Δήμος Δημοσθένους ν. Αντρούλλας Ιωάννου, Αρ. Υπόθεσης: 16584/09, 26.07.11 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B156 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16584/09 Δήμος Δημοσθένους v. Αντρούλλας Ιωάννου Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 26.07.11 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Αλ. Γαβριηλίδης μαζί με κ. Κ. Κωνσταντινίδη Για Κατηγορούμενη: κος Α. Μαθηκολώνης Κατηγορούμενη: παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, κατηγορείται ότι κατά ή περί τις 15.12.08 στη Λεμεσό εξέδωσε προς τον παραπονούμενο την επιταγή υπ' αριθμό 12302133 της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πολεμιδιών ημερομηνίας 15.03.09 για το ποσό των €10.000,00, η οποία, ενώ παρουσιάστηκε στον προαναφερόμενο πιστωτικό οργανισμό κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, δεν εξοφλήθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο πέραν των 15 ημερών από την εν λόγω παρουσίαση. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες, ήτοι τον παραπονούμενο, Δήμο Δημοσθένους (ΜΚ1) και τον υπεύθυνο των τρεχούμενων λογαριασμών της πρώην Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πολεμιδιών και νυν Ταμιευτηρίου Λεμεσού, Αντώνη Σκαρπάρη (ΜΚ2). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της κατηγορουμένης και αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, η κατηγορούμενη επέλεξε να προβεί σε ένορκη κατάθεση καλώντας παράλληλα ακόμη δύο μάρτυρες υπεράσπισης, ήτοι τον αστυφύλακα 1942 Σίμο Τσοπαλίδη (ΜΥ2) και το σύζυγο της Γρηγόρη Γρηγορίου (ΜΥ3). Παράλληλα, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 10 τεκμήρια μεταξύ των οποίων η επίδικη επιταγή (Τεκμήριο 1). Πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά που τηρούνται και κρίνω ότι δεν είναι αναγκαία η λεπτομερής παράθεση της στα πλαίσια σύνταξης της παρούσας απόφασης αφού κατά την ταπεινή γνώμη μου κάτι τέτοιο δεν θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Εδώ παρουσιάζεται μια συνοπτική αναφορά με περισσότερες λεπτομέρειες της προσαχθείσας μαρτυρίας να δίδονται εκεί που κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς αξιολόγησης της, εξαγωγής ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της. Εν πάσει περιπτώσει, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας έχει μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνεται υπόψη και αναλόγως αξιολογείται από το Δικαστήριο. ΜΚ1 ήταν ο παραπονούμενος, Δήμος Δημοσθένους, ο οποίος, μεταξύ άλλων, ανάφερε ότι επειδή γνώριζε από την παιδική ηλικία του το σύζυγο της κατηγορουμένης, Γρηγόρη Γρηγορίου (ΜΥ3), του δάνεισε το Δεκέμβριο του 2008 το ποσό των €10.000,00 ως δανεικά όταν ο τελευταίος του ζήτησε οικονομική βοήθεια για να αντιμετωπίσει τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε εκείνος και η οικογένεια του. Ως αντάλλαγμα, ο σύζυγος της κατηγορουμένης του έδωσε την επίδικη επιταγή, την οποία κατάθεσε σαν Τεκμήριο 1, η οποία ήταν μεταχρονολογημένη για τις 15.03.09 και προερχόταν από το βιβλιάριο επιταγών της κατηγορουμένης καθότι οι λογαριασμοί του Γρηγορίου ήταν παγοποιημένοι και βρίσκονταν καταχωρημένοι στο Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών (στο εξής καλείται το 'Κ.Α.Π.'). Πέραν και ανεξαρτήτως των πιο πάνω, ο ΜΚ1 υποσχέθηκε στον Γρηγορίου να τον βοηθήσει επαγγελματικά εάν και όταν παρουσιαζόταν η ευκαιρία. Σύμφωνα με το μάρτυρα, η επίδικη επιταγή εκδόθηκε και υπογράφηκε από την κατηγορούμενη στην παρουσία του. Κατάθεσε την εν λόγω επιταγή στις 18.06.09 αλλά στις 23.06.09 ειδοποιήθηκε ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για να τιμηθεί. Προς τούτο ο μάρτυρας κατάθεσε ως Τεκμήριο 2 σχετική ειδοποίηση από τη Marfin Popular Bank Public Co Ltd ημερομηνίας 24.06.09 με την οποίαν τον ενημέρωναν ότι η επίδικη επιταγή επιστρέφεται απλήρωτη για τους λόγους που αναφέρονται στην μπροστινή όψη της εν λόγω επιταγής. Ο δε λογαριασμός της κατηγορουμένης, ο οποίος θα χρεωνόταν την έκδοση της επιταγής, ήταν, μετά από πληροφόρηση που έτυχε από την τράπεζα, παγοποιημένος και καταχωρημένος στο Κ.Α.Π. Όπως δήλωσε ο ΜΚ1, μέχρι σήμερα δεν έλαβε οποιοδήποτε ποσό ως έναντι ή προς εξόφληση της επίδικης επιταγής. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι το ποσό των €10.000,00 με το οποίο δάνεισε το Γρηγορίου για να αντιμετωπίσει τα οικονομικά προβλήματα του το έδωσε υπό τη μορφή σχετικής επιταγής που έκδωσε εις το όνομα του συζύγου της κατηγορουμένης, ο οποίος την εξαργύρωσε την επόμενη ημέρα που του δόθηκε. Ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ακόμη πως το ότι το όνομα του Γρηγορίου ήταν καταχωρημένο στο Κ.Α.Π. και ότι ως αντάλλαγμα για την οικονομική βοήθεια που του πρόσφερε θα έπαιρνε επιταγή από λογαριασμό της κατηγορουμένης το έμαθε μετά που έδωσε το ποσό. Το ότι και το όνομα της κατηγορουμένης ήταν στο Κ.Α.Π. το ανακάλυψε μετά την παρουσίαση της επίδικης επιταγής στην τράπεζα για πληρωμή. Μέχρι τότε η κατηγορούμενη και ο σύζυγος της τον καθησύχαζαν ότι θα εργαστούν και θα εξοφλούσαν την επίδικη επιταγή. Όπως ο μάρτυρας διευκρίνισε, επειδή το ποσό που έδωσε ήταν σημαντικό ζήτησε να έχει εξασφάλιση. Ο ΜΚ1 επίσης κατάθεσε ότι η επίδικη επιταγή συμπληρώθηκε είτε από την κατηγορούμενη είτε από το σύζυγο της αλλά υπογράφηκε από την ίδια την κατηγορούμενη στην παρουσία του. Δικαιολογώντας το γεγονός γιατί ενώ η επίδικη επιταγή ήταν πληρωτέα στις 15.03.09 ο ίδιος την κατάθεσε για πληρωμή στις 23.06.09, εξήγησε πως το έπραξε για να δώσει πίστωση χρόνου στην κατηγορούμενη και το σύζυγο της έτσι ώστε να μπορέσουν να εξασφαλίσουν χρήματα και να εξοφλήσουν το Τεκμήριο
- Παράλληλα, ο ΜΚ1 απέρριψε κατηγορηματικά τη θέση της κατηγορουμένης ότι η επίδικη επιταγή σχετίζεται καθ' οιονδήποτε τρόπο με τη συνδιαχείρηση του κυλικείου του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού που ο Γρηγορίου είχε μαζί του δυνάμει γραπτής συμφωνίας. Αντίθετα, δήλωσε πως όταν δάνεισε τον Γρηγορίου με το ποσό της επίδικης επιταγής ο ίδιος δεν γνώριζε για την προκήρυξη προσφορών αναφορικά με το κυλικείο του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού. Αναγνωρίζοντας το Τεκμήριο 7 ως την προαναφερόμενη γραπτή συμφωνία, ο εν λόγω μάρτυρας δήλωσε πως το εν λόγω έγγραφο καταρτίστηκε μετά που το Τεκμήριο 1 κατέστη πληρωτέο και χωρίς το έγγραφο αυτό (Τεκμήριο 7) να έχει οποιαδήποτε σχέση με το Τεκμήριο
- Ωστόσο, όπως είπε ο ΜΚ1, ο ίδιος υπέγραψε το Τεκμήριο 7 επειδή βοηθώντας τον Γρηγορίου επαγγελματικά, όπως εξάλλου του υποσχέθηκε, ταυτόχρονα θα στηριζόταν και οικονομικά με αποτέλεσμα να μπορεί να εισπράξει τα χρήματα που ο Γρηγορίου του χρωστούσε δυνάμει του Τεκμηρίου
- Ο ΜΚ1 αναγνώρισε ακόμη την υπογραφή του στο Τεκμήριο 9 με την οποίαν αποδέκτηκε το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 03.04.09 του δικηγορικού γραφείου Σκορδής, Παπαπέτρου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. που ήταν το δικηγορικό γραφείο το οποίο συνομολόγησε το Τεκμήριο
- Επίσης, ο μάρτυρας απέρριψε τη θέση της κατηγορουμένης ότι το ποσό που δάνεισε στο σύζυγο της δόθηκε κατόπιν της μεταξύ τους γραπτή συμφωνία και με την προοπτική να βοηθήσει να εξασφαλιστεί το συμβόλαιο του κυλικείου του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού για να μπορέσει να γίνει η από κοινού διαχείριση του. Επιπλέον, ο ΜΚ1 απέρριψε τη θέση της κατηγορουμένης ότι το ποσό της επίδικης επιταγής πληρώθηκε από τη διαχείριση του πιο πάνω κυλικείου επαναλαμβάνοντας πως η διαχείριση του εν λόγω κυλικείου ουδεμία σχέση είχε με το Τεκμήριο
- Περαιτέρω, κατά την αντεξέταση του μάρτυρα κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 3, 4, 8 και 10 τα οποία είναι επιστολές του δικηγορικού γραφείου Σκορδής, Παπαπέτρου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ημερομηνίας 21.06.09 και 23.10.09 (Τεκμήρια 3 και 10) με την τελευταία επιστολή να είναι εις απάντηση της επιστολής του δικηγόρου κυρίου Γαβριηλίδη που τότε εκπροσωπούσε τον σύζυγο της κατηγορουμένης (Τεκμήριο 4). Το δε Τεκμήριο 8 είναι 17 ρολά από την ταμειακή μηχανή Φ.Π.Α. που χρησιμοποιήθηκε την περίοδο λειτουργίας του για τις εισπράξεις του κυλικείου του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού προτού προκύψουν τα προβλήματα μεταξύ του παραπονούμενου και του συζύγου της κατηγορουμένης που τελικά οδήγησαν στον τερματισμό της μεταξύ τους συμφωνίας και την παραλαβή του εξοπλισμού της από τον παραπονούμενο. ΜΚ2 ήταν ο Αντώνης Σκαρπάρης, υπεύθυνος των τρεχούμενων λογαριασμών της πρώην Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πολεμιδιών και νυν Ταμιευτηρίου Λεμεσού, ο οποίος στην κυρίως εξέταση του αφού αναγνώρισε το Τεκμήριο 1 ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι η επίδικη επιταγή κατέληξε στο δικό του πιστωτικό ίδρυμα μέσω της Marfin Popular Bank Public Co Ltd, πλην όμως επιστράφηκε ως ακάλυπτη επειδή ο λογαριασμός της κατηγορουμένης, από τον οποίον εκδόθηκε η επίδικη επιταγή, δεν είχε τα ανάλογα διαθέσιμα κεφάλαια. Ακολούθως, ο μάρτυρας αυτός δήλωσε πως όταν το Τεκμήριο 1 παρουσιάστηκε για πρώτη φορά για πληρωμή στην πρώην ΣΠΕ Πολεμιδιών και νυν Ταμιευτήριο Λεμεσού το όνομα της κατηγορουμένης ήταν ήδη καταχωρημένο στο Κ.Α.Π. Διευκρίνισε πως το όνομα της κατηγορούμενης καταχωρήθηκε στο Κ.Α.Π. στις 06.04.09 με την επίδικη επιταγή να φέρει ημερομηνία πληρωμής 15.03.09 αλλά να παρουσιάζεται στην τράπεζα για πληρωμή σε μεταγενέστερη ημερομηνία. Είναι γι' αυτό το λόγο που το Τεκμήριο 1 φέρει δύο σφραγίδες ημερομηνίας 23.06.09 του πιστωτικού ιδρύματος, ήτοι μία με την ένδειξη 'Να παρουσιαστεί ξανά-Μη επαρκή υπόλοιπα' και μία με την ένδειξη 'Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε-ΚΑΠ'. Όπως ανάφερε ο εν λόγω μάρτυρας, στις 09.07.09 η επιταγή παρουσιάστηκε εκ νέου για κατάθεση αλλά επιστράφηκε ξανά ως ακάλυπτη φέροντας σφραγίδες του πιστωτικού ιδρύματος ημερομηνίας 09.07.09 με τις εξής ενδείξεις: 'Αποταθείτε στον εκδότη της επιταγής-Ακάλυπτη Επιταγή' και 'Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε-ΚΑΠ'. Περαιτέρω, ο ΜΚ2 δήλωσε πως αναγνωρίζει την υπογραφή της κατηγορουμένης στην επίδικη επιταγή βάση του δείγματος υπογραφής που τους έδωσε η κατηγορούμενη ως πελάτιδα της πρώην ΣΠΕ Πολεμιδιών και νυν Ταμιευτήριο Λεμεσού. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 ανάφερε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι ακόμη και αν είχαν κατατεθεί επαρκή διαθέσιμα κεφάλαια το Τεκμήριο 1 πάλι δεν θα μπορούσε να τιμηθεί επειδή το όνομα της κατηγορουμένης ήταν ήδη καταχωρημένο στο Κ.Α.Π. Η κατηγορούμενη ήταν ο ΜΥ1 και στην γραπτή κατάθεση της ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία καταχωρήθηκε ως Τεκμήριο 5, ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο παραπονούμενος έδωσε στο σύζυγο της το ποσό των €10.000,00 για να τον βοηθήσει οικονομικά το οποίο όμως θα αποπληρωνόταν από τα εισοδήματα του κυλικείου του κτηματολογίου που θα διαχειριζόταν από κοινού ο σύζυγος της μαζί με τον παραπονούμενο. Η μάρτυρας δήλωσε πως ο σύζυγος της της είπε πως κατόπιν συνεννοήσεως που είχε με τον παραπονούμενο η ίδια θα έκδιδε μία μεταχρονολογημένη επιταγή εις το όνομα του παραπονούμενου για να την κρατά ως εξασφάλιση των χρημάτων που ο παραπονούμενος έδωσε στο σύζυγο της. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, ο λόγος που έπρεπε η ίδια να εκδώσει την επιταγή ήταν επειδή ο σύζυγος της αδυνατούσε να πράξει κάτι τέτοιο καθότι το όνομα του ήταν καταχωρημένο στο Κ.Α.Π., γεγονός που γνώριζε ο παραπονούμενος. Όπως εξήγησε η μάρτυρας, έκδωσε την επίδικη μεταχρονολογημένη επιταγή στον παραπονούμενο για τις 15.03.09, της οποίας η ημερομηνία και το ποσό συμπληρώθηκαν από το σύζυγο της ενώ το όνομα του παραπονουμένου ως δικαιούχου συμπληρώθηκε από τον παραπονούμενο, επειδή μέχρι τότε ο παραπονούμενος υπολόγιζε ότι θα εξασφαλιζόταν η διαχείριση της καντίνας του κτηματολογίου με αποτέλεσμα να αρχίσουν τα εισοδήματα αυτής και του συζύγου της οπότε ο παραπονούμενος θα πληρωνόταν σταδιακά από τα εισοδήματα αυτά. Ακολούθως, η κατηγορούμενη ανάφερε στο Δικαστήριο ότι, κατόπιν ενημέρωσης που έτυχε από το σύζυγο της, ο παραπονούμενος ήταν πλήρως σίγουρος ότι με τις διασυνδέσεις και εμπειρία που διέθετε στα θέματα αυτά θα κατόρθωνε την κατακύρωση της προσφοράς του κυλικείου του κτηματολογίου υπέρ τους. Εξέφρασε δε τη θέση πως στην πραγματικότητα δεν είναι αυτή που έλαβε το ποσό των €10.000,00 από τον παραπονούμενο και έτσι δεν είναι αυτή που χρωστούσε το εν λόγω ποσό αλλά ο σύζυγος της. Η κατηγορούμενη περαιτέρω κατάθεσε πως από την αρχή της διαχείρισης του κυλικείου ο παραπονούμενος τους δημιουργούσε προβλήματα παραθέτοντας μέσα από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 συγκεκριμένες περιπτώσεις. Σύμφωνα με την κατηγορούμενη, περί τα μέσα Ιουνίου επήλθε πλήρης ρήξη στις σχέσεις τους με τον παραπονούμενο με αποτέλεσμα ο παραπονούμενος κακόβουλα και κακόπιστα αλλά και για να εκδικηθεί ουσιαστικά το σύζυγο της για τις μεταξύ τους διαφορές, για τις οποίες η ίδια ουδεμία σχέση ή ευθύνη έχει, κατάθεσε την επίδικη επιταγή προχωρώντας έτσι σε υλοποίηση της απειλής που ο παραπονούμενος έκαμε προς το σύζυγο της ότι θα τους καταστρέψει και θα τους στείλει στη φυλακή. Είναι η θέση της μάρτυρας ότι η επίδικη επιταγή εξοφλήθηκε πλήρως από τις εισπράξεις που ο παραπονούμενος έλαβε για τη διαχείριση του κυλικείου. Στηρίζοντας τη θέση της αυτή επικαλέστηκε το Τεκμήριο 8 που κατά την άποψη της δείχνει ότι μέχρι τις 19.06.09 ο παραπονούμενος έλαβε ποσό πέραν των €17.500,00 που αποτελούν εισπράξεις σε σχέση με τη διαχείριση του κυλικείου. Η κατηγορούμενη ακόμη ανάφερε ότι αν γνώριζε ή αν την πληροφορούσε ο παραπονούμενος ότι υπήρχε πιθανότητα να μην εξασφαλιζόταν η διαχείριση του κυλικείου του κτηματολογίου, η ίδια δεν θα έκδιδε την επίδικη επιταγή επειδή σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να την πληρώσει αφού η ίδια ούτε εργαζόταν ούτε εισοδήματα είχε. Αντεξεταζόμενη η κατηγορούμενη δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως το κυλικείο άρχισε να λειτουργεί από τις 01.05.
- Απαντώντας σε σχετική ερώτηση η κατηγορούμενη είπε πως ο παραπονούμενος τη διαβεβαίωνε ότι δεν επρόκειτο να καταθέσει την επίδικη επιταγή στην τράπεζα για πληρωμή. Επιμένοντας στη θέση της ότι η επίδικη επιταγή πληρώθηκε από τις εισπράξεις που έλαβε ο παραπονούμενος για τη διαχείριση του κυλικείου, η κατηγορούμενη ανάφερε ότι δεν προέβηκε σε οποιοδήποτε διάβημα για ανάκληση πληρωμής της επίδικης επιταγής επειδή δεν πρόλαβε. ΜΥ2 ήταν ο αστυφύλακας 1942 Σίμος Τσοπαλίδης που υπηρετεί στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λεμεσού. Στην κυρίως εξέταση του δήλωσε, μεταξύ άλλων, πως δεν γνωρίζει την κατηγορούμενη αλλά το σύζυγο της, ο οποίος στις 22.06.09 προέβηκε σε καταγγελία στην αστυνομία εναντίον του παραπονούμενου για κλοπή αντικειμένων από το κυλικείο του επαρχιακού κτηματολογικού γραφείου Λεμεσού. Αφού μετέβηκε επί τόπου μαζί με δύο άλλους συναδέλφους του στην παρουσία του Γρηγορίου (συζύγου της κατηγορουμένης) έκρινε ότι δεν απαιτείτο η λήψη οποιασδήποτε κατάθεσης επειδή διαπιστώθηκε ότι σύμφωνα με το ιστορικό της υπόθεσης και την καταγγελία που έγινε δεν διαπράχθηκε οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα. Το ότι όντως ο παραπονούμενος πήρε αντικείμενα από το κυλικείο αλλά επειδή του ανήκουν επιβεβαιώθηκε από τον ίδιο τον παραπονούμενο προς το λοχία 32 Χάρη Χαραλάμπους. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανάφερε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι γνώριζε το γεγονός ότι ο εξοπλισμός του κυλικείου ανήκει στον παραπονούμενο στη βάση σχετικής συμφωνίας που ο σύζυγος της κατηγορουμένης του ανάφερε σύμφωνα με την οποίαν ο παραπονούμενος εξόπλισε το κυλικείο του κτηματολογίου. Ο σύζυγος της κατηγορουμένης, Γρηγόρης Γρηγορίου, ήταν ο τρίτος και τελευταίος μάρτυρας της υπεράσπισης (ΜΥ3). Στην γραπτή κατάθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία καταχωρήθηκε ως Τεκμήριο 6, δήλωσε, μεταξύ άλλων, πως με τον παραπονούμενο γνωριζόταν από παλιά και μαζί του διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις με αποτέλεσμα όταν περίπου μέσα Νοεμβρίου 2008 του ανάφερε ότι αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα αυτός να προθυμοποιηθεί να τον βοηθήσει. Σύμφωνα με το μάρτυρα αυτό, ο παραπονούμενος του είπε ότι επειδή επιθυμούσε να επεκταθεί στη Λεμεσό αναζητούσε πρόσωπο της εμπιστοσύνης του με σκοπό να συνεργαστεί μαζί του στον τομέα διαχείρισης κυλικείων στη Λεμεσό. Όπως είπε ο μάρτυρας, περί τα μέσα Δεκεμβρίου 2008 ο παραπονούμενος του τηλεφώνησε και του ανάφερε ότι σύντομα θα προκηρύσσονταν προσφορές για τη διαχείριση του κυλικείου του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού και θα τον βοηθούσε τεχνικά και οικονομικά να υποβάλει σχετική προσφορά, πλην όμως η διαχείριση του εν λόγω κυλικείου θα ασκείτο από κοινού με τον παραπονούμενο. Ταυτόχρονα ο παραπονούμενος τον διαβεβαίωνε ότι με τις διασυνδέσεις και γνώσεις που είχε ήταν διασφαλισμένη η κατακύρωση της διαχείρισης του εν λόγω κυλικείου υπέρ του. Ακολούθως, ο εν λόγω μάρτυρας δήλωσε πως ζήτησε από τον παραπονούμενο το ποσό των €10.000,00 για να αντιμετωπίσει τα πιεστικά οικονομικά προβλήματα του εισηγούμενος την αποπληρωμή του ποσού αυτού κατά προτεραιότητα από τις πρώτες εισπράξεις της διαχείρισης του κυλικείου του κτηματολογίου Λεμεσού για την οποία ήταν σίγουρος ότι θα κατοχυρωνόταν υπέρ τους. Αποδεχόμενος την πληρωμή του πιο πάνω ποσού, ο παραπονούμενος ζήτησε την έκδοση επιταγής για να την κρατά ως απόδειξη και εξασφάλιση της οφειλής που θα προέκυπτε με την πληρωμή του ποσού των €10.000,
- Επειδή το όνομα του εν λόγω μάρτυρα βρισκόταν τότε καταχωρημένο στο Κ.Α.Π. εισηγήθηκε την έκδοση τέτοιας επιταγής από τη σύζυγο του, κάτι που έγινε μέσα Δεκεμβρίου 2008 στο κυλικείο του Πανεπιστημίου Κύπρου. Η επίδικη επιταγή ήταν μεταχρονολογημένη για τις 15.03.09 επειδή ο παραπονούμενος ήταν σίγουρος ότι μέχρι τότε θα κατακυρωνόταν το έργο εις το όνομα του ΜΥ
- Σύμφωνα με το ΜΥ3, ο παραπονούμενος εξήγησε στην κατηγορούμενη ότι δεν επρόκειτο να καταθέσει την επιταγή για πληρωμή και ότι αυτή θα πληρωνόταν από τις πρώτες εισπράξεις της διαχείρισης του προαναφερόμενου κυλικείου που ήταν σίγουρος ότι θα κατοχυρωνόταν υπέρ του συζύγου της κατηγορουμένης. Ο ΜΥ3 υπέβαλε σχετική προσφορά με τη βοήθεια του παραπονούμενου, η οποία ήταν επιτυχής. Ως αποτέλεσμα αυτού, ο ΜΥ3 υπέγραψε συμφωνία για από κοινού διαχείριση του κυλικείου του κτηματολογίου Λεμεσού, η οποία ξεκίνησε στις 01.05.
- Σύμφωνα με το μάρτυρα αυτό, κατά τη διάρκεια της διαχείρισης ο παραπονούμενος έπαιρνε όλες τις εισπράξεις όμως με τη συμπεριφορά του προκαλούσε στον ΜΥ3 ανυπέρβλητα προβλήματα στη διαχείριση του κυλικείου. Ο εν λόγω μάρτυρας ακόμη ανάφερε ότι ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του παραπονούμενου δημιουργήθηκαν μεγάλες διαφορές μεταξύ τους που οδήγησαν σε τσακωμό. Όπως ανάφερε ο μάρτυρας, ο παραπονούμενος τότε και συγκεκριμένα στις 22.06.09 με το κλειδί που κρατούσε εισήλθε αυθαίρετα απέσπασε σχεδόν ολόκληρο τον εξοπλισμό του κυλικείου περιλαμβανομένης και της ταμειακής μηχανής μαζί με τα ρολά των σχετικών αποδείξεων. Περαιτέρω, ως είναι η θέση του ΜΥ3, για να τον εκδικηθεί ο παραπονούμενος κατάθεσε την επίδικη επιταγή παρόλο ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε παραλάβει εισπράξεις ύψους πέραν των €17.500,00 και συνεπώς το Τεκμήριο 1 ήταν εξοφλημένο πλήρως με τη συμφωνία τους. Επίσης, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, ο εν λόγω μάρτυρας αναγνώρισε τα Τεκμήρια 7, 8, 9 και
- Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ3, ανάμεσα σ' άλλα, επανέλαβε τη θέση του ότι ο παραπονούμενος του έδωσε την επίδικη επιταγή για να διευθετήσει σοβαρές οικονομικές υποχρεώσεις που είχε αλλά συμφώνησαν ότι το ποσό που του δάνεισε θα αποπληρωνόταν με τις πρώτες εισπράξεις από τη διαχείριση του κυλικείου του κτηματολογίου Λεμεσού. Είναι η θέση του μάρτυρα ότι ο παραπονούμενος γνώριζε ότι η επίδικη επιταγή δεν μπορούσε να τιμηθεί. Ο μάρτυρας επίσης ανάφερε ότι η προσφορά υπεβλήθηκε στις 18.02.09 ενώ στις 19.03.09 έλαβε απάντηση ότι η εν λόγω προσφορά ήταν επιτυχής. Όπως δήλωσε ο εν λόγω μάρτυρας, ο παραπονούμενος έπαιρνε όλες τις εισπράξεις χωρίς ο ίδιος να κρατεί ούτε ένα σεντς έτσι ώστε να μην δημιουργηθεί ψυχρότητα μεταξύ τους. Έδινε ακόμη στον παραπονούμενο και τα φιλοδωρήματα που προορίζονταν για τον ίδιο. Ούτε έλαβε τον πρώτο μισθό που του αναλογούσε καθότι ο παραπονούμενος προφασίστηκε οικονομικές δυσκολίες. Αρκετές δε φορές ο ΜΥ3 υπέκυπτε σε θέματα οικονομικών θεμάτων που αφορούσαν το κυλικείο για να μην καταρρεύσει η μεταξύ τους συνεργασία. Ο ΜΥ3 περαιτέρω δήλωσε πως ο παραπονούμενος με τη φυγή του άφησε οικονομικές εκκρεμότητες όπως €3.000,00 σε εταιρεία αναψυκτικών και €1.400,00 σε αρτοποιείο τα οποία ανέλαβε ο ίδιος πληρώνοντας σταδιακά από τη εργασία του, χωρίς ακόμη να τα έχει εξοφλήσει. Τελικές Αγορεύσεις: Στην τελική αγόρευση του ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεκτεί την μαρτυρία του παραπονούμενου και να απορρίψει τους ισχυρισμούς των μαρτύρων υπεράσπισης κατηγορουμένης ως αναληθείς, παράλογους και άσχετους με τα επίδικα θέματα. Σχολιάζοντας την προσαχθείσα μαρτυρία ο κύριος Κωνσταντινίδης, ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι μέσα από αυτή έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και με αναφορά σε αποφάσεις και νομικά συγγράμματα κάλεσε το Δικαστήριο να καταδικάσει την κατηγορούμενη στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Αντίθετα, ο συνήγορος υπεράσπισης δήλωσε στο Δικαστήριο πως η εκδοχή του παραπονούμενου είναι φανερά αναξιόπιστη και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί. Παράλληλα, επισήμανε ότι η εκδοχή που η κατηγορούμενη πρόβαλε είναι αξιόπιστη και συνάδει με τα κατατεθέντα τεκμήρια αλλά και με την χρονική αλληλουχία των γεγονότων και συνεπώς θα πρέπει να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Κατ' επέκταση, στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας και των υπερασπίσεων που παρουσιάστηκαν, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει και να απαλλάξει την κατηγορούμενη από την υπόθεση αυτή. Τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανάφεραν στο Δικαστήριο έχουν καταγραφεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν κρίνω σκόπιμο και χρήσιμο να παραθέσω το περιεχόμενο τους κατά τρόπο αναλυτικό, εκτός μόνο όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς εξαγωγής συμπερασμάτων. Οι νομικές θέσεις καθώς και η νομική επιχειρηματολογία τους αλλά και η νομική βάση επί της οποίας εδράζονται, όπως αυτά εκτέθηκαν από τους συνηγόρους, έχουν εξεταστεί με τη δέουσα προσοχή και σοβαρότητα, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και αναλόγως αξιολογούνται από το Δικαστήριο. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων.[1] Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της.[2] Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο.[3] Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών.[4] Με βάση τις προαναφερόμενες αρχές το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Ο παραπονούμενος (ΜΚ1) έκαμε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Με ειλικρίνεια περίγραψε τα γεγονότα όπως αυτά διαδραματίστηκαν. Ήταν απλός, κατατοπιστικός και ουσιαστικός στην κατάθεση του. Απαντούσε στις ερωτήσεις με αμεσότητα, ευθύτητα και σαφήνεια χωρίς προσχεδιασμό και οποιαδήποτε τάση υπερβολής. Η δε μαρτυρία του συνάδει με τη χρονική πτυχή των γεγονότων που παρουσιάστηκαν και ταυτόχρονα υποστηρίζεται από έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια με αποτέλεσμα η μαρτυρία του να καθίσταται πειστική απέναντι στο Δικαστήριο. Ο εν λόγω μάρτυρας πρόβαλε μία λογική εκδοχή, η οποία στο μεγαλύτερο μέρος της παρέμεινε αναντίλεκτη. Συγκεκριμένα, το ότι δάνεισε το ποσό των €10.000,00 στο σύζυγο της κατηγορούμενης με σκοπό να διευθετήσουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα που αυτός και η οικογένεια του αντιμετώπιζαν δεν αμφισβητήθηκε. Επιπλέον, το ότι ο παραπονούμενος δάνεισε το ποσό των €10.000,00 επαληθεύεται από το Τεκμήριο 4 που είναι επιστολή του τότε δικηγόρου του συζύγου της κατηγορουμένης με την οποίαν, μεταξύ άλλων, αναγνωρίζεται αυτή η οφειλή καθώς και από το Τεκμήριο 10 που είναι η απαντητική επιστολή ημερομηνίας 23.10.09 από το δικηγόρο του παραπονούμενου. Το ότι στα πλαίσια κάλυψης του για το ποσό που δάνεισε ζήτησε και πήρε μεταχρονολογημένη επιταγή με ημερομηνία 15.03.09 που προέρχεται από λογαριασμό που ανήκει στην κατηγορούμενη επίσης δεν αμφισβητήθηκε. Ούτε αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι η κατηγορούμενη υπέγραψε την πιο πάνω επιταγή. Οι θέσεις του ότι η εν λόγω επιταγή αφού παρουσιάστηκε στην τράπεζα δεν τιμήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων και παρέμεινε απλήρωτη πέραν των 15 ημερών από την εμφάνισης της στην τράπεζα τεκμηριώνονται από τα Τεκμήρια 1 και 2, τα οποία και αποδέχομαι ως μέρος της μαρτυρίας του. Ειδικότερα εξετάζοντας το Τεκμήριο 1 παρατηρώ ότι είναι η επιταγή υπ' αριθμό 12302133 της Σ.Π.Ε. Πολεμιδιών δεόντως συμπληρωμένη και προερχόμενη από το λογαριασμό 20027-40-05027-
- Είναι υπογραμμένη με όνομα εκδότη αυτό της κατηγορουμένης, δικαιούχο τον παραπονούμενο, ημερομηνία πληρωμής 15.03.09 για το ποσό των €10.000,
- Το Τεκμήριο 1 φέρει ακόμη τραπεζική σφραγίδα κατάθεσης του στη Marfin Popular Bank Public Co Ltd στις 18.06.09 ενώ στις 23.06.09 τοποθετήθηκαν σφραγίδες από το πληρωτέο πιστωτικό ίδρυμα για να παρουσιαστεί ξανά η επίδικη επιταγή στη Σ.Π.Ε. Πολεμιδιών λόγω ανεπαρκών υπολοίπων αλλά και επειδή ο λογαριασμός παγοποιήθηκε. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, η επίδικη επιταγή παρουσιάστηκε εκ νέου στην Σ.Π.Ε. Πολεμιδιών στις 09.07.09 πλην όμως χαρακτηρίστηκε ως ακάλυπτη με αποτέλεσμα σχετική σφραγίδα του πιστωτικού ιδρύματος να τοποθετηθεί σ' αυτή μαζί με σφραγίδα ένδειξης ότι ο λογαριασμός ήταν ακόμη παγοποιημένος. Περαιτέρω, η θέση του παραπονουμένου ότι η συμφωνία διαχείρισης του κυλικείου του κτηματολογίου Λεμεσού αποτελεί ζήτημα εντελώς ξεχωριστό από το δανεισμό του ποσού των €10.000,00 από το οποίο προέκυψε η μη τιμηθείσα επιταγή της κατηγορουμένης φαίνεται να επαληθεύεται από τα Τεκμήρια 3, 7, 9 και 10 σε συνδυασμό με το Τεκμήριο 1 που όταν εκδόθηκε τον Δεκέμβριο 2008 του παραδόθηκε στην παρουσία της κατηγορουμένης στο καφεστιατόριο του Πανεπιστημίου Κύπρου το οποίο διαχειριζόταν ο παραπονούμενος, ως η θέση του παραπονουμένου την οποίαν και αποδέχομαι καθότι συνάδει με τη χρονική αλληλουχία των γεγονότων σε συνδυασμό με την απουσία αποδεικτικών στοιχείων περί του αντιθέτου, είχε ως μεταχρονολογημένη ημερομηνία πληρωμής του 15.03.09, η οποία ήταν προγενέστερη της συμφωνίας διαχείρισης του κυλικείου που έγινε μεταξύ του παραπονουμένου και του ΜΥ3 με ημερομηνία τις 03.04.
- Το γεγονός αυτό σε συνάρτηση με το ότι το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 7 και 9 παρέμεινε αναντίλεκτο καθώς και το γεγονός ότι απουσιάζει μέσα από αυτά οποιοδήποτε στοιχείο ή άλλη μορφή απόδειξης που να συνδέει την αποπληρωμή του ποσού των €10.000,00 που η κατηγορούμενη μαζί με το σύζυγο της δανείστηκαν από τον παραπονούμενο με τις εισπράξεις από τη συμφωνία διαχείρισης του πιο πάνω κυλικείου αποδεικνύουν την ανεξαρτησία και μη σύνδεση του θέματος αποπληρωμής της επίδικης επιταγής με το ζήτημα της από κοινού διαχείρισης του εν λόγω κυλικείου. Παράλληλα, καθιστά τη μαρτυρία του παραπονουμένου στο θέμα αυτό λογική, πειστική και αληθής. Περαιτέρω, αποδέχομαι τη θέση του παραπονουμένου για μη ύπαρξη άλλης επιπρόσθετης συμφωνίας με την κατηγορούμενη και το σύζυγο της περί πληρωμής της επίδικης επιταγής από τις εισπράξεις που θα προέκυπταν από πιθανή συνεργασία του παραπονουμένου με το σύζυγο της κατηγορουμένης αναφορικά με ενδεχόμενη από κοινού διαχείριση κυλικείου που θα διασφαλιζόταν στη βάση υποσχέσεων από μέρους του παραπονουμένου ως αποτέλεσμα σχετικών ενεργειών του τελευταίου μέσα από κατ' ισχυρισμό διασυνδέσεων που διέθετε, όπως του υποβλήθηκε από το συνήγορο υπεράσπισης στα πλαίσια προώθησης της εκδοχής της κατηγορουμένης, καθότι μέσα από την όλη προσκομισθείσα μαρτυρία δεν υπάρχει οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο που να καταρρίπτει τη θέση αυτή του παραπονουμένου. Αντίθετα, το ότι τα Τεκμήρια 7 και 9, που συνομολογήθηκαν μεταγενέστερα του ποσού που δόθηκε ως δάνειο δεν συνδέουν την αποπληρωμή του με τις εισπράξεις από τη διαχείριση του κυλικείου επαληθεύει τη μαρτυρία του παραπονούμενου επί του σημείου αυτού. Για τον ίδιο λόγο αποδέχομαι τη θέση του παραπονουμένου ότι δεν εισέπραξε το ποσό των €17.500,00 και/ή ποσό πέραν των €20.000,00 από τη διαχείριση του κυλικείου, ως ήταν η υπερασπιστική γραμμή της κατηγορουμένης στο ζήτημα αυτό, αφού κανένα αποδεικτικό στοιχείο προέκυψε ή προσκομίστηκε που να διαψεύδει τον παραπονούμενο. Το δε Τεκμήριο 8 δεν προσφέρει απόδειξη ότι ο παραπονούμενος όντως εισέπραξε το προαναφερόμενο ποσό σε σχέση με το θέμα αυτό. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αμφισβητείται το ύψος των εισπράξεων που δημιουργήθηκαν από τη διαχείριση του κυλικείου και σημειώνονται μέσα από τα ρολά της ταμειακής μηχανής που χρησιμοποιήθηκε την περίοδο λειτουργίας του κυλικείου και τα οποία αποτελούν το Τεκμήριο
- Από την άλλη, η εξήγηση που ο παραπονούμενος έδωσε σε σχετική ερώτηση που του υπεβλήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης με ποιο σκεπτικό προέβηκε σε συνομολόγηση συμφωνίας διαχείρισης του κυλικείου του κτηματολογίου Λεμεσού τη στιγμή που ήδη η κατηγορούμενη με το σύζυγο της του χρωστούσαν χρήματα, κρίνεται απόλυτα φυσιολογική και λογική και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτή. Είναι προφανές πως με τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα που η κατηγορούμενη με το σύζυγο της αντιμετώπιζαν ο παραπονούμενος βοηθώντας τον ΜΥ3 επαγγελματικά στο μέτρο των δυνατοτήτων του, πέραν από ότι υλοποιούσε την υπόσχεση του προς το σύζυγο της κατηγορουμένης ανταποκρινόμενος στην έκκληση του τελευταίου για μακροπρόθεσμο είδος βοήθειας στην ομολογουμένως τραγική οικονομική κατάσταση τους, ταυτόχρονα αύξανε τις πιθανότητες του να λάβει ταχύτερα πίσω το ποσό που τους δάνεισε. Κάθε λογικά σκεπτόμενος άνθρωπος θα έπραττε κάτι τέτοιο εάν μπορούσε. Σε καμία περίπτωση πρόκειται για επιλήψιμη συμπεριφορά από μέρους του παραπονουμένου. Ούτε και η πρόθεση αυτή του παραπονουμένου δύναται να εκληφθεί και ως εκ τούτου δεν εκλαμβάνεται ως σύνδεση της υποχρέωσης της κατηγορουμένης για πληρωμή του ποσού της επίδικης επιταγής μέσα από τη συμφωνία για διαχείριση του κυλικείου εάν και εφόσον το έργο αυτό κατακυρωνόταν υπέρ του συζύγου της κατηγορουμένης στην περίπτωση που αποφασιζόταν να προχωρούσε η διαδικασία υλοποίησης του. Ούτε και αποτελεί είδος συμφωνίας μεταξύ του παραπονουμένου είτε με την κατηγορουμένη είτε με το σύζυγο της είτε και με τους δύο για πληρωμή του Τεκμηρίου 1 από τις εισπράξεις μιας ενδεχόμενης συνεργασίας τους για διαχείριση του κυλικείου εάν και εφόσον τελικά η διαδικασία προσφοροδότησης προχωρούσε, εάν και εφόσον υπόβαλλαν προσφορά από μέρους τους και εάν και εφόσον το έργο κατακυρωνόταν υπέρ τους. Επίσης, παρόλο ότι φαινόταν ότι ο μάρτυρας αισθανόταν πικρία και προδοσία από τη συμπεριφορά της κατηγορουμένης και του συζύγου της με τον οποίον γνωρίζονταν από τότε που ήταν νεαροί στην ηλικία για την πράξη βοηθείας που του έκαμε, εντούτοις η όλη μαρτυρία του στο θέμα αυτό ήταν διαφωτιστική χωρίς παράλληλα να είναι επηρεασμένη από τέτοια συναισθήματα. Αποδέχομαι ακόμη την εξήγηση που ο παραπονούμενος έδωσε στο Δικαστήριο ως προς το γιατί ενώ η επιταγή ήταν πληρωτέα στις 15.03.09 την παρουσίασε στην τράπεζα για πληρωμή στις 23.06.
- Εφόσον η κατηγορούμενη και ο σύζυγος της δυσκολεύονταν να επιστρέψουν το ποσό που δανείστηκαν από τον παραπονούμενο ένεκα σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που συνέχιζαν να αντιμετωπίζουν, ο παραπονούμενος αποφάσισε να τους δώσει κάποιο περιθώριο, κάποια πίστωση χρόνου ελπίζοντας ότι με αυτό τον τρόπο, σε συνάρτηση και με το γεγονός ότι πλέον ο σύζυγος της κατηγορουμένης είχε πλέον εργασία και εισόδημα, το όλο θέμα θα έκλεινε με το πιο ανώδυνο τρόπο προς όφελος όλων. Πρόκειται για κίνηση καλής χειρονομίας από μέρους του παραπονουμένου σεβόμενος τις οικονομικές δυσκολίες που η κατηγορούμενη μαζί με το σύζυγο της εξακολουθούσαν να αντιμετωπίζουν και ταυτόχρονα δίνοντας μία ακόμη ευκαιρία στο ζεύγος να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις τους χωρίς να τους αναστατώσει επιβάλλοντας τους επιπρόσθετη οικονομική πίεση. Εξάλλου η μη παρουσίαση επιταγής κατά την ημερομηνία που αυτή καθίσταται πληρωτέα στα πλαίσια παροχής πίστωσης χρόνου αποτελεί πλέον συχνό φαινόμενο ιδιαίτερα όταν ο πιστωτής διαπιστώνει τη δεδομένη στιγμή της κατάθεσης της ότι αυτή δεν θα τιμηθεί ένεκα αδυναμίας του χρεώστη έτσι ώστε να δοθεί ένα εύλογο υπό τις περιστάσεις περιθώριο για να συγκεντρωθούν από τον οφειλέτη διαθέσιμα κεφάλαια για να τιμηθεί η επιταγή. Πρόκειται για μια σύνηθες πρακτική και τακτική που τα εμπλεκόμενα μέρη ακολουθούν στις καθημερινές εμπορικές συναλλαγές τους. Η ένδειξη υπομονής για εύλογο χρονικό διάστημα από μέρους του πιστωτή πολλές φορές δίδει μία οικονομική αναπνοή στους χρεώστες που αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα ιδιαίτερα κάτω από το μανδύα της παρούσας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης με σκοπό την επιβίωση τους που αν επιτευχθεί θα οδηγήσει στην πληρωμή της οφειλής χωρίς την ανάγκη καταχώρησης ποινικών υποθέσεων. Σε καμία όμως περίπτωση η καλή χειρονομία αυτή του παραπονουμένου θα πρέπει να στραφεί εναντίον του. Είναι προφανές μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία ότι ο παραπονούμενος υποχρεώθηκε να παρουσιάσει την επιταγή στην τράπεζα για πληρωμή όταν διαπίστωσε πως η κατηγορούμενη με το σύζυγο της δεν είχαν πρόθεση να εξοφλήσουν το ποσό της επιταγής, ανεξαρτήτως εάν στην πορεία προέκυψαν οποιεσδήποτε άλλες οικονομικές διαφορές τους που άπτονταν του ξεχωριστού θέματος της συμφωνίας για διαχείριση του κυλικείου του κτηματολογίου Λεμεσού. Η κατάθεση του Τεκμηρίου 1 για πληρωμή όταν εξαντλήθηκαν τα περιθώρια υπομονής του παραπονουμένου, για την οποίαν επίδικη επιταγή αποδέχομαι τη θέση του παραπονουμένου ότι δεν δόθηκε κανένα ποσό ως έναντι ή προς εξόφληση της, δεν μπορεί να εκληφθεί ως στοιχείο εκδίκησης επειδή κατάρρευσε και τερματίστηκε η εκ των υστέρων ανεξάρτητη συμφωνία διαχείρισης του κυλικείου, ως του υποβλήθηκε από το συνήγορο υπεράσπισης στα πλαίσια προώθησης της εκδοχής της κατηγορουμένης. Ούτε και μέσα από τη μαρτυρία του παραπονουμένου προκύπτει κάτι τέτοιο. Παρά την έντονη και πιεστική αντεξέταση στην οποία υπεβλήθηκε, ο παραπονούμενος δεν υπέπεσε σε οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις που θα κλόνιζαν την αξιοπιστία του ως μάρτυρα. Μία διαφορά που παρατηρήθηκε μεταξύ της κυρίως εξέτασης και της αντεξέτασης του ήταν επουσιώδης και δεν σχετιζόταν με την ουσία της υπόθεσης. Συγκεκριμένα, ενώ στην κυρίως εξέταση αλλά και σε κάποιο μέρος της αντεξέτασης του ο μάρτυρας είπε ότι δεν έλαβε ούτε ένα σεντς από τη συνδιαχείρηση του κυλικείου του κτηματολογίου Λεμεσού στη συνέχεια παραδέχθηκε ότι μπορεί και να έλαβε το ποσό των €4.000,00, ως αναφέρει το Τεκμήριο
- Μία άλλη διαφορά που εντοπίστηκε κατά την αντεξέταση του μάρτυρα ήταν ότι ενώ αρχικά είπε ότι η επίδικη επιταγή είχε συμπληρωθεί και υπογραφεί από την κατηγορουμένη στην παρουσία του στη συνέχεια και κατόπιν σχετικής υποβολής του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης είπε ότι δεν θυμόταν εάν το Τεκμήριο 1 συμπληρώθηκε από την κατηγορουμένη ή το σύζυγο της αλλά επέμεινε ότι υπογράφηκε από την κατηγορουμένη στην παρουσία του. Με δεδομένη την αναντίλεκτη θέση ότι η επίδικη επιταγή υπογράφηκε από την κατηγορουμένη καθώς και το εύρημα του Δικαστηρίου ότι το Τεκμήριο 1 δόθηκε στον παραπονούμενο στην παρουσία της κατηγορουμένης, πρόκειται για επουσιώδη λεπτομέρεια η οποία δεν έχει την ετικέτα της ουσιώδης αντίφασης καθότι είναι φυσιολογικό και αναμενόμενο για το μάρτυρα, τόσο από την παρέλευση 2,5 ετών από την συμπλήρωση και υπογραφή του Τεκμηρίου 1 μέχρι την ημέρα κατάθεσης του εν λόγω μάρτυρα στο Δικαστήριο όσο και λόγω της μεγάλης έντασης και πίεσης που βρισκόταν κατά τη διάρκεια της πιεστικής και εξαντλητικής αντεξέτασης του, να αναθεωρήσει κάποιες αρχικές θέσεις του έχοντας στην πορεία την ευκαιρία με τη ροή που είχε η αντεξέταση να προβεί εκ νέου σε αναπαράσταση των γεγονότων που ο ίδιος βίωσε στο μυαλό του στην προσπάθεια του να είναι ειλικρινής προς το Δικαστήριο. Πέραν των πιο πάνω, εξετάζοντας τις διαφοροποιήσεις αυτές υπό το πρίσμα της συνολικής μαρτυρίας του παραπονουμένου σε καμία περίπτωση αυτές από μόνες τους είναι ικανές στο να χαρακτηρίσουν το μάρτυρα αυτό αναξιόπιστο. Στη βάση των πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του παραπονουμένου και συνεπώς την αποδέχεται ως αληθή στην ολότητα της με εξαίρεση τα μέρη αυτής που ευθύς θα αναφέρω. Συγκεκριμένα, από τη μαρτυρία του κατηγορουμένου δεν δέχομαι ότι η κατηγορούμενη ήταν που συμπλήρωσε την επίδικη επιταγή καθότι από ότι φάνηκε ο παραπονούμενος δεν ήταν βέβαιος γι' αυτό, παρόλο που αποδέχομαι και συνεπώς αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η επίδικη επιταγή δεόντως συμπληρώθηκε στην παρουσία της κατηγορουμένης από το σύζυγο της και/ή τον παραπονούμενο όπου επίσης ήταν παρόντες, υπογράφηκε από την κατηγορούμενη και παραδόθηκε στον παραπονούμενο στην παρουσία της κατηγορουμένης τον Δεκέμβριο 2008 στο καφεστιατόριο του Πανεπιστημίου Κύπρου που ο παραπονούμενος διαχειριζόταν. Από τη μαρτυρία του παραπονούμενου ακόμη δεν δέχομαι την τοποθέτηση του ότι ο ίδιος δεν εισέπραξε ούτε ένα σεντς από τη διαχείριση του κυλικείου του κτηματολογίου Λεμεσού επειδή όχι μόνο ο παραπονούμενος τελικά έκαμε δεύτερες σκέψεις επ' αυτού αλλά υπάρχει το Τεκμήριο 10 που υποδεικνύει διαφορετικά. Αποδέχομαι επίσης τα Τεκμήρια 1, 2, 7 και 9, το περιεχόμενο των οποίων παρέμεινε αναντίλεκτο μέσα από την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Ο ΜΚ2 έκαμε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ως υπάλληλος της τράπεζας στην οποίαν κατατέθηκε η επίδικη επιταγή, η μαρτυρία του ήταν απλή και συγκεκριμένη και ταυτόχρονα απαλλαγμένη από στοιχεία συμφέροντος, κατασκευής και υπερβολής. Παράλληλα, η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε ενώ επαληθεύεται και από έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Χωρίς να υποπέσει σε ουσιώδεις αντιφάσεις η μαρτυρία της παρέμεινε ακλόνητη μέχρι τέλους και συνεπώς την αποδέχομαι ως αξιόπιστη και αληθή. Η κατηγορούμενη (ΜΥ1) δεν ήταν ειλικρινής μάρτυρας. Κατασκεύασε και προώθησε μία εκδοχή με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο προκειμένου να ξεφύγει από τις συνέπειες των πράξεων της που σχετίζονται με το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται. Επιρρίπτοντας σε όλους ευθύνες επιχειρεί να εμφανίσει τον εαυτό της ως το θύμα της υπόθεσης. Η εκδοχή που παρουσίασε στο Δικαστήριο στερείται λογικής και πειστικότητας και παράλληλα είναι διάτρητη από εύλογα ερωτήματα τα οποία παρέμειναν αναπάντητα. Η παρουσίαση των θέσεων της και κυρίως οι προβαλλόμενες υπερασπίσεις της αποτελούνται από ισχυρισμούς που περιορίζονται σε θεωρητικό επίπεδο χωρίς έτσι να υποστηρίζονται από οποιαδήποτε έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Αναπόφευκτα παρέμειναν έτσι μετέωροι και ατεκμηρίωτοι. Περαιτέρω, κατά τη διάρκεια της κατάθεσης της υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις οι οποίες έπληξαν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία της ως μάρτυρα. Κατ' αρχήν θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι δεν είναι αυτή που έλαβε τα €10.000,00 από τον παραπονούμενο και έτσι δεν είναι αυτή που τα χρωστά αλλά ο σύζυγος της είναι τουλάχιστο άστοχος και αναληθής επιβεβαιώνοντας έτσι την προβολή εκ των υστέρων δικαιολογίες με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Η ίδια στην πρώτη σελίδα της γραπτής κατάθεσης της (Τεκμήριο 5) αναφέρει ότι ολόκληρη η οικογένεια της αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα γιατί τόσο αυτή όσο και ο σύζυγος της ήταν άνεργοι και δεν είχαν οποιοδήποτε πόρο ή εισοδήματα εκτός από βοήθημα πολύτεκνης οικογένειας που ήταν περίπου €400,
- Ακολούθως, περιγράφοντας την οικονομική κατάσταση της ιδίας αλλά και του συζύγου της ως τραγική, συνεχίζει να χρησιμοποιεί πληθυντικό αριθμό αναφέροντας στη σελίδα 3 του Τεκμηρίου 5 ότι σκοπός του ποσού που ο παραπονούμενος τους δάνεισε ήταν να τους βοηθήσει ένεκα της φιλίας του με το σύζυγο της. Κατά συνέπεια, όταν ο παραπονούμενος δάνειζε το ποσό των €10.000,00 για την αντιμετώπιση των σοβαρών οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε η οικογένεια της κατηγορουμένης θα διευκολυνόταν ολόκληρη η οικογένεια της περιλαμβανομένης και της ίδιας της κατηγορουμένης. Από αυτή την οικονομική βοήθεια που τυπικά δόθηκε στο σύζυγο της αλλά ουσιαστικά στην οικογένεια της από τον παραπονούμενο θα επωφελείτο και ως εκ τούτου επωφελήθηκε και η κατηγορούμενη ως μέλος της οικογένειας που αντιμετώπιζε τα οικονομικά προβλήματα στη βάση των οποίων έγινε η βοήθεια, η οποία κατηγορούμενη ας σημειωθεί ότι από την αρχή γνώριζε για το σκοπό της έκδοσης της επίδικης επιταγής. Επομένως, ο ισχυρισμός αυτός της κατηγορουμένης δεν γίνεται αποδεκτός και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Επιπλέον, η θέση της κατηγορουμένης ότι η ημερομηνία πληρωμής και το ποσό της επίδικης επιταγής συμπληρώθηκαν από το σύζυγο της ενώ το όνομα του δικαιούχου συμπληρώθηκε από τον παραπονούμενο δεν απαλλάσσει αυτόματα την κατηγορούμενη από την όποια ποινική ευθύνη που ενδεχομένως να έχει από την μη τίμηση του Τεκμηρίου
- Με αδιαμφισβήτητη τη θέση ότι η ίδια υπέγραψε την επίδικη επιταγή και όπως προκύπτει από τις σελίδες 2 και 3 της γραπτής κατάθεσης της γνώριζε το σκοπό για τον οποίον εκδιδόταν το Τεκμήριο 1, γνώριζε το ύψος του ποσού που θα σημειωνόταν στην επίδικη επιταγή, γνώριζε σε ποιον προοριζόταν το Τεκμήριο 1, δηλαδή ποιος ήταν ο δικαιούχος, καθώς επίσης γνώριζε ποια ακριβώς ημερομηνία πληρωμής της θα ήταν είναι άνευ σημασίας ποιο χέρι τελικά θα τη συμπλήρωνε. Ως εμπλεκόμενο μέρος στο δανεισμό του ποσού των €10.000,00 από τον οποίον επωφελήθηκε και γνωρίζοντας τα πιο πάνω προκύπτει πως η επίδικη επιταγή συμπληρώθηκε με τον τρόπο που συμπληρώθηκε αν όχι από την κατηγορούμενη με τη συγκατάθεση και εξουσιοδότηση της κατηγορουμένης. Ως εκ τούτου, κανένα παράπονο δεν πρέπει η κατηγορούμενη να έχει από αυτή την εξέλιξη. Σχετική είναι η απόφαση Τομάζου v. Σαββίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 181/2007, ημερομηνίας 21.12.10 στην οποίαν το Ανώτατο Δικαστήριο αποδέχθηκε τη συμπλήρωση επιταγής από την παραπονούμενη ως προς την ημερομηνία και το ποσό. Συνεπώς, η θέση της κατηγορουμένης δεν μπορεί και ως εκ τούτου δεν έχει οποιαδήποτε βαρύτητα ή αποδεικτική ισχύ αναφορικά με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης καθώς και τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης για ύπαρξη συμφωνίας με τον παραπονούμενο ότι το ποσό της επίδικης επιταγής θα αποπληρωνόταν σταδιακά από τα εισοδήματα της διαχείρισης του κυλικείου του κτηματολογίου Λεμεσού που σίγουρα θα διασφαλιζόταν λόγω διασυνδέσεων και εμπειριών του παραπονουμένου δεν μπορεί να γίνει πιστευτός και ως εκ τούτου δεν γίνεται πιστευτός καθότι στερείται λογικής και πειστικότητας για τους πιο κάτω λόγους: (α) Η αναφορά της κατηγορουμένης σε διασυνδέσεις και εμπειρίες του παραπονουμένου είναι πολύ γενική και αόριστη και δεν παρέχονται λεπτομέρειες για να την καταστήσουν ρεαλιστική. (β) Εφόσον ο παραπονούμενος συμφώνησε όπως ισχυρίζεται η κατηγορουμένη την περίοδο που τους δάνειζε τα χρήματα τότε ποιος ο λόγος και ποια η ανάγκη να εκδοθεί η επίδικη επιταγή, δηλαδή το Τεκμήριο 1, αφού υπήρχε η εξασφάλιση και η κάλυψη της αποπληρωμής του ποσού των €10.000,00 μέσω της σίγουρης κατοχύρωσης της διαχείρισης του εν λόγω κυλικείου. (γ) Αντιστρόφως, εφόσον ο παραπονούμενος ζήτησε και πήρε την επίδικη επιταγή για ποιο λόγο να προβεί σε τέτοια άλλη συμφωνία. (δ) Γιατί η κατηγορουμένη δέχτηκε να υπογράψει και να παραδώσει το Τεκμήριο 1 στον παραπονούμενο τη στιγμή που γνώριζε για τη συμφωνία αυτή. (ε) Πως μπορούσε ο παραπονούμενος να γνώριζε εκ των προτέρων ότι σε χρόνο μεταγενέστερο του ποσού που δάνεισε στην κατηγορουμένη και το σύζυγο της θα προκηρύσσονταν προσφορές για τη διαχείριση του εν λόγω κυλικείου που ο ίδιος δεν διαχειριζόταν μέχρι τότε. (στ) Πως μπορούσε ο παραπονούμενος να γνωρίζει εκ των προτέρων ότι ο σύζυγος της κατηγορουμένης (ΜΥ3), εις το όνομα του οποίου συμφωνήθηκε να υποβληθεί μία τέτοια προσφορά, θα εκπληρούσε όλους τους όρους, κριτήρια και προϋποθέσεις στη βάση των οποίων ο κάθε υποψήφιος προσφοροδότης θα υπέβαλλε την προσφορά του τη στιγμή που αυτοί δεν είχαν ακόμη κοινοποιηθεί. (ζ) Πως ο παραπονούμενος γνώριζε εκ των προτέρων ότι η προσφορά τους θα υπερίσχυε έναντι όλων των άλλων υποψήφιων προσφοροδοτών. (η) Ο ισχυρισμός αυτός της κατηγορουμένης καταρρίπτεται από τα Τεκμήρια 7 και 9 όπου ουδεμία συγκεκριμένη αναφορά υπάρχει περί αυτού. Αντίθετα, μέσα από το Τεκμήριο 7 συμφωνήθηκε ρητά από τον παραπονούμενο και τον σύζυγο της κατηγορουμένης οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των συμβαλλομένων μερών αναφορικά με τα εισοδήματα και εισπράξεις που θα προέκυπταν από την εν λόγω διαχείριση, την κατανομή των εξόδων αλλά και τον τρόπο, μέθοδο και χρόνο πληρωμής τέτοιων εξόδων και κερδών (βλέπε όρους 3, 5, 6, 7 και 10 του Τεκμηρίου 7). (θ) Γιατί ο σύζυγος της κατηγορουμένης συμφώνησε και υπέγραψε εκ των υστέρων της κατ' ισχυρισμό πιο πάνω προφορικής συμφωνίας τόσο τη συμφωνία διαχείρισης του προαναφερόμενου κυλικείου (Τεκμήριο 7) όσο και το Τεκμήριο 9 χωρίς καν να εισηγηθεί τη συμπερίληψη του τρόπου και χρόνου αποπληρωμής του ποσού του Τεκμηρίου 1 εφόσον κατά την κατηγορουμένη συνδεόταν με τη συμφωνία διαχείρισης. (ι) Η κατηγορούμενη παρέλειψε να προσκομίσει οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού της αυτού. Πρέπει να σημειωθεί ότι σε σχέση με την πιο πάνω θέση της κατηγορουμένης, όπως αυτή καταγράφηκε μέσα από το Τεκμήριο 5 που είναι μέρος της κυρίως εξέτασης της, εντοπίζεται μία κεφαλαιώδης αντίφαση όταν σε μεταγενέστερο στάδιο κατόπιν διευκρίνισης του Δικαστηρίου η κατηγορούμενη αναγνώρισε και παραδέχθηκε πως η πληρωμή του Τεκμηρίου 1 ουδεμία σχέση είχε με το θέμα της διαχείρισης του κυλικείου του κτηματολογίου Λεμεσού, επαληθεύοντας έτσι τη μαρτυρία του παραπονουμένου στο θέμα αυτό. Συνεπώς, στη βάση των πιο πάνω, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η υποχρέωση αποπληρωμής του ποσού που η κατηγορούμενη μαζί με το σύζυγο της δανείστηκαν από τον κατηγορούμενο σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 είναι εντελώς ξεχωριστή και ανεξάρτητη από τη συμφωνία διαχείρισης του κυλικείου του κτηματολογίου Λεμεσού και τις όποιες υποχρεώσεις και/ή δικαιώματα απορρέουν από αυτή (βλέπε Τεκμήριο 7) χωρίς καθ' οιονδήποτε τρόπο το Τεκμήριο 1 να συνδέεται με το Τεκμήριο
- Οι όποιες διαφορές η κατηγορούμενη επικαλείται ότι προέκυψαν μεταξύ του συζύγου της και του παραπονουμένου και τα όποια προβλήματα η ίδια ισχυρίζεται ότι ο παραπονούμενος τους δημιουργούσε στα πλαίσια λειτουργίας και διαχείρισης του κυλικείου του κτηματολογίου Λεμεσού αποτελούν ξεχωριστό και ανεξάρτητο αντικείμενο και δεν αφορούν την παρούσα ποινική υπόθεση. Παράλληλα, εάν η ίδια κρίνει ότι έχουν παραβιαστεί οποιαδήποτε δικαιώματα είτε της ιδίας είτε του συζύγου της τότε αυτή ή ο σύζυγος της έχουν το δικαίωμα να προσφύγουν στη δικαιοσύνη. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ακόμη μία ουσιώδης διαφοροποίηση στις θέσεις της κατηγορουμένης που εντοπίστηκε μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία και άπτεται της αξιοπιστίας της. Συγκεκριμένα, ενώ κατά την αντεξέταση του παραπονουμένου ήταν η θέση της κατηγορουμένης και κατ' επέκταση μέρος της υπερασπιστικής γραμμής της, πράγμα που προωθήθηκε με σχετική υποβολή από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης, ότι η επίδικη επιταγή, η οποία υπογράφηκε από την κατηγορούμενη, δόθηκε στον παραπονούμενο από το σύζυγο της κατηγορουμένης χωρίς να είναι παρούσα η κατηγορουμένη. Η τοποθέτηση του παραπονουμένου τότε ήταν ότι η κατηγορούμενη που υπέγραψε την επίδικη επιταγή την οποίαν και του έδωσε στο καφεστιατόριο του Πανεπιστημίου Κύπρου. Ωστόσο, στις σελίδες 2 και 3 της γραπτής κυρίως εξέτασης της (Τεκμήριο 5) η κατηγορουμένη ελίσσεται και διαφοροποιείται και παραδέχεται ότι μαζί με το σύζυγο της μετέβησαν στο κυλικείο του Πανεπιστημίου Κύπρου όπου συνάντησαν τον παραπονούμενο, ο οποίος έκδωσε στο σύζυγο της επιταγή ύψους €10.000,00 και αυτή με τη σειρά της έκδωσε την επίδικη επιταγή στον παραπονούμενο με μεταχρονολογημένη ημερομηνία για τις 15.03.09, δίδοντας τη δική της εξήγηση γιατί έπρεπε να ήταν μεταχρονολογημένη η εν λόγω επιταγή. Η εκ των υστέρων διαφοροποίηση της κατηγορουμένης επαληθεύει, πέραν των λόγων που έχουν ήδη σημειωθεί πιο πάνω, την μαρτυρία του παραπονουμένου σε σχέση με το θέμα αυτό. Η κατηγορούμενη επίσης ισχυρίζεται ότι ο παραπονούμενος τη διαβεβαίωσε ότι δεν επρόκειτο να καταθέσει την επίδικη επιταγή και ότι αυτή θα πληρωνόταν κατά προτεραιότητα από τις πρώτες εισπράξεις από τη διαχείριση του κυλικείου του κτηματολογίου Λεμεσού αφού σκοπός του ήταν να τους βοηθήσει ένεκα της φιλίας του με το σύζυγο της. Η κατηγορούμενη ακόμη ισχυρίστηκε πως ο παραπονούμενος γνώριζε ότι τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγος της δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να πληρώσουν την επίδικη επιταγή που η ίδια υπέγραψε και παράδωσε στον παραπονούμενο. Με όλο το σεβασμό προς την κατηγορούμενη πρόκειται για μία εκδοχή η οποία στερείται λογικής και πειστικότητας και βέβαια δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ο παραπονούμενος, δείχνοντας έμπρακτα την ευαισθησία του αλλά και την εκτίμηση που είχε στη παλαιά γνωριμία που είχε με το σύζυγο της κατηγορουμένης, ανταποκρίθηκε στις εκκλήσεις του ζεύγους να τους διευκολύνει οικονομικά. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο ίδιος δεν είχε ανάγκη για επιστροφή του ποσού που τους δάνεισε μέχρι τις 15.03.
- Είναι γι' αυτό το λόγο που εκδόθηκε η επίδικη επιταγή με μεταχρονολογημένη ημερομηνία και όχι για τη δικαιολογία που η κατηγορούμενη επικαλείται. Εφόσον, όπως ισχυρίζεται η κατηγορούμενη, το ποσό που τους δάνεισε ο παραπονούμενος θα αποπληρωνόταν σταδιακά και κατά προτεραιότητα από τις εισπράξεις της διαχείρισης του κυλικείου ποιος ο σκοπός πλέον έκδοσης, υπογραφής και παράδοσης της επίδικης επιταγής στον παραπονούμενο. Προς τι η ανάγκη προσδιορισμού ημερομηνίας αποπληρωμής, ήτοι αυτή τις 15.03.09, αφού δεν ήταν μέχρι τότε γνωστή τόσο στον παραπονούμενο όσο και στην κατηγορούμενη με το σύζυγο της η ακριβής ημερομηνία έναρξης λειτουργίας της διαχείρισης του κυλικείου, αν ακόμη για σκοπούς και μόνο συζήτησης αποδεκτώ τη θέση της κατηγορουμένης ότι ο παραπονούμενος ήταν απόλυτα σίγουρος για την κατακύρωση του έργου. Προς τι η ανάγκη καθορισμού ημερομηνίας αποπληρωμής (15.03.09) ολόκληρου του ποσού που έχουν δανειστεί από τον παραπονούμενο τη στιγμή που οι πληρωμές θα γίνονταν σταδιακά από τις εισπράξεις μιας ενδεχόμενης διαχείρισης του κυλικείου. Προς τι η ανάγκη κάλυψης του παραπονουμένου τη στιγμή που ήταν σίγουρη και τυπικά απλώς θέμα χρόνου η αποπληρωμή του ποσού που δανείστηκαν μέσω των εισπράξεων από τη διαχείριση του κυλικείου. Τι είδους κάλυψη θα είχε ο παραπονούμενος τη στιγμή που δεν σκόπευε να την καταθέσει. Εύλογα ερωτηματικά που η κατηγορούμενη απέτυχε να απαντήσει ως όφειλε αποδεικνύοντας έτσι την έλλειψη λογικής και πειστικότητας που χαρακτηρίζουν την εκδοχή της στο θέμα αυτό. Ως αποτέλεσμα αυτού, το Δικαστήριο δεν την αποδέχεται και ως εκ τούτου την απορρίπτει ως αναληθής. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραγνωρίσει και άλλες ουσιώδεις αντιφάσεις που καταγράφονται μέσα από τη μαρτυρία της κατηγορουμένης. Συγκεκριμένα, ενώ μέσα από το Τεκμήριο 5 η κατηγορούμενη δηλώνει πως ο παραπονούμενος δάνεισε στο σύζυγο της το ποσό των €10.000,00 για να τον βοηθήσει να αντιμετωπίσει τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα που είχε, στη συνέχεια μέσα από το ίδιο έγγραφο αναγνωρίζει ότι η οικονομική βοήθεια του παραπονουμένου κατέληγε και στην ίδια, εκτός από το σύζυγο της, καθότι και οι δύο βρίσκονταν όπως η ίδια περιγράφει σε τραγική οικονομική κατάσταση ενώ ακολούθως και ειδικότερα κατά την αντεξέταση της κατόπιν σχετικής ερώτησης του εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής κατά πόσο το επίδικο ποσό το ζήτησε ο σύζυγος της από τον παραπονούμενο ως δάνειο η ίδια δήλωσε άγνοια. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της κατηγορουμένης ότι ο παραπονούμενος γνώριζε ότι τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγος της δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να πληρώσουν την επίδικη επιταγή, το Δικαστήριο δεν τον συμμερίζεται. Εφόσον τα πράγματα έχουν ως ισχυρίζεται η κατηγορούμενη τότε για ποιο λόγο ο παραπονούμενος επιθυμούσε να έχει στην κατοχή του την επίδικη επιταγή. Ποιο λόγο ή όφελος είχε ο παραπονούμενος να ζητήσει την έκδοση, υπογραφή και παράδοση της εν λόγω επιταγής τη στιγμή που γνώριζε ότι δεν θα μπορούσε αυτή να τιμηθεί. Τι είδους κάλυψη ο παραπονούμενος είχε αφού η επίδικη επιταγή ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσε να τιμηθεί. Γιατί η κατηγορούμενη αποδέκτηκε να υπογράψει και να παραδώσει την επίδικη επιταγή στον παραπονούμενο τη στιγμή που αυτή δεν θα εξαργυρωνόταν. Για ποιο λόγο να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο να κατηγορηθεί για τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα. Εύλογα αλλά αναπάντητα ερωτήματα που η κατηγορούμενη όφειλε να απαντήσει προκειμένου να στηρίξει την εκδοχή της στο ζήτημα αυτό. Η παράλειψη αυτή της κατηγορουμένης αποδεικνύει ότι είναι και αυτά εκ των υστέρων σκέψεις και κατασκευάσματα σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια της ν' αποποιηθεί των ευθυνών της και κατ' επέκταση ν' αποσυνδεθεί από την υπόθεση αυτή εντέχνως εμπλέκοντας και επιρρίπτοντας παράλληλα ευθύνη στον παραπονούμενο. Επίσης, εντέχνως και εσκεμμένα προβάλλει τον ισχυρισμό αυτό για να δικαιολογήσει την μη αποκάλυψη στον παραπονούμενο του γεγονότος ότι στις 06.04.09 το όνομα της τοποθετήθηκε στο Κ.Α.Π. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο απορρίπτει και αυτόν τον ισχυρισμό της καθότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η δε θέση της κατηγορουμένης ότι εάν γνώριζε ή αν ο παραπονούμενος της έλεγε ότι υπήρχε πιθανότητα να μην εξασφαλιστεί η διαχείριση του κυλικείου του κτηματολογίου Λεμεσού δεν θα έκδιδε την επιταγή αφού η ίδια δεν είχε εισοδήματα για να την πληρώσει είναι εντελώς αναληθής, παράλογη και ανάξια περαιτέρω σχολιασμού και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Ακόμη όμως και να δεχόμουνα τον εν λόγω ισχυρισμό ως αληθή εκδηλώνει συμπεριφορά της αδιαφορίας και περιφρόνησης στο θέμα έκδοσης επιταγών από μέρους της κατηγορούμενης, πράγμα ανεπίτρεπτο. Με τη στάση της αυτή δείχνει στο Δικαστήριο πως ακόμα και τη στιγμή που υπέγραφε την επίδικη επιταγή γνώριζε ότι δεν είχε τα διαθέσιμα κεφάλαια για να την πληρώσει. Ταυτόχρονα, φανερώνει γνώση της κατηγορουμένης από τη στιγμή που υπέγραψε την επίδικη επιταγή ότι αυτή ουδέποτε θα πληρωνόταν, πλην όμως προχώρησε με την έκδοση της. Επιπροσθέτως, είναι η θέση της κατηγορουμένης ότι μέχρι τις 19.06.09 ο παραπονούμενος είχε λάβει το ποσό πέραν των €17.500 από τις εισπράξεις της διαχείρισης του κυλικείου του κτηματολογίου Λεμεσού, χρήματα τα οποία οδηγούσαν κατά την άποψη της κατηγορουμένης σε εξόφληση της επίδικης επιταγής με αποτέλεσμα ο παραπονούμενος να μην δικαιούταν να την παρουσιάσει για πληρωμή στην τράπεζα. Όπως το Δικαστήριο επισήμανε πιο πάνω και αποτελεί και εύρημα του, η αποπληρωμή της επίδικης επιταγής είναι εντελώς ξεχωριστό και ανεξάρτητο θέμα από τις όποιες υποχρεώσεις και δικαιώματα των μερών πηγάζουν από τη συμφωνία διαχείρισης του κυλικείου του κτηματολογίου Λεμεσού. Συνεπώς, για τους λόγους που έχουν ήδη εξηγηθεί πιο πάνω, το Δικαστήριο απορρίπτει τη θέση αυτή της κατηγορουμένης. Ακόμη όμως και να δεχθώ για σκοπούς συζήτησης σύνδεση πληρωμής του Τεκμηρίου 1 με τις εισπράξεις της διαχείρισης του κυλικείου με βάση το Τεκμήριο 7, η κατάθεση των ρολών της ταμειακής μηχανής Φ.Π.Α. (Τεκμήριο 8) δεν αποδεικνύει είσπραξη του ποσού από μέρους του παραπονουμένου, ως λανθασμένα ισχυρίζεται η κατηγορούμενη. Πέραν του Τεκμηρίου 8 που δεν είναι βοηθητικό, κανένα άλλο στοιχείο τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου το οποίο να συνηγορεί με την εκδοχή της κατηγορουμένης στο ζήτημα αυτό. Ακόμη και να ληφθεί η υπόψη η θέση του παραπονουμένου για λήψη εισπράξεων ύψους €4.000,00 (βλέπε Τεκμήριο 10) είναι φανερό ότι ούτε και με το ποσό αυτό επιτυγχάνεται εξόφληση του Τεκμηρίου
- Ως εκ τούτου, ο εν λόγω ισχυρισμός της κατηγορούμενης δεν μπορεί να γίνει πιστευτός. Πέραν και ανεξαρτήτως των πιο πάνω, σε περίπτωση που όντως η επίδικη επιταγή ήταν εξοφλημένη η κατηγορουμένη θα προέβαινε αμέσως σε οποιοδήποτε από τα πιο κάτω ή συνδυασμό των πιο κάτω διαβημάτων ως φυσιολογική και αναμενόμενη αντίδραση της: (α) Να προβεί σε ενέργειες ανάκλησης της επίδικης επιταγής στην πρώην Σ.Π.Ε. Πολεμιδιών και νυν Ταμιευτηρίου Λεμεσού για τους λόγους που επικαλέστηκε στην υπόθεση αυτή. (β) Να ζητήσει από τον παραπονούμενο να της επιστραφεί η επίδικη επιταγή που κατά την άποψη της είχε εξοφληθεί. (γ) Να προβεί σε σχετική καταγγελία στην αστυνομία, όπως προέβηκε ο σύζυγος της για το θέμα κλοπής εξοπλισμού. Η μη λήψη από μέρους της κατηγορουμένης οποιονδήποτε από τα πιο πάνω μέτρα αποδεικνύει την αναλήθεια της εκδοχής της στο θέμα αυτό. Ο δε λόγος που η κατηγορούμενη επικαλέστηκε για να δικαιολογήσει τη μη λήψη οποιουδήποτε διαβήματος, ήτοι ότι δεν πρόλαβε να πράξει οτιδήποτε, μόνο εκ των υστέρων πρόφαση μπορεί να χαρακτηριστεί και ως εκ τούτου δεν γίνεται αποδεκτός από το Δικαστήριο. Επομένως, προκύπτει πως είτε με τον ένα τρόπο είτε με τον άλλο ο παραπονούμενος δικαιωματικά παρουσίασε την επίδικη επιταγή στην τράπεζα για πληρωμή. Είναι επιπλέον η θέση της κατηγορουμένης ότι επειδή ο παραπονούμενος τσακώθηκε με το σύζυγο της προχώρησε κακόβουλα, κακόπιστα και εκδικητικά στην κατάθεση της επιταγής με κατ' ισχυρισμό σκοπό να καταστρέψει το σύζυγο της. Αυτό όμως που δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο, αποφεύγοντας να απαντήσει σε σχετική ερώτηση του εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, είναι ότι το όνομα της καταχωρήθηκε στο Κ.Α.Π. από τις 06.04.09, ως η μαρτυρία του ΜΚ2 που ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη και συγκεκριμένα πριν από το να προκύψουν οι διαφορές που ισχυρίζεται ότι υπήρξαν μεταξύ του συζύγου της και του παραπονουμένου γνωρίζοντας έτσι ότι ουδεμία προοπτική υπήρχε για να τιμηθεί η επίδικη επιταγή που η ίδια υπέγραψε. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός της κατηγορουμένης είναι ανυπόστατος και ατεκμηρίωτος αφού κανένα αποδεικτικό στοιχείο που να συνηγορεί σε αυτό προσκομίστηκε στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Στη βάση των πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν θεωρεί αξιόπιστη τη μαρτυρία της κατηγορουμένης έτσι ώστε να βασιστεί σ' αυτή και να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την εκδοχή της κατηγορουμένης ως εκφράζουσα την αληθινή όψη των γεγονότων. Μαζί με τη μαρτυρία της κατηγορουμένης το Δικαστήριο δεν αποδέχεται το Τεκμήριο 5 που αποτελεί μέρος της κυρίως εξέτασης της. Η μαρτυρία του ΜΥ2 ήταν τυπικής φύσεως και δεν σχετιζόταν με την ουσία της υπόθεσης αυτής. Παρόλα αυτά, η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα παρέμεινε αναντίλεκτη και ως εκ τούτου το Δικαστήριο την αποδέχεται ως αληθή. Ο ΜΥ3 δεν έκαμε καθόλου καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Δεν ήταν ειλικρινής μάρτυρας και ήλθε με μοναδικό σκοπό να βοηθήσει την εκδοχή της κατηγορουμένης, η οποία είναι η σύζυγος του. Προκειμένου να παραπλανήσει το Δικαστήριο κατασκεύασε ένα σενάριο πανομοιότυπο με αυτό που πρόβαλε η παραπονούμενη διάτρητο από ερωτηματικά, γεγονός που υποδεικνύει το στοιχείο της προσυνεννόησης που υπήρξε μεταξύ του ζεύγους. Παράλληλα, ο εν λόγω μάρτυρας υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις οι οποίες έπληξαν καίρια την αξιοπιστία του ως μάρτυρα. Τα όσα ανάφερα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορουμένης αφορούν και ισχύουν και για τη μαρτυρία του συζύγου της στα οποία και παραπέμπω για υπενθύμιση. Θεωρώ όμως αχρείαστο να τα επαναλάβω επειδή δεν εξυπηρετεί κανένα πρακτικό σκοπό. Πέραν των πιο πάνω, δεν μπορώ να αφήσω χωρίς σχολιασμό ορισμένα μέρη της μαρτυρίας του ΜΥ3 τα οποία, σε συνδυασμό με αυτά που προαναφέρθηκαν στη μαρτυρία της κατηγορουμένης και το καλύπτουν, αποδεικνύουν τα πιο πάνω που υποδείκτηκαν. Ειδικότερα, ο μάρτυρας, όπως και η κατηγορούμενη, ισχυρίστηκε ότι το ποσό των €10.000,00 θα αποπληρωνόταν από τις πρώτες εισπράξεις της διαχείρισης του κυλικείου του κτηματολογίου Λεμεσού. Συνδυασμένη όμως ερμηνεία των όρων 2 και 3 της συμφωνίας διαχείρισης (Τεκμήριο 7) στην οποία το Δικαστήριο ανάτρεξε αποκαλύπτει πως ο παραπονούμενος ήταν υποχρεωμένος να μαζεύει καθημερινά τις ολικές εισπράξεις με τις οποίες θα πληρώνονταν όλα τα αναγκαία για τη λειτουργία και κεφάλαια της επιχείρησης συμπεριλαμβανομένων όλων των εξόδων, μισθούς υπαλλήλων, εξοπλισμού κ.λ.π. Παράλληλα, εξ' όσων προκύπτει από το Τεκμήριο 7 και συγκεκριμένα μέσα από τους όρους 5 και 10 αυτού, τα ωφελήματα των συμβαλλομένων μερών περιορίζονταν στο διαμοιρασμό των κερδών της επιχείρησης που θα υπολογιζόταν σύμφωνα με τις οικονομικές καταστάσεις εξόδων και εσόδων που θα διατηρούνται με το τέλος του τρέχοντος έτους, ήτοι για το πρώτο έτος που τέθηκε σε ισχύ η συμφωνία τον Δεκέμβριο 2009, καθώς και ο μισθός του ΜΥ3 που ανερχόταν σε €1.300,00 μηνιαίως και του παραπονουμένου σε €2.000,
- Τα κέρδη θα υπολογίζονταν αφού αφαιρεθούν από αυτά όλα τα σχετικά έξοδα και δαπάνες στο τέλος κάθε έτους. Το στοιχείο αυτό από μόνο του σε συνάρτηση με τους όρους 4, 6, 7 και 8 του Τεκμηρίου 7 μέσα από τα οποία γίνεται αναφορά στη νομική υποχρέωση του ΜΥ3 να πληρώσει μέρος των εξόδων που ήδη καταβλήθηκαν από τον παραπονούμενο, γεγονός που μέσα από τη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα παρέμεινε αναντίλεκτο, καθιστά εκ των πραγμάτων αδύνατη και ανέφικτη την αποπληρωμή του ποσού που ο ΜΥ3 μαζί με τη σύζυγο του δανείστηκαν από τον παραπονούμενο σταδιακά από τις εισπράξεις της διαχείρισης με αποτέλεσμα να αποδεικνύεται ότι ο εν λόγω ισχυρισμός του είναι αναληθής. Η δε αναφορά του ΜΥ3 για μη πληρωμή ενοικίου, προμηθευτών κ.λ.π. είναι απλώς λεκτική και δεν συνοδεύεται από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο που να τον τεκμηριώνει. Ούτε ενώπιον του Δικαστηρίου παρουσιάστηκε οποιοσδήποτε προμηθευτής ή άτομο προς το οποίο ο παραπονούμενος κατ' ισχυρισμό χρωστούσε χρήματα στα πλαίσια της διαχείρισης του κυλικείου για να ενισχύσει τον ισχυρισμό του αυτό με αποτέλεσμα να μην γίνεται πιστευτός. Ενόψει των πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία του ΜΥ3 δεν είναι αξιόπιστη για να βασιστεί πάνω σ' αυτή και να εξαγάγει ασφαλή ευρήματα και ως εκ τούτου δεν την αποδέχεται ως αληθή. Μαζί με τη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα το Δικαστήριο δεν αποδέχεται το Τεκμήριο 6 που αποτελεί μέρος της κυρίως εξέτασης του. Ευρήματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης αυτής αλλά λαμβάνοντας υπόψη μου και τα γεγονότα που τελικά δεν αμφισβητήθηκαν, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: Ο παραπονούμενος ασχολείται με τη διαχείριση καφεστιατορίων και κυλικείων και γνώριζε τον σύζυγο της κατηγορουμένης από την παιδική ηλικία του. Μετά από συνάντηση που είχαν στο καφεστιατόριο του Πανεπιστημίου Κύπρου τον Δεκέμβριο 2008, ο παραπονούμενος δάνεισε στην κατηγορούμενη και το σύζυγο της το ποσό των €10.000,00 για να διευθετήσουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζαν ως οικογένεια. Το πιο πάνω ποσό δόθηκε υπό τη μορφή τραπεζικής επιταγής που εκδόθηκε εις το όνομα του συζύγου της κατηγορουμένης, η οποία και εξαργυρώθηκε την επόμενη ημέρα της συνάντησης. Για να διασφαλιστεί η αποπληρωμή του ποσού που τους δάνεισε, ο παραπονούμενος ζήτησε από το ζεύγος και πήρε μέσα από την ίδια προαναφερόμενη συνάντηση την επιταγή υπ' αριθμό 12302133 της πρώην Σ.Π.Ε. Πολεμιδιών και νυν Ταμιευτήριο Λεμεσού (Τεκμήριο 1). Η επιταγή προέρχεται από το λογαριασμό 20027-40-05027-8 που ανήκει στην κατηγορούμενη. Η κατηγορούμενη υπέγραψε την επιταγή η οποία δεόντως συμπληρώθηκε από τον σύζυγο της και/ή παραπονούμενο στην παρουσία της όμως, με δικαιούχο τον τελευταίο, για το ποσό των €10.000,00 και μεταχρονολογημένη ημερομηνία 15.03.09 δίδοντας έτσι χρόνο στο ζεύγος να ανταποκριθεί στις οικονομικές υποχρεώσεις του. Ο λόγος που δόθηκε επιταγή από την κατηγορούμενη ήταν επειδή την περίοδο εκείνη το όνομα του συζύγου της ήταν καταχωρημένο στο Κ.Α.Π. με αποτέλεσμα ο ίδιος να μην μπορεί να εκδίδει επιταγές. Περαιτέρω και ανεξαρτήτως του ποσού που τους δάνεισε, ο παραπονούμενος αποφάσισε να βοηθήσει και επαγγελματικά το σύζυγο της κατηγορουμένης έτσι ώστε να του εξασφαλίσει διέξοδο στα σοβαρά οικονομικά προβλήματα που ο ίδιος και η οικογένεια του αντιμετώπιζαν. Παράλληλα, ο παραπονούμενος αντιλήφθηκε πως βοηθώντας τους επαγγελματικά αυξάνονταν οι πιθανότητες του να πάρει πίσω γρηγορότερα τα χρήματα που τους δάνεισε. Επειδή μέχρι τις 15.03.09, ημερομηνία κατά την οποίαν ήταν πληρωτέα η επίδικη επιταγή, η κατηγορούμενη με το σύζυγο της αδυνατούσαν να αποπληρώσουν το ποσό που ο παραπονούμενος τους δάνεισε ο παραπονούμενος τους έδωσε περισσότερο περιθώριο για να ανταποκριθούν στην οικονομική αυτή υποχρέωση τους με την κατάθεση ανάλογων ποσών που θα καθιστούσαν την επίδικη επιταγή εξαργυρώσιμη, αποφεύγοντας έτσι με τη μη κατάθεση του Τεκμηρίου 1 να ασκήσει σ' αυτούς περισσότερη οικονομική πίεση από ότι ήδη είχαν λόγω των σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που συνέχιζαν να αντιμετωπίζουν. Στο μεταξύ εμφανίστηκε προοπτική επαγγελματικής συνεργασίας μεταξύ του παραπονουμένου και του συζύγου της κατηγορουμένης, η οποία αφορούσε την από κοινού διαχείριση του κυλικείου του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού. Υλοποιώντας την επιθυμία του να βοηθήσει επαγγελματικά τον σύζυγο της κατηγορουμένης, ο παραπονούμενος παρότρυνε τον Γρηγορίου (σύζυγο της κατηγορουμένης) να ετοιμάσει και να υποβάλει σχετική προσφορά εις το όνομα του, πράγμα που αυτός αποδέχθηκε. Πράγματι με την τεχνική βοήθεια αλλά και οικονομική στήριξη του παραπονούμενου ο Γρηγορίου υπέβαλε προσφορά για τη διαχείριση του κυλικείου, η οποία αφού αξιολογήθηκε έγινε αποδεκτή με αποτέλεσμα το έργο να κατακυρωθεί υπέρ του. Η διαχείριση του κυλικείου θα πραγματοποιείτο από κοινού με τον παραπονούμενο στη βάση συμφωνητικού εγγράφου που τα μέρη υπέγραψαν (Τεκμήρια 7 και 9). Στην πορεία προέκυψαν διαφορές και προβλήματα ανάμεσα στον παραπονούμενο και στον Γρηγορίου αναφορικά με τη λειτουργία της διαχείρισης του κυλικείου με αποτέλεσμα η μεταξύ τους συνεργασία να καταρρεύσει και η συμφωνία διαχείρισης τελικά να τερματιστεί (Τεκμήρια 3, 4 και 10). Στις 06.04.09 το όνομα της κατηγορουμένης τοποθετείται στο Κ.Α.Π. ενώ ο λογαριασμό της από τον οποίον προέρχεται η επίδικη επιταγή παγοποιείται. Η κατηγορούμενη γνώριζε ότι η επίδικη επιταγή δεν θα μπορούσε να τιμηθεί λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στην πρώην ΣΠΕ Πολεμιδιών και νυν Ταμιευτήριο Λεμεσού, πλην όμως δεν ενημέρωσε τον παραπονούμενο. Τελικά ο παραπονούμενος παρουσίασε την επίδικη επιταγή στην Marfin Popular Bank Public Co Ltd για πληρωμή στις 18.06.09, χωρίς να γνωρίζει οτιδήποτε περί καταχώρησης του ονόματος της κατηγορουμένης στο Κ.Α.Π. Στις 23.06.09 διαπιστώθηκε μέσω της πρώην ΣΠΕ Πολεμιδιών και νυν Ταμιευτήριο Λεμεσού ότι δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα στο λογαριασμό της κατηγορουμένης για να τιμηθεί η επίδικη επιταγή. Δύο σφραγίδες ημερομηνίας 23.06.09 του εν λόγω πιστωτικού οργανισμού φέρουν τις εξής ενδείξεις: 'Να παρουσιαστεί ξανά-Μη επαρκή υπόλοιπα' και μία με την ένδειξη 'Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε-ΚΑΠ'. Στις 09.07.09 η επιταγή παρουσιάστηκε εκ νέου για κατάθεση αλλά επιστράφηκε ξανά ως ακάλυπτη φέροντας σφραγίδες ημερομηνίας 09.07.09 του πιστωτικού ιδρύματος με τις εξής ενδείξεις: 'Αποταθείτε στον εκδότη της επιταγής-Ακάλυπτη Επιταγή' και 'Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε-ΚΑΠ'. Η επίδικη επιταγή τελικά δεν εξαργυρώθηκε και επιστράφηκε ως μη τιμηθείσα επειδή η κατηγορούμενη δεν είχε στην πρώην ΣΠΕ Πολεμιδιών και νυν Ταμιευτήριο Λεμεσού τα ανάλογα διαθέσιμα κεφάλαια έτσι ώστε να τιμηθεί η εν λόγω επιταγή (Τεκμήριο 2). Συνεπεία αυτού, η επίδικη επιταγή παρέμεινε και παραμένει μέχρι σήμερα χωρίς εξόφληση. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλέπε Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλέπε Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Όπως έχει προαναφερθεί η κατηγορούμενη κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα. Σύμφωνα με το ερμηνευτικό πλαίσιο του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο όρος 'επιταγή' σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσης της ή/και παράδοσης της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή. Το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα διέπεται από το άρθρο 305Α
(1)του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, το οποίο προνοεί τα εξής: "Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποίαν αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίαση της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος να εκδώσει επιταγή, (β) η οποία επιταγή κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, (γ) παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε, (δ) δεν εξοφλείται, (ε) λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη της ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, (στ) και παραμένει απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση της. Το πρώτο συστατικό στοιχείο του πιο πάνω αδικήματος είναι η έκδοση επιταγής από τον κατηγορούμενο. Το ότι το Τεκμήριο 1 είναι επιταγή εντός της έννοιας του νόμου αποφασίστηκε στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 17.06.11 στην οποίαν και παραπέμπω. Εξάλλου, το έγγραφο αυτό συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά και ουσιώδη γνωρίσματα που θα πρέπει να διαθέτει ένα έγγραφο για να θεωρείται επιταγή σύμφωνα με το άρθρο 74Γ
(6)του Κεφ.262 καθότι υπάρχει σ' αυτό ο αύξων αριθμός επιταγής, το όνομα του πιστωτικού οργανισμού που διαθέτει το λογαριασμό στον οποίον θα χρεωνόταν και επί του οποίου σύρεται η επιταγή, ο αριθμός λογαριασμός της κατηγορουμένης καθώς και το ποσό της επιταγής το οποίο έχει αναγραφεί κατόπιν εξουσιοδότησης της κατηγορουμένης. Είναι άνευ σημασίας ότι η επιταγή συμπληρώθηκε με μεταχρονολογημένη ημερομηνία. Ο ορισμός πλέον της επιταγής ο οποίος εισήχθη στον Ποινικό Κώδικα με το Ν.164(Ι)/03καλύπτει σε όλες τώρα τις περιπτώσεις και τις μεταχρονολογημένες επιταγές. Η θέση αυτή υποστηρίζεται από τον ορισμό της 'επιταγής' που παρέχεται μέσα από το άρθρο 4 του Κεφ.154 αλλά και από νομολογία η οποία ξεκαθάρισε το θέμα αυτό. Σχετική επ' αυτού είναι η υπόθεση Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Α.Δ. 29. Παράλληλα, το ότι η κατηγορούμενη υπέγραψε την επίδικη επιταγή είναι κοινό παραδεκτό γεγονός που προέκυψε μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία. Αποτελεί όμως θέση της υπεράσπισης ότι η κατηγορούμενη δεν συμπλήρωσε η ίδια την επίδικη επιταγή. Αυτό αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου. Με το να επικαλείται τη μη συμπλήρωση της επίδικης επιταγής από την ίδια η κατηγορούμενη εμμέσως πλην σαφώς θέτει θέμα μη έκδοση της. Σε σχέση με το θέμα αυτό παραπέμπω στον ορισμό 'επιταγή' που παρέχεται στο ερμηνευτικό πλαίσιο του Κεφ.154 (άρθρο 4) που αποτελεί την κατ' εξοχήν νομοθεσία η οποία ρυθμίζει και προδιαγράφει τα όρια διάπραξης του αδικήματος με βάση το άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα από ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο: " «Επιταγή» σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσης της ή/και παράδοσης της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή." Με βάση την πιο πάνω ερμηνεία προκύπτει πως η συμπλήρωση της επιταγής αποτελεί εντολή του εκδότη της προς τράπεζα για πληρωμή συγκεκριμένου ποσού σε ορισμένο πρόσωπο, είτε φυσικό είτε νομικό. Ωστόσο το προαναφερόμενο λεκτικό δεν απαιτεί τη συμπλήρωση της επιταγής αποκλειστικά και μόνο από το χέρι του εκδότη. Είναι αρκετό η συμπλήρωση της επιταγής να πραγματοποιηθεί από άλλο πρόσωπο αλλά με τη συγκατάθεση ή εξουσιοδότηση του εκδότη της. Η επιταγή είναι μορφή συναλλαγματικής πληρωτέα εν όψει όταν αυτή είναι συμπληρωμένη κατά την παρουσίαση της στην τράπεζα.[5] Η θέση αυτή υποστηρίζεται από την υπόθεση Τομάζου v. Σαββίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 181/2007, ημερομηνίας 21.12.2010 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο αφού εξέτασε τα γεγονότα της υπόθεσης δεν απέρριψε την απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου επί το ότι οι δύο επιταγές που δόθηκαν στον παραπονούμενο από τον εφεσείοντα ήταν η μεν πρώτη ασυμπλήρωτη ως προς το όνομα του δικαιούχου και την ημερομηνία η δε δεύτερη ως προς την ημερομηνία, αλλά για άλλους λόγους. Στην προκειμένη περίπτωση προκύπτει μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία ότι η κατηγορούμενη γνώριζε ότι η επίδικη επιταγή προοριζόταν στον παραπονούμενο που θα ήταν ο δικαιούχος, γνώριζε για ποιο σκοπό θα διδόταν, γνώριζε ποιο ποσό θα έφερε και ποια ημερομηνία θα είχε. Παράλληλα, αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου ότι η κατηγορούμενη υπέγραψε την επίδικη επιταγή εν γνώσει της ως προς το λόγο που ίδια έπρεπε να το πράξει, συμπληρώθηκε και παραδόθηκε στον παραπονούμενο στην παρουσία της. Όλα αυτά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η κατηγορούμενη έδωσε εν λευκώ εξουσιοδότηση στον σύζυγο της και/ή παραπονούμενο να συμπληρώσουν αυτοί τα κενά του Τεκμηρίου
- Δεν είναι απαραίτητο τέτοια εξουσιοδότηση να δίδεται γραπτώς. Τέτοια εξουσιοδότηση δύναται να προκύψει μέσα από λέξεις, στάση και συμπεριφορά. Το Δικαστήριο συνεπώς κρίνει ότι η συμπλήρωση της επίδικης επιταγής δεν αντίκειται στις πρόνοιες του Κεφ.
- Αναφορικά με το θέμα έκδοσης παραπέμπω στον ορισμό που το ερμηνευτικό πλαίσιο (άρθρο 2) του Κεφ.262 δίδει: "την πρώτη παράδοση συναλλαγματικής, γραμματίου ή επιταγής, συμπληρωμένης κατά τύπο σε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει αυτή ως κάτοχος." Σύμφωνα με το Κεφ.262 ο όρος 'κάτοχος' σημαίνει το δικαιούχο ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου γίνεται η οπισθογράφηση συναλλαγματικής ή γραμματίου το οποίο έχει αυτά στην κατοχή του, ή τον κομιστή αυτών, ενώ 'κομιστής' είναι το πρόσωπο που έχει στην κατοχή του συναλλαγματική ή γραμμάτιο το οποίο είναι πληρωτέο στον κομιστή. Η δε 'παράδοση', κάτω από την ίδια νομοθεσία, σημαίνει μεταβίβαση κατοχής, πραγματική ή τεκμαρτή από ένα πρόσωπο σε άλλο. Στην παρούσα υπόθεση η κατηγορούμενη φρόντισε για τη συμπλήρωση του Τεκμηρίου 1 με την υπογραφή και παράδοση του στον παραπονούμενο. Στη βάση των πιο πάνω, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η κατηγορούμενη περί τον Δεκέμβριο 2008 έκδωσε την επίδικη επιταγή θέτοντας την υπογραφή της σ' αυτή στο καφεστιατόριο του Πανεπιστημίου Κύπρου, την οποία και παρέδωσε στον παραπονούμενο ως κάλυψη για το αντίστοιχο ποσό που τους δάνεισε. Επομένως, το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος πληρείται. Σχετικά με το δεύτερο και τρίτο συστατικό στοιχείο, αποτελούν ήδη ευρήματα του Δικαστηρίου ότι η επίδικη επιταγή κατέστη πληρωτέα την ημερομηνία που αυτή έφερε, δηλαδή τις 15.03.09, ενώ στις 18.06.09 παρουσιάστηκε από τον παραπονούμενο για πληρωμή στην Marfin Popular Bank Public Co Ltd και ακολούθως στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε, ήτοι την πρώην ΣΠΕ Πολεμιδιών και νυν Ταμιευτήριο Λεμεσού. Προς τούτο υπάρχουν σχετικές σφραγίδες του εν λόγω πιστωτικού οργανισμού. Αποτελεί ακόμη εύρημα του Δικαστηρίου ότι στις 09.07.09 η επιταγή επιστράφηκε χωρίς αντίκρισμα κατόπιν σχετικών σφραγίδων και υπογραφής από αρμόδιο λειτουργό της πληρώτριας τράπεζας, ως προνοεί το άρθρο 305Α
(3)του Κεφ.154 με τις εξής δύο ενδείξεις: 'Αποταθείτε στον εκδότη της επιταγής-Ακάλυπτη Επιταγή' και 'Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε-ΚΑΠ'. Με δεδομένο ότι οι προαναφερόμενες σφραγίδες των τραπεζών μαζί με το περιεχόμενο και τα στοιχεία τους δεν αμφισβητήθηκαν από την κατηγορούμενη και λαμβάνοντας υπόψη ότι το εν λόγω εδάφιο ρητά υποδεικνύει ότι οι σφραγίδες και σημειώσεις των τραπεζών, ο λόγος επιστροφής της επιταγής καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία καθώς και μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους, κρίνω ότι πληρούνται τόσο το δεύτερο όσο και το τρίτο συστατικό στοιχείο του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ.
- Αναφορικά με το τέταρτο και πέμπτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, αρκεί να αναφέρω ότι αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η επιταγή επιστράφηκε χωρίς να έχει εξοφληθεί λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων της κατηγορουμένης. Προς τούτο συνηγορούν και οι τραπεζικές σφραγίδες που φαίνονται στο Τεκμήριο
- Αποτελεί ακόμη εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο λογαριασμός από τον οποίον προέρχεται η επίδικη επιταγή και ανήκει στην κατηγορούμενη είχε παγοποιηθεί με το όνομα της κατηγορουμένης να είχε καταχωρηθεί στο Κ.Α.Π. περί τις 06.04.09 (Τεκμήρια 1 και 2). Με την καταχώρηση του ονόματος της στο Κ.Α.Π. και την παγοποίηση του λογαριασμού της συνεπεία αυτής της εξέλιξης η κατηγορούμενη γνώριζε ότι ουδεμία προοπτική υπήρχε για να τιμηθεί η επίδικη επιταγή. Η κατηγορούμενη πρόβαλε ως υπεράσπιση τη θέση ότι η επίδικη επιταγή δεν επιστράφηκε ένεκα έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων αλλά λόγω του ότι το όνομα της τοποθετήθηκε στο Κ.Α.Π. και ο λογαριασμός της παγοποιήθηκε. Το θέμα αυτό προβλήθηκε και στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Η θέση του Δικαστηρίου επ' αυτού παραμένει η ίδια. Η ύπαρξη διαθεσίμων κεφαλαίων προϋποθέτει δυνατότητα λειτουργίας του λογαριασμού από τον οποίον να γίνονται αναλήψεις και καταθέσεις και σε συνδυασμό με την ύπαρξη επαρκών υπολοίπων σ' αυτό να μπορεί να πληρωθεί η επιταγή. Η έννοια της 'έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων' εξηγήθηκε στην υπόθεση Wellfit Engineering Co Ltd v. Άκη Χαπίδη
(2004)2 Α.Α.Δ. 271 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επικρότησε το σκεπτικό του πρωτόδικου δικαστηρίου, το οποίο επισήμανε, μεταξύ άλλων ότι, η ύπαρξη διαθεσίμων κεφαλαίων εξυπακούει τη δυνατότητα ανάληψης ή μεταφοράς κεφαλαίων από το λογαριασμό για πληρωμή της επιταγής. Έχει τονιστεί με σαφήνεια πως 'διαθέσιμα κεφάλαια' του εκδότη της επιταγής είναι τα κεφάλαια του εκδότη στην τράπεζα γενικά. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την προαναφερόμενη απόφαση το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Είμαι της άποψης ότι ήταν υποχρέωση των κατηγορουμένων να προσκομίσουν μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο ως άνω λογαριασμός δεν ήταν καθ' οιονδήποτε τρόπο παγοποιημένος ή δεσμευμένος και ότι μπορούσαν να αναληφθούν κεφάλαια από αυτόν καθ' οιανδήποτε στιγμή. Ειδικότερα η ως άνω υποχρέωση των κατηγορουμένων πιστεύω ότι κατέστη αναπόφευκτη από τη στιγμή που η πλευρά του παραπονουμένου κατά την αντεξέταση του κατηγορουμένου αρ. 2 προέβαλε τη θέση ότι κι αν ακόμη υπήρχε πιστωτικός λογαριασμός αυτός ήταν δεσμευμένος και δε μπορούσαν να μεταφερθούν κεφάλαια από αυτόν για πληρωμή της επιταγής." Στη δε υπόθεση Ιωάννου v. Ναναίμο Λίμιτεδ και άλλος
(2005)2 Α.Α.Α.Δ. 555 που αφορούσε την έκδοση επιταγής άνευ αντικρίσματος το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε πως το ότι ο λογαριασμός ήταν παγοποιημένος σήμαινε ότι ο εκδότης της επιταγής δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια για να την τιμήσει. Επίσης, στην υπόθεση Πασχάλη κ.α. v. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 283 τονίστηκε πως η αναφορά του άρθρου 305Α σε διαθέσιμα κεφάλαια είναι αναφορά στο σύνολο των κεφαλαίων του εκδότη στον πιστωτικό οργανισμό, πλην όμως το βάρος της κατηγορούσας αρχής να καταδείξει έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων στα πλαίσια παρουσίασης της υπόθεσης της και στοιχειοθέτησης του εν λόγω συστατικού στοιχείου εξαντλείται είτε με μαρτυρία αρμοδίου υπαλλήλου του πιστωτικού οργανισμού ότι η επιταγή δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων (βλέπε Wellfit Engineering Co Ltd v. Άκη Χαπίδη
(2004)2 Α.Α.Δ. 271) είτε βέβαια με τη βοήθεια σχετικής σφραγίδας του εν λόγω οργανισμού το οποίο σύμφωνα με το εδάφιο 3 του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ.154 αποτελεί μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου της. Περαιτέρω, στην υπόθεση Σωφρονίου v. Γιάγκου
(2005)2 Α.Α.Δ. 462 το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι το βάρος της κατηγορούσας αρχής να καταδείξει την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων εξαντλείται με τη μαρτυρία του τραπεζικού μάρτυρα και την κατάθεση των επιταγών στις οποίες υπήρχε η σφραγίδα της τράπεζας περί έλλειψης κεφαλαίων για την εξαργύρωση των επιταγών. Από εκεί και πέρα εναπόκειται στον κατηγορούμενο να αμφισβητήσει την ορθότητα και αποτελεσματικότητα της μαρτυρίας αυτής και να παρουσιάσει μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος διαθέτει και άλλους λογαριασμούς από τους οποίους η επίδικη επιταγή θα μπορούσε να τιμηθεί. Στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει η μαρτυρία του αρμοδίου υπαλλήλου της πρώην Σ.Π.Ε. Πολεμιδιών και νυν Ταμιευτηρίου Λεμεσού (ΜΚ2) που κρίθηκε αξιόπιστη στο σύνολο της αλλά και οι σφραγίδες της Σ.Π.Ε. Πολεμιδιών επί της επίδικης επιταγής που φέρουν την υπογραφή του αρμοδίου υπαλλήλου και παράλληλα δηλώνουν ότι στις 23.06.09 όταν η επιταγή παρουσιάστηκε στην τράπεζα δεν μπορούσε να τιμηθεί επειδή ο λογαριασμός της κατηγορουμένης δεν είχε επαρκή υπόλοιπα και ταυτόχρονα επειδή ήταν δεσμευμένος στο Κ.Α.Π. Σύμφωνα με το εδάφιο 3 του άρθρου 305Α, οι εν λόγω σφραγίδες αποτελούν μαχητά τεκμήρια επί του αληθούς του περιεχομένου τους. Οι σφραγίδες παρουσιάζουν τους δύο λόγους ως προς το γιατί δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν κεφάλαια για να πληρωθεί η επιταγή. Αντικρίζονται μαζί με την μία σφραγίδα να συμπληρώνει την άλλη δίνοντας έτσι τη δυνατότητα πραγματικής αντίληψης της κατάστασης χωρίς αυτές να αναιρούνται μεταξύ τους και δίχως η μία να αντικρούει την άλλη. Το ότι υπάρχουν πέραν της μιας σφραγίδας δεν διαφοροποιεί την ουσία της κατάστασης που υπήρχε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η ουσία παραμένει ότι ο λογαριασμός της κατηγορουμένης δεν βρισκόταν σε λειτουργία αλλά αντίθετα ήταν παγοποιημένος και ταυτόχρονα ούτε είχε επαρκή υπόλοιπα. Από την άλλη, καμία μαρτυρία προσκομίστηκε εκ μέρους της κατηγορουμένης μέσα από την οποίαν θα φαινόταν η ύπαρξη άλλων λογαριασμών της στην πρώην Σ.Π.Ε. Πολεμιδιών και νυν Ταμιευτηρίου Λεμεσού από τους οποίους θα υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα για να τιμηθεί η επίδικη επιταγή μέσω των ανάλογων μεταφορών ή απευθείας αναλήψεων από αυτούς. Η δε μαρτυρία του αρμοδίου υπαλλήλου του πιο πάνω πιστωτικού οργανισμού όντως επιβεβαιώνει τη μη ύπαρξη επαρκών υπολοίπων. Είναι γι' αυτό εξάλλου που τοποθέτησε και τη σφραγίδα του πιστωτικού οργανισμού στον οποίον εργάζεται δύο φορές με την ένδειξη 'Να παρουσιαστεί ξανά-Μη επαρκή υπόλοιπα' στις 23.06.09 και στις 09.07.09 'Αποταθείτε στον εκδότη της επιταγής-Ακάλυπτη Επιταγή'. Απλώς ο αρμόδιος λειτουργός επικαλέστηκε και δεύτερο συμπληρωματικό λόγο γιατί το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα δεν μπορούσε να προχωρήσει με την πληρωμή της επίδικης επιταγής, πέραν των μη επαρκών υπολοίπων. Το ότι ο λογαριασμός από τον οποίον εκδόθηκε η επίδικη επιταγή ήταν παγοποιημένος σημαίνει ότι δεν ήταν δυνατή η ανάληψη χρημάτων ή μεταφορά κεφαλαίων από αυτόν. Ούτε και μπορούσε καθ' οιονδήποτε τρόπο να χρησιμοποιηθεί για την τίμηση επιταγών περιλαμβανομένης και της επίδικης. Αυτό όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε αλλά αντίθετα προτάχθηκε ως δικαιολογία για τη μη εξόφληση του Τεκμηρίου 1. Συνεπώς, ο συνδυασμός των πιο πάνω αποδεικνύει στην ολοκληρωμένη της νομική έννοια την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων από μέρους της κατηγορούμενης ως εκδότη της επιταγής αυτής που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν έτσι ώστε η εν λόγω επιταγή να μπορούσε να πληρωθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο. Επομένως, η αδυναμία λειτουργίας και χρήσης του λογαριασμού από τον οποίον εκδόθηκε η επίδικη επιταγή λόγω παγοποίησης του και Κ.Α.Π. σε συνάρτηση με την απουσία ίχνους μαρτυρίας από μέρους της κατηγορουμένης περί ύπαρξης άλλων λογαριασμών της κατηγορουμένης στην πρώην Σ.Π.Ε. Πολεμιδιών και νυν Ταμιευτηρίου Λεμεσού, οδηγεί το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι η κατηγορούμενη δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια για να τιμήσει την επίδικη επιταγή και είναι γι' αυτό το λόγο που δεν εξοφλήθηκε με την παρουσίαση της στην τράπεζα για πληρωμή. Συνεπώς, πληρούνται η τέταρτη και πέμπτη προϋπόθεση του εν λόγω αδικήματος. Όσον αφορά το έκτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, η κατηγορούμενη πρόβαλε ως υπεράσπιση ότι η επίδικη επιταγή εξοφλήθηκε από τις πρώτες εισπράξεις που λήφθηκαν στα πλαίσια διαχείρισης του κυλικείου του κτηματολογίου Λεμεσού προτού η εν λόγω επιταγή παρουσιαστεί στο πιστωτικό ίδρυμα για πληρωμή. Η θέση αυτή της κατηγορουμένης απορρίφθηκε για τους λόγους που εκτενώς αναφέρονται μέσα από την αξιολόγηση της μαρτυρίας τόσο της κατηγορουμένης όσο και του συζύγου της (ΜΥ3). Επειδή δεν σκοπεύω να τους επαναλάβω παραπέμπω για περισσότερες λεπτομέρειες στα σχετικά μέρη της παρούσας απόφασης. Παράλληλα, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ισχυρίζεται ότι κατά την αντεξέταση της κατηγορουμένης δεν αμφισβητήθηκε η θέση της ότι υπήρξε συμφωνία με τον παραπονούμενο για να πληρωθεί η επίδικη επιταγή κατά προτεραιότητα από τις εισπράξεις της διαχείρισης του κυλικείου προκειμένου να στηρίξει την υπεράσπιση της και ούτε υποβλήθηκε περί του αντιθέτου εισήγηση. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται την άποψη αυτή, η οποία και δεν ευσταθεί. Μέσα από την αντεξέταση τόσο της κατηγορουμένης όσο και του συζύγου της έχουν όντως υποβληθεί ερωτήσεις και έχουν τεθεί υποβολές που η έννοια και η ουσία τους οδηγούν σε αμφισβήτηση της θέσης αυτής της κατηγορουμένης από μέρους του παραπονουμένου. Ο δε παραπονούμενος κατά την αντεξέταση του ερωτήθηκε επανειλημμένως για το θέμα αυτό και σε όλες τις φορές αρνήθηκε τον εν λόγω ισχυρισμό της κατηγορουμένης δίδοντας τις δικές του εξηγήσεις, οι οποίες αξιολογήθηκαν από το Δικαστήριο και κρίθηκαν ως αξιόπιστες και αληθείς. Συνεπώς, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι μέχρι σήμερα η επίδικη επιταγή παραμένει χωρίς εξόφληση. Στη βάση των πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι πληρείται και το έκτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος αυτού. Το επόμενο ζήτημα που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο ο παραπονούμενος είναι νομιμοποιημένος κομιστής της επίδικης επιταγής. Εμμέσως πλην σαφώς η κατηγορούμενη αμφισβητεί κάτι τέτοιο αφού πρόβαλε τη θέση ότι η ίδια δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στον παραπονούμενο, στα πλαίσια του οποίου εκδόθηκε η επίδικη επιταγή. Στην υπόθεση Τσιακλίδης ν. Σιάνου
(2008)1Α Α.Α.Δ., 296 τονίστηκε ότι νομιμοποιημένος κομιστής υπό την έννοια του άρθρου 29
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, είναι το πρόσωπο στου οποίου την κατοχή νομίμως περιήλθε η συναλλαγματική, επειδή δόθηκε αξία γι' αυτήν. Ο κάτοχος, για αξία, μιας επιταγής έχει εκ του νόμου (άρθρο 38 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262) δικαιώματα ανάμεσα στα οποία και το δικαίωμα έγερσης αγωγής στο όνομα του, εναντίον του εκδότη της επιταγής. Στην υπόθεση Τρικωμίτης ν. Ανδρέου (Αρ. 2)
(2003)2 Α.Α.Δ. 597 τονίστηκε ότι νομιμοποιημένος κομιστής μιας επιταγής είναι εκείνος που έχει αγώγιμο δικαίωμα επ' αυτής. Ζητήματα νομιμοποιημένου κομιστή και αγώγιμου δικαιώματος επί επιταγής εξετάστηκαν και στην υπόθεση Λούτσιου ν. Αστυνομίας (Αρ. 2)
(2003)2 Α.Α.Δ. 343. Στην υπόθεση εκείνη επιβεβαιώθηκαν οι αρχές που διατυπώθηκαν στην Νεοφύτου ν. Κυριακίδη (Αρ. 1)
(1999)2 Α.Α.Δ. 102, ότι το πρόσωπο που έχει δικαίωμα να υποβάλει παράπονο για έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των άρθρων 305Α
(1)και
(2)του Ποινικού Κώδικα είναι ο νομιμοποιημένος κομιστής της επιταγής, μέσα στην έννοια του νόμου, δηλαδή το πρόσωπο που έχει αγώγιμο δικαίωμα να εγείρει αγωγή με βάση τη συναλλαγή που οδήγησε στην έκδοση της επιταγής. Στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Κυριακίδη (Αρ. 1)
(1999)2 Α.Α.Δ. 102 το Δικαστήριο επισήμανε πως η φράση 'αγώγιμο δικαίωμα' δεν πρέπει να συγχύζεται με την πιθανή αιτία αγωγής, που μπορεί να εγερθεί με βάση τη συναλλαγή που οδήγησε στην έκδοση της επιταγής από την οποίαν να προκύπτει διαφορά αστικής ευθύνης των μερών. Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Τομάζου v. Σαββίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 181/2007, ημερομηνίας 21.12.2010. Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο παραπονούμενος δάνεισε στην κατηγορούμενη και το σύζυγο της το ποσό των €10.000,00 για να διευθετήσουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζαν ως οικογένεια. Το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι όταν ο παραπονούμενος δάνειζε το ποσό των €10.000,00 για την αντιμετώπιση των σοβαρών οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε η οικογένεια της κατηγορουμένης θα διευκολυνόταν ολόκληρη η οικογένεια της περιλαμβανομένης και της ίδιας της κατηγορουμένης. Από αυτή την οικονομική βοήθεια επωφελήθηκε και η κατηγορούμενη που αντιμετώπιζε κοινά οικονομικά προβλήματα με το σύζυγο της, στη βάση των οποίων τους έγινε η πιστωτική διευκόλυνση. Μπορεί μέσα από την μαρτυρία του ο παραπονούμενος να αναφέρει λεκτικά ότι δάνεισε το ποσό των €10.000 στο σύζυγο της κατηγορούμενης αλλά ταυτόχρονα υπέδειξε πως η κατηγορούμενη μαζί με το σύζυγο της αντιμετώπιζαν κοινά οικονομικά προβλήματα ως οικογένεια. Έδωσε δε το ποσό αυτό σε συνάντηση στην οποίαν παρόντες πέρα από τον ίδιο ήταν η κατηγορούμενη μαζί με το σύζυγο της. Ακόμη όμως και να δεχθώ τον ισχυρισμό της κατηγορουμένης ότι ουδεμία σχέση έχει με την οφειλή προς τον παραπονούμενο, δεν αποτελεί υπεράσπιση αλλά ούτε και απαλλάσσει την κατηγορούμενη από τη διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης επιταγής που δεν τιμήθηκε κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ.154. Σύμφωνα με τη νομολογία που παρέθεσα προηγουμένως, το ότι ο σύζυγος της κατηγορουμένης δανείστηκε το ποσό των €10.000,00 στη βάση του οποίου εκδόθηκε η επίδικη επιταγή από την κατηγορούμενη σημαίνει ότι δόθηκε αξία σ' αυτή με τον παραπονούμενο να διαθέτει αγώγιμο δικαίωμα, όχι όμως υπό την έννοια της πιθανής αιτίας αγωγής σε αστική υπόθεση λόγω οικονομικών διαφορών του παραπονουμένου και του συζύγου της κατηγορουμένης. Η ενέργεια της κατηγορουμένης να στηρίξει το δάνειο που εισέπραξε ο σύζυγος της μέσω της έκδοσης της επίδικης επιταγής η οποία όμως δεν πληρώθηκε την καθιστά ποινικά υπεύθυνη στη διάπραξη του αδικήματος που καθορίζεται στο άρθρο 305Α
(1)του Κεφ.154, εφόσον βέβαια στοιχειοθετούνται με μαρτυρία τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού. Το δε άρθρο 28 του Περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ.262 μετά των συναφών τροποποιήσεων τονίζει πως πρόσωπο το οποίο έχει υπογράψει συναλλαγματική ως εκδότης, αποδέκτης, ή οπισθογράφος, χωρίς να λάβει κάποια αξία γι' αυτή και με σκοπό να δανείσει το όνομα του σε κάποιο άλλο πρόσωπο, ως διευκολύνον μέρος, ευθύνεται για τη συναλλαγματική έναντι του κατόχου για αξία και είναι αδιάφορο κατά πόσο, όταν ο τέτοιος κάτοχος που έλαβε τη συναλλαγματική, γνώριζε ότι το μέρος αυτό ήταν διευκολύνον μέρος ή όχι.[6] Σε μία τέτοια περίπτωση θα θεωρείτο ότι η κατηγορούμενη διευκόλυνε το σύζυγο της που αποδέκτηκε και χρησιμοποίησε το ποσό που ο παραπονούμενος του δάνεισε εκδίδοντας και παραδίδοντας σ' αυτόν την επίδικη επιταγή. Σε τελευταία ανάλυση αποτελεί συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι ο σκοπός για τον οποίον η κατηγορούμενη έκδωσε την επίδικη επιταγή δεν έπαυσε να υπάρχει. Εν πάσει περιπτώσει, η ουσία παραμένει ότι η κατηγορούμενη μαζί με το σύζυγο της εκμεταλλεύτηκαν μία παλιά γνωριμία του συζύγου της και αποκόμισαν οικονομικό όφελος εις βάρος του παραπονουμένου. Κάτω από αυτά τα δεδομένα, το Δικαστήριο βρίσκει και αποδέχεται ότι ο παραπονούμενος είναι νομιμοποιημένος κομιστής της επίδικης επιταγής εντός της έννοιας του άρθρου 29
(1)(β) του Κεφ.262 αφού νομίμως το Τεκμήριο 1 περιήλθε στην κατοχή του. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση της εναντίον της κατηγορούμενης. Συνεπώς, η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/ Final Judgment Αναφορά: Ιδιωτική Ποινική/ /Επιταγή χωρίς αντίκρισμα/Άρθρο 305Α
(1)Κεφ.154/Τελική Απόφαση [1] Το νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του κ. Τάκη Ηλιάδη, σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820 [2] Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256 [3] Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320 [4] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 [5] Άρθρο 73 του Περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ.262 μετά των συναφών τροποποιήσεων [6] Εδάφια 1 και 2 του άρθρου 28 του Κεφ.262 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο