Ι. .......................
  23. Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι η οδηγία αποκλείει τη δυνατότητα εφαρμογής μιας απαγορεύσεως των συνοδευόμενων με δώρα προσφορών όπως εκείνη την οποία επιβάλλει ο νόμος του
  24. Κατά συνέπεια, δεν είναι αναγκαίο να εξεταστεί αν παραβιάστηκε το άρθρο 49 ΕΚ, ζήτημα που τέθηκε με το προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C-299/
  25. Κατόπιν των ανωτέρω, στα ερωτήματα που τέθηκαν πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εποκλείει την εφαρμογή μιας εθνικής ρυθμίσεως, όπως η επίμαχη στις διαφορές των κύριων δικών, η οποία, εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις και χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως, απαγορεύει κάθε συνοδευόμενη με δώρα προσφορά από τον πωλητή προς τον καταναλωτή. ....................... Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται: Η οδηγία 2005/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2005, για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών 97/7/ΕΚ, 98/27/ΕΚ, 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές) πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποκλείει την εφαρμογή μιας εθνικής ρυθμίσεως, όπως η επίμαχη στις διαφορές των κύριων δικών, η οποία, εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις και χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως, απαγορεύει κάθε συνοδευόμενη με δώρα προσφορά από τον πωλητή προς τον καταναλωτή.» Θα προσπαθήσω να εξετάσω τον πρώτο από τους διάφορους λόγους υπεράσπισης των κατηγορούμενων, ακολουθώντας περίπου την ίδια μεθοδολογία που ακολούθησε και το Δ.Ε.Κ., ως ανωτέρω. Τίθεται καταρχήν το ερώτημα, κατά πόσον η πώληση εμπορευμάτων σε τιμές εκπτώσεων αποτελεί εμπορική πρακτική τη εννοία του άρθρου 2 του εναρμονιστικού Νόμου (και του Άρθρου 2(ε) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας). Η απάντηση είναι σαφώς καταφατική, αφού, η υπό αναφορά, συνιστά πράξη ενός εμπορευόμενου, η οποία είναι άμεσα συνδεόμενη με την προώθηση και/ή πώληση των προϊόντων του σε καταναλωτές. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, το πρώτο συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι η σχετική πρακτική εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της σχετικής Οδηγίας (βλ. και την 7η αιτιολογική σκέψη της Ευρωπαϊκής Οδηγίας σύμφωνα με την οποία - για να επαναλάβω - «Η παρούσα οδηγία αφορά εμπορικές πρακτικές που αποβλέπουν άμεσα στον επηρεασμό των αποφάσεων των καταναλωτών σε σχέση με προϊόντα.»). Το επόμενο ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο η πρακτική αυτή μπορεί ή ορθότερα θα πρέπει να θεωρηθεί ως αθέμιτη κατά τα διαλαμβανόμενα στα άρθρα 4 μέχρι 8 του εναρμονιστικού Νόμου (βλ. και το κεφάλαιο 2 - Άρθρα 5 μέχρι 9 - της Ευρωπαϊκής Οδηγίας), οπότε και απαγορεύεται (βλ. το άρθρο 4
(1)του εναρμονιστικού Νόμου). Ακολουθεί απάντηση. Όσο διασταλτικά και να ερμηνευτούν οι σχετικές διατάξεις του εναρμονιστικού Νόμου, οι οποίες ορίζουν είτε με κριτήρια που καθιστούν δυνατό να καθοριστεί ο αθέμιτος χαρακτήρας μιας εμπορικής πράξης, είτε τις δύο κατηγορίες εμπορικών πρακτικών που κατά νόμο ορίζονται ως αθέμιτες («παραπλανητικές πρακτικές» και «επιθετικές πρακτικές») είτε τέλος, τις 31 εμπορικές πρακτικές που περιέχονται εξαντλητικά στο σχετικό παράρτημα και τεκμαίρονται αθέμιτες υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις, σε καμιά περίπτωση μπορεί βάσιμα να λεχθεί ότι η πρακτική πώλησης εμπορευμάτων σε τιμές εκπτώσεων είναι αθέμιτη. Από τη συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 2, 3, 4, 5 και 11 του Νόμου που δημιουργεί το αδίκημα που καταλογίζεται στους κατηγορούμενους ότι διέπραξαν σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις είναι σαφές, ότι, η πώληση οποιουδήποτε από τα αναφερόμενα στο σχετικό Πίνακα εμπορεύματος σε τιμή εκπτώσεως, γενικά απαγορεύεται. Η απαγόρευση αποτελεί τον κανόνα. Οι δύο χρονικές περίοδοι που αναφέρονται στο άρθρο 3
(1)του Νόμου, οι οποίες, υπό προϋποθέσεις, δυνάμει του άρθρου 11 του Νόμου, μπορούν με διάταγμα του Υπουργού Εμπορίου και Βιομηχανίας να μετατεθούν, παραταθούν, μειωθούν ή μεταβληθούν, κατά τη διάρκεια των οποίων επιτρέπεται η πώληση εμπορευμάτων σε τιμές εκπτώσεων καθώς και οι περιπτώσεις που σύμφωνα με το άρθρο 4 του Νόμου, υπό προϋποθέσεις και πάλιν, επιτρέπεται η πώληση εμπορευμάτων σε τιμές εκπτώσεων, αποτελούν την εξαίρεση. Ότι περί αυτού πρόκειται προκύπτει ευθέως από το ίδιο το άρθρο 4 του Νόμου που έχει πλαγιότιτλο τη λέξη «Εξαιρέσεις» που προφανώς αντιδιαστέλλεται προς τη γενική και κατά κανόνα απαγόρευση πώλησης εμπορευμάτων σε τιμές εκπτώσεων, που δημιουργεί το άρθρο 3 του Νόμου. Ως αποτέλεσμα της προηγηθείσας ανάλυσης τίθεται το ακόλουθο ερώτημα˙ και τούτο, με δεδομένο, ότι ο σκοπός της Ευρωπαϊκής Οδηγίας, σύμφωνα με το Άρθρο 1 αυτής καθώς ήδη έχει αναφερθεί είναι να συμβάλει στην ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και στην επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών, με την προσέγγιση, βασικά, της εθνικής νομοθεσίας των κρατών μελών για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές που βλάπτουν τα οικονομικά συμφέροντα των καταναλωτών, σε συνδυασμό και με την υποχρέωση των κρατών μελών, να μην περιορίζουν την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, ούτε την ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών, για λόγους που εμπίπτουν στον τομέα όπου επιδιώκεται η προσέγγιση της νομοθεσίας, μέσω της υπό αναφορά Ευρωπαϊκής Οδηγίας (βλ. το Άρθρο 4 αυτής): Αν υποτεθεί ότι η γενική απαγόρευση πώλησης εμπορευμάτων σε τιμές εκπτώσεων - πλην συγκεκριμένων εξαιρέσεων - αποβλέπει στην προστασία των καταναλωτών και όχι των ανταγωνιστών, όπως είναι η θέση της κατηγορούσας αρχής, έστω έμμεσα, είναι συμβατή με την Ευρωπαϊκή Οδηγία; Αρχίζω την απάντηση με το εξής: Μολονότι, έχοντας υπόψη το περιεχόμενο του σχετικού Νόμου, δεν είμαι βέβαιος ότι ο νομοθέτης, πέτυχε το σκοπό του, ότι με αυτό απέβλεπε στην προστασία των καταναλωτών, προκύπτει από το εξής: Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της σχετικής πρότασης Νόμου (βλ. το «Συνημμένο Δ» στη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου των κατηγορούμενων): «Σκοπός της νέας νομοθεσίας που προτείνεται είναι η νομοθετική ρύθμιση των ξεπουλημάτων με απώτερο στόχο και επιδίωξη την προστασία του αγοραστικού κοινού.» Ωστόσο, από το περιεχόμενο του άρθρου 11 του Νόμου, συνάγεται έμμεσα, ότι, ο υπό αναφορά Νόμος αποβλέπει στην προστασία τόσο των καταναλωτών όσο και των επιχειρήσεων ή ανταγωνιστών, για να χρησιμοποιήσω τη λέξη που χρησιμοποιεί και η κατηγορούσα αρχή. Το άρθρο 11 του Νόμου, προνοεί ότι; «Κατόπιν παραστάσεως προς αυτόν, ο Υπουργός, αφού ικανοποιηθεί ότι αυτό δεν αντιστρατεύεται το συμφέρον τόσο του αγοραστικού κοινού όσο και των επιχειρήσεων, μπορεί με διάταγμα του να μεταθέτει, παρατείνει, μειώνει ή μεταβάλλει την έναρξη ή τη λήξη των χρονικών περιόδων που προβλέπονται στο άρθρο 3: Νοείται ότι σε καμιά περίπτωση η διάρκεια των χρονικών αυτών περιόδων δεν μπορεί να είναι μικρότερη των 15 ή μεγαλύτερη των σαράντα πέντε εργάσιμων ημερών». Η απάντηση στο καίριο ερώτημα που έχει τεθεί είναι ότι η σχετική απαγόρευση πώλησης εμπορευμάτων σε τιμές εκπτώσεων που δημιουργεί το άρθρο 3 του Νόμου, είτε αποβλέπει στην προστασία των καταναλωτών είτε στην προστασία τόσο των καταναλωτών όσο και των επιχειρήσεων δεν είναι συμβατή με την Ευρωπαϊκή Οδηγία. Ούτε και μπορεί να λεχθεί ότι στη δεύτερη περίπτωση, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Οδηγίας η συγκεκριμένη απαγόρευση και τούτο γιατί, από το περιεχόμενο τόσο της 6ης όσο και της 8ης αιτιολογικής σκέψης της Ευρωπαϊκής Οδηγίας, συνάγεται καθαρά, ότι, με αυτή, έμμεσα, προστατεύονται και τα οικονομικά συμφέροντα των θεμιτών ανταγωνιστών, επομένως, των επιχειρήσεων κατ' επέκταση. Γιατί τώρα η απαγόρευση πώλησης εμπορευμάτων σε τιμές εκπτώσεων - πλην ορισμένων εξαιρέσεων - δεν είναι συμβατή με την Ευρωπαϊκή Οδηγία. Καταρχήν, επειδή η πώληση εμπορευμάτων σε τιμές εκπτώσεων, για λόγους που έχουν αναφερθεί, δεν αποτελεί αθέμιτη εμπορική πράξη. Μόνο οι αθέμιτες εμπορικές πράξεις απαγορεύονται (βλ. το Άρθρο 5 1. της Ευρωπαϊκής Οδηγίας και το άρθρο 4
(1)του εναρμονιστικού Νόμου). Έπειτα, επειδή, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η σχετική απαγόρευση έχει ως σκοπό να διασφαλίσει υψηλότερο επίπεδο προστασίας των καταναλωτών, προσκρούει στο Άρθρο 4 της Ευρωπαϊκής Οδηγίας, το οποίο, για λόγους που έχουν αναφερθεί με αναφορά σε νομολογία του Δ.Ε.Κ. απαγορεύει στα κράτη μέλη να διατηρούν ή θεσπίζουν πιο περιοριστικά μέτρα για το σκοπό αυτό. Ακολούθως, επειδή, έστω και αν μπορεί να λεχθεί ότι ο σχετικός Νόμος προβλέπει ορισμένες εξαιρέσεις στη σχετική απαγόρευση - που αποτελεί τον κανόνα - οι οποίες μπορούν να περιορίσουν την έκταση της για πώληση εμπορευμάτων σε τιμές εκπτώσεων χωρίς χρονικό περιορισμό, οι εξαιρέσεις, λόγω της περιορισμένης και προκαθορισμένης φύσεώς τους, δεν αναιρούν τη βασική αρχή, ότι αποτελεί κριτήριο απαγόρευσης συγκεκριμένης, κατά περίπτωση, εμπορικής πράξης, το αθέμιτο του χαρακτήρα της, κατά τα διαλαμβανόμενα στα Άρθρα 5 μέχρι 9 της Ευρωπαϊκής Οδηγίας. Εν κατακλείδι, θεωρώ, όπως και το Δ.Ε.Κ. στις προαναφερθείσες υποθέσεις, ως ανωτέρω, ότι η Ευρωπαϊκή Οδηγία αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 3 του Νόμου, το οποίο, εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις και χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης απαγορεύει την πώληση εμπορευμάτων σε τιμές εκπτώσεων. Έπεται ότι η υπεράσπιση των κατηγορούμενων, με αναφορά στον πρώτο λόγο που τη συνθέτει επιτυγχάνει. Υπεισέρχομαι τώρα στο δεύτερο λόγο για τον οποίο οι κατηγορούμενοι εισηγούνται ότι θα πρέπει να αθωωθούν. Συγκεκριμένα, ισχυρίζονται ότι οι πρόνοιες του υπό αναφορά Νόμου προσκρούουν στα Άρθρα 26 και 28 του Συντάγματος. Επεξηγώντας το συγκεκριμένο λόγο, προβάλλουν μέσω του δικηγόρου τους τη θέση, ότι η σχετική απαγόρευση του Νόμου, καταρχήν περιορίζει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελεύθερα. Με αναφορά σε διάφορα παραδείγματα ισχυρίζονται ότι η υπό κρίση απαγόρευση, ως είναι διατυπωμένη στο Νόμο είναι τόσο καθολική και απόλυτη που οδηγεί σε παράλογα - και σαφώς αντισυνταγματικά - αποτελέσματα. Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Α.Μ. Παπακυριακού Λτδ. ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 397, στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των κατηγορούμενων) αποτελεί αρχή πως για να κηρυχθεί νομοθετική πρόνοια ως αντισυνταγματική πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιείται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας για την αντισυνταγματικότητα του Νόμου, αντιπαραβάλλοντας τη σχετική νομοθετική πρόνοια με το αντίστοιχο Άρθρο του Συντάγματος, για το οποίο υπάρχει ισχυρισμός ότι παραβιάζεται. Το άρθρο 3
(1)του Νόμου, προνοεί ότι: «3
(1)Αφού τηρηθεί το άρθρο 4, απαγορεύεται σ' οποιαδήποτε επιχείρηση να πωλεί οποιοδήποτε εμπόρευμα σε τιμή εκπτώσεως εκτός των χρονικών περιόδων που διαρκούν από την πρώτη Δευτέρα του μήνα Φεβρουαρίου μέχρι και το τέταρτο Σάββατο που ακολουθεί και από την πρώτη Δευτέρα του μήνα Αυγούστου μέχρι και το τέταρτο Σάββατο που ακολουθεί, για κάθε χρόνο.» Έπειτα, σύμφωνα με το Άρθρο 26
  1. του Συντάγματος: «Ι. Έκαστος έχει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως. Τούτο υπόκειται εις όρους, περιορισμούς ή δεσμεύσεις τιθεμένους επί τη βάσει των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. Νόμος θέλει προβλέψει διά την πρόληψιν εκμεταλλεύσεως υπό προσώπων, άτινα διαθέτουσιν ιδιάζουσαν οικονομικήν ισχύν». Δηλώνω ευθέως πως δεν έχω πεισθεί και μάλιστα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι η επίδικη απαγόρευση προσκρούει καθοιονδήποτε τρόπο, για τους λόγους που επικαλείται η Υπεράσπιση, στο Άρθρο 26
  2. του Συντάγματος. Καταρχήν, στη σχετική επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου δικηγόρου των κατηγορούμενων υπάρχει εμφανής αντίφαση που απολήγει να καθιστά σαθρό το βάθρο επί των οποίων παρατίθενται τα 4 παραδείγματα, με τα οποία επιδιώκεται να πειστώ περί της αντισυνταγματικότητας της σχετικής απαγόρευσης, με αναφορά στο Άρθρο 26 του Συντάγματος. Ενώ είναι ορθός ο ισχυρισμός των κατηγορούμενων, ότι η σχετική απαγόρευση περιορίζει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελεύθερα, δεν μπορεί την ίδια ώρα, να είναι ορθή και η θέση τους, ότι η απαγόρευση, ως είναι διατυπωμένη στο Νόμο «είναι τόσο καθολική και απόλυτη». Καταρχήν, δεν υπάρχει διαβάθμιση των σχετικών λέξεων, υπό την έννοια ότι, κάτι, είτε είναι απόλυτο και ισχύει καθολικά είτε δεν είναι και δεν ισχύει αντίστοιχα. Έπειτα, η επίμαχη απαγόρευση, για λόγους που ήδη έχουν αναφερθεί, ούτε απόλυτη είναι ούτε και ισχύει καθολικά. Προκύπτει από τη συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 3
(1)και 4 του Νόμου, ότι απαγορεύεται η πώληση οποιωνδήποτε εμπορευμάτων (εννοείται, από τα αναφερόμενα στο σχετικό Πίνακα) σε τιμές εκπτώσεων κατά κανόνα, ενώ, κατ' εξαίρεση επιτρέπεται. Επομένως, το ορθό είναι ότι η σχετική απαγόρευση που δημιουργεί το άρθρο 3 του Νόμου, αποτελεί απλώς περιορισμό του δικαιώματος των εμπορευόμενων να πωλούν τα εμπορεύματά τους σε τιμές εκπτώσεων, που σε καμιά περίπτωση ισοδυναμεί είτε με στέρηση είτε με κατάργηση του συγκεκριμένου δικαιώματος, έτσι ώστε να μπορεί βάσιμα να λεχθεί ότι παραβιάζεται το δικαίωμα των κατηγορούμενων να συμβάλλονται ελεύθερα. Το απόσπασμα από το Σύγγραμμα «ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ» του Α. Λοϊζου, σελ. 167, στο οποίο παραπέμπουν οι κατηγορούμενοι, καθώς και οτιδήποτε άλλο αναφέρεται στο ίδιο σύγγραμμα, συναφώς με το Άρθρο 26 του Συντάγματος, δεν πραγματεύεται εξαντλητικά το θέμα της ερμηνείας του συνταγματικού δικαιώματος της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι. Τίποτε δεν αναφέρεται στο υπό αναφορά σύγγραμμα, σε σχέση με την ακόλουθη φράση, από το Άρθρο 26
  1. του Συντάγματος, που κατά την άποψή μου περιορίζει ακόμη περισσότερο το δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι: «Νόμος θέλει προβλέψει διά την πρόληψιν εκμεταλλεύσεως υπό προσώπων, άτινα διαθέτουσιν ιδιάζουσαν οικονομικήν ισχύν.» Συνάγεται από την απόφαση στην υπόθεση Α.Μ. Παπακυριακού Λτδ, ανωτέρω, στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των κατηγορούμενων, ότι σχετικός Νόμος προστατεύει εκτός από τους καταναλωτές και το δικαίωμα των άλλων εμπόρων να μην καθίστανται θύματα αθέμιτου συναγωνισμού. Επειδή, καθώς προείπα, αποτελεί νομολογιακή αρχή ότι για να κηρυχθεί νομοθετική πρόνοια ως αντισυνταγματική, θα πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας για την αντισυνταγματικότητα του Νόμου, το μόνο που θα ήθελα να πω, προκειμένου να εξηγήσω γιατί δεν έχω ικανοποιηθεί ότι είναι αντισυνταγματική η σχετική πρόνοια είναι ότι, κατά τη γνώμη μου, ο σχετικός Νόμος, που με βάση την ερμηνεία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην προαναφερθείσα απόφαση προστατεύει και το δικαίωμα των άλλων εμπόρων να μην καθίστανται θύματα αθέμιτου συναγωνισμού, ουσιαστικά εκπληρώνει τη συνταγματική επιταγή, που το Άρθρο 26
  2. εναποθέτει στο νομοθέτη, ο οποίος, βασικά εντέλλεται να δημιουργήσει το κατάλληλο νομοθετικό πλαίσιο, δυνάμει του οποίου δε θα επιτρέπεται σε πρόσωπα που διαθέτουν ιδιάζουσα οικονομική ισχύ να εκμεταλλεύονται, προφανώς, άλλα πρόσωπα, τα οποία δε διαθέτουν τέτοια ισχύ. Επί του προκειμένου, κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί εάν δεν υπήρχε η σχετική απαγόρευση, αφού, πρόσωπα-επιχειρηματίες που διαθέτουν ισχυρή οικονομική ισχύ, με το να πωλούν τα εμπορεύματά τους σε τιμές εκπτώσεων χωρίς χρονικό περιορισμό, ενδεχομένως να εξουδετέρωναν άλλα πρόσωπα-επιχειρηματίες, τα οποία, εξαιτίας του γεγονότος ότι δε διαθέτουν ισχυρή οικονομική ισχύ, δε θα άντεχαν να ακολουθήσουν την ίδια πρακτική, με προφανείς επιπτώσεις στις επιχειρήσεις τους. Ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι ακόμη, ότι ο Νόμος είναι αντίθετος και με το Άρθρο 28 του Συντάγματος και περιορίζει την αρχή της ισότητας και τούτο γιατί, όλοι οι άλλοι έμποροι στην Κυπριακή αγορά δικαιούνται όποτε θέλουν, χωρίς χρονικό περιορισμό να πωλούν σε τιμές εκπτώσεων, σε αντίθεση με τους εμπορευόμενους μόνο με εμπορεύματα που καλύπτονται από τον Πίνακα του Νόμου, χωρίς να δίδεται καμιά εξήγηση γι' αυτό είτε στην αιτιολογημένη έκθεση στο Νόμο. Το Άρθρο 28
  3. του Συντάγματος προνοεί ότι: «Πάντες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου, της διοικήσεως και της δικαιοσύνης και δικαιούνται να τύχουν ίσης προστασίας και μεταχειρίσεως.» Για ό,τι αφορά τις ανάγκες του υπό εξέταση θέματος και τη σχετική ερμηνεία της παραπάνω συνταγματικής πρόνοιας θεωρώ καθόλα σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα του Α. Λοϊζου και πάλιν, σελ. 174: «Η αρχή της ισότητας που καθιερώνεται με το Άρθρο αυτό, από την έκφραση «ίσοι ενώπιον του νόμου» στην πρώτη παράγραφο και «δυσμενούς διάκρισης» στη δεύτερη, δε μεταδίδει την έννοια της ακριβούς αριθμητικής ισότητας, αλλά προστατεύει μόνο από αυθαίρετη διάκριση χωρίς να αποκλείει εύλογες διαφοροποιήσεις. Αυτό ισχύει με την ίδια δύναμη στην ερμηνεία της πρώτης παραγράφου του Άρθρου 24, η οποία είναι μια πτυχή της γενικής αρχής της ισότητας[772]. Η δε δικαστική εξουσία περιορίζεται σε έλεγχο υπερβάσεως των ακραίων ορίων. Ίση ρύθμιση υφίσταται όταν ενεργείται όμοια μεταχείριση των ομοίων και ανόμοια μεταχείριση των ανομοίων. Η όμοια μεταχείριση για να είναι ίση προϋποθέτει ομοιότητα των υπό ρύθμιση θεμάτων. Αναφορικά με το δικαστικό έλεγχο, ο Δικαστής οφείλει να ερευνά αν πράγματι υπάρχει ομοιότητα των υπό ρύθμιση θεμάτων[773]. Ανεξάρτητα δε από την πνευματική κατάσταση ενός ατόμου, τα συνταγματικά δικαιώματά του κάτω από το Άρθρο αυτό διασφαλίζονται πλήρως[774]. Το άρθρο 28 έχει ως λόγο την ουσιαστική σε αντίθεση με τη φαινομενική ισότητα. Η δυναμική της αρχής αυτής επιβάλλει την ανίχνευση της φύσης, των υποκειμένων και αντικειμένων του δικαίου, ώστε να αποδίδονται τα ίσα στα όμοια και τον αποκλεισμό της ταύτισης των ανομοίων[775].» Ο γενικός και αόριστος ισχυρισμός των κατηγορούμενων ότι όλοι οι άλλοι έμποροι στην Κυπριακή αγορά δικαιούνται όποτε θέλουν να πωλούν σε τιμές εκπτώσεων χωρίς χρονικό περιορισμό, σε αντίθεση με τους εμπορευόμενους μόνο με εμπορεύματα που καλύπτονται από τον Πίνακα του Νόμου, κατ' ουδένα λόγο παραβιάζει (ή περιορίζει όπως κατ' ακρίβεια ισχυρίζονται) τη συνταγματική αρχή της ισότητας, κατά το Άρθρο 28
  4. του Συντάγματος, γιατί πολύ απλά, οι κατηγορούμενοι συγκρίνουν ανόμοια πράγματα. Θέμα αντισυνταγματικότητας, θα υπήρχε για παράδειγμα, σε μια από τις ακόλουθες περιπτώσεις: Εάν, ενώ επιτρεπόταν σε ορισμένους εμπόρους να πωλούν εμπορεύματα που περιλαμβάνονται στο σχετικό πίνακα με τιμές εκπτώσεων χωρίς χρονικό περιορισμό, δεν επιτρεπόταν σε κάποιους άλλους. Εάν επιτρεπόταν σε ορισμένους εμπόρους που διαθέτουν εμπορεύματα που περιλαμβάνονται στο σχετικό Πίνακα, να πωλούν αυτά σε τιμές εκπτώσεων για μεγαλύτερη ή μικρότερη, αναλόγως, χρονική περίοδο, απ' ότι οι υπόλοιποι ή αναλόγως, για περισσότερες ή λιγότερες περιόδους. Με δεδομένο ότι όλοι όσοι εμπορεύονται τα συγκεκριμένα εμπορεύματα που αναφέρονται στο συνημμένο Πίνακα υπόκεινται στο ίδιο ακριβώς νομικό καθεστώς σε σχέση με το δικαίωμα και την αντίστοιχη απαγόρευση να πωλούν αυτά σε τιμές εκπτώσεων, δεν τίθεται θέμα παραβίασης της αρχής της ισότητας επί του προκειμένου, γιατί πολύ απλά, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση τόσο των υποκειμένων όσο και των αντικειμένων του δικαίου αποδίδονται τα ίσα στα όμοια. Για να το πω και διαφορετικά, η σχετική ρύθμιση με την οποία απαγορεύεται η χωρίς χρονικό περιορισμό πώληση συγκεκριμένων εμπορευμάτων που παρατίθενται στο σχετικό πίνακα, ρυθμίζει όμοια θέματα κατά όμοια τρόπο. Απεναντίας, η εισήγηση των κατηγορούμενων περί αντισυντα-γματικότητας της σχετικής ρύθμισης για το λόγο που επικαλούνται παραβλέπει τη δυναμική της αρχής της ουσιαστικής ισότητας που τυγχάνει προστασίας, σε αντίθεση με τη φαινομενική ισότητα, σύμφωνα με την οποία, θα πρέπει να αποκλείεται η ταύτιση των ανομοίων. Προχωρώ τώρα να εξετάσω κατά πόσο οι κατηγορούμενοι 2 και 3 απέδειξαν την υπεράσπιση του άρθρου 8 του Νόμου, όπως εισηγούνται, έχοντας υπόψη ότι αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι στον ουσιώδη χρόνο διατηρούσαν σχέση εξηρτημένης απασχόλησης με την κατηγορούμενη εταιρεία
  5. Το άρθρο 8 του Νόμου προνοεί ότι: «Σε ποινική διαδικασία για αδίκημα που διαπράττεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο αν αποδείξει ότι κατά τη διάπραξη του αδικήματος- (α) Τελούσε σε υπαλληλική σχέση προς τον εργοδότη και (β) είχε ενεργήσει καλόπιστα υπακούοντας σε οδηγίες ή εντολές του εν λόγω εργοδότη.» Μολονότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 δεν έχουν το αυξημένο βάρος για σκοπούς απόδειξης της παραπάνω υπεράσπισης, που έχει η κατηγορούσα αρχή προκειμένου να αποδείξει τις σχετικές κατηγορίες, δηλαδή, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, θεωρώ πως δεν πέτυχαν να αποδείξουν τη σχετική υπεράσπιση που προβάλλουν. Ακόμη και να θεωρηθεί ότι η σχέση εξηρτημένης απασχόλησης τους με την κατηγορούμενη εταιρεία 1 στον ουσιώδη χρόνο αποτελεί το πραγματικό για σκοπούς απόδειξης ότι τελούσαν σε υπαλληλική σχέση προς την κατηγορούμενη εταιρεία, αυτό και μόνο, δεν αποτελεί απόδειξη και ότι κατά τον ίδιο χρόνο είχαν ενεργήσει καλόπιστα υπακούοντας σε οδηγίες ή εντολές των εργοδοτών τους, όπως ορίζεται στην παράγραφο 8(β) του Νόμου, που δεν αποτελεί ξεχωριστή υπεράσπιση από ότι η παράγραφος (α) του ίδιου άρθρου αλλά και οι δύο παράγραφοι [(α) και (β)] μία μόνο υπεράσπιση. Οι δύο παράγραφοι συνδέονται μεταξύ τους με τον συμπλεκτικό σύνδεσμο «και» οπότε δημιουργούν μαζί μία και μόνο υπεράσπιση. Θα δημιουργούσαν από μία ξεχωριστή υπεράσπιση και κατά συνέπεια, δύο υπερασπίσεις το άρθρο 8 του Νόμου, εάν, ανάμεσά τους παρεμβαλλόταν ο συνδετικός σύνδεσμος «ή». Συγκεφαλαιώνοντας, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την ενοχή των κατηγορούμενων στις σχετικές κατηγορίες, επειδή, για όλους τους λόγους που έχω αναφερθεί, ο σχετικός Νόμος, στο βαθμό που με το άρθρο 3 απαγορεύει - πλην ορισμένων εξαιρέσεων - την πώληση εμπορευμάτων σε τιμές εκπτώσεων παραβιάζει την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2005/29 ΕΚ και κατ' επέκταση, το σχετικό εναρμονιστικό Νόμο 103(Ι)/2007, με τον οποίο τέθηκε σε εφαρμογή στην Κύπρο ουσιαστικά αυτούσια η Ευρωπαϊκή Οδηγία. Ακολουθεί ότι και οι τρεις κατηγορούμενοι αθωώνονται και στις τρεις κατηγορίες. (Υπ.) ................ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Criminal / Final Judgment Αναφορά: Πώληση εμπορευμάτων σε τιμές εκπτώσεων - Ευρωπαϊκό κεκτημένο, συμβατότητα του Νόμου 34/90 με την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2005/29/ΕΚ -, Έλεγχος συνταγματικότητας των νόμων - προϋποθέσεις -. [772] Argiris Mikrommatis and The Republic 2 R.S.C.C. 125 στη σελ.
  6. [773] Μάρω Γιασεμίδου, δια του Αντιπροσώπου της Σόλωνος Σαρρή και άλλοι ν. Δημοτικού Συμβουλίου και Άλλων (Αρ. 2)
(1996)3 Α.Α.Δ. 491 στις σελίδες 499 -
  1. [774] Andreas N. Gavris and The Republic 1 R.S.C.C.
  2. [775] Ανδρέας Γεωργίου Σεργίδης ν. Δημοκρατίας
(1991)1 Α.Α.Δ. 119 και Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 2 του 1989, 29 Αυγούστου 1989. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.