ΧΑΡΗΣ ΑΝΔΡΕΑΔΗΣ ν. ΝΙΚΟΣ ΒΛΑΣΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 15498/09, 08.08.11 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B162 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15498/09 ΧΑΡΗΣ ΑΝΔΡΕΑΔΗΣ v. ΝΙΚΟΣ ΒΛΑΣΙΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 08.08.11 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Ιωάννου Για Κατηγορούμενο: κος Ν. Καλλής (για ν' ακούσει απόφαση η κα Δ. Κωνσταντίνου) Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία από τον εκδότη της κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, κατηγορείται ότι στις 25.05.08 στη Λεμεσό εξέδωσε την επιταγή υπ' αριθμό 69030771 για το ποσό των €8.000,00 πληρωτέα στο όνομα και σε διαταγή του παραπονουμένου η οποία όταν παρουσιάστηκε στην τράπεζα για πληρωμή δεν τιμήθηκε επειδή ο κατηγορούμενος ανακάλεσε την πληρωμή της προκαλώντας έτσι τη μη εξόφληση της χωρίς εύλογη αιτία (stop payment). Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε τρεις μάρτυρες, ήτοι τον παραπονούμενο, Χάρη Ανδρεάδη (ΜΚ1), τον Νεόφυτο Παμπόρη, υπάλληλο στην Τράπεζα Κύπρου (ΜΚ2) και τον Γιαννάκη Χριστοδούλου, φίλο και συγχωριανό του κατηγορουμένου (ΜΚ3). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ένορκη κατάθεση καλώντας παράλληλα ακόμη ένα μάρτυρα υπεράσπισης, ήτοι τον Κλείτο Στυλιανού (ΜΥ2). Παράλληλα, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 2 τεκμήρια μεταξύ των οποίων η επίδικη επιταγή (Τεκμήριο 1). Επιπροσθέτως, τα μέρη κατέθεσαν από κοινού τα εξής παραδεχτά γεγονότα:
- Ο κατηγορούμενος εξέδωσε την επιταγή υπ' αριθμό 69030771 (στο εξής καλείται 'η επίδικη επιταγή') χωρίς να έχει συμπληρώσει το όνομα του δικαιούχου.
- Η ημερομηνία στην επιταγή καθώς και το ποσό σ' αυτή τόσο ολογράφως όσο και αριθμητικώς συμπληρώθηκαν από τον κατηγορούμενο.
- Ο κατηγορούμενος υπέγραψε την επίδικη επιταγή.
- Ο κατηγορούμενος ανακάλεσε την πληρωμή της επίδικης επιταγής. Τα πιο πάνω παραδεχτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και αποτελούν αυτόματα μέρος των ευρημάτων του. Πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά που τηρούνται και κρίνω ότι δεν είναι αναγκαία η λεπτομερής παράθεση της στα πλαίσια σύνταξης της παρούσας απόφασης αφού κατά την ταπεινή γνώμη μου κάτι τέτοιο δεν θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Εδώ παρουσιάζεται μια συνοπτική αναφορά με περισσότερες λεπτομέρειες της προσαχθείσας μαρτυρίας να δίδονται εκεί που κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς αξιολόγησης της, εξαγωγής ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της. Εν πάσει περιπτώσει, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας έχει μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνεται υπόψη και αναλόγως αξιολογείται από το Δικαστήριο. ΜΚ1 ήταν ο παραπονούμενος, Χάρης Ανδρεάδης, ο οποίος, μεταξύ άλλων, κατάθεσε την επίδικη επιταγή ως Τεκμήριο 1, την οποίαν όπως είπε του την παρέδωσε ο ΜΚ3 (Γιαννάκης Χριστοδούλου) 2-3 μήνες πριν την ημερομηνία που αυτή ήταν πληρωτέα για χρέη που του όφειλε ο Χριστοδούλου. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, ο Χριστοδούλου του είπε πως η επίδικη επιταγή είναι του κατηγορουμένου, ο οποίος είναι φίλος του που προθυμοποιήθηκε να τον βοηθήσει. Ακολούθως, όταν η εν λόγω επιταγή κατέστη πληρωτέα ο παραπονούμενος την παρουσίασε για πληρωμή στην τράπεζα, πλην όμως αυτή δεν πληρώθηκε λόγω ανάκλησης της πληρωμής της. Όπως εξήγησε ο μάρτυρας, η επιταγή παραμένει χωρίς εξόφληση μέχρι σήμερα. Αντεξεταζόμενος ο παραπονούμενος, ανάμεσα σ' άλλα, επανέλαβε ότι ο κατηγορούμενος έδωσε στον Χριστοδούλου την επίδικη επιταγή για να του την παραδώσει στην προσπάθεια του να τον εξυπηρετήσει. ΜΚ2 ήταν ο Νεόφυτος Παμπόρης, ο οποίος εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 2 τις γραπτές οδηγίες που δόθηκαν στην τράπεζα από τον κατηγορούμενο για ανάκληση πληρωμής της επίδικης επιταγής. ΜΚ3 ήταν ο Γιαννάκης Χριστοδούλου, πρώην μηχανοδηγός, φίλος και συγχωριανός του κατηγορουμένου, οποίος στην κυρίως εξέταση του, μεταξύ άλλων, αναγνώρισε την επίδικη επιταγή ως αυτή που ο κατηγορούμενος του έδωσε για να την παραδώσει στον παραπονούμενο έτσι ώστε να εξοφλήσει το χρέος του. Ο μάρτυρας επίσης ανάφερε πως εξακολουθεί να οφείλει το ποσό της επίδικης επιταγής στον παραπονούμενο. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 δήλωσε, μεταξύ άλλων, πως πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι την επίδικη επιταγή που είχε μεταχρονολογημένη ημερομηνία θα την έδινε σε κάποιο άτομο που του χρωστούσε. Σύμφωνα με το μάρτυρα, ο παραπονούμενος επιθυμούσε να έχει στην κατοχή του μία επιταγή πληρωτέα σ' ένα μήνα για να είναι σίγουρος ότι θα πάρει τα χρήματα που ο ίδιος του χρωστούσε. Απορρίπτοντας την εκδοχή του κατηγορουμένου ότι ο ίδιος του είχε κλέψει την επίδικη επιταγή, ανάφερε πως το 2008 μίλησε με τον κατηγορούμενο 5-6 φορές σε σχέση με το Τεκμήριο 1 λέγοντας του ότι θα τη διευθετούσε. Όπως διευκρίνισε ο μάρτυρας, ο ίδιος δεν έκδωσε δική του επιταγή επειδή εκείνη την περίοδο είχε κλείσει ο λογαριασμός του και το όνομα του είχε καταχωρηθεί στο Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών (Κ.Α.Π.). Απέρριψε επίσης την θέση του κατηγορουμένου ότι ο ίδιος τον διαβεβαίωσε πριν η επίδικη επιταγή παρουσιαστεί για πληρωμή στην τράπεζα ότι την είχε καταστρέψει. Ο κατηγορούμενος (ΜΥ1) κατάθεσε ως πρώτος μάρτυρας υπεράσπισης. Στην κυρίως εξέταση του , μεταξύ άλλων, παραδέκτηκε ότι έκδωσε την επίδικη επιταγή αλλά για την αγορά ενός οχήματος από την εταιρεία SK Stylianou. Το τίμημα αγοράς του οχήματος ήταν €12.000,00 με τον ίδιο να δίνει στον αγοραστή €4.000,00 σε μετρητά και την επίδικη επιταγή με μεταχρονολογημένη ημερομηνία πληρωμής σ' ένα μήνα. Όπως εξήγησε ο κατηγορούμενος η συμφωνία αγοράς τελικά δεν υλοποιήθηκε με αποτέλεσμα να μην αγοράσει το όχημα. Ο κατηγορούμενος έλαβε πίσω την επίδικη επιταγή την οποία σκόπευε να δώσει στη σύζυγο του για να την ακυρώσει με το που επέστρεψε στην οικία του. Επειδή όμως η σύζυγος του εκείνη τη στιγμή θα μετέβαινε στην υπεραγορά την άφησε σε πάγκο της κουζίνας τους σπιτιού του. Στο μεταξύ στην οικία του αφίχθηκε ο ΜΚ3 με τον οποίον ο κατηγορούμενος ήταν φίλος και τον οποίον προσκάλεσε να πιούν καφέ. Όταν επέστρεψε η σύζυγος του κατηγορουμένου η επίδικη επιταγή είχε εξαφανιστεί. Επικοινωνώντας τηλεφωνικά ο κατηγορούμενος με τον ΜΚ3, ο τελευταίος παραδέκτηκε ότι έκλεψε το Τεκμήριο 1 και εφόσον επρόκειτο για μεταχρονολογημένη επιταγή ενός μηνός θα την έδειχνε κάπου που τον απειλούσαν και μετά θα την έσχιζε. Τρεις ημέρες πριν η επίδικη επιταγή καταστεί πληρωτέα, ο κατηγορούμενος επικοινώνησε εκ νέου με τον ΜΚ3 ο οποίος τον ενημέρωσε ότι έσκισε την επίδικη επιταγή. Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος μετέβηκε στην τράπεζα και έδωσε οδηγίες για ανάκληση της πληρωμής της με τη επικαλούμενος 'ασυμφωνία χαρακτήρων', λόγο τον οποίον εκ των υστέρων στο Δικαστήριο εξήγησε ότι εννοούσε 'ασυμφωνία πράξεων'. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, ο ΜΚ3 μέχρι σήμερα πλήρωσε ποσό €2.000,00 ως έναντι της επίδικης επιταγής ενώ παράλληλα καταβάλλει προσπάθειες για εξόφληση της. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως τις επιταγές τις ακυρώνει η σύζυγος του, η οποία προβαίνει στις ανάλογες μαθηματικές και λογιστικές πράξεις. Ο ίδιος έκρινε πως δεν υπήρχε λόγος να προβεί αμέσως σε ενέργειες ανάκλησης της επίδικης επιταγής επειδή είχε ένα μήνα περιθώριο. ΜΥ2 ήταν ο Κλείτος Στυλιανού, ο οποίος ασχολείται με μεταφορές εμπορευματοκιβωτίων. Η μαρτυρία του περιορίστηκε σε αναφορά για τη συμφωνία που έκαμε με τον κατηγορούμενο για πώληση οχήματος, η οποία όμως τελικά δεν ολοκληρώθηκε. Για το λόγο αυτό επέστρεψε στον κατηγορούμενο το ποσό των €4.000,00 που έλαβε σε μετρητά καθώς και μεταχρονολογημένη επιταγή ύψους €8.000,
- Όπως δήλωσε ο μάρτυρας, μετά από περίπου ένα χρόνο το ίδιο όχημα πωλήθηκε στον κατηγορούμενο για το ποσό των €10.000,
- Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι η αρχική συμφωνία πώλησης του οχήματος, αυτή που τελικά δεν υλοποιήθηκε, ήταν προφορική και έγινε στο κυλικείο του λιμανιού στη Λεμεσό. Επανέλαβε πως στα πλαίσια αυτής έλαβε σε μετρητά το ποσό των €4.000,00, €8.000,00 σε επιταγή και μετέφερε το υπό πώληση όχημα στα υποστατικά του κατηγορουμένου ενώ τα κλειδιά τα είχε ο ίδιος, ο οποίος θα τα έδινε στον κατηγορούμενο με τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας του οχήματος στον τελευταίο όταν θα εξαργυρωνόταν η εν λόγω επιταγή. Επανεξεταζόμενος ο εν λόγω μάρτυρας αναγνώρισε το Τεκμήριο 1 ως την επιταγή που του δόθηκε στα πλαίσια της προαναφερόμενης συμφωνίας χωρίς όμως να αναγράφεται όνομα δικαιούχου. Τελικές Αγορεύσεις: Στην τελική αγόρευση της η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεκτεί την μαρτυρία του παραπονούμενου και να απορρίψει την εκδοχή του κατηγορουμένου ως αναληθή και εκ των υστέρων κατασκεύασμα. Είναι ακόμη η θέση της κυρίας Ιωάννου πως ο ΜΥ2 ήλθε και κατάθεσε για να βοηθήσει την υπόθεση του κατηγορουμένου. Με παραπομπή σε κυπριακή νομολογία η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και κάλεσε το Δικαστήριο να καταδικάσει τον κατηγορούμενο στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Αντίθετα, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης δήλωσε στο Δικαστήριο πως η εκδοχή του παραπονούμενου δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή. Παράλληλα, δήλωσε πως η επίδικη επιταγή υπήρξε αντικείμενο κλοπής καλώντας έτσι το Δικαστήριο να αθωώσει και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από την υπόθεση αυτή. Τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανάφεραν στο Δικαστήριο έχουν καταγραφεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν κρίνω σκόπιμο και χρήσιμο να παραθέσω το περιεχόμενο τους κατά τρόπο αναλυτικό, εκτός μόνο όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς εξαγωγής συμπερασμάτων. Οι νομικές θέσεις καθώς και η νομική επιχειρηματολογία τους αλλά και η νομική βάση επί της οποίας εδράζονται, όπως αυτά εκτέθηκαν από τους συνηγόρους, έχουν εξεταστεί με τη δέουσα προσοχή και σοβαρότητα, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και αναλόγως αξιολογούνται από το Δικαστήριο. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων.[1] Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της.[2] Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο.[3] Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών.[4] Με βάση τις προαναφερόμενες αρχές το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Ο παραπονούμενος (ΜΚ1) έκαμε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν απλός, κατατοπιστικός και ουσιαστικός στην κατάθεση του. Απαντούσε στις ερωτήσεις με αμεσότητα, ευθύτητα και σαφήνεια χωρίς προσχεδιασμό και οποιαδήποτε τάση υπερβολής. Χωρίς να υποπέσει σε οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις που θα κλόνιζαν την αξιοπιστία του ως μάρτυρα, περίγραψε με ειλικρίνεια τα γεγονότα όπως αυτά διαδραματίστηκαν. Η δε μαρτυρία του υποστηρίζεται από έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια με αποτέλεσμα η μαρτυρία του να είναι πειστική απέναντι στο Δικαστήριο. Ο εν λόγω μάρτυρας πρόβαλε μία εκδοχή, η οποία ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη. Συγκεκριμένα, το ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε από τον κατηγορούμενο ο οποίος συμπλήρωσε την ημερομηνία πληρωμής της καθώς και το ποσό τόσο ολογράφως όσο και αριθμητικώς αποτελεί παραδεκτό γεγονός. Το ότι η επίδικη επιταγή υπογράφηκε από τον κατηγορούμενο αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός. Το ότι παρέλαβε την επίδικη επιταγή του κατηγορουμένου από τον ΜΚ3 επειδή ο τελευταίος του όφειλε ποσό χρημάτων όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε αλλά επαληθεύτηκε μέσα από τις μαρτυρίες τόσο του ΜΚ3 όσο και του ιδίου του κατηγορουμένου. Το ότι η επίδικη επιταγή παρουσιάστηκε στην τράπεζα για πληρωμή υποστηρίζεται από την τραπεζική σφραγίδα που υπάρχει στο Τεκμήριο 1 που φέρει ημερομηνία κατάθεσης 20.10.
- Το ότι η πληρωμή της επίδικης επιταγής ανακλήθηκε από τον κατηγορούμενο αποτελεί παραδεκτό γεγονός. Περαιτέρω, το γεγονός της ανάκλησης πληρωμής αποδεικνύεται τόσο από την δεύτερη τραπεζική σφραγίδα ημερομηνίας 22.10.08 που υπάρχει στο Τεκμήριο 1 μαζί με την υπογραφή του αρμόδιου τραπεζικού υπαλλήλου, η οποία σφραγίδα φέρει την ένδειξη: "Η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής - Stop Payment" όσο και από το Τεκμήριο 2 το οποίο περιέχει γραπτώς τις εντολές του κατηγορουμένου προς την Τράπεζα Κύπρου καθώς και την υπογραφή του στο σχετικό έντυπο ημερομηνίας 21.05.08 για ανάκληση πληρωμής της επίδικης επιταγής υπ' αριθμό 69030771 που προέρχεται από το λογαριασμό 0330-11-041111 ο οποίος ανήκει στον κατηγορούμενο επικαλούμενος ως λόγο ανάκλησης πληρωμής 'αθέτηση συμφωνίας'. Αποδέχομαι ακόμη τη θέση του παραπονουμένου ότι η επίδικη επιταγή δόθηκε στον ΜΚ3 από τον κατηγορούμενο για τον βοηθήσει επειδή ήταν φίλοι. Πιστευτή επίσης γίνεται και η θέση του παραπονουμένου ότι μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον κατηγορούμενο ο τελευταίος του ανάφερε ότι ο ΜΚ3 τον ξεγέλασε αφού δεν του έδωσε χρήματα σε μετρητά που αφορούσαν το ποσό της επίδικης επιταγής όπως του υποσχέθηκε. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραγνωρίσει το γεγονός ότι ουδεμία υποβολή περί του αντιθέτου τέθηκε στον παραπονούμενο κατά την αντεξέταση του έτσι ώστε να τοποθετηθεί επ' αυτού. Η πιο πάνω μαρτυρία είναι εξ' ακοής αλλά είναι γνωστός ο γενικός κανόνας που ισχύει σύμφωνα με τον τροποποιητικό νόμο 32(Ι)/2004 του Κεφ.9 με τον οποίο εξ' ακοής μαρτυρία είναι αποδεκτή σε διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου[5], περιλαμβανομένης και ποινικής διαδικασίας. Ωστόσο κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε τέτοιου είδους μαρτυρία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύκολα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας[6] αλλά και σε συγκεκριμένες παραμέτρους, οι οποίες περιγράφονται μέσα από το άρθρο 27
(2)του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Η αξιολόγηση εξ' ακοής μαρτυρίας δυνάμει του άρθρου 27 του Κεφ.9 αποτέλεσε παράλληλα αντικείμενο εξέτασης σε διάφορες πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου.[7] Στην προκειμένη περίπτωση η εξ' ακοής μαρτυρία είναι πρώτου βαθμού και γίνεται πιστευτή λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλουν την υπόθεση αυτή αλλά και υπό το φως αξιολόγησης όλου του μαρτυρικού υλικού περιλαμβανομένης της μαρτυρίας και των δύο εμπλεκομένων ατόμων, ήτοι του ΜΚ3 και του κατηγορουμένου καθώς και των κατατιθέμενων τεκμηρίων, ιδιαίτερα το Τεκμήριο 2 το οποίο περιέχει ως λόγο ανάκλησης πληρωμής της επίδικης επιταγής (Τεκμήριο 1) την 'Αθέτηση Συμφωνίας'. Συνεπώς, στη βάση των πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του παραπονουμένου και συνεπώς την αποδέχεται ως αληθή. Αποδέχομαι επίσης το Τεκμήριο 1 που αποτελεί μέρος της μαρτυρίας του, το περιεχόμενο του οποίου παρέμεινε αναντίλεκτο. Η μαρτυρία του ΜΚ2 ήταν τυπικού χαρακτήρα και απλώς περιστράφηκε γύρω από το Τεκμήριο 2, το περιεχόμενο του οποίου δεν αμφισβητήθηκε από οποιονδήποτε. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη και αληθή αφού παρέμεινε αναντίλεκτη. Αποδέχομαι ακόμη το Τεκμήριο 2 που αποτελεί μέρος της μαρτυρίας του. Ο ΜΚ3 ήλθε και είπε την αλήθεια σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Ήταν απλός και ευθύς στην απάντηση των ερωτήσεων που του υποβλήθηκαν. Χωρίς να επιδείξει τάση υπερβολής ανάφερε τα γεγονότα όπως ο ίδιος τα βίωσε μη διστάζοντας να αποκαλύψει στο Δικαστήριο το ρόλο που ο ίδιος διαδραμάτισε στην υπόθεση αυτή. Κάποιες αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε, όπως το ότι είπε πως πρώτα συνέβηκε το γεγονός της πώλησης του φορτηγού του στον κατηγορούμενο και μετά η έκδοση της επίδικης επιταγής ενώ όπως αποδεικνύεται ισχύει το αντίστροφο, ήταν επουσιώδεις και δεν σχετίζονταν με την ουσία της υπόθεσης. Αυτό οφείλεται σε σύγχυση ημερομηνιών, στοιχείο το οποίο αποδεικνύει την έλλειψη προσχεδιασμένων απαντήσεων. Κατά συνέπεια, αποδέχομαι τη μαρτυρία του με εξαίρεση την προαναφερόμενη διαφορά. Ο κατηγορούμενος (ΜΥ1) δεν ήταν ειλικρινής μάρτυρας. Κατασκεύασε και προώθησε μία εκδοχή με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο προκειμένου να ξεφύγει από τις συνέπειες των πράξεων του που σχετίζονται με το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται. Επιρρίπτοντας σε όλους ευθύνες επιχειρεί να εμφανίσει τον εαυτό του ως το θύμα της υπόθεσης. Η εκδοχή που παρουσίασε στο Δικαστήριο δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική και παράλληλα στερείται πειστικότητας. Η υπεράσπιση που πρόβαλε παρέμεινε μετέωρη και ατεκμηρίωτη. Περαιτέρω, κατά τη διάρκεια της κατάθεσης του υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις οι οποίες έπληξαν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία του ως μάρτυρα. Ο κατηγορούμενος πρόβαλε τη θέση ότι έκδωσε την επιταγή για την αγορά ενός οχήματος από την εταιρεία SK Stylianou. Προς τούτο είπε ότι έδωσε €4.000,00 σε μετρητά και €8.000,00 με μεταχρονολογημένη επιταγή αλλά την ημέρα που το έπραξε πρόσεξε ότι τα ελαστικά του υπό πώληση οχήματος ήταν φθαρμένα και ζήτησε να αντικατασταθούν με καινούργια. Επειδή το αίτημα του αυτό συνάντησε την άρνηση του αγοραστή η συμφωνία δεν υλοποιήθηκε. Η υπερασπιστική όμως γραμμή στο θέμα αυτό δεν ήταν σταθερή. Η μαρτυρία του ΜΥ2 επί του θέματος αυτού συγκρούεται με αυτή του κατηγορουμένου. Ο ΜΥ2 εμφανίστηκε ως ο ιδιοκτήτης του οχήματος κατά τον ουσιώδη χρόνο ο οποίος μετέφερε το υπό πώληση όχημα σε υποστατικό της οικίας του κατηγορουμένου με τα κλειδιά όμως του οχήματος να παραμένουν στην κατοχή του ΜΥ
- Όπως προκύπτει μέσα από τη μαρτυρία του ΜΥ2, η οποία είναι μέρος της υπεράσπισης, ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε την ανάγκη αλλαγής των ελαστικών όταν το εν λόγω όχημα βρισκόταν σταθμευμένο στο υποστατικό του, ενώ σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία πρόσεξε τα ελαστικά αμέσως μετά που κατέληξαν σε συμφωνία αγοράς και αυτό βρισκόταν σε χώρο του αγοραστή, χωρίς έτσι να προβεί σε οποιαδήποτε δήλωση περί μεταφοράς του υπό πώληση οχήματος στην οικία του και παραμονή των κλειδιών στην κατοχή του ΜΥ2 σύμφωνα με τους όρους που περίγραψε ο εν λόγω μάρτυρας (ΜΥ2). Ο κατηγορούμενος πρόβαλε ακόμη τη θέση ότι επέστρεψε στην οικία του και άφησε την υπογεγραμμένη αλλά ασυμπλήρωτη ως προς το όνομα του δικαιούχου επιταγή σε πάγκο της κουζίνας. Είναι όμως άξιο απορίας γιατί δεν ακύρωσε την εν λόγω επιταγή όπως θα ήταν αναμενόμενο αλλά προτίμησε να την αφήσει εκτεθειμένη σε χώρο του σπιτιού του τη στιγμή που παρόν εκείνη τη στιγμή ήταν ο ΜΚ3 το οποίον θεωρούσε αναξιόπιστο άτομο και πρόσωπο που δεν έχρηζε εμπιστοσύνης. Η εξήγηση που έδωσε στο Δικαστήριο κάθε άλλο παρά λογική φαίνεται. Το ότι η σύζυγος του αναλαμβάνει τις χρεώσεις και πιστώσεις δεν σημαίνει ότι αυτό ήταν εμπόδιο για τον ίδιο να την ακυρώσει αλλά ούτε και κώλυμα για τη σύζυγο του που διεκπεραίωνε τους σχετικούς ελέγχους, ως ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός του αυτός δεν γίνεται αποδεκτός. Ούτε προτίμησε να τη σκίσει όπως εξίσου φυσιολογικό θα ήταν σε μία τέτοια περίπτωση. Η δε δικαιολογία που έδωσε γι' αυτή τη στάση επίσης δεν έχει έρεισμα στη λογική. Ανάμενε από τον ιδιοκτήτη του οχήματος να αναθεωρούσε την απόφαση του και να αντικαθιστούσε τα ελαστικά του οχήματος με καινούργια, χωρίς ωστόσο να δηλώσει από που αντλούσε τέτοια προσδοκία και αισιοδοξία τη στιγμή που ο όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε η συμφωνία κατάρρευσε και προς τούτο του επιστράφηκαν τα €4.000,00 σε μετρητά και η επίδικη επιταγή των €8.000,
- Συνεπώς, ούτε αυτός ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται πως διαπίστωσε ότι η επίδικη επιταγή κλάπηκε από τον ΜΚ3 την ημέρα της έκδοσης της. Ένας λογικά σκεπτόμενος άνθρωπος μόλις ανακάλυπτε κάτι τέτοιο θα προέβαινε αμέσως σε ενέργειες μέσω της τράπεζας του με σκοπό την ανάκληση της πληρωμής της και όχι τρεις ημέρες πριν από την ημερομηνία που αυτή καθίστατο πληρωτέα. Η δικαιολογία που πρόβαλε για την αργοπορία του αυτή, ήτοι ότι δεν υπήρχε λόγος επειδή η επίδικη επιταγή ήταν ενός μηνός μεταχρονολογημένη και έτσι είχε περιθώριο αλλά και σκοπό να το πράξει εάν ο ΜΚ3 δεν του την επέστρεφε, δεν είναι καθόλου πειστική. Πως ο κατηγορούμενος ανάμενε από τον ΜΚ3 να του επιστρέψει την επίδικη επιταγή τη στιγμή που προγενέστερα ανάφερε ότι ο εν λόγω μάρτυρας του είχε πει ότι θα την έσχιζε. Πως ο κατηγορούμενος ανάμενε από τον ΜΚ3 να του την επιστρέψει τη στιγμή που ο ίδιος θεωρούσε τον εν λόγω μάρτυρα αναξιόπιστο και γενικά ανάξιο εμπιστοσύνης. Εύλογα ερωτήματα τα οποία ο κατηγορούμενος παρέλειψε να απαντήσει με μαρτυρία στο Δικαστήριο ως όφειλε να πράξει αφού αποτελούσαν μέρος της υπεράσπισης του. Η δε απάντηση που έδωσε στο ερώτημα τι τον ώθησε τελικά να ανακαλέσει την πληρωμή της επίδικης επιταγής έρχεται σε σύγκρουση με αυτό που δήλωσε αμέσως πιο πάνω. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος δήλωσε πως παρόλο που ο ΜΚ3 του είπε ότι είχε σκίσει την επίδικη επιταγή εντούτοις προχώρησε με την ανάκληση της πληρωμής της επειδή γνωρίζει ότι ο ΜΚ3 είναι αναξιόπιστο άτομο το οποίο δεν εμπιστεύεται. Ο ισχυρισμός του αυτός αναιρεί την πιο πάνω θέση του αποκαλύπτοντας έτσι άλλη μία ουσιώδη αντίφαση στη μαρτυρία του. Κατά συνέπεια, οι θέσεις αυτές του κατηγορουμένου δεν είναι πιστευτές και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Μία άλλη ουσιώδης αντίφαση του κατηγορουμένου που εντοπίζεται είναι η δήλωση του ότι δεν γνώριζε ότι η επίδικη επιταγή δόθηκε στον παραπονούμενο και ήταν με την εντύπωση ότι καταστράφηκε, η οποία δήλωση αναιρεί την προηγούμενη θέση του ότι προέβηκε σε ανάκληση πληρωμής της επίδικης επιταγής επειδή γνωρίζοντας ότι ο ΜΚ3 είναι αναξιόπιστο άτομο και ανάξιο εμπιστοσύνης δεν πίστεψε ότι όντως έσκισε το Τεκμήριο 1, όπως του είχε πει. Επιπλέον, σε μία τέτοια περίπτωση ένας λογικά σκεπτόμενος άνθρωπος θα κατέφευγε στην αστυνομία ως μέρος των διαβημάτων που θα λάμβανε στα πλαίσια μιας φυσιολογικής και αναμενόμενης αντίδρασης του. Στην παρούσα όμως υπόθεση ο κατηγορούμενος δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε σχετική καταγγελία στην αστυνομία εναντίον του ΜΚ3 ούτε μόλις ανακάλυψε πως ο ΜΚ3 του έκλεψε την επίδικη επιταγή από την οικία του αλλά ούτε και σε οποιοδήποτε εκ των υστέρων στάδιο χωρίς να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση γι' αυτό. Η μη υποβολή οποιουδήποτε παραπόνου ή καταγγελίας στην αστυνομία προς το πρόσωπο του ΜΚ3 αναφορικά με την επίδικη επιταγή φανερώνει πλήρως την αναλήθεια του εν λόγω ισχυρισμού του περί κλοπής του Τεκμηρίου 1 από τον ΜΚ3 και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Κατά λογική προέκταση απορρίπτεται και η θέση του κατηγορουμένου ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε από τον ίδιο στα πλαίσια αγοράς οχήματος που τελικά δεν πραγματοποιήθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο του αδικήματος. Περαιτέρω, εγείρει σοβαρά ερωτηματικά η ενέργεια του κατηγορουμένου να μην καταγράψει στο έντυπο των γραπτών οδηγιών που έδωσε στην Τράπεζα Κύπρου για ανάκληση πληρωμής της επίδικης επιταγής (Τεκμήριο 2) το λόγο που ισχυρίζεται ότι υπήρχε για να μην πληρωθεί η εν λόγω επιταγή. Είναι πραγματικά άξιο απορίας εφόσον ο κατηγορούμενος προέβαινε σε ανάκληση της επίδικης επιταγής λόγω κλοπής της από τον ΜΚ3, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, γιατί να επικαλεστεί ως λόγο 'αθέτηση συμφωνίας', παρόλο που στην κυρίως εξέταση του αναφέρθηκε σε 'ασυμφωνία χαρακτήρων' υπό την έννοια 'ασυμφωνία πράξεων' εννοώντας τελικά το ότι δεν υλοποιήθηκε η συμφωνία αγοράς του οχήματος. Ο κατηγορούμενος ουδεμία εξήγηση έδωσε ως προς το ψέμα που κατέγραψε στο Τεκμήριο 2, το οποίο και υπέγραψε, αν για σκοπούς συζήτησης γίνει αποδεκτή η θέση του. Η πράξη του αυτή αφαιρεί και το τελευταίο ίχνος αξιοπιστίας που τυχόν απέμεινε στην εκδοχή του ενώ παράλληλα ενισχύει τη θέση του παραπονουμένου ότι ο κατηγορούμενος με τη θέληση του έδωσε την επίδικη επιταγή στο ΜΚ3 για να τη δώσει στον παραπονούμενο που του χρωστούσε χρήματα και έτσι να τον διευκολύνει οικονομικά συμφωνώντας ταυτόχρονα με τον ΜΚ3 να του δώσει τα χρήματα σε μετρητά λίγο πριν από την ημερομηνία που αυτή καθίστατο πληρωτέα. Επιπροσθέτως, ενισχύει τη θέση του παραπονουμένου πως η ανάκληση της πληρωμής της επιταγής έγινε επειδή ο ΜΚ3 αθέτησε την υπόσχεση που έδωσε στον κατηγορούμενο να του δώσει σε μετρητά το ποσό που σημειωνόταν στην επίδικη επιταγή λίγο πριν που αυτή καθίστατο πληρωτέα, θέση η οποία έγινε πιστευτή από το Δικαστήριο. Επομένως, η καταγραφή στο Τεκμήριο 2 ως λόγο ανάκλησης πληρωμής της επίδικης επιταγής της 'αθέτησης συμφωνίας' αποδεικνύει ότι η δικαιολογία της κλοπής που επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος ως εύλογη αιτία είναι εκ των υστέρων κατασκεύασμα του. Το ότι είναι εκ των υστέρων σκέψη του αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι ουδέποτε τέθηκε αυτή η θέση του στον παραπονούμενο όταν αυτός αντεξεταζόταν έτσι ώστε να μπορέσει να τοποθετηθεί επ' αυτού. Εκ των υστέρων εφεύρημα αποτελεί και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ο σκοπός που εκδόθηκε η επιταγή ήταν για την αγορά ενός οχήματος, ισχυρισμός ο οποίος επίσης δεν τέθηκε στον παραπονούμενο όταν αυτός αντεξεταζόταν έτσι ώστε να μπορέσει να τοποθετηθεί επ' αυτού αλλά παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο κατά την κυρίως εξέταση του κατηγορουμένου. Στη βάση των πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν θεωρεί αξιόπιστη τη μαρτυρία του κατηγορουμένου έτσι ώστε να βασιστεί σ' αυτή και να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την εκδοχή του κατηγορουμένου ως εκφράζουσα την αληθινή όψη των γεγονότων. Ο ΜΥ2 επίσης δεν έκαμε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήλθε με μοναδικό σκοπό να βοηθήσει την εκδοχή του κατηγορουμένου και προκειμένου να επιτύχει το σκοπό του κατασκεύασε ένα σενάριο το οποίο στερείται λογικής και πειστικότητας. Συγκεκριμένα, ο εν λόγω μάρτυρας ενώ ανάφερε πως με το που συμφώνησε με τον κατηγορούμενο για την αγορά του οχήματος μετέφερε το αυτοκίνητο σε υποστατικό της οικίας του κατηγορουμένου με τα κλειδιά όμως να παραμένουν στην κατοχή του μέχρι να πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση της ιδιοκτησίας, ο κατηγορούμενος στη δική του μαρτυρία όχι μόνο δεν δηλώνει κάτι τέτοιο αλλά αντίθετα μέσα από τη μαρτυρία του αποδεικνύεται πως το όχημα ουδέποτε μετακινήθηκε στο σπίτι του, αφήνοντας έτσι εκτεθειμένο τον ΜΥ
- Περαιτέρω, ήταν η θέση του μάρτυρα αυτού πως η συμφωνία πώλησης της οποίας το τίμημα ήταν €12.000,00 κατάρρευσε επειδή ο κατηγορούμενος επιθυμούσε την αντικατάσταση όλων των ελαστικών του οχήματος τα οποία ο ίδιος εκτίμησε σε €1.200,00 πράγμα που όπως είπε δεν τον σύμφερε. Παρόλα αυτά τον επόμενο χρόνο πώλησε το ίδιο όχημα στον κατηγορούμενο για €10.000,00 χωρίς να έχει οποιοδήποτε παράπονο. Ήταν τότε προς το συμφέρον του ΜΥ2 και πραγματοποιήθηκε η πράξη αγοράς ή απλώς το σενάριο περί συμφωνίας αγοράς οχήματος για €12.000,00 η οποία περιλάμβανε μετρητά και την επιταγή ήταν φανταστικό; Ομολογώ πως το σενάριο αυτό δεν έχει έρεισμα στη λογική και δεν έχω πειστεί για την αλήθεια του. Ενόψει των πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία του ΜΥ2 δεν είναι αξιόπιστη για να βασιστεί πάνω σ' αυτή και να εξαγάγει ασφαλή ευρήματα και ως εκ τούτου δεν την αποδέχεται ως αληθή. Ευρήματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης αυτής, τα παραδεκτά γεγονότα καθώς και τα γεγονότα που τελικά δεν αμφισβητήθηκαν, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: Ο ΜΚ3, Γιαννάκης Χριστοδούλου άλλως Χριστόδουλος Καμηλάρης, όφειλε το ποσό των €8.000,00 στον παραπονούμενο, Χάρη Ανδρεάδη, χρέος το οποίο δημιουργήθηκε από ποδοσφαιρικά στοιχήματα. Επειδή ο ΜΚ3 δεν μπορούσε να εκδώσει δική του επιταγή καθότι ο λογαριασμός του είχε κλείσει και το όνομα του είχε καταχωρηθεί στο Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών, ο κατηγορούμενος, Νίκος Βλασίου, ο οποίος είναι φίλος με τον ΜΚ3, προθυμοποιήθηκε να τον διευκολύνει οικονομικά εκδίδοντας και υπογράφοντας την επιταγή υπ' αριθμό 69030771 της Τράπεζας Κύπρου (Τεκμήριο 1), η οποία προέρχεται από το λογαριασμό 0330-11-041111 που ανήκει στον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος συμπλήρωσε τόσο ολογράφως όσο και αριθμητικώς το ποσό στην επιταγή καθώς επίσης σημείωσε ως ημερομηνία που αυτή θα καθίστατο πληρωτέα τις 25.05.08, η οποία ήταν μεταχρονολογημένη. Άφησε όμως κενό το χώρο που αφορούσε το όνομα του δικαιούχου. Το ποσό της επίδικης επιταγής ισοδυναμούσε με το οφειλόμενο ποσό, ήτοι ανερχόταν στο ποσό των €8.000,
- Ακολούθως, ο κατηγορούμενος έδωσε την επιταγή στον ΜΚ3 υπό τη μορφή δανείου, ο οποίος με τη σειρά του την έδωσε στον παραπονούμενο για να εξοφλήσει το χρέος του. Ο παραπονούμενος συμπλήρωσε το χώρο του δικαιούχου στην επιταγή σημειώνοντας το όνομα του. Παράλληλα, ο ΜΚ3 υποσχέθηκε στον κατηγορούμενο ότι μέχρι την ημερομηνία που η επίδικη επιταγή καθίστατο πληρωτέα θα του αποπλήρωνε το ποσό που του δάνεισε με την εν λόγω επιταγή. Επειδή ο ΜΚ3 δεν τήρησε την υπόσχεση του, στις 21.05.08 ο κατηγορούμενος έδωσε γραπτές εντολές με τις οποίες ανακάλεσε την πληρωμή της επίδικης επιταγής σημειώνοντας στο σχετικό έντυπο ως λόγο ανάκλησης της πληρωμής 'Αθέτηση Συμφωνίας' (Τεκμήριο 2). Το έντυπο φέρει την υπογραφή του κατηγορουμένου. Στις 20.10.08 η επίδικη επιταγή κατατίθεται στην Alpha Bank ενώ στις 22.10.10 παρουσιάζεται για πληρωμή στην Τράπεζα Κύπρου, αρμόδιος υπάλληλος της οποίας τοποθετεί τραπεζική σφραγίδα μαζί με την υπογραφή του η οποία αναφέρει ότι 'Η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής - Stop Payment'. Συνεπεία της ανάκλησης της πληρωμής της επίδικης επιταγής από τον κατηγορούμενο, η εν λόγω επιταγή παρέμεινε και παραμένει μέχρι σήμερα χωρίς εξόφληση. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλέπε Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλέπε Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Όπως έχει προαναφερθεί ο κατηγορούμενος κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος της ανάκλησης πληρωμής επιταγής χωρίς εύλογη αιτία. Το εν λόγω αδίκημα διέπεται από το άρθρο 305Α
(2)του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, το οποίο προνοεί τα εξής: "Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της." Επίσης το εδάφιο 3 του ιδίου άρθρου υποδεικνύει τ' ακόλουθα: "Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και μη σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος, με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωση του, δεν συνιστά ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά παραβίαση, εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του." Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(2), όπως αυτό έχει ερμηνευθεί στην Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Η έκδοση επιταγής (β) Η πρόκληση μη εξόφληση της από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του (γ) Η πράξη του εκδότη να γίνει καθ' οιονδήποτε χρόνο πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. Το πρώτο συστατικό στοιχείο του πιο πάνω αδικήματος είναι η έκδοση επιταγής. Το ότι το Τεκμήριο 1 είναι επιταγή εντός της έννοιας του νόμου δεν έχει αμφισβητηθεί. Εξάλλου, το έγγραφο αυτό συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά και ουσιώδη γνωρίσματα που θα πρέπει να διαθέτει ένα έγγραφο για να θεωρείται επιταγή σύμφωνα με το άρθρο 74Γ
(6)του Κεφ.262 καθότι υπάρχει σ' αυτό ο αύξων αριθμός επιταγής, το όνομα του πιστωτικού οργανισμού που διαθέτει το λογαριασμό στον οποίον θα χρεωνόταν και επί του οποίου σύρεται η επιταγή, ο αριθμός λογαριασμός του κατηγορουμένου καθώς και το ποσό της επιταγής το οποίο έχει αναγραφεί από τον κατηγορούμενο. Είναι άνευ σημασίας ότι η επιταγή συμπληρώθηκε με μεταχρονολογημένη ημερομηνία. Ο ορισμός πλέον της επιταγής ο οποίος εισήχθη στον Ποινικό Κώδικα με το Ν.164(Ι)/03καλύπτει σε όλες τώρα τις περιπτώσεις και τις μεταχρονολογημένες επιταγές. Η θέση αυτή υποστηρίζεται από τον ορισμό της 'επιταγής' που παρέχεται μέσα από το άρθρο 4 του Κεφ.154 αλλά και από νομολογία η οποία ξεκαθάρισε το θέμα αυτό. Σχετική επ' αυτού είναι η υπόθεση Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Α.Δ. 29. Είναι κοινή παραδεκτή θέση ότι ο κατηγορούμενος συμπλήρωσε την ημερομηνία στην επιταγή καθώς και το ποσό σ' αυτή τόσο ολογράφως όσο και αριθμητικώς αλλά άφησε κενό το χώρο που αφορά το όνομα του δικαιούχου. Μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία αποδείχτηκε πως ο παραπονούμενος σημείωσε το όνομα του στη θέση του δικαιούχου όταν ο ΜΚ3 του παρέδωσε την επίδικη επιταγή. Σε σχέση με το θέμα αυτό παραπέμπω στον ορισμό 'επιταγή' που παρέχεται στο ερμηνευτικό πλαίσιο του Κεφ.154 (άρθρο 4) που αποτελεί την κατ' εξοχήν νομοθεσία η οποία ρυθμίζει και προδιαγράφει τα όρια διάπραξης του αδικήματος με βάση το άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα από ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο: " «Επιταγή» σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσης της ή/και παράδοσης της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή." Με βάση την πιο πάνω ερμηνεία προκύπτει πως η συμπλήρωση της επιταγής αποτελεί εντολή του εκδότη της προς τράπεζα για πληρωμή συγκεκριμένου ποσού σε ορισμένο πρόσωπο, είτε φυσικό είτε νομικό. Ωστόσο το προαναφερόμενο λεκτικό δεν απαιτεί τη συμπλήρωση της επιταγής αποκλειστικά και μόνο από το χέρι του εκδότη. Είναι αρκετό η συμπλήρωση της επιταγής να πραγματοποιηθεί από άλλο πρόσωπο αλλά με τη συγκατάθεση ή εξουσιοδότηση του εκδότη της. Η επιταγή είναι μορφή συναλλαγματικής πληρωτέα εν όψει όταν αυτή είναι συμπληρωμένη κατά την παρουσίαση της στην τράπεζα.[8] Η θέση αυτή υποστηρίζεται από την υπόθεση Τομάζου v. Σαββίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 181/2007, ημερομηνίας 21.12.2010 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο αποδέχθηκε τη συμπλήρωση επιταγής από την παραπονούμενη ως προς την ημερομηνία και το ποσό. Στην προκειμένη περίπτωση προκύπτει μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η επίδικη επιταγή προοριζόταν για τρίτο άτομο προς το οποίο ο ΜΚ3 όφειλε χρήματα. Γνώριζε ακόμη ποιο ποσό έφερε και ποια ημερομηνία είχε. Είναι ακόμη εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος προθυμοποιήθηκε να βοηθήσει και να διευκολύνει οικονομικά τον ΜΚ3 σε σχέση με το χρέος του προς τον παραπονούμενο. Επίσης είναι κοινά παραδεκτό γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έκδωσε και υπέγραψε την επίδικη επιταγή, την οποίαν και παρέδωσε στον ΜΚ3. Στοιχεία όπως η μη μετατροπή της επίδικης επιταγής σε μη μεταβιβάσιμο έγγραφο, το να μη συμπληρώσει ο ίδιος όλα τα στοιχεία της επίδικης επιταγής αλλά και η μη καταγγελία στην αστυνομία για κλοπή της είναι παράγοντες που συνηγορούν στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος έδωσε εν λευκώ εξουσιοδότηση στον ΜΚ3 και αυτός με τη σειρά του στον παραπονούμενο να σημειώσει το όνομα του ως δικαιούχου στην επίδικη επιταγή στα πλαίσια εξόφλησης του χρέους. Δεν είναι απαραίτητο τέτοια εξουσιοδότηση να δίδεται γραπτώς. Τέτοια εξουσιοδότηση δύναται να προκύψει μέσα από λέξεις, στάση και συμπεριφορά. Το Δικαστήριο συνεπώς κρίνει ότι η συμπλήρωση της επίδικης επιταγής δεν αντίκειται στις πρόνοιες του Κεφ.154. Το θέμα της συμπλήρωσης δεν εμποδίζει από το να θεωρείται η επίδικη επιταγή εκδομένη εντός της έννοιας του νόμου. Ούτε και την καθιστά άκυρη καθ' οιονδήποτε τρόπο. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, το Δικαστήριο κρίνει και αποδέχεται ότι ο κατηγορούμενος έκδωσε μία καθ' όλα έγκυρη επιταγή, η οποία δόθηκε στον παραπονούμενο μέσω του ΜΚ3. Επομένως, το πρώτο συστατικό στοιχείο του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ.154 πληρείται. Όσον αφορά το δεύτερο συστατικό στοιχείο, ήτοι αυτό της πρόκλησης μη εξόφλησης της από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του, αρκεί να αναφέρω ότι είναι παραδεκτό γεγονός ότι ο κατηγορούμενος προχώρησε και έδωσε γραπτές οδηγίες στην Τράπεζα Κύπρου για ανάκληση πληρωμής της επίδικης επιταγής υπογράφοντας σχετικό έντυπο (Τεκμήριο 2). Εξάλλου αυτό αποδεικνύεται και από σχετική τραπεζική σφραγίδα η οποία υπάρχει στο Τεκμήριο 1 και αποκαλύπτει την ανάκληση πληρωμής της επίδικης επιταγής από τον κατηγορούμενο ως εκδότη της φέροντας ταυτόχρονα και την υπογραφή του αρμοδίου τραπεζικού υπαλλήλου. Η δε σφραγίδα αυτή σύμφωνα με το εδάφιο 3 του άρθρου 305Α του Κεφ.154 αποτελεί μαχητό τεκμήριο ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της. Συνεπώς, τεκμηριώνεται και αυτό το συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Σε σχέση με το τρίτο συστατικό στοιχείο παρέμεινε αναντίλεκτο το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος προχώρησε σε ανάκληση της επίδικης επιταγής στις 21.05.08 με την εν λόγω επιταγή να φέρει ημερομηνία πληρωμής τις 25.05.08. Κατά συνέπεια, στοιχειοθετείται και το τελευταίο συστατικό στοιχείο του αδικήματος αυτού. Η υπόθεση όμως δεν τελειώνει εδώ. Από τη στιγμή που στην προκειμένη περίπτωση όλα τα συστατικά στοιχεία του υπό εκδίκαση αδικήματος πληρούνται τότε το βάρος ύπαρξης της υπεράσπισης της 'εύλογης αιτίας', όπως αυτή παρέχεται μέσα από το άρθρο 305Α
(2), πέφτει στους ώμους του κατηγορουμένου, ο οποίος καλείται να την αποδείξει με την προσκόμιση μαρτυρίας στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.[9] Το τι συνιστά 'εύλογη αιτία' στα πλαίσια της υπεράσπισης που καθιερώνει το άρθρο 305Α
(2)του Κεφ.154 έχει ερμηνευθεί στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Χρήστου Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση αυτή έγινε αναφορά στην Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374 όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης και αναφέρθηκε ότι η ίδια φράση έχει στην αγγλική νομολογία συσχετισθεί και με την έννοια δίκαιη αιτία ενώ σχετικά έγινε αναφορά και στη φράση bona fide (καλή τη πίστη) που στην αγγλική ορολογία θεωρήθηκε ταυτόσημη με τη λέξη "honesty" (ειλικρίνεια). Με βάση την πιο πάνω ερμηνεία το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστή αναφορικά με την υπεράσπιση του εδαφίου
(2), ότι δηλαδή πρέπει ο κατηγορούμενος να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και επιπρόσθετα ότι η πεποίθησή του αυτή ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις (κάτι που εξετάζεται αντικειμενικά), έγινε μέσα στο πνεύμα των παραπάνω αποφάσεων. Με βάση αυτά το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η ενέργεια του εφεσίβλητου ήταν ειλικρινής και υπαγορεύθηκε από εύλογη αιτία. Τέλος στην ίδια υπόθεση κρίθηκε ότι η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο
(2), χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχαν περιθώρια επίκλησης της υπεράσπισης που παρέχει το εδάφιο 2 και θα καθιερωνόταν έτσι η αντίθετη θεωρία, του μη ανακλητού της επιταγής. Στην παρούσα υπόθεση είναι θέση της υπεράσπισης ότι υπήρχε εύλογη αιτία για την ενέργεια του κατηγορουμένου να ανακαλέσει την πληρωμή της επίδικης επιταγής προβάλλοντας ως λόγο ανάκλησης την κλοπή της από τον ΜΚ3. Το Δικαστήριο δεν αποδέκτηκε τη δικαιολογία αυτή για τους λόγους που αναφέρονται κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορουμένου. Ωστόσο αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο πραγματικός λόγος που η πληρωμή της επίδικης επιταγής ανακλήθηκε είναι επειδή ο ΜΚ3 αθέτησε την υπόσχεση που έδωσε στον κατηγορούμενο ότι θα του αποπλήρωνε το ποσό που του δάνεισε με την εν λόγω επιταγή μέχρι την ημερομηνία που αυτή θα καθίστατο πληρωτέα. Αυτό, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω επαληθεύεται από το Τεκμήριο 2 το οποίο αναφέρει 'Αθέτηση Συμφωνίας', παρά την ανεπιτυχή και απορριπτέα από το Δικαστήριο ερμηνείας που ο κατηγορούμενος προσπάθησε να δώσει στο Δικαστήριο. Εξετάζοντας τον πραγματικό λόγο ανάκλησης κάτω από το μανδύα των περιστατικών και γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση κρίνω ότι αυτός δεν αποτελεί εύλογη αιτία πρόκλησης της μη εξόφλησης της επίδικης επιταγής. Το ότι ο ΜΚ3 δεν τήρησε την ανεξάρτητη υπόσχεση που έδωσε στον κατηγορούμενο δεν έδινε δικαίωμα στον τελευταίο να προκαλέσει τη μη εξόφληση της επίδικης επιταγής που προοριζόταν για τον παραπονούμενο και που τελικά δόθηκε σ' αυτόν στη βάση διαφορετικού λόγου. Έχω πειστεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος δεν πίστευε ειλικρινά ότι είχε δικαίωμα να προβεί σε ανάκληση της επιταγής. Η πεποίθηση του πέραν του ότι δεν ήταν ειλικρινής δεν ήταν ούτε και εύλογη με βάση τα γεγονότα και τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή και συνθέτουν την υπόθεση. Γι' αυτό άλλωστε και στα πλαίσια της υπεράσπισης του πρόβαλε διαφορετική δικαιολογία ανάκλησης της πληρωμής της επίδικης επιταγής από αυτή που τελικά το Δικαστήριο διαπίστωσε, η οποία όμως απορρίφθηκε από το Δικαστήριο ως αναληθής για τους λόγους που έχουν προαναφερθεί. Το επόμενο ζήτημα που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο ο παραπονούμενος είναι νομιμοποιημένος κομιστής της επίδικης επιταγής. Εμμέσως πλην σαφώς ο κατηγορούμενος αμφισβητεί κάτι τέτοιο αφού πρόβαλε τη θέση ότι η επιταγή δεν εκδόθηκε για να διευκολυνθεί οικονομικά ο ΜΚ3 εξοφλώντας το χρέος που είχε απέναντι στον παραπονούμενο αλλά για την αγορά ενός οχήματος που τελικά δεν πραγματοποιήθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο του αδικήματος. Στην υπόθεση Τσιακλίδης ν. Σιάνου
(2008)1Α Α.Α.Δ., 296 τονίστηκε ότι νομιμοποιημένος κομιστής υπό την έννοια του άρθρου 29
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, είναι το πρόσωπο στου οποίου την κατοχή νομίμως περιήλθε η συναλλαγματική, επειδή δόθηκε αξία γι' αυτήν. Ο κάτοχος, για αξία, μιας επιταγής έχει εκ του νόμου (άρθρο 38 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262) δικαιώματα ανάμεσα στα οποία και το δικαίωμα έγερσης αγωγής στο όνομα του, εναντίον του εκδότη της επιταγής. Στην υπόθεση Τρικωμίτης ν. Ανδρέου (Αρ. 2)
(2003)2 Α.Α.Δ. 597 τονίστηκε ότι νομιμοποιημένος κομιστής μιας επιταγής είναι εκείνος που έχει αγώγιμο δικαίωμα επ' αυτής. Ζητήματα νομιμοποιημένου κομιστή και αγώγιμου δικαιώματος επί επιταγής εξετάστηκαν και στην υπόθεση Λούτσιου ν. Αστυνομίας (Αρ. 2)
(2003)2 Α.Α.Δ. 343. Στην υπόθεση εκείνη επιβεβαιώθηκαν οι αρχές που διατυπώθηκαν στην Νεοφύτου ν. Κυριακίδη (Αρ. 1)
(1999)2 Α.Α.Δ. 102, ότι το πρόσωπο που έχει δικαίωμα να υποβάλει παράπονο για έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των άρθρων 305Α
(1)και
(2)του Ποινικού Κώδικα είναι ο νομιμοποιημένος κομιστής της επιταγής, μέσα στην έννοια του νόμου, δηλαδή το πρόσωπο που έχει αγώγιμο δικαίωμα να εγείρει αγωγή με βάση τη συναλλαγή που οδήγησε στην έκδοση της επιταγής. Στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Κυριακίδη (Αρ. 1)
(1999)2 Α.Α.Δ. 102 το Δικαστήριο επισήμανε πως η φράση 'αγώγιμο δικαίωμα' δεν πρέπει να συγχύζεται με την πιθανή αιτία αγωγής, που μπορεί να εγερθεί με βάση τη συναλλαγή που οδήγησε στην έκδοση της επιταγής από την οποίαν να προκύπτει διαφορά αστικής ευθύνης των μερών. Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Τομάζου v. Σαββίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 181/2007, ημερομηνίας 21.12.2010. Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος έκδωσε, υπέγραψε και έδωσε την επίδικη επιταγή στον ΜΚ3 με τον οποίον είναι φίλος για να εξοφληθεί χρέος που ο τελευταίος είχε προς τον παραπονούμενο. Δεν παραγνωρίζεται το γεγονός ότι ο ίδιος κατηγορούμενος συμπλήρωσε μεταχρονολογημένη ημερομηνία στην εν λόγω επιταγή καθώς και το ποσό τόσο ολογράφως όσο και αριθμητικώς. Από την άλλη, η θέση που πρόβαλε ο κατηγορούμενος ότι η εν λόγω επιταγή, η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια αγοράς οχήματος, είχε κλαπεί από τον ΜΚ3 απορρίφθηκε για τους λόγους που έχουν σημειωθεί πιο πάνω. Στη βάση αυτών, το Δικαστήριο καταλήγει με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι δόθηκε αξία σ' αυτή με τον παραπονούμενο να διαθέτει αγώγιμο δικαίωμα, όχι όμως υπό την έννοια της πιθανής αιτίας αγωγής. Το άρθρο 28 του Περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ.262 μετά των συναφών τροποποιήσεων τονίζει πως πρόσωπο το οποίο έχει υπογράψει συναλλαγματική ως εκδότης, αποδέκτης, ή οπισθογράφος, χωρίς να λάβει κάποια αξία γι' αυτή και με σκοπό να δανείσει το όνομα του σε κάποιο άλλο πρόσωπο, ως διευκολύνον μέρος, ευθύνεται για τη συναλλαγματική έναντι του κατόχου για αξία και είναι αδιάφορο κατά πόσο, όταν ο τέτοιος κάτοχος που έλαβε τη συναλλαγματική, γνώριζε ότι το μέρος αυτό ήταν διευκολύνον μέρος ή όχι.[10] Σε μία τέτοια περίπτωση θα θεωρείτο ότι ο κατηγορούμενος διευκόλυνε τον ΜΚ3, ο οποίος όφειλε στον παραπονούμενο ποσό ύψους €8.000,00, εκδίδοντας, υπογράφοντας και παραδίδοντας σ' αυτόν την επίδικη επιταγή. Σε τελευταία ανάλυση αποτελεί συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι ο σκοπός για τον οποίον ο κατηγορούμενος έκδωσε την επίδικη επιταγή δεν έπαυσε να υπάρχει. Κάτω από αυτά τα δεδομένα, το Δικαστήριο βρίσκει και αποδέχεται ότι ο παραπονούμενος είναι νομιμοποιημένος κομιστής της επίδικης επιταγής εντός της έννοιας του άρθρου 29
(1)(β) του Κεφ.262 αφού νομίμως το Τεκμήριο 1 περιήλθε στην κατοχή του. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου. Συνεπώς, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/Final Judgment Αναφορά: Ιδιωτικές Ποινικές/Ανάκληση πληρωμής επιταγής/Άρθρο 305Α
(2)και
(3)Κεφ.154/ Τελική Απόφαση [1] Το νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του κ. Τάκη Ηλιάδη, σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820 [2] Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256 [3] Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320 [4] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 [5] Άρθρο 24 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 [6] Άρθρο 27
(1)Κεφ.9 [7] Κολάνη v. Ταμπούρας Πολ. Έφεση Αρ.151/2007 ημερ.12.06.10, Δημητρίου v. Μιχαήλ Πολ. Έφεση Αρ.265/2006 ημερ.27.04.09, Γεωργίου v. Στυλιανού Πολ. Έφεση Αρ.319/2006 ημερ. 22.01.09 [8] Άρθρο 73 του Περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ.262 μετά των συναφών τροποποιήσεων [9] Ζαβός v. Αστυνομίας
(1963)2 C.L.R. 57, Ταραπουλούζης v. Έπαρχος Λευκωσίας
(1962)2 C.L.R. 91, Παπαδόπουλος v. Δημοκρατίας
(1980)2 C.L.R. 10, Λοΐζου v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 108, Εταιρεία GP Ergatides Motors Ltd και άλλος v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 182 και Γεώργιος Εργατίδης v. Αστυνομία Ποιν. Εφ. 6138 και 6139 αντίστοιχα ημερ. 19.06.97, N.C. Diamonds Co Ltd v. Χρήστου Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763 [10] Εδάφια 1 και 2 του άρθρου 28 του Κεφ.262 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο