← Κύπρος

Aστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Παμπίνου Στυλιανίδη κ.α., Αρ. Υπόθεσης : 2856/11, 5 Αυγούστου, 2011

Aστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Παμπίνου Στυλιανίδη κ.α., Αρ. Υπόθεσης : 2856/11, 5 Αυγούστου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B161 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης : 2856/11 Aστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν.

  1. Παμπίνου Στυλιανίδη
  2. Abbas Eidi Gilvan
  3. Mohammad Eidi Ghilevan Κατηγορούμενων ------------------------------ Ημερομηνία: 5 Αυγούστου, 2011 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αβρααμίδης Για τον 1ο Κατηγορούμενο: κ. Λυσάνδρου Κατηγορούμενος 1 παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο πρώτος κατηγορούμενος (στο εξής «κατηγορούμενος») που είναι αστυνομικός, αντιμετωπίζει την κατηγορία της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 14 Β

(1)
(2)
(3)του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα (βλ. τη 2η κατηγορία). Αντιμετώπιζε και την 1η κατηγορία, η οποία αφορά στο ίδιο αδίκημα, ωστόσο σ' αυτή αθωώθηκε από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, με την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασής μου, ημερομηνίας 7.7.
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, καταλογίζεται στον κατηγορούμενο, ότι την 1η Φεβρουαρίου, 2011, στον Ύψωνα, της επαρχίας Λεμεσού, εργοδότησε τον 3ο κατηγορούμενο (Mohammad Eidi Ghilevan - Μ.Κ.2 - ), χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της υπόθεσής της παρουσίασε τους ακόλουθους μάρτυρες: Το λοχία 1213 Φ. Ευθυβούλου (Μ.Κ.1), το Mohammad Eidi Ghilevan (Μ.Κ.2), τον υπαστυνόμο Χρ. Χριστοφή (Μ.Κ.3) και τέλος, το Ν. Ορφανίδη (Μ.Κ.4). Τα ακόλουθα γεγονότα, ουσιαστικά, αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών: Ο Mohammad Eidi Ghilevan (Μ.Κ.2) είναι αλλοδαπός από το Ιράν. Στον ουσιώδη χρόνο, αυτός καταλήφθηκε επ' αυτοφώρω από την Αστυνομία και συγκεκριμένα από τους Μ.Κ.1 και 3, να εργάζεται χωρίς άδεια σε ανεγειρόμενη οικοδομή, η οποία βρίσκεται στην οδό Άρτας, στον Άγιο Συλά Λεμεσού. Συγκεκριμένα βρισκόταν στην οροφή της οικοδομής και ασχολείτο με επάλειψη υγρού υλικού στα κεραμίδια. Η οικοδομή, που αποτελεί κατοικία, πιθανότατα είναι ιδιοκτησίας της συζύγου του κατηγορούμενου, ο οποίος καθώς ήδη έχει αναφερθεί είναι αστυνομικός και στον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στην Υ.Α.Μ. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο πίσω μέρος της αυλής της οικοδομής. Απ' εκεί και πέρα, οι θέσεις μεταξύ των δύο πλευρών, ως προς τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, αλλά και σε σχέση με τα νομικά επακόλουθά τους διίστανται. Αποτελεί θέση της κατηγορούσας αρχής, ότι απέδειξε την ενοχή του κατηγορούμενου στη σχετική κατηγορία, με βάθρο τα παραπάνω γεγονότα, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της μαρτυρίας του αλλοδαπού (Μ.Κ.2), αλλά και συγκεκριμένων δηλώσεων στις οποίες προέβηκε ο κατηγορούμενος προς τον Μ.Κ.
  2. Ο κατηγορούμενος αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, προέβηκε στην ακόλουθη ανώμοτη δήλωση: «Θέλω να δηλώσω στο Δικαστήριο σας, ότι εγώ είμαι αθώος. Άδικα κατηγορούμαι και δεν έχω εργοδοτήσει κανένα αλλοδαπό» Φυσικά, ενώπιόν μου, έχει τεθεί και η ανακριτική του κατάθεση (βλ. το τεκμήριο 5), στο περιεχόμενο της οποίας θα αναφερθώ αργότερα. Η κεντρική θέση που προέβαλε ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορούμενου με την τελική του αγόρευση είναι η εξής: Για την εργασία που έκανε ο Μ.Κ.2 στην κατοικία της συζύγου του κατηγορούμενου, τον έστειλε ο αδελφός του (2ος κατηγορούμενος), ο οποίος, σε σχέση με αυτήν, εργοδοτήθηκε από το Μ.Κ.
  3. Ο κατηγορούμενος δεν έχει καμιά σχέση είτε με το 2ο κατηγορούμενο είτε με τον 3ο (Μ.Κ.2). Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της μαρτυρίας στο σύνολό του. Το ίδιο ισχύει και με το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στο κατάλληλο στάδιο και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά και στη μαρτυρία - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες, καθ' ον χρόνο έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης ενός εκάστου αυτών αναφορικά με τα διαδραματισθέντα κατά τον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλ. και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ.162 και Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ.149, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Σε σχέση με την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου και την αποδεικτική της αξία, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Θεοχάρους ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ.22: «..Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ. μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic (1973 2 C.L.R. 139, 188 - 191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σε. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245 - 288, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195).» Ούτε και μου διαφεύγει το ανεπίτρεπτο σχολιασμού, ως σχετικού προς την ενοχή, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος επέλεξε να ασκήσει το συγκεκριμένο δικαίωμα (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195 κ.ο.κ). Αναφορικά με το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη, ότι, το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη της επαφίεται στη διακριτική μου ευχέρεια (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109). Τέλος παραπέμπω και στην Αλ - Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, σύμφωνα με την οποία, η προσφυγή στο ψεύδος, δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Ο λοχίας 1213 Φ. Ευθυβούλου (Μ.Κ.1) συμμετείχε στην αστυνομική επιχείρηση κατά τον ουσιώδη χρόνο. Το σύνολο των ενεργειών του καθώς και οι διαπιστώσεις του σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης αναφέρονται στη γραπτή του κατάθεση (βλ. τεκμήριο 1), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Μολονότι αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου, εντούτοις, δεν αμφισβητήθηκε, επί της ουσίας όσων ανάφερε. Κατά συνέπεια, η μαρτυρία του, που σε σημαντικό βαθμό ενισχύεται και/ή επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία των επόμενων δύο μαρτύρων, γίνεται αποδεκτή. Δεκτή στο σύνολό της επί της ουσίας και ως αναντίλεκτη, συν τοις άλλοις, είναι και η μαρτυρία του Mohammad Eidi Ghilevan (Μ.Κ.2). Επισημαίνεται ότι, ο μάρτυρας, που απλώς υιοθέτησε το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης στην Αστυνομία (βλ. τεκμήριο 3Α - πιστή μετάφραση στα ελληνικά -), δεν αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου. Και η μαρτυρία του υπαστυνόμου Χρ. Χριστοφή (Μ.Κ.3), γίνεται αποδεκτή επί της ουσίας, η οποία, έγκειται σε ενέργειες στις οποίες έχει προβεί στον ουσιώδη χρόνο, στις διαπιστώσεις του αλλά και σε δηλώσεις στις οποίες προέβηκε προς τον ίδιο ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο χρόνο. Η μαρτυρία του, κατά κύριο λόγο, απορρέει από το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (βλ. το τεκμήριο 4), που κι αυτός υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Μολονότι εντοπίζω κάποιες μικροαντιφάσεις ανάμεσα στη μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα και του M.K.1, δεν αποδίδω ιδιαίτερη σημασίας σ' αυτές. Οι εν λόγω αντιφάσεις είναι τόσο ασήμαντες και αφορούν σε μικρολεπτομέρειες, οπότε, σε καμία περίπτωση είναι δυνατό να κλονίσουν την αξιοπιστία είτε του ενός μάρτυρα είτε του άλλου, αφού, αν αποδεικνύουν κάτι, είναι την απουσία προσχεδιασμού μεταξύ τους για το τι θα κατέθεταν. Για το γεγονός, ότι, δέχομαι και ότι ο κατηγορούμενος προέβη προς το μάρτυρα στις δηλώσεις που αυτός έχει αναφέρει, λαμβάνω υπόψη και την υπόλοιπη αποδεκτή μαρτυρία, η οποία δικαιολογεί αυτές καθώς και το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου, ο οποίος, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, σε αρκετές περιπτώσεις είπε ψέματα. Η μαρτυρία του Ν. Ορφανίδη (Μ.Κ.4) απορρίπτεται στο σύνολό της ως αναξιόπιστη και ψευδής. Ακολουθεί το σκεπτικό: Ο μάρτυρας, στην κυρίως εξέταση υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης στην Αστυνομία, ημερομηνίας 10.2.2011 (βλ. το τεκμήριο 6). Αυτή ήταν και η μαρτυρία του στο συγκεκριμένο στάδιο. Με αυτή δε αναφέρει και τα εξής, μεταξύ άλλων: Εργάζεται ως επιστάτης στην εταιρεία Αντωνάκη Χρίστου Properties Ltd. Σε αυτή εργοδοτούν μόνο Κύπριους, Ρουμάνους και Βουλγάρους υπαλλήλους. Δεν έχουν εργάτες ή άλλο προσωπικό από αραβικές χώρες. Δε γνωρίζει τους αλλοδαπούς κατηγορούμενους 2 και
  1. Ούτε συνεργάστηκε μαζί τους. Δεν κάνει δικές του δουλειές και ούτε εργοδοτεί άλλα πρόσωπα. Τον κατηγορούμενο τον ξέρει μόνο φατσικώς, δε συνεργάστηκε ποτέ μαζί του επαγγελματικά και ούτε συνδέεται μαζί του με οποιοδήποτε τρόπο. Δεν ξέρει εάν χτίζει ή εάν πρόσφατα έχει χτίσει σπίτι. Ούτε και έχει ιδέα που είναι το σπίτι του ή αν το σπίτι που χτίζει έχει πρόβλημα στην οροφή του και ούτε του ζητήθηκε να μεσολαβήσει για την επιδιόρθωσή της. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, αναγνώρισε τη υπογραφή του επί του τεκμηρίου
  2. Βασικά, πρόκειται για την κατάθεσή του (τεκμήριο 6), η οποία, αφού φωτοτυπήθηκε, στο εντελώς πάνω μέρος της 1ης σελίδας, φέρει την ακόλουθη δήλωση του μάρτυρα, ημερομηνίας 14.2.2011: «Την κατάθεση αυτή (δηλαδή το τεκμήριο 6), δεν την υιοθετώ καθότι μου λήφθηκε πολύ βιαστικά και ζητώ όπως μου ληφθεί άλλη κατάθεση από το λοχία 1213 Φ. Ευθυβούλου.» Το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Πώς μπορεί ο μάρτυρας να υιοθετεί στο Δικαστήριο, στις 16.5.2011, το περιεχόμενο της κατάθεσής του, ημερομηνίας 10.2.2011 (τεκμήριο 6), εν γνώσει του, ότι, τέσσερις μέρες μετά και συγκεκριμένα, στις 14.2.2011, δήλωνε γραπτώς στην Αστυνομία ακριβώς το αντίθετο; Ας δούμε όμως κατά πόσο είναι γιατί έδωσε βιαστικά την πρώτη του κατάθεση, που τέσσερις μέρες μετά, δήλωνε ότι δεν την υιοθετεί και ζητούσε να του ληφθεί άλλη από τον Μ.Κ.
  3. Αντεξεταζόμενος, αναίρεσε μια προς μια όλες τις παρακάτω θέσεις που περιέχονταν στη γραπτή του κατάθεση, οπότε, δεν μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός του, επί του τεκμηρίου 7, ότι του λήφθηκε βιαστικά η πρώτη κατάθεση και γι' αυτό δεν της υιοθετεί. Ειδικότερα: Καταρχήν, επέμενε ότι στην εταιρεία όπου εργάζεται δεν εργοδοτούνται αλλοδαποί, πέραν της Βουλγάρικης και Ρουμάνικης υπηκοότητας. Όταν όμως του υποδείχθηκε το τεκμήριο 7 και το αναγνώρισε ανάφερε και τα εξής, μεταξύ άλλων: Γνωρίζει τον κατηγορούμενο αρκετά χρόνια. Υπεύθυνη για την επίβλεψη των εργασιών στην κατοικία της συζύγου του κατηγορούμενου, ήταν η εργοληπτική εταιρεία στην οποία εργαζόταν και ο ίδιος. Συμφώνησε ότι οι περί αντιθέτου ισχυρισμοί του στη γραπτή του κατάθεση (τεκμήριο 6), είναι ψέματα. Γνωρίζει το 2ο κατηγορούμενο και αυτός τον έστειλε στο σπίτι της συζύγου του κατηγορούμενου στον ουσιώδη χρόνο, αλλά προσωπικά. Η εταιρεία στην οποία εργάζεται δεν έχει καμία σχέση μαζί του. Ο ίδιος και θα πλήρωνε το 2ο κατηγορούμενο. Δε νομίζω να χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας του συγκεκριμένου μάρτυρα και να εξηγήσω γιατί δεν μπορώ να βασιστώ καθόλου στη μαρτυρία του, για σκοπούς εξαγωγής, οποιουδήποτε συμπεράσματος, σε σχέση με τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Η κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του συγκεκριμένου μάρτυρα, αποτελεί το δεύτερο λόγο για τον οποίο έκρινα ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου στην 1η κατηγορία, για τον οποίο- λόγο - με τη σχετική - ενδιάμεση απόφασή μου ημερομηνίας 7.7.2011, επιφυλάχθηκα να επεκταθώ στο πλαίσιο της παρούσας. Ακολουθούν, τώρα, μερικοί λόγοι για τους οποίους θεωρώ ότι ο κατηγορούμενος έλεγε ψέματα στην Αστυνομία, καθ' ον χρόνο ανακρινόταν γραπτώς, σε σχέση με την υπό διερεύνηση - τότε υπόθεση, από τον υπαστυνόμο Χρ. Χριστοφή (Μ.Κ.3). Ειδικότερα: Στην ερώτηση: «Θέλω να μου πεις εάν κατά την ανέγερση της οικίας εργάστηκαν σε αυτή με δικές σου ενέργειες αλλοδαπά πρόσωπα και πότε έγινε κάτι τέτοιο», απάντησε ως εξής: «Πιθανώς να εργάστηκαν Ευρωπαίοι αλλοδαποί με τους διάφορους υπεργολάβους. Σε καμιά περίπτωση δεν εργάστηκαν παράνομοι αλλοδαποί στο σπίτι. Μάλιστα, τόνιζα στους διάφορους υπεργολάβους ότι δεν δέχομαι να δουλέψει στο σπίτι κανένας αλλοδαπός χωρίς να έχει τις απαιτούμενες άδειες.» Κι όμως, παραβλέπει ο κατηγορούμενος, ότι, μερικές ώρες προηγουμένως, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Κ.2, αλλοδαπού από το Ιράν, ο ίδιος, εργαζόταν στην επίδικη κατοικία, χωρίς άδεια απασχόλησης, με τον κατηγορούμενο την προηγούμενη μέρα το μεσημέρι, να ανεβαίνει μαζί του στην οροφή, να του δείχνει που έσταζε νερό και που θα έκανε την εργασία επιδιόρθωσης και τέλος, να του λέει και που θα είχε το κλειδί την επομένη, για να ανοίξει το σπίτι. Άξια αναφοράς είναι και η απάντησή του στη μεθεπόμενη ερώτηση που του υποβλήθηκε από το Μ.Κ.
  4. Με αυτή ισχυρίστηκε ότι στην παρουσία του, κατά την ανέγερση της οικίας, ποτέ δεν υπήρχε οποιοσδήποτε αλλοδαπός, ο οποίος βρισκόταν στην οικοδομή χωρίς άδεια. Δεν έχει καμιά σχέση με τον Abbas (2ο κατηγορούμενο) ισχυρίζεται, απαντώντας σε άλλη ερώτηση που του υποβλήθηκε και σε καμιά περίπτωση ζήτησε από αυτόν να του κάνει οποιαδήποτε δουλειά στο σπίτι. Μόνο που και πάλιν παραβλέπει, ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία του 3ου κατηγορούμενου (Μ.Κ.2) και αδελφού του Abbas, αυτός που τόσο την προηγούμενη μέρα όσο και στον ουσιώδη χρόνο τον πήρε στο σπίτι του κατηγορούμενου για να δει και να κάνει συγκεκριμένη εργασία (που του υπέδειξε ο κατηγορούμενος), την οποία δε μπορούσε να κάνει ο Abbas, γιατί είχε κάποιο πρόβλημα στο χέρι και δεν μπορούσε να μπογιατίσει, ήταν ο Abbas. Για να επαναλάβω, ο 3ος κατηγορούμενος (Μ.Κ.2), δεν αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου. Η άρνησή του ότι συναντήθηκε με το Μ.Κ.2, στον οποίο ανάφερε τι δουλειά θα έκανε στην οροφή και ότι μάλιστα του εξήγησε που θα είχε φυλαγμένο το κλειδί, για να ανοίξει το σπίτι στον ουσιώδη χρόνο για να πάει να δουλέψει, αποτελεί κραυγαλέα περίπτωση όπου ο κατηγορούμενος έλεγε συνειδητά και σκόπιμα ψέματα στην Αστυνομία. Μολονότι θα μπορούσα να συνεχίσω παρέλκει νομίζω. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, βρίσκω ότι τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση είναι τα εξής: Στις 31.1.2011, λήφθηκε πληροφορία από τη Διεύθυνση Επαγγελματικών Προτύπων του Αρχηγείου Αστυνομίας (Δ.Ε.Π.), σύμφωνα με την οποία, ο αστυφύλακας 1815 Παμπίνος Στυλιανίδης, δηλαδή ο κατηγορούμενος, ο οποίος υπηρετούσε στην Υ.Α.Μ. Λεμεσού, ανεγείρει κατοικία στην οδό Άρτας στον Άγιο Συλά Λεμεσού και πιθανώς εργοδοτεί παράνομους αλλοδαπούς. Για σκοπούς διερεύνησης της παραπάνω πληροφορίας, την επομένη, 1.2.2011 και ώρα 07:20, οι λοχίας 1213 Φ. Ευθυβούλου (Μ.Κ.1), υπαστυνόμος Χρ. Χριστοφή (Μ.Κ.3) και λοχίας 1038 μετέβησαν στο μέρος. Μετά από διακριτική παρακολούθηση, πρόσεξαν ότι στην οροφή της κατοικίας υπήρχε ένα πρόσωπο το οποίο κρατούσε βούρτσα μπογιατίσματος και ασχολείτο με επάλειψη υγρού υλικού στα κεραμίδια. Γύρω στις 08:43 έφθασε στο μέρος και ο κατηγορούμενος, ο οποίος, αφού εισήλθε στην εν λόγω κατοικία, μερικά λεπτά αργότερα βρέθηκε από την Αστυνομία στην αυλή της κατοικίας, η οποία βρίσκεται στο πίσω μέρος. Όταν ο υπαστυνόμος Χριστοφή αποκάλυψε στον κατηγορούμενο τα στοιχειά της ταυτότητάς του και το σκοπό της επίσκεψης των μελών της Δ.Ε.Π. στο μέρος και του ζήτησε να αναφέρει κατά πόσο εργαζόταν οποιοσδήποτε παράνομος, ο κατηγορούμενος, ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω, ξαφνιάστηκε από την εκεί παρουσία των μελών της Δ.Ε.Π., αρχικά ανάφερε στο μάρτυρα, ότι στην οροφή της κατοικίας βρίσκεται ένας αλλοδαπός από την Περσία, ο οποίος ασχολείτο με μπογιάτισμα. Ακολούθως, ο μάρτυρας ζήτησε από τον κατηγορούμενο να καλέσει τον αλλοδαπό να κατέβει από την οροφή, οπότε αυτός ανέβηκε στη σοφίτα της κατοικίας, μαζί με τους Μ.Κ.1 και λοχία 1038, οι οποίοι ζήτησαν από τον αλλοδαπό να κατέβει από την οροφή, όπως και έγινε. Ερωτηθείς ο κατηγορούμενος, εάν ο αλλοδαπός βρίσκεται στην Κύπρο νόμιμα, ισχυρίστηκε ότι κατάγεται από την Περσία είναι νόμιμος, αιτητής πολιτικού ασύλου και ότι ο αδελφός του είναι φίλος του. Ανάφερε ακόμη ο κατηγορούμενος στον υπαστυνόμο Χριστοφή, ότι ο αλλοδαπός, βρισκόταν στο σπίτι για να βοηθήσει και όχι για να δουλέψει. Όταν ρωτήθηκε από τον υπαστυνόμο Χριστοφή πώς μετέβηκε ο αλλοδαπός στην κατοικία, απάντησε ότι πιθανώς να τον πήρε ο αδελφός του ο Abbas. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι έλεγξε τα χαρτιά του αλλοδαπού ο ίδιος, πριν μια βδομάδα και όλα ήταν εντάξει. Προέκυψε από τις αστυνομικές εξετάσεις που ακολούθησαν ότι πρόκειται για τον 3ο κατηγορούμενο (Μ.Κ.2), ο αλλοδαπός που εργαζόταν στην κατοικία του κατηγορούμενου, ο οποίος, βρισκόταν στην Κύπρο με το καθεστώς του αιτητή πολιτικού ασύλου, του οποίου, στις 12.1.2011 απορρίφθηκε η προσφυγή του από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων,( στην οποία λογικά προσέφυγε, με αίτηση την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του για παροχή ασύλου). Όταν εξηγήθηκε στον κατηγορούμενο από τον υπαστυνόμο Χριστοφή, ότι με το να εργοδοτεί στην κατοικία του παράνομο αλλοδαπό διαπράττει ποινικό και πειθαρχικό αδίκημα και του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε ως εξής: «Σε παρακαλώ κ. Χριστοφή μεν μου κάμετε πρόβλημα και δεν είμαι παλιάνθρωπος. Εγώ χτίζω το σπίτι μου με Κυπραίους και όχι με αλλοδαπούς και έφτυσα αίμα για να χτίσω το σπίτι μου.» Επισημαίνονται και τα εξής, βασικά, υπό μορφή επανάληψης: Τον αλλοδαπό (3ο κατηγορούμενο-Μ.Κ.2-) μετέφερε στην επίδικη κατοικία ο αδελφός του Abbas (2ος κατηγορούμενος) το μεσημέρι της προηγούμενης μέρας. Εκεί πήγε για να δει την οροφή και συγκεκριμένα το μέρος όπου έσταζε νερά, για να το επιδιορθώσει. Βασικά, θα έκανε ο 2ος κατηγορούμενος τη συγκεκριμένη εργασία, όμως, επειδή είχε κάποιο πρόβλημα στο χέρι και δεν μπορούσε να μπογιατίσει ανέλαβε να την κάνει ο 3ος κατηγορούμενος. Όταν έφθασε στην κατοικία, ο κατηγορούμενος τον πήγε στην οροφή και συγκεκριμένα στη σοφίτα του σπιτιού. Εκεί του έδειξε που έσταζε νερό και βασικά του έδειξε που έπρεπε να γίνει η εργασία επιδιόρθωσης, οπότε και έφυγαν. Ο κατηγορούμενος είχε τα υλικά και τα φάρμακα με τα οποία θα έκανε τη συγκεκριμένη εργασία πάνω στα κεραμίδια και συγκεκριμένα εκεί όπου θα γινόταν η εργασία. Την επομένη το πρωί, ο 3ος κατηγορούμενος, αφού μετέβη στην επίδικη κατοικία με τον αδελφό του και πάλιν, ο οποίος, αφού το μετέφερε εκεί έφυγε, έπιασε δουλειά, ουσιαστικά μέχρι και την ώρα που κλήθηκε από τον κατηγορούμενο και τους δύο αστυνομικούς να κατέβει. Επισημαίνεται τέλος, ότι, ο 3ος κατηγορούμενος, για να μπει στην κατοικία του κατηγορούμενου προκειμένου να εκτελέσει την εργασία που είχε αναλάβει, άνοιξε με κλειδί που του είχε πει ο κατηγορούμενος από την προηγούμενη μέρα, σε ποιο σημείο θα τοποθετούσε ο ίδιος. Προτού υπεισέλθω στη νομική πτυχή της υπόθεσης, θα ήθελα να επισημάνω τα εξής, που άπτονται του καθεστώτος παραμονής στην Κύπρο του 3ου κατηγορούμενου (Μ.Κ.2) κατά τον ουσιώδη χρόνο. Δεν είναι ορθός ο ισχυρισμός του υπαστυνόμου Χριστοφή, ότι ο 3ος κατηγορούμενος διέμενε στην Κύπρο παράνομα, επειδή στις 12.1.2011, η αίτησή του για πολιτικό άσυλο απορρίφθηκε και από την Αναθεωρητική Αρχή όπου είχε κάμει έφεση. Μολονότι πρόκειται για εσφαλμένη εντύπωση που σχημάτισε ο μάρτυρας περί το νόμο, ο ισχυρισμός του επί του προκειμένου, που σε καμιά περίπτωση επηρεάζει την αξιοπιστία του ως μάρτυρα, εντούτοις, επειδή, αν όχι για τις ανάγκες της παρούσας απόφασης, αλλά, σε κατοπινό στάδιο, το καθεστώς παραμονής του 3ου κατηγορούμενου στην Κύπρο κατά τον ουσιώδη χρόνο, θα έχει σημασία, θεωρώ ορθό να διευκρινιστεί αυτό από τώρα. Δε συμφωνώ λοιπόν με το μάρτυρα, ότι, την 1η Φεβρουαρίου, 2011 (ουσιώδης χρόνος) ο 3ος κατηγορούμενος διέμενε στην Κύπρο παράνομα, γιατί πολύ απλά, από τις 12.1.2011 που απορρίφθηκε η διοικητική προσφυγή του - και όχι έφεση - από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων μέχρι και την 1η Φεβρουαρίου, 2011, δεν παρήλθε η προθεσμία των 75 ημερών, εντός της οποίας θα μπορούσε να προσφύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο και να ζητήσει ακύρωση της απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων. Μόνο τότε θα οριστικοποιείτο η σχετική πράξη της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, που αποτελεί ασφαλώς διοικητική πράξη. Μέχρι τότε, ο 3ος κατηγορούμενος, δεν μπορεί να θεωρείται ότι διέμενε παράνομα στο έδαφος της Δημοκρατίας. Το αδίκημα που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο δημιουργείται από τη συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 2 και 14 (Β) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ.
  5. Τα συστατικά του στοιχεία είναι τα εξής: Πρώτο, η εργοδότηση, δεύτερο, αλλοδαπού. Εάν τα παραπάνω στοιχεία αποδειχθούν και ο κατηγορούμενος προβάλλει ως υπεράσπιση ότι είναι κάτοχος της απαιτούμενης από το Νόμο άδειας, θα πρέπει να αποδείξει τον εν λόγω ισχυρισμό και τούτο γιατί, οι λεπτομέρειες της συγκεκριμένης υπεράσπισης αποτελούν στοιχεία που βρίσκονται μόνο στην προσωπική γνώση ή κατοχή του και είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο για την κατηγορούσα αρχή να το αντικρούσει (βλ. το σύγγραμμα του Τάκη Ηλιάδη «Το Δίκαιο της Απόδειξης (Μία πρακτική προσέγγιση)» σελ. 72 και 73). Παρατηρώ τα εξής: «Αλλοδαπός» σύμφωνα με τη σχετική ερμηνεία της λέξης, δυνάμει του άρθρου 2 του Νόμου, Κεφ. 105 σημαίνει πρόσωπο το οποίο δεν είναι Κύπριος υπήκοος. Ότι ο Mohammad Eidi Ghilevan (3ος κατηγορούμενος) δεν είναι Κύπριος υπήκοος, αλλά υπήκοος Ιράν, όχι μόνο δεν αμφισβητείται και έχει αποδειχθεί αλλά, αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών . Ακολουθεί ότι το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος έχει αποδειχθεί. Ό,τι απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο αυτό που έκανε ο αλλοδαπός στον ουσιώδη χρόνο αποτελεί εργασία και αν ναι, κατά πόσο αυτός που του την ανάθεσε, δηλαδή τον εργοδότησε είναι ο κατηγορούμενος. Προτού αποφανθώ για τα παραπάνω, αναγκαιεί να επισημάνω τα εξής: Σε υποθέσεις όπως η παρούσα, οι οποίες αφορούν αδικήματα παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών, η κατηγορούσα αρχή δεν έχει την υποχρέωση να αποδείξει σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου με την αυστηρή έννοια που δίδει στο όρο το αστικό δίκαιο. Αξιόποινη, σύμφωνα με το Νόμο, Κεφ. 105 είναι η ανάληψη εργασίας και μάλιστα οποιουδήποτε είδους που καλύπτει μια ευρύτατη κατάσταση πραγμάτων και όχι η απόκτηση ιδιότητας εργοδοτούμενου υπό την εξειδικευμένη και στενή έννοια του αστικού δικαίου. Από τη φύση της, η αποδοχή απασχόλησης με την έννοια της ανάληψης εργασίας από αλλοδαπό, χωρίς την προαπαιτούμενη άδεια, μπορεί να λάβει χώρα υπό συνθήκες πρόχειρες και ευτελείς, όπου πιθανόν να ελλείπουν τα στοιχειώδη εχέγγυα που θα πρέπει κανονικώς εχόντων των πραγμάτων να διέπουν μια υγιή σχέση εργοδότη-εργοδοτούμενου. Με τη σχετική διάταξη επιχειρείται η άσκηση αυστηρού ελέγχου. Έτσι, το μόνο που πρέπει να αποδειχθεί είναι ότι ο αλλοδαπός προέβαινε σε πράξεις οι οποίες αποτελούν εργασία. Δε χρειάζεται να αποδειχθεί συμφωνία εργοδότησης, στενός έλεγχος από εργοδότη ή η καταβολή ημερομισθίου (βλ. κατ' αναλογία Seraphim v. The Police
(1981)2 C.L.R. 227 και Karaoglanian v. The Police
(1984)2 C.L.R. 161, που αφορούσαν τον κανονισμό 38 των κανονισμών του 1972 - Κ.Δ.Π. 242/72 -). Επιπλέον, στην υπόθεση Sea Island v. K.O.T.
(1995)2 A.A.Δ. 196, το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού αναφέρεται ως παράδειγμα αδικήματος αυστηρής ευθύνης. Βλ. και την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πιρίκκη
(2001)2 Α.Α.Δ.279. Παρατηρώ τα εξής: Το γεγονός ότι ο αλλοδαπός (3ος κατηγορούμενος -Μ.Κ.2-) στον ουσιώδη χρόνο, κρατώντας μια βούρτσα μπογιατίσματος, ασχολείτο με την επάλειψη υγρού υλικού στα κεραμίδια της κατοικίας του κατηγορούμενου, αποτελεί εργασία τη εννοία του Νόμου. Απ' εκεί και πέρα, με σωρευτική θεώρηση και αποτίμηση των ακόλουθων στοιχείων μαρτυρίας και όχι μόνο, οδηγούμαι στο αναπόδραστο συμπέρασμα, ότι αυτός που ανάθεσε την παραπάνω εργασία στον αλλοδαπό, δηλαδή τον εργοδότησε, είναι ο κατηγορούμενος. Ειδικότερα: Η επίδικη κατοικία, ακόμη και αν είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι της συζύγου του κατηγορούμενου, την ίδια ώρα αποτελεί το σπίτι του, επομένως, την κατοικία του, υπό την ευρεία του όρου έννοια. Ούτε και αποτελεί σχετικό παράγοντα σε ποιον είναι εγγεγραμμένη αυτή. Ο αλλοδαπός - 3ος κατηγορούμενος, ναι μεν μετέβη στην κατοικία του κατηγορούμενου για να εκτελέσει τη συγκεκριμένη εργασία, επειδή ο αδελφός του - 2ος κατηγορούμενος - είχε κάποιο πρόβλημα στο χέρι και δεν μπορούσε να την εκτελέσει ο ίδιος, ωστόσο, η ουσία έγκειται στα εξής: Πρώτον, αυτός που εν τέλει ανέλαβε να την εκτελέσει είναι ο 3ος κατηγορούμενος, δεύτερον, αυτός που του την ανάθεσε δεν είναι ο αδελφός του, αλλά, ο 1ος κατηγορούμενος, ο οποίος τον ανέβασε στην οροφή, του έδειξε τη ζημιά και το σημείο στο οποίο θα έπρεπε να κάνει την εργασία επιδιόρθωσης, του είχε επί τόπου τοποθετημένα τα αναγκαία υλικά για το σκοπό αυτό και τέλος, του ανάφερε και που θα τοποθετούσε το κλειδί, προκειμένου, όταν την επομένη θα πήγαινε στην κατοικία του για να εκτελέσει τη συγκεκριμένη εργασία, να άνοιγε το σπίτι για να ανέβει στην οροφή για το σκοπό αυτό. Ουδεμία σχέση ή ανάμειξη σε σχέση με όλα τα παραπάνω είχε ο αδελφός του 3ου κατηγορούμενου Abbas. · Τέλος, ο κατηγορούμενος, ανακρινόμενος γραπτώς από τον υπαστυνόμο Χριστοφή, είπε και όλα εκείνα τα ψέματα που παρατίθενται σε άλλο σημείο πιο πάνω. Αυτά δε, αφορούν στις πιο ουσιαστικές πτυχές της υπόθεσης, τα οποία προφανώς ήταν σκόπιμα, αφού, γνώριζε ότι αυτό που έκανε (μιας και πρόκειται για αστυνομικό ο ίδιος, και μάλιστα ο οποίος υπηρετούσε στην Υ.Α.Μ, στον ουσιώδη χρόνο, η οποία ασχολείται με τη διερεύνηση αδικημάτων παράνομης εργοδότησης, απασχόλησης κ.λ.π.), στοιχειοθετεί το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, οπότε, το κίνητρό του να ψευσθεί είναι ολοφάνερο πως ήταν η αντίληψη ενοχής και ο φόβος του να πει την αλήθεια. Σ' αυτά τα πλαίσια, δηλαδή, της αντίληψης ενοχής, εντάσσεται και η παράκλησή του προς τον υπαστυνόμο Χριστοφή, να μην του κάνουν πρόβλημα και δεν είναι παλιάνθρωπος, όταν του επέστησε προφορικά την προσοχή στο Νόμο για το αδίκημα που διέπραττε. Ο κατηγορούμενος ούτε απέδειξε μα ούτε και ισχυρίστηκε ότι είχε άδεια από την αρμόδια αρχή, για σκοπούς νόμιμης εργοδότησης του αλλοδαπού. Ακολουθεί ότι η ευθύνη του για τη διάπραξη του αδικήματος στοιχειοθετείται πλήρως: Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους - νομικούς και πραγματικούς - ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την ενοχή του 1ου κατηγορούμενου στη σχετική - 2η κατηγορία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Μ.Ρ. Αναφορά: Παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού-συστατικά στοιχεία-,αξιολόγηση μαρτυρίας, ψέματα κατηγορούμενου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.