← Κύπρος

Διευθύντρια Τμήματος Τελωνείων ν. Majed Yousfin Aldali, Αρ. Υπόθεσης: 13386/09, 09.08.11

Διευθύντρια Τμήματος Τελωνείων ν. Majed Yousfin Aldali, Αρ. Υπόθεσης: 13386/09, 09.08.11 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B164 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13386/09 Διευθύντρια Τμήματος Τελωνείων v. Majed Yousfin Aldali Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 09.08.11 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Μιτσίδου Για Κατηγορούμενο: κος Γ. Κονναρής Κατηγορούμενος: παρόν ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά εννέα κατηγορίες για παραβάσεις του Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου, του Περί Φόρου Κατανάλωσης Νόμου και του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου. Στην πρώτη κατηγορία ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι μεταξύ 02.01.09 και 13.01.09 κατείχε στην οικία του στη Λεμεσό 462 κούτες τσιγάρα διαφόρων μαρκών για τα οποία είχε αποφευχθεί η καταβολή των αναλογούντων σε αυτά δασμού ύψους €1.863,

  1. Στη δεύτερη κατηγορία ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο με την πρώτη κατηγορία χρόνο και τόπο κατείχε 462 κούτες τσιγάρα διαφόρων μαρκών για τα οποία είχε αποφευχθεί η καταβολή των αναλογούντων σε αυτά φόρων κατανάλωσης ύψους €8.388,
  2. Στην τρίτη κατηγορία ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο με την πρώτη κατηγορία χρόνο και τόπο κατείχε 462 κούτες τσιγάρα μάρκας Gauloises Red, Gauloises Blonde, Gauloises Blue, Gitanes Blue, L&M Blue και L&M Red για τα οποία είχε αποφευχθεί η καταβολή του αναλογούντος σε αυτά φόρου προστιθέμενης αξίας ύψους €2.023,
  3. Στην τέταρτη κατηγορία ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο με την πρώτη κατηγορία χρόνο και τόπο δολίως απέφυγε την καταβολή του πληρωτέου δασμού €1.863,00, για τα εμπορεύματα δασμολογητέας αξίας €3.234,00, που επίσης περιγράφονται στην πρώτη κατηγορία. Στην πέμπτη κατηγορία ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο με την πρώτη κατηγορία χρόνο και τόπο απέφυγε την καταβολή των οφειλομένων φόρων κατανάλωσης για τα εμπορεύματα που επίσης περιγράφονται στην πρώτη κατηγορία που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €8.388,
  4. Στην έκτη κατηγορία ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο με την πρώτη κατηγορία χρόνο και τόπο δολίως απέφυγε την καταβολή του πληρωτέου φόρου προστιθέμενης αξίας για τα εμπορεύματα που επίσης περιγράφονται στην πρώτη κατηγορία ύψους €2.023,
  5. Στην έβδομη κατηγορία ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι μεταξύ 02.01.09 και 13.01.09 στη Λεμεσό δολίως απέφυγε την καταβολή του πληρωτέου δασμού ύψους €32,00 που αναλογούσε σε 8 κούτες Χ 200 τσιγάρα μάρκας Gauloises δασμολογητέας αξίας €56,00 τις οποίες πώλησε σε άγνωστα πρόσωπα. Στην όγδοη κατηγορία ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο με την έβδομη κατηγορία χρόνο και τόπο απέφυγε την καταβολή των οφειλομένων φόρων κατανάλωσης συνολικού ύψους σε €155,00 για τα εμπορεύματα που επίσης περιγράφονται στην έβδομη κατηγορία. Στην ένατη κατηγορία ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο με την έβδομη κατηγορία χρόνο και τόπο δολίως απέφυγε την καταβολή του οφειλομένου φόρου προστιθέμενης αξίας ύψους €36,00 για τα εμπορεύματα που επίσης περιγράφονται στην έβδομη κατηγορία. Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα, τον Δημήτρη Λουκαΐδη, ο οποίος εργάζεται στον κλάδο διερεύνησης του τελωνείου (ΜΚ1). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ένορκη κατάθεση (ΜΥ1) χωρίς να καλέσει οποιοδήποτε άλλο μάρτυρα υπεράσπισης. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 7 τεκμήρια καθώς επίσης τ' ακόλουθα κοινά παραδεκτά γεγονότα:
  1. Στις 12.1.2009 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εξέδωσε ένταλμα έρευνας της οικίας και των υποστατικών της που βρίσκονται στην οδό Νίκης αρ. 7 στον Άγιο Νικόλαο στη Λεμεσό, στη βάση της ένορκης καταγγελίας του Αστυφύλακα αρ. 146 Α. Παρμαξή ότι σ' αυτή φυλάσσονταν και αποκρύπτονταν ποσότητες τσιγάρων.
  2. Η έρευνα της εν λόγω οικίας διεξήχθη στις 13.1.2009 μεταξύ των ωρών 06:00 - 06:40 και σ' αυτή συμμετείχαν μεταξύ άλλων οι Αστυφύλακες Α. Παρμαξής αρ. 146 και Χρ. Χριστοδούλου αρ.
  3. Κατά την είσοδο στην οικία των εντεταλμένων για την έρευνα της αστυνομικών εντοπίστηκαν εντός αυτής τρία πρόσωπα συριακής καταγωγής, οι ακόλουθοι: Α) Majed Yousfin Aldali, κάτοχος ταυτότητας αλλοδαπού ARC αρ. 5584878 - κατηγορούμενος. Β) Hicham Yousfan Aldali, κάτοχος άδειας αλλοδαπού ARC αρ. 5536025 - αδελφός του κατηγορουμένου. Γ) Ayed Hussein, κάτοχος άδειας αλλοδαπού ARC αρ. 0570182 - φιλοξενούμενος του κατηγορούμενου.
  4. Οι υπό αναφορά αστυνομικοί αφού ενημέρωσαν τους ενοίκους της οικίας για το σκοπό της επίσκεψης τους και αφού τους υποδείχθηκε το ένταλμα έρευνας, προχώρησαν στην έρευνα της οικίας όπου σε ερμάρι του υπνοδωματίου στο οποίο κοιμόταν ο κατηγορούμενος εντοπίστηκαν οι ακόλουθες ποσότητες τσιγάρων: 3 κιβώτια Χ 50 κούτες Χ 200 τσιγάρα μάρκας Gauloise Red 18 κούτες Χ 200 τσιγάρα μάρκας Gauloise Red 1 κιβώτιο Χ 50 κούτες Χ 200 τσιγάρα μάρκας Gauloise Blue 43 κούτες Χ 200 τσιγάρα μάρκας Gauloise Blue 1 κιβώτιο Χ 50 κούτες Χ 200 τσιγάρα μάρκας L & M Blue 10 κούτες Χ 200 τσιγάρα L & M Blue 3 κούτες Χ 200 τσιγάρα μάρκας L & M Blue 48 κούτες Χ 200 τσιγάρα μάρκας L & M Red Σύνολο 372 κούτες Χ 200 τσιγάρα
  5. Από τον έλεγχο που έγινε στις ανευρεθείσες ποσότητες διαπιστώθηκε ότι εκ πρώτης όψεως ήσαν αφορολόγητες καθότι δεν έφεραν την απαιτούμενη προειδοποιητική σήμανση του Υπουργείου Υγείας που αναφέρεται στο βλαβερό του καπνίσματος. Επιπρόσθετα όλα τα ανευρεθέντα τσιγάρα μάρκας L & M έφεραν τη σήμανση «For Duty Free Sales Only», ένδειξη ότι δεν είχαν καταβληθεί οι αναλογούντες σ΄ αυτά δασμός και φόροι.
  6. Στη συνέχεια όλοι οι αλλοδαποί συνελήφθησαν για το αυτόφωρο αδίκημα της κατοχής αδασμολόγητων τσιγάρων και αφού τους επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, ο Ayed Hussein απάντησε «ενε δικά μου» οι δεν άλλοι δεν έδωσαν οποιαδήποτε απάντηση.
  7. Σε έρευνα που επακολούθησε σε υποστατικό που βρίσκεται εντός της αυλής της οικίας εντοπίστηκαν σ' αυτό 90 κούτες Χ 200 τσιγάρα μάρκας Gitanes Blue, τσιγάρα τα οποία επίσης δεν έφεραν την προαπαιτούμενη σήμανση. Στην επίστηση τους στο Νόμο όλοι οι αλλοδαποί δεν έδωσαν οποιαδήποτε απάντηση.
  8. Με την ολοκλήρωση της έρευνας περί ώρα 06:40 όλοι οι αλλοδαποί και τα ανευρεθέντα τσιγάρα μεταφέρθηκαν στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού όπου στη συνέχεια οι αλλοδαποί παραδόθηκαν στον Αστυφύλακα αρ. 476 του Αστυνομικού Σταθμού Αγίου Ιωάννη Λεμεσού, τα δε ανευρεθέντα τσιγάρα παραδόθηκαν λόγω αρμοδιότητας στον Τελωνειακό Λειτουργό Δημήτρη Λουκαΐδη για περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης ο οποίος και τα έχει υπό τη φύλαξη του.
  9. Η δασμολογητέα αξία των επίδικων τσιγάρων και τα ποσά των αναλογούντων σ' αυτά δασμός και φόροι είναι όπως αυτά αναγράφονται στις επιμέρους κατηγορίες της παρούσας υπόθεσης. Τα παραδεκτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και καθίστανται αμέσως μέρος των ευρημάτων του. Πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά που τηρούνται και κρίνω ότι δεν είναι αναγκαία η λεπτομερής παράθεση της στα πλαίσια σύνταξης της παρούσας απόφασης αφού κατά την ταπεινή γνώμη μου κάτι τέτοιο δεν θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας έχει μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνεται υπόψη και αναλόγως αξιολογείται από το Δικαστήριο. Ωστόσο εδώ θα παρουσιαστεί μια συνοπτική αναφορά αλλά περισσότερες λεπτομέρειες θα δοθούν εκεί που κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς αξιολόγησης της, εξαγωγής ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της. Μοναδικός μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή ήταν ο Δημήτρης Λουκαΐδης (ΜΚ), ο οποίος υπηρετεί στον κλάδο διερευνήσεων του τμήματος τελωνείου Λεμεσού και ασχολείται με τη διερεύνηση υποθέσεων που αφορούν αδικήματα του τελωνειακού νόμου. Μία από τις υποθέσεις που διερεύνησε αφορούσε κατοχή και εμπορία αδασμολόγητων και αφορολόγητων τσιγάρων στην οποία εμπλεκόταν ο κατηγορούμενος, το οποίον και αναγνώρισε. Στο στάδιο διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης από το τελωνείο ετοίμασε γραπτή κατάθεση, μέσα από την οποίαν περιγράφει όλες τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε. Καταθέτοντας την ως Τεκμήριο 1 υιοθέτησε το περιεχόμενο της. Σύμφωνα με το μάρτυρα, τα εμπορεύματα που εντοπίστηκαν σε μεγάλη ποσότητα όχι μόνο δεν έφεραν τη δέουσα σήμανση ότι το κάπνισμα είναι βλαβερό για την υγεία στην ελληνική και τουρκική γλώσσα αλλά ορισμένα είχαν σήμανση 'For duty free sales only', ενδείξεις ότι γι' αυτά δεν είχαν καταβληθεί οι απαιτούμενοι δασμοί και φόροι και ότι δεν προορίζονταν για προσωπική χρήση. Όπως εξήγησε ο εν λόγω μάρτυρας, ο κατηγορούμενος παραδέκτηκε για την παράνομη κατοχή και εμπορία τσιγάρων. Διευκρινίζοντας ο μάρτυρας αυτός ανάφερε ότι έχουν κατασχεθεί 462 κούτες τσιγάρων για τις οποίες δεν έχουν καταβληθεί οι απαιτούμενοι δασμοί και φόροι, άλλες επιπλέον 8 κούτες τσιγάρων έχουν ήδη πουληθεί από τον κατηγορούμενο για τις οποίες πλήρωσε τους αναλογούντες φόρους και δασμούς ενώ 7 κούτες τσιγάρων ποσότητα η οποία συμπεριλαμβανόταν στις 462 κούτες τσιγάρων που εντοπίστηκε και που ο κατηγορούμενος πούλησε του επιστράφηκαν. Σε σχέση με τους δασμούς και φόρους, ο μάρτυρας εξήγησε πως υπάρχουν οι περικλειόμενοι οι οποίοι αφορούν την κατασχεθείσα ποσότητα τσιγάρων και οι αποφευχθέντες που αφορούν την ποσότητα τσιγάρων που έχει πωληθεί ή άλλως πως διατεθεί χωρίς τη νενομισμένη καταβολή των δασμών και φόρων στα δημόσια ταμεία. Ακολούθως, ο μάρτυρας κατάθεσε ως Τεκμήριο 2 την απόδειξη υπ' αριθμό Β052304 ημερομηνίας 13.01.09 που σχετίζεται με την κατάσχεση και κατακράτηση 462 κούτων τσιγάρων που βρέθηκαν στην κατοχή του κατηγορουμένου και φέρει τις υπογραφές του μάρτυρα και του κατηγορουμένου. Ο τελευταίος την υπέγραψε αφού πρώτα του εξήγησε ο ΜΚ1 περί τι επρόκειτο με τη βοήθεια διερμηνέα που ομιλούσε τη μητρική γλώσσα του κατηγορουμένου. Ο μάρτυρας περαιτέρω κατάθεσε ως Τεκμήρια 4Α και 4Β την θεληματική κατάθεση στην οποίαν προέβηκε ο κατηγορούμενος στην μητρική του γλώσσα (αραβική) με τη βοήθεια διερμηνέα αλλά και πιστή μετάφραση της στην ελληνική γλώσσα στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης αυτής από το τελωνείο. Η πιο πάνω κατάθεση λήφθηκε στην παρουσία του ΜΚ1, ενός άλλου συναδέλφου του, του διερμηνέα και του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος αφού τη διάβασε την υπέγραψε. Επίσης την υπέγραψαν όλοι οι υπόλοιποι που ήταν παρόντες, υπογραφές τις οποίες ο μάρτυρας αναγνώρισε και υπέδειξε στο Δικαστήριο. Ως επιπρόσθετη ενέργεια που έλαβε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, ο μάρτυρας προέβηκε σε υπολογισμό των αποφευχθέντων δασμών και φόρων που αφορούσε ποσότητα 8 κούτων τσιγάρων και αποτελούν τις κατηγορίες 7 μέχρι 9 του κατηγορητηρίου, μέρος της οποίας και συγκεκριμένα 7 πακέτα τσιγάρα αναλώθηκαν από τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος αμέσως προσφέρθηκε να καταβάλει τους αναλογούντες αποφευχθέντες δασμούς και φόρους, πράγμα που έπραξε στις 16.01.
  10. Προς τεκμηρίωση των πιο πάνω ο μάρτυρας κατάθεσε ως Τεκμήριο 6Β αναλυτική κατάσταση υπολογισμού οφειλομένων δασμών και φόρων αναφορικά με τις 8 κούτες τσιγάρα καθώς επίσης απόδειξη πληρωμής τους υπ' αριθμό 081077 ημερομηνίας 16.01.09 εκδομένη εις το όνομα του κατηγορουμένου ως Τεκμήριο 6Α. Όσον αφορά την ποσότητα των 462 κούτων τσιγάρων που τελούν υπό κατάσχεση και αποτελούν τις κατηγορίες 1 μέχρι 6 του κατηγορητηρίου, αυτή υπόκειται σε περικλειόμενους φόρους και δασμούς. Οι 462 κούτες τσιγάρων έχουν δημευθεί χωρίς όμως μέχρι σήμερα να έχουν πωληθεί ή άλλως πως διατεθεί. Όπως εξήγησε ο μάρτυρας, με την κατάσχεση και δήμευση των 462 κούτων τσιγάρων παύει να υφίσταται οποιαδήποτε οφειλή από μέρους του κατηγορουμένου. Στη συνέχεια, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι προχώρησε και κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο με τη βοήθεια διερμηνέα καταγράφοντας την απάντηση του. Προς επιβεβαίωση των όσο είπε, ο μάρτυρας κατάθεσε έντυπο γραπτών κατηγοριών στην ελληνική και αραβική γλώσσα ως Τεκμήρια 7Α και 7Β αντίστοιχα, μέσα από τα οποία περιγράφονται οι κατηγορίες που απαγγέλθηκαν στον κατηγορούμενο με τη βοήθεια διερμηνέα καθώς επίσης καταγράφεται η απάντηση που αυτός έδωσε γι' αυτές. Τα πιο πάνω έγγραφα υπογράφονται από τον μάρτυρα, από ένα άλλο συνάδελφο του, από τον κατηγορούμενο και από τον διερμηνέα, υπογραφές τις οποίες ο μάρτυρας αναγνώρισε και υπέδειξε στο Δικαστήριο. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανάφερε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι για τις 8 κούτες τσιγάρα επιβλήθηκε, πέραν των αναλογούντων δασμών και φόρων, χρηματική επιβάρυνση η οποία δεν θεωρείται πρόστιμο ούτε συμβιβαστικό ποσό, η οποία ενσωματώθηκε στο Ν.94(Ι)/04μέσω του άρθρου 52 δυνάμει οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατά το μάρτυρα, η χρηματική επιβάρυνση εισπράττεται όταν εκ των προτέρων έχει δημιουργηθεί τελωνειακή οφειλή, πράγμα που εδώ υπήρχε ένεκα της ανάλωσης της πιο πάνω ποσότητας τσιγάρων. Ωστόσο, όπως είπε ο μάρτυρας, δεν τίθεται θέμα χρηματικής επιβάρυνσης για τις 462 κούτες τσιγάρων οι οποίες κατασχέθηκαν και δημεύτηκαν πριν από τις 12.05.
  11. Εξηγώντας την πρακτική που ακολουθείται από το τελωνείο σε τέτοιες περιπτώσεις ο μάρτυρας επισήμανε πως είναι στη διακριτική ευχέρεια του Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων να συμβιβάζει υποθέσεις τελωνειακών αδικημάτων και εφόσον εισπραχθεί το συμβιβαστικό ποσό στο οποίο το τελωνείο μαζί με τον παραβάτη έχουν καταλήξει, η υπόθεση τελικά να μην οδηγείται ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτή η πρακτική δύναται να εφαρμοστεί για όλα τα τελωνειακά αδικήματα με εξαίρεση υποθέσεις δωροδοκίας, δωροληψίας και παρεμπόδισης άσκησης έργου τελωνειακού λειτουργού οι οποίες οδηγούνται αυτόματα ενώπιον της δικαιοσύνης. Πρόταση συμβιβασμού υποβάλει ο παραβάτης, η οποία αξιολογείται από το Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείου και θα πρέπει να αφορά ολόκληρη την υπόθεση και όχι μέρος αυτής. Απορρίπτοντας σχετική υποβολή περί επίτευξης εξωδικαστικού συμβιβασμού σχετικά με τις 8 κούτες τσιγάρα, ο μάρτυρας ανάφερε ότι ουδέποτε ο κατηγορούμενος εισηγήθηκε κάτι τέτοιο και ουδέποτε πληρώθηκε οποιοδήποτε συμβιβαστικό ποσό. Ακόμη όμως και να γινόταν μία τέτοια εισήγηση από μέρους του κατηγορουμένου αυτή θα έπρεπε να αφορούσε ολόκληρη την παρούσα υπόθεση και όχι απλώς τις 8 κούτες τσιγάρα που είναι οι κατηγορίες 7 μέχρι 9 του κατηγορητηρίου. Επομένως, μπροστά στο ενδεχόμενο συμβιβαστικής πρότασης θα έπρεπε να συμπεριληφθούν και οι υπόλοιπες 462 κούτες τσιγάρων που αποτελούν τις κατηγορίες 1 έως 6 του κατηγορητηρίου. Κατά την επανεξέταση του ο μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι για την ποσότητα των 462 κούτων τσιγάρων που κατασχέθηκε ο κατηγορούμενος ουδέν διάβημα έλαβε για να την αμφισβητήσει. Καταθέτοντας τη δική του μαρτυρία ο κατηγορούμενος (ΜΥ) ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι η ποσότητα τσιγάρων που κατασχέθηκε από τις τελωνειακές αρχές εντοπίστηκε στην οικία του αδελφού του και ανήκουν σε κάποιο άτομο ιρακινής καταγωγής. Ο ίδιος ανάφερε ότι ενοικιάζει οικία στην οδό Κοραή 7 αλλά το ενοίκιο το πληρώνει ο αδελφός του από το επίδομα που λαμβάνει από το Γραφείο Ευημερίας ως αιτητής πολιτικού ασύλου αφού ο ίδιος δεν είναι λήπτης τέτοιου βοηθήματος. Επίσης, ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι πολλές φορές τσακώθηκε με τον αδελφό του σχετικά με τις ασχολίες του με λαθρεμπόριο τσιγάρων. Λόγω των αντιρρήσεων που είχε ο αδελφός του του επιτέθηκε και τον κτύπησε. Όταν συνελήφθηκε από την αστυνομία κοιμόταν στο σπίτι του αδελφού του σε προσωπικό δωμάτιο του. Ο ίδιος βοήθησε και συνεργάστηκε με την αστυνομία στον εντοπισμό των τσιγάρων που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Στον αστυνομικό σταθμό όπου κρατείτο μαζί με τον αδελφό του Hicham Yousfan Aldali και κάποιον Ayed Houssein οι δύο τελευταίοι τον πίεσαν, τον απείλησαν και τον τρομοκράτησαν να παραδεχθεί την κατοχή και εμπορία των τσιγάρων επειδή λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει θα τύγχανε επιεικής αντιμετώπισης από το τελωνείο και το Δικαστήριο. Μετά από 1-2 ημέρες και ενώ βρισκόταν στα κρατητήρια μαζί τους ο Ayed Houssein τον απείλησε εκ νέου. Ο δε αδελφός του του είπε πως τα τσιγάρα ανήκαν στην ιρακινή μαφία, η οποία θα του κάνει κακό ακόμη και να τον σκοτώσει. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο Ayed Houssein τον απείλησε στην αυλή των κρατητηρίων ενώ ο αδελφός του όταν ήταν μαζί στο κελί. Ωστόσο δεν ανάφερε οτιδήποτε ούτε στην αστυνομία ούτε στον αρμόδιο λειτουργό του τελωνείου που διερευνούσε την παρούσα υπόθεση επειδή ήταν τρομοκρατημένος και φοβόταν για τη ζωή του. Ειδικότερα, ο Ayed Houssein είχε τη συμμορία του, ο αδελφός του συνεργάζεται με τους ιρακινούς ενώ ο ίδιος ήταν μόνος του και καινούργιος στην Κύπρο. Ούτε και προέβηκε σε καταγγελία στην αστυνομία για τις απειλές που δέχθηκε μετά που αδελφός του επέστρεψε στη Συρία επειδή δεν επιθυμεί να κάνει κάτι τέτοιο στον αδελφό του. Όταν όμως προέβαινε στη θεληματική κατάθεση βρισκόταν σε κατάσταση φόβου και τρόμου αντιλαμβανόμενος τις συνεχείς ερωτήσεις που του υποβάλλονταν ως επίθεση προς το πρόσωπο του. Παρουσιάζοντας προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι έχει απώλεια μνήμης σε θέματα χρόνου ανάλογα με τη ψυχολογική πίεση και τη συναισθηματική φόρτιση που έχει λόγω τραυματισμού που είχε στο κεφάλι. Επίσης, πάσχει από σύνδρομο τρόμου ένεκα φυλάκισης του στη Συρία. Δεν πήγε σε ιατρό στην Κύπρο επειδή δεν είχε χρήματα και ούτε είχε μαζί του οποιοδήποτε ιατρικό πιστοποιητικό από ιατρό που επισκέφτηκε στη Συρία. Στην τελική αγόρευση της η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την εκδοχή του κατηγορουμένου ως αναληθή και εκ των υστέρων σκέψη. Σχολιάζοντας την προσαχθείσα μαρτυρία και με παραπομπή σε νομολογία η κυρία Μιτσίδου ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αντίθετα, ο συνήγορος υπεράσπισης αφού επανέλαβε τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι τα επίδικα τσιγάρα ανήκουν σε άλλα πρόσωπα και επισήμανε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει ζημιωθεί από αυτή την υπόθεση ευσεβάστως εισηγήθηκε την αθώωση και απαλλαγή του πελάτη του καθότι όπως ισχυρίστηκε η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανάφεραν στο Δικαστήριο έχουν καταγραφεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν κρίνω σκόπιμο και χρήσιμο να παραθέσω το περιεχόμενο τους κατά τρόπο αναλυτικό, εκτός μόνο όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς εξαγωγής συμπερασμάτων. Οι νομικές θέσεις καθώς και η νομική επιχειρηματολογία τους αλλά και η νομική βάση επί της οποίας εδράζονται, όπως αυτά εκτέθηκαν από τους συνηγόρους, έχουν εξεταστεί με τη δέουσα προσοχή και σοβαρότητα, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και αναλόγως αξιολογούνται από το Δικαστήριο. Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων.[1] Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της.[2] Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο.[3] Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών.[4] Με βάση τις προαναφερόμενες αρχές το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Ο ΜΚ έκαμε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Με ειλικρίνεια περίγραψε τα γεγονότα όπως αυτά διαδραματίστηκαν. Υπηρετώντας στον κλάδο διερεύνησης του τελωνείου Λεμεσού διεκπεραίωσε τα καθήκοντα που του ανατέθηκαν σχετικά με την υπόθεση αυτή κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο χωρίς να έχει οποιοδήποτε συμφέρον ή όφελος από αυτή. Ως λειτουργός χειρίστηκε την υπόθεση αυτή κατά τρόπο ορθό, έντιμο και ακριβοδίκαιο. Σε κανένα στάδιο της διερεύνησης της υπόθεσης αυτής έθεσε τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική ή αδύνατη θέση. Κάθε τι που απαιτείτο από τον κατηγορούμενο γινόταν πάντοτε με τη βοήθεια διερμηνέα της μητρικής γλώσσας του και στην παρουσία δεύτερου λειτουργού του τμήματος τελωνείου και αφού προηγουμένως του εξηγείτο ποια ήταν η διαδικασία και τι ακριβώς ζητείτο από αυτόν. Ήταν επίσης απλός, κατατοπιστικός και ουσιαστικός στην κατάθεση του. Απαντούσε στις ερωτήσεις με αμεσότητα, ευθύτητα και σαφήνεια χωρίς προσχεδιασμό και οποιαδήποτε τάση υπερβολής. Η δε μαρτυρία που κατάθεσε στο Δικαστήριο συμφωνεί απόλυτα με το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης που ο ίδιος έδωσε στο στάδιο διερεύνησης της υπόθεσης αυτής, ήτοι το Τεκμήριο
  12. Επίσης, η προφορική μαρτυρία του συνάδει με τη χρονική πτυχή των γεγονότων που παρουσιάστηκαν και ταυτόχρονα υποστηρίζεται τόσο από έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια όσο και από παραδεκτά γεγονότα με αποτέλεσμα η μαρτυρία του να καθίσταται πειστική απέναντι στο Δικαστήριο. Η περισσότερη μαρτυρία που έδωσε στο Δικαστήριο ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη. Το ότι εντοπίστηκε η ποσότητα και οι μάρκες τσιγάρων που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και συγκεκριμένα στις 13.01.09 στην οδό Νίκης αρ.7 στον Άγιο Ιωάννη στη Λεμεσό επιβεβαιώνεται από τα παραδεκτά γεγονότα. Το ότι ο κατηγορούμενος μαζί με τον αδελφό του και ακόμη ένα πρόσωπο, τον Ayed Hussein, βρισκόταν στην προαναφερόμενη οικία κατά την εκτέλεση του εντάλματος έρευνας επίσης επιβεβαιώνεται από τα παραδεκτά γεγονότα. Το ότι η ποσότητα των 462 κούτων τσιγάρων κατασχέθηκε και εφόσον η κατάσχεση της δεν αμφισβητήθηκε ακολούθως δημεύτηκε ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο ενώ ταυτόχρονα επαληθεύεται από το Τεκμήριο 2 που είναι η απόδειξη υπ' αριθμό Β052304 ημερομηνίας 13.01.09 για κατακράτηση των σχετικών εμπορευμάτων, πάνω στην οποίαν απόδειξη ο κατηγορούμενος παραδέχεται ότι έθεσε την υπογραφή του αφού πρώτα αντιλήφθηκε το περιεχόμενο της με τη βοήθεια διερμηνέα, γεγονός που επίσης δεν αμφισβήτησε ο κατηγορούμενος. Το ότι ο κατηγορούμενος πώλησε 8 κούτες τσιγάρα για τις οποίες κατέβαλε τους αναλογούντες δασμούς και φόρους είναι παραδεκτό από τον κατηγορούμενο αλλά παράλληλα τεκμηριώνεται μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία καθότι το Τεκμήριο 6Β παραθέτει τον υπολογισμό των οφειλομένων δασμών και φόρων σχετικά με την ποσότητα των 8 κούτων τσιγάρων που ανέρχονται στο ποσό των €223,00 και το Τεκμήριο 6Α που είναι η απόδειξη υπ' αριθμό 081077 ημερομηνίας 16.01.09, η οποία αφορά την πληρωμή των εν λόγω φόρων και δασμών ύψους €246,00 από τον κατηγορούμενο, στο οποίο ποσό συμπεριλήφθηκαν €22,00 χρηματική επιβάρυνση και €1,00 τόκος. Στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης ο μάρτυρας ανάφερε ότι ερευνήθηκε και οικία στην οδό Κοραή 7 στη Λεμεσό, η οποία είναι του αδελφού του κατηγορουμένου μετά που ο ίδιος ο κατηγορούμενος του είπε ότι ο αδελφός του διαμένει σε οικία, άλλη από αυτή στην οποίαν εντοπίστηκαν τα επίδικα τσιγάρα. Η θέση αυτή τεκμηριώνεται από το Τεκμήριο 5 μέσα από το οποίο δίδεται γραπτώς η συγκατάθεση του Hicham Yousfan Aldali για διεξαγωγή έρευνας στην πιο πάνω οικία. Το εν λόγω τεκμήριο φέρει την υπογραφή του αδελφού του κατηγορουμένου και έγινε στην παρουσία του ΜΚ, ενός άλλου συναδέλφου του (Θεοχάρη Κασκίρη) και του μεταφραστή, οι οποίοι επίσης υπέγραψαν το εν λόγω έγγραφο. Ουδέποτε το έγγραφο αυτό αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο. Ουδέποτε ο κατηγορούμενος αμφισβήτησε τη διεξαγωγή έρευνας στην οικία στην οδό Κοραή 7 στη Λεμεσό με τον τρόπο και κάτω από τις συνθήκες που ο ΜΚ περίγραψε στο Δικαστήριο. Όλες οι υπογραφές αναγνωρίστηκαν από τον ΜΚ χωρίς αυτό να αμφισβητηθεί από τον κατηγορούμενο. Η οικία ανοίχτηκε με κλειδί που είχε ο αδελφός του κατηγορουμένου και διεξήχθηκε έρευνα στην παρουσία του στις 15.01.
  13. Ο ΜΚ περαιτέρω ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος προέβηκε σε θεληματική κατάθεση μέσα από την οποίαν περιγράφει τα γεγονότα που συνθέτουν τη διάπραξη των αδικημάτων εμπλέκοντας τον εαυτό του σ' αυτά λόγω φτώχιας χωρίς να γνωρίζει οτιδήποτε γι' αυτό τόσο ο αδελφός του όσο και ο Ayed Houssein. Μεταξύ άλλων, ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι είναι αιτητής πολιτικού ασύλου και τους τελευταίους 6-7 μήνες ενοικιάζει οικία στην οδό Νίκης αρ.7 στον Άγιο Νικόλαο στη Λεμεσό έναντι του ποσού των €350,
  14. Ο αδελφός του διαμένει σε άλλη οικία. Τον Δεκέμβριο 2008 του τηλεφώνησε κάποιος Μοχάμετ από το Ιράκ για να συνεργαστούν στην πώληση αφορολόγητων τσιγάρων. Συμφώνησαν να χρεώνεται €5,50 ανά κούτα τσιγάρων και ο ίδιος να την πωλεί €7,
  15. Ο κατηγορούμενος θα είχε κέρδος τη διαφορά. Μεταξύ 02.01.09 και 05.01.09 ο κατηγορούμενος παρέλαβε από τον Μοχάμετ τα τσιγάρα τα οποία φύλαξε στο χώρο της οικίας του. Οκτώ κούτες τσιγάρα που ο κατηγορούμενος είχε πωλήσει του επιστράφηκαν από τους αγοραστές επειδή δεν ήταν αυθεντικές. Παράλληλα, ο ΜΚ επικαλείται την γραπτή παραδοχή του κατηγορουμένου στις γραπτές κατηγορίες που του προσάχθηκαν από το τμήμα του. Και οι δύο θέσεις του επιβεβαιώνονται από τεκμήρια. Η μεν επίδικη θεληματική κατάθεση, την οποίαν ο κατηγορούμενος δεν αμφισβητεί ότι όντως την έδωσε πλην όμως επικαλείται λόγους που τον υποχρέωσαν να προβεί σ' αυτήν άλλους από αυτούς που θα δικαιολογούσαν την ανάκληση της στη βάση διεξαγωγής δίκης εντός δίκης τους οποίους θα σχολιάσω και θα αξιολογήσω πιο κάτω όταν θα ασχοληθώ με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορουμένου, αποδεικνύεται μέσα από τα Τεκμήρια 4Α και 4Β τα οποία συντάχθηκαν στην παρουσία του κατηγορουμένου, του ΜΚ, ενός άλλου συναδέλφου του και μεταφραστή. Το Τεκμήριο 4Α είναι η θεληματική κατάθεση του κατηγορουμένου συνταγμένο στη μητρική γλώσσα του. Το Τεκμήριο 4Β είναι η πιστή μετάφραση του Τεκμηρίου 4Α στην ελληνική γλώσσα. Καμία αμφισβήτηση υπήρξε από μέρους του κατηγορουμένου τόσο ως προς την ακρίβεια του περιεχομένου του Τεκμηρίου 4Α όσο και ως προς την ορθότητα της πιστής μετάφρασης που είναι το Τεκμήριο 4Β. Οι όποιες επιφυλάξεις είχαν αρχικά εκφραστεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης σχετικά με τις επαγγελματικές ικανότητες του μεταφραστή αποσύρθηκαν με εκ των υστέρων γραπτή ρητή δήλωση του κυρίου Κονναρή. Ο κατηγορούμενος αφού διάβασε και αντιλήφθηκε το περιεχόμενο της θεληματικής κατάθεσης του το υπέγραψε. Τα εν λόγω έγγραφα υπέγραψαν επίσης ο ΜΚ, ο άλλος συνάδελφος του (Θεοχάρης Κασκίρης) και ο μεταφραστής. Όλες οι υπογραφές αναγνωρίστηκαν από τον ΜΚ χωρίς αυτό να αμφισβητηθεί από τον κατηγορούμενο. Η δε θέση του ΜΚ περί γραπτής παραδοχής του κατηγορουμένου στις γραπτές κατηγορίες που του προσάχθηκαν από το τελωνείο επαληθεύεται από τα Τεκμήρια 7Α και 7Β, τα οποία συντάχθηκαν στην παρουσία του κατηγορουμένου, του ΜΚ, ενός άλλου συναδέλφου του (Θεοχάρη Κασκίρη) και του μεταφραστή. Το Τεκμήριο 7Β είναι η περιγραφή των καταγγελιών που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μαζί με τη γραπτή απάντηση του σ' αυτές συνταγμένο στη μητρική γλώσσα του. Το Τεκμήριο 7Α είναι η πιστή μετάφραση του Τεκμηρίου 7Β στην ελληνική γλώσσα. Καμία αμφισβήτηση υπήρξε από μέρους του κατηγορουμένου τόσο ως προς την ακρίβεια του περιεχομένου του Τεκμηρίου 7Β όσο και ως προς την ορθότητα της πιστής μετάφρασης που είναι το Τεκμήριο 7Α. Όλες οι υπογραφές αναγνωρίστηκαν από τον ΜΚ επίσης χωρίς αυτό να αμφισβητηθεί από τον κατηγορούμενο. Στη βάση των πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του ΜΚ και συνεπώς την αποδέχεται ως αληθή στην ολότητα της. Αποδέχομαι επίσης τα Τεκμήρια 1, 2, 5, 6Α και 6Β, τα οποία αποτέλεσαν μέρος της μαρτυρίας του και το περιεχόμενο των οποίων παρέμεινε αναντίλεκτο μέσα από την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Αποδέχομαι ακόμη την αλήθεια του περιεχομένου του Τεκμηρίου 3 που αποτελεί δικαστικό έγγραφο χωρίς ο κατηγορούμενος ουσιαστικά να αμφισβητήσει την αλήθεια του περιεχομένου του. Όσον αφορά τα Τεκμήρια 4Α, 4Β, 7Α και 7Β, αν και δεν αμφισβητήθηκε η ύπαρξη και το περιεχόμενο τους ως γεγονός, εντούτοις το κατά πόσο θα γίνουν αποδεκτά ως προς την αλήθεια τους θα αποφασιστεί αμέσως πιο κάτω υπό το πρίσμα των ισχυρισμών και θέσεων του κατηγορουμένου. Εξετάζω ευθύς ζήτημα εθελούσιας ομολογίας στην κατάθεση που ο κατηγορούμενος έδωσε στις 15.01.
  16. Μέσα από τη μαρτυρία του ο κατηγορούμενος προσπαθεί να ανακαλέσει την παραδοχή του όχι εξαιτίας επιλήψιμης συμπεριφοράς ή ενεργειών ή παραλείψεων της αστυνομίας ή του τελωνείου ή άλλης ανακριτικής αρχής για την οποίαν θα δικαιολογείτο η διεξαγωγή 'δίκης εντός δίκης', αλλά λόγω φόβου και απειλών που του προκάλεσαν ο αδελφός του μαζί με τον Ayed Houssein. Ο κατηγορούμενος προβάλει τη θέση πως τα πιο πάνω άτομα τον υποχρέωσαν να προβεί σε θεληματική κατάθεση απειλώντας τον και τρομοκρατώντας τον. Ο ίδιος, όπως ισχυρίστηκε, φοβήθηκε για τη ζωή του και προέβηκε σε παραδοχή. Από τη στιγμή που η θεληματική κατάθεση του κατηγορουμένου υφίσταται ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήρια 4Α και 4Β το Δικαστήριο οφείλει να τη αξιολογήσει υπό το πρίσμα κυρίως των ισχυρισμών του κατηγορουμένου αλλά και γενικότερα της όλης προσαχθείσας μαρτυρίας. Είναι πάγια νομολογημένο ότι η ομολογία του εγκλήματος, εφόσον γίνεται δεκτή ως εκούσια, μπορεί αφ' εαυτής να θεμελιώσει την καταδίκη του κατηγορουμένου. Η ανθρώπινη εμπειρία υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν ομολογούν κατά κανόνα εγκλήματα τα οποία δεν διέπραξαν.[5] Μάλιστα η ομολογία ενοχής έχει αποκαλεστεί η βασιλίδα των μαρτυριών.[6] Σύμφωνα με τη νομολογία, ο τρόπος αξιολόγησης μιας ομολογίας περιλαμβάνει δύο στάδια: πρώτον την εξέταση της θεληματικότητας αυτών των δηλώσεων και δεύτερον τη βαρύτητα και αποδεικτική σημασία που μπορεί να αποδοθεί στο περιεχόμενο τους. Αναφορικά με το πρώτο ζήτημα αποτελεί νομική αρχή ότι είναι καθήκον του Δικαστηρίου να επαναξιολογήσει τη θεληματικότητα μιας κατάθεσης κατηγορούμενου η οποία περιέχει ομολογία υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας η οποία έχει δοθεί με την ολοκλήρωση της δίκης. Το ζήτημα έχει τεθεί με σαφήνεια στην παλαιά υπόθεση Demetriades v. R.
(1956)2 C.L.R. 180, όπου χαρακτηριστικά τονίστηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: A Court which has admitted a confession as voluntary may, at the conclusion of the trial on considering all the evidence, decide that the confession was improperly obtained, or may disregard it or attach little weight to it in whole or in part for some other reason." Τον πιο πάνω κανόνα πραγματεύονται και οι αγγλικές υποθέσεις R. v. Murray
(1950)2 All ER 925 και R. v. Watson
(1980)2 All ER 293. Ακολουθεί η εξέταση του δεύτερου ζητήματος που είναι αυτό της βαρύτητας που θα πρέπει να δοθεί στην κατάθεση-ομολογία του κατηγορούμενου έχοντας κατά νου το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας συμπεριλαμβανομένων και τυχόν ισχυρισμούς που έδωσε ο κατηγορούμενος. Όσο θεληματική και αν είναι η κατάθεση ενός κατηγορούμενου είναι φρόνιμο να αναζητηθεί επιβεβαίωση του περιεχομένου της στο βαθμό βέβαια που αυτό είναι δυνατό. Το έργο του Δικαστηρίου δεν εξαντλείται στη διαπίστωση της δεκτότητας της μαρτυρίας αλλά επεκτείνεται στην αξιολόγηση της στο σύνολο της και στη διακρίβωση της αλήθειας και αποτελεσματικότητας της ώστε να καταλήξει σε συμπέρασμα κατά πόσο η ενοχή του κατηγορουμένου αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας από τη μαρτυρία. Γραπτές καταθέσεις και προφορικές δηλώσεις που περιέχουν το στοιχείο ομολογίας και που κρίνονται ως αποδεκτή μαρτυρία δεν εξαιρούνται του κανόνα αυτού. Στην υπόθεση Μάρτιν v. Δημοκρατίας (Αρ.2)
(1994)2 Α.Α.Δ. 65 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Είναι καθιερωμένη νομολογιακή αρχή πως έστω και αν μια κατάθεση - ομολογία δόθηκε θεληματικά, το Δικαστήριο προχωρεί να βεβαιωθεί κατά πόσο το περιεχόμενο της συνάδει με την αλήθεια των γεγονότων, όπως αυτά έχουν διακριβωθεί. Η υιοθέτηση της αρχής αυτής γίνεται για αυταπόδεικτους λόγους προκειμένου η καταδίκη να ακολουθεί πάντοτε τη διαπίστωση από το Δικαστήριο πως η ενοχή αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας από το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας." Περαιτέρω, στην υπόθεση Ανδρέου v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166 τονίστηκαν τ' ακόλουθα: ". Έστω και αν γίνει αποδεκτή η ομολογία και ενταχθεί στον κορμό της μαρτυρίας, το δικαστήριο, στο τέλος, προβληματίζεται για την αλήθεια του περιεχομένου της και φυσικά για το κατά πόσο οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα ενοχής. Η σχετική νομολογία μας, που αρχίζει από τις παλιές υποθέσεις R. v. Sfongaras 22 C.L.R. 13 και Volettos v. Republic
(1961)C.L.R. 169, τηρεί σταθερή γραμμή στο θέμα αυτό. Είναι ζήτημα που άπτεται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δίκαιης δίκης." Σαφή καθοδήγηση για το πώς αντιμετωπίζεται το ζήτημα αυτό έχουμε και από την υπόθεση Καυκαρής v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203 μέσα από την οποίαν εκτίθεται το πιο κάτω απόσπασμα: "Η ομολογία του εγκλήματος - εφόσο γίνεται δεκτή ως εθελούσια - μπορεί αφεαυτής να θεμελιώσει την καταδίκη του εφεσείοντα. Η ανθρώπινη εμπειρία υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν ομολογούν κατά κανόνα εγκλήματα τα οποία δεν διέπραξαν. Η συνείδηση του ανθρώπου όσο πωρωμένη κι αν είναι έχει εκρήξεις για λύτρωση από το βάρος του εγκλήματος που δεν ελέγχονται. Η ομολογία του εγκλήματος αποτελεί μέσο για την εκτόνωση της βεβαρημένης συνείδησης. Όσο θεληματική κι΄ αν είναι η κατάθεση του κατηγορουμένου είναι φρόνιμο, όπως ορίζει η νομολογία, να αναζητείται στο βαθμό που είναι δυνατό ενίσχυση της ορθότητας του περιεχομένου της. Έτσι αποκλείεται η πιθανότητα λάθους και συγχρόνως δεν ενθαρρύνονται οι ανακριτικές Αρχές να επιδιώκουν την ομολογία ως εύκολο υποκατάστατο της ανίχνευσης του εγκλήματος. Το περιεχόμενο της ομολογίας κρίνεται όχι μόνο με βάση τη συμφυή αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σ΄ αυτή αλλά και σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που τείνει να ενισχύσει ή να καταρρίψει την ορθότητα του περιεχομένου της." Πιο συγκεκριμένη όμως καθοδήγηση παρέχεται μέσα από την υπόθεση R. v. Sfongaras
(1957)2 C.L.R. 113, της οποίας το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα ομιλεί από μόνος του: ". the first question you ask when you are examining the confession of a man is, is there anything outside it to show that it was true ? is it corroborated ? are the statements made in it of fact so far as we can test them true ? was the prisoner a man who had the opportunity of committing the (offence) ? is his confession possible ? is it consistent with other facts which have been ascertained and which have been, as in this case, proved before us?" Συνεπώς, η νομολογία υποδεικνύει πως θα πρέπει να εξετάζεται κατά πόσο το περιεχόμενο της ομολογίας είναι πραγματικό.[7] Περαιτέρω, στην υπόθεση Καύκαρος κ.ά. v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 51 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι η ορθότητα περιεχομένου ομολογίας ενός κατηγορουμένου μπορεί να βεβαιωθεί και από εξωτερικά γεγονότα που, όπως είναι νομολογημένο, επαυξάνουν τη βαρύτητα που αποδίδεται σε μια ομολογία. Έχω την ταπεινή άποψη ότι η ανάγκη εξέτασης του στοιχείου της εθελούσιας ομολογίας για τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων από τον κατηγορούμενο επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης επίδειξης επιλήψιμης συμπεριφοράς από μέρους της ανακριτικής αρχής καλύπτοντας έτσι οποιουσδήποτε άλλους παράγοντες που δυνατό να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι η θεληματική κατάθεση δεν είναι προϊόν ελεύθερης βούλησης του κατηγορουμένου. Διαφορετικά ο κατηγορούμενος παραμένει εκτεθειμένος σε πιέσεις, απειλές, φόβους και εξαναγκασμούς προερχόμενους από διάφορες πηγές χωρίς έτσι από τη μια αυτός να προστατεύεται και από την άλλη να διασφαλίζεται ο σκοπός και η σημασία της ομολογίας. Τυχόν αντίθετη προσέγγιση από αυτή της ταπεινής άποψης μου θα δώσει τη λανθασμένη εντύπωση πως κάθε ομολογία είναι εθελούσια εκτός όταν η ανακριτική αρχή επιδείξει επιλήψιμη συμπεριφορά, πράγμα που φυσικά δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Μία τέτοια παράμετρος που χρήζει εξέτασης είναι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι απειλήθηκε και τρομοκρατήθηκε από τον αδελφό του και τον Ayed Houssein κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στα αστυνομικά κρατητήρια. Πρόκειται για σοβαρό ισχυρισμό που πρέπει να εξεταστεί με τη δέουσα σοβαρότητα καθότι τυχόν αποδοχής του θα έχει καταλυτικές συνέπειες στο αποτέλεσμα της υπόθεσης. Έχοντας εξετάσει όλη την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, διαπιστώνω πως ο πιο πάνω ισχυρισμός τέθηκε για πρώτη φορά από τον κατηγορούμενο στην κυρίως εξέταση του, δηλαδή σε πολύ καθυστερημένο στάδιο της υπόθεσης. Ένας τόσος σοβαρός ισχυρισμός δεν μπορεί να προβάλλεται για πρώτη φορά προς το τέλος της υπόθεσης αλλά θα πρέπει να τίθεται ενώπιον των μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής έτσι ώστε αυτοί να μπορέσουν να τοποθετηθούν και επιπλέον εάν η κατηγορούσα αρχή κρίνει απαραίτητο να κλητεύσει είτε τον αδελφό του κατηγορουμένου είτε τον Ayed Houssein για να δώσουν τις δικές τους εξηγήσεις επί του θέματος αυτού. Αυτό δεν έγινε. Εναλλακτικά αναμενόταν από τον κατηγορούμενο να παρουσιάσει επιπρόσθετη μαρτυρία η οποία να ενισχύει τη δική του στο θέμα αυτό μαρτυρία για να δώσει έτσι την ευκαιρία στην κατηγορούσα αρχή να την αντικρούσει μέσω της αντεξέτασης. Ούτε αυτό έγινε. Αναμενόταν ακόμη από τον κατηγορούμενο να καταγγείλει τον ισχυρισμό του περί απειλών και τρομοκρατίας του την αστυνομία τότε που συνέβηκε. Δεν το έπραξε επειδή φοβόταν για τη ζωή του. Αναμενόταν να το έθετε εις γνώση των τελωνειακών αρχών για να ληφθεί υπ' όψη. Ούτε αυτό έπραξε. Από τη στιγμή που ο αδελφός του εγκατέλειψε την Κύπρο και ο Ayed Houssein δεν μπορούσε πλέον να τον επηρεάσει όφειλε να καταγγείλει το εν λόγω γεγονός στην αστυνομία. Δεν το έπραξε επειδή δεν ήθελε να κάνει κακό στον αδελφό του. Με ποιο τρόπο όμως τώρα προστατεύει τον αδελφό του ισχυριζόμενος αυτά στο Δικαστήριο. Ένα άλλο σημείο που εγείρει αμφιβολίες ως προς την γνησιότητα και αλήθεια του ισχυρισμού του είναι ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να υποδεικνύει ότι η ενέργεια του κατηγορουμένου να πληρώσει το ποσό των €246,00 ως αναλογούντες αποφευχθέντες δασμοί και φόροι πλέον χρηματική επιβάρυνση και τόκο των 8 κούτων τσιγάρα είναι προϊόν εξαναγκασμού, απειλών και πίεσης που του ασκήθηκε από τον αδελφό του και τον Ayed Houssein. Από τη στιγμή που όπως ισχυρίζεται τον είχαν απειλήσει για να αναλάβει την ποινική ευθύνη της διάπραξης των αδικημάτων του κατηγορητηρίου πράγμα που έπραξε με τη θεληματική κατάθεση του στις 15.01.09 (Τεκμήριο 4Β) προς τι η προθυμία του να πληρώσει τους προαναφερόμενους δασμούς και φόρους στις 16.01.09 (Τεκμήριο 6Α). Εφόσον, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε στην προφορική μαρτυρία του, δεν μπορούσε ούτε σε ιατρό στην Κύπρο να μεταβεί για την αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας που επικαλείται λόγω έλλειψης χρημάτων από πού βρήκε χρήματα για να πληρώσει τους αποφευχθέντες δασμούς και φόρους που αναλογούσαν στην επιπλέον ποσότητα 8 κούτων τσιγάρων που καταναλώθηκαν σε τρίτα πρόσωπα και για προσωπική χρήση του κατηγορούμενου. Όλα τα πιο πάνω, αποδεικνύουν ότι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί απειλών, φόβου και τρομοκρατίας που του ασκήθηκε από τον αδελφό του και τον Ayed Houssein για να αναλάβει την ποινική ευθύνη της διάπραξης των αδικημάτων του κατηγορητηρίου είναι δεύτερες σκέψεις και εκ των υστέρων κατασκεύασμα του προκειμένου να αποφύγει τις συνέπειες των πράξεων του. Συνεπώς, ο εν λόγω ισχυρισμός του απορρίπτεται ως αναληθής. Παράλληλα, αποδέχομαι τη γραπτή ομολογία του ως εθελούσια και το περιεχόμενο της πραγματικό. Ως αποτέλεσμα αυτής της κατάληξης, αποδέχομαι ως αληθή και προϊόν ελεύθερης βούλησης του κατηγορουμένου το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 4Α, 4Β, 7Α και 7Β. Στρεφόμενος τώρα στην αξιολόγηση της προφορικής μαρτυρίας του κατηγορουμένου υπό το φως της εθελούσιας ομολογίας του παρατηρώ ότι ο κατηγορούμενος (ΜΥ) δεν ήταν ειλικρινής μάρτυρας. Κατασκεύασε και προώθησε μία εκ των υστέρων εκδοχή με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο προκειμένου να ξεφύγει από τις συνέπειες των πράξεων του που σχετίζονται με τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται. Η εν λόγω εκδοχή του έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το περιεχόμενο της θεληματικής κατάθεσης του, το οποίο προσπάθησε έντεχνα αλλά ανεπιτυχώς να ανακαλέσει. Επιρρίπτοντας σε όλους ευθύνες επιχειρεί να εμφανίσει τον εαυτό του ως το θύμα της υπόθεσης. Η εκδοχή που παρουσίασε στο Δικαστήριο δεν έχει έρεισμα στη λογική και παράλληλα στερείται πειστικότητας. Η παρουσίαση των θέσεων του και κυρίως οι προβαλλόμενες υπερασπίσεις αποτελούνται από ισχυρισμούς που περιορίζονται σε γενικό και αόριστο επίπεδο χωρίς να υποστηρίζονται είτε από άλλη μαρτυρία είτε από οποιαδήποτε έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Αναπόφευκτα παρέμειναν μετέωροι και ατεκμηρίωτοι. Περαιτέρω, κατά τη διάρκεια της κατάθεσης του στο Δικαστήριο υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις οι οποίες έπληξαν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία του ως μάρτυρα. Ο κατηγορούμενος προβάλλει τον ισχυρισμό ότι δεν διαμένει στην οδό Νίκης αρ.7, Άγιος Νικόλαος, Λεμεσού αλλά στην οδό Κοραή αρ.
  1. Ο ισχυρισμός του αυτός καταρρίπτεται από το περιεχόμενο της θεληματικής κατάθεσης του, το οποίο πλέον κρίθηκε από το Δικαστήριο ως αληθές και προϊόν ελεύθερης βούλησης του. Μέσα από αυτή, ο κατηγορούμενος ευθαρσώς και με σαφήνεια αναφέρει ότι διαμένει σε οικία που βρίσκεται στην οδό Νίκης αρ.7 στον Άγιο Νικόλαο Λεμεσού, την οποία και ενοικιάζει έναντι του μηνιαίου ποσού των €350,
  2. Σε άλλο σημείο της θεληματικής κατάθεσης του ο κατηγορούμενος τονίζει πως ο αδελφός του διαμένει σε άλλο σπίτι στη Λεμεσό. Περαιτέρω, ο πιο πάνω ισχυρισμός του διαψεύδεται από το Τεκμήριο 5, μέσα από το οποίο δόθηκε γραπτώς η συγκατάθεση του Hicham Yousfan Aldali, αδελφού του κατηγορουμένου, για διεξαγωγή έρευνας στην πιο πάνω οικία στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης αυτής. Ας σημειωθεί ότι η οικία ανοίχτηκε με κλειδί που είχε ο αδελφός του κατηγορουμένου και η έρευνα διεξήχθηκε στην παρουσία του στις 15.01.
  3. Ουδέποτε ο κατηγορούμενος αμφισβήτησε τη διεξαγωγή έρευνας στην οικία στην οδό Κοραή 7 στη Λεμεσό με τον τρόπο και κάτω από τις συνθήκες που ο ΜΚ περίγραψε στο Δικαστήριο. Το δε Τεκμήριο 5 φέρει την υπογραφή του αδελφού του κατηγορουμένου και έγινε στην παρουσία του ΜΚ, ενός άλλου συναδέλφου του (Θεοχάρη Κασκίρη) και του μεταφραστή, οι οποίοι επίσης υπέγραψαν το εν λόγω έγγραφο. Ουδέποτε το έγγραφο αυτό αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο. Όλες οι υπογραφές αναγνωρίστηκαν από τον ΜΚ χωρίς αυτό να αμφισβητηθεί από τον κατηγορούμενο. Επίσης, τα Τεκμήρια 7Α και 7Β, τα οποία υπογράφηκαν από τον κατηγορούμενο δηλώνουν ως διεύθυνση διαμονής του κατηγορουμένου την οδό Νίκης αρ.7, Άγιος Νικόλαος, Λεμεσού και όχι την οδό Κοραή αρ.7 όπως ψευδώς ισχυρίζεται. Ένεκα των πιο πάνω, ο εν λόγω ισχυρισμός του κατηγορουμένου απορρίπτεται ως ανυπόστατος και αναληθής. Ο κατηγορούμενος πρόβαλε ακόμη τον ισχυρισμό ότι η ποσότητα τσιγάρων που εντοπίστηκε ανήκει στον αδελφό του και τον Ayed Houssein. Σύμφωνα με την προσαχθείσα μαρτυρία, κατόπιν έρευνας τα τσιγάρα ανευρέθηκαν εντός και στην αυλή οικίας στην οδό Νίκης αρ.7, Άγιος Νικόλαος, Λεμεσού η οποία ενοικιάζεται από τον κατηγορούμενο. Μέσα από τη θεληματική κατάθεση του ο κατηγορούμενος περιγράφει με λεπτομέρεια τα πραγματικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι πρώτη φορά ασχολήθηκε με εμπόριο αφορολόγητων τσιγάρων και το έκαμε λόγω φτώχιας. Το Δεκέμβριο 2008 επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικά κάποιος Μοχάμετ από το Ιράκ και του πρότεινε να συνεργαστούν στην πώληση αφορολόγητων τσιγάρων. Συμφώνησαν ο κατηγορούμενος να χρεώνεται €5,50 ανά κούτα τσιγάρων και ο ίδιος να την πωλεί €7,
  4. Ο κατηγορούμενος θα είχε κέρδος τη διαφορά. Μεταξύ 02.01.09 και 05.01.09 ο κατηγορούμενος παρέλαβε από τον Μοχάμετ τα τσιγάρα τα οποία φύλαξε στο χώρο της οικίας του. Οκτώ κούτες τσιγάρα που ο κατηγορούμενος είχε πωλήσει του επιστράφηκαν από τους αγοραστές επειδή δεν ήταν αυθεντικές. Μέσα από την ίδια γραπτή κατάθεση του ο κατηγορούμενος τονίζει ρητά ότι για την επιχείρηση αυτή ο αδελφός του αλλά και ο Ayed Houssein δεν γνωρίζουν οτιδήποτε αλλά ούτε και έτυχε να γνωρίσουν τον Μοχάμετ που τον προμήθευσε με τα τσιγάρα. Επίσης, σε κάποιο σημείο της προφορικής κατάθεσης του ενώπιον του Δικαστηρίου εμπλέκει και το όνομα κάποιου Ραούλ, ιρακινής καταγωγής, ως ακόμη ένα πρόσωπο στο οποίον ανήκουν τα τσιγάρα. Πρόκειται όμως για ένα γενικό και αόριστο ισχυρισμό που στερείται τεκμηρίωσης και έτσι δεν μπορεί να γίνει πιστευτός. Ούτε και δόθηκαν οποιεσδήποτε άλλες λεπτομέρειες ή πληροφορίες γι΄ αυτόν τον Ραούλ. Κατά συνέπεια, οι πιο πάνω ισχυρισμοί είναι επιπρόσθετα εκ των υστέρων εφευρήματα του κατηγορουμένου που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Επιπλέον, ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του στο Δικαστήριο με σκοπό να παρουσιάσει τη δική του εκ των υστέρων κατασκευασμένη εκδοχή στο βαθμό και την έκταση που τον σύμφερε για να την καταστήσει πιστευτή επικαλέστηκε ότι αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι πάσχει από απώλεια μνήμης σε θέματα χρόνου όταν βρίσκεται σε ψυχολογική πίεση και συναισθηματική φόρτιση. Πρόκειται για ένα ισχυρισμό που άπτεται της αξιοπιστίας του ως μάρτυρα. Εξετάζοντας τον εν λόγω ισχυρισμό, παρατηρώ τα εξής: (α) Ο κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει στο Δικαστήριο οποιοδήποτε ιατρικό πιστοποιητικό που να τεκμηριώνει τον ισχυρισμό του. (β) Ουδέποτε απευθύνθηκε σε οποιαδήποτε νοσοκομείο της Κύπρου για την αντιμετώπιση ή έστω παρακολούθηση των κατ' ισχυρισμό ιατρικών προβλημάτων λόγω έλλειψης χρημάτων, τη στιγμή που ο ίδιος προθυμοποιήθηκε και πλήρωσε το ποσό των €246,00 ως αναλογούντες αποφευχθέντες δασμοί και φόροι πλέον χρηματική επιβάρυνση και τόκο των 8 κούτων τσιγάρα και τη στιγμή που όπως αναφέρει στην θεληματική κατάθεση του πλήρωνε τουλάχιστο μηνιαίως το ποσό των €175,00 που αντιστοιχούσε στο ήμισυ του ενοικίου για την οικία που ενοικίαζε αφού το άλλο μισό πληρωνόταν από τον Ayed Houssein, ο οποίος του ζήτησε να μένει μαζί του. Πρόκειται για μια ουσιώδη αντίφαση. (γ) Εφόσον τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε ήταν σοβαρά και απαιτούσαν ιατρική παρακολούθηση θα μπορούσε να ζητήσει τη βοήθεια της Κυπριακής Δημοκρατίας για την παροχή ιατροφαρμακευτικής αγωγής, πράγμα που δεν έπραξε σε αντίθεση με το αίτημα που υπέβαλε στις αρμόδιες κυπριακές αρχές για τη χορήγηση πολιτικού ασύλου. (δ) Μέσα από τη θεληματική κατάθεση του ο κατηγορούμενος αναφέρεται διάφορες φορές σε ημερομηνίες, ώρες και μήνες, στοιχείο το οποίο εξουδετερώνει τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί απώλειας μνήμης. Πρόκειται για άλλη μία ουσιώδη αντίφαση. Ως εκ τούτου, στη βάση των πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου για τον όποιο σκοπό έχει προβληθεί απορρίπτοντας τον ως ατεκμηρίωτο και αναληθές. Ταυτόχρονα απεικονίζει την έλλειψη αξιοπιστίας η οποία χαρακτηρίζει τη μαρτυρία του κατηγορουμένου. Ενόψει των πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν θεωρεί αξιόπιστη την προφορική μαρτυρία του κατηγορουμένου έτσι ώστε να βασιστεί σ' αυτή και να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την εκδοχή του κατηγορουμένου ως εκφράζουσα την αληθινή όψη των γεγονότων. Ωστόσο, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, το Δικαστήριο αποδέχεται το περιεχόμενο της θεληματικής κατάθεσης του κατηγορουμένου που δόθηκε προγενέστερα κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης από τον ΜΚ, το οποίο συνάδει με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στην υπόθεση αυτή. Ένα άλλο θέμα που τέθηκε για εξέταση είναι κατά πόσο το Τεκμήριο 3 το οποίο είναι δικαστικό διάταγμα προσωποκράτησης του κατηγορουμένου ημερομηνίας 13.01.09 σε σχέση με την υπόθεση αυτή υπόκειται σε αξιολόγηση. Επ' αυτού το Δικαστήριο θεωρεί ότι από τη στιγμή που κρίθηκε ότι το εν λόγω τεκμήριο μπορούσε να κατατεθεί αυτό αξιολογείται ανάλογα. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε το περιεχόμενο του τεκμηρίου αυτού, το Δικαστήριο αποδέχεται το περιεχόμενο του ως αληθές, κάτι που ήδη σημειώθηκε πιο πάνω. Επιπλέον, ο κατηγορούμενος πρόβαλε τη θέση πως επειδή πλήρωσε τους αναλογούντες αποφευχθέντες δασμούς και φόρους πλέον χρηματική επιβάρυνση και τόκο συνολικού ύψους €246,00 αναφορικά με τις 8 κούτες τσιγάρα υπήρξε συμβιβασμός για την εν λόγω ποσότητα με αποτέλεσμα η κατηγορούσα αρχή να εμποδιζόταν από το να καταχωρήσει και να προωθήσει τις κατηγορίες 7, 8 και 9 του κατηγορητηρίου. Το άρθρο 88
(1)του Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου του 2004, Ν.94(Ι)/2004 μετά των συναφών τροποποιήσεων, παρέχει τη δυνατότητα στο Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων να συμβιβάζει οποιοδήποτε αδίκημα ή πράξη που διαπράχτηκε ή για το οποίο υπάρχει εύλογη υποψία ότι διαπράχτηκε από κάποιο πρόσωπο, με εξαίρεση τα αδικήματα που περιγράφονται στα εδάφια
(3),
(4)και
(5)του άρθρου 89, κατά παρέκκλιση των διατάξεων της τελωνειακής ή άλλης νομοθεσίας υπό όρους που καθορίζονται από τον ίδιο κατά την κρίση του αποδεχόμενος από το πρόσωπο που εμπλέκεται στη διάπραξη του αδικήματος χρηματική πληρωμή η οποία δεν υπερβαίνει την ανώτατη χρηματική ποινή που προβλέπεται μέσα από τη σχετική νομοθεσία. Με την πληρωμή τέτοιου ποσού απαγορεύεται η λήψη περαιτέρω δικαστικών μέτρων για το αδίκημα εναντίον του προσώπου εάν δε τελεί υπό κράτηση αφήνεται ελεύθερος.[8] Από το λεκτικό του άρθρου 88
(1)του Ν.94(Ι)/2004 προκύπτει πως το εμπλεκόμενο πρόσωπο προτείνει συμβιβασμό στη βάση πληρωμής συγκεκριμένου ποσού τον οποίον ο Διευθυντής του Τμήματος Τελωνείων εξετάζει και αν αποδεκτεί οδηγεί σε εξωδικαστηριακή διευθέτηση της υπόθεσης. Είναι προφανές ότι σκοπός του νομοθέτη εδώ ήταν από τη μια να εξυπηρετήσει το δημόσιο συμφέρον και από την άλλη να αποφορτίσει το βεβαρημένο πρόγραμμα των Δικαστηρίων με τέτοιου είδους υποθέσεις. Στην παρούσα περίπτωση, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποδεικνύει ότι όντως ο κατηγορούμενος εισηγήθηκε ένα τέτοιο συμβιβασμό προσφέροντας συγκεκριμένο ποσό και ότι ο Διευθυντής του Τμήματος Τελωνείων τον αποδέκτηκε. Αντίθετα, είναι η θέση του κατηγορουμένου ότι ήταν ο Διευθυντής του Τμήματος Τελωνείων που εισηγήθηκε τέτοιο συμβιβασμό με την καταβολή δασμών και φόρων τον οποίον ο κατηγορούμενος αποδέκτηκε, πράγμα παράλογο και αντίθετο με τις πρόνοιες του συγκεκριμένου άρθρου για να μπορεί να ισχύει. Το ότι ο κατηγορούμενος κατέβαλε τους δασμούς, φόρους και τη χρηματική επιβάρυνση για τις 8 κούτες τσιγάρα είναι άνευ σημασίας για την ουσία του εν λόγω ισχυρισμού του κατηγορουμένου. Ούτε και επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την πορεία της παρούσας ποινικής υπόθεσης. Το άρθρο 53 του Ν.94(Ι)/2004 προνοεί τη δυνατότητα είσπραξης τελωνειακής οφειλής ως αστικό χρέος με τέτοια διαδικασία να ασκείται εις το όνομα του Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων. Η ενέργεια του κατηγορουμένου να πληρώσει τους αναλογούντες φόρους και δασμούς, οι οποίοι εμπίπτουν στην έννοια της τελωνειακής οφειλής όπως αυτή δίδεται μέσω της συνδυασμένης ερμηνείας των άρθρων 38 και 41 του Ν.94(Ι)/2004, απλώς αποκλείει τη λήψη επιπρόσθετης διαδικασίας εναντίον του για ανάκτηση τους ως αστικό χρέος, διευκολύνοντας με αυτό τον τρόπο τη θέση του. Το ίδιο ισχύει για το θέμα της χρηματικής ποινής και του τόκου, με την πληρωμή των οποίων ο κατηγορούμενος απλώς συμμορφώθηκε με τις διατάξεις των εδαφίων
(1)και
(2)του άρθρου 52 του Ν.94(Ι)/2004. Κατά συνέπεια, απορρίπτονται και αυτοί οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ως αβάσιμοι. Με αυτά τα δεδομένα, το Δικαστήριο κρίνει ότι κανένας συμβιβασμός δεν επιτεύχθηκε και ως εκ τούτου η κατηγορούσα αρχή κανένα εμπόδιο είχε στο να καταχωρήσει και να προωθήσει το ζήτημα των 8 κούτων τσιγάρων που αφορούν το αντικείμενο εκδίκασης των κατηγοριών 7, 8 και 9 του κατηγορητηρίου. Επιπροσθέτως, ο κατηγορούμενος προβάλλει τη θέση ότι λανθασμένα, παράνομα και κατά παράβαση των προνοιών του Συντάγματος αλλά και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, χωρίς όμως να προσδιορίζει ποια ακριβώς εννοεί και στη βάση ποιου άρθρου, το τελωνείο τον χρέωσε με χρηματική επιβάρυνση στους αναλογούντες φόρους και δασμούς αναφορικά με τις 8 κούτες τσιγάρα. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται τη θέση αυτή. Τα εδάφια
(1)και
(2)του άρθρου 52 του Ν.94(Ι)/2004 παρέχουν δικαίωμα στο τελωνείο να επιβάλλει χρηματική επιβάρυνση ίση προς το 10% του ποσού που βεβαιώνεται και τόκο προς 9% ετησίως επί του καταβλητέου ποσού συμπεριλαμβανομένης της χρηματικής επιβάρυνσης από την ημέρα που το εν λόγω ποσό κατέστη οφειλόμενο. Η χρηματική επιβάρυνση δεν αποκτά μορφή προστίμου. Ούτε και αποτελεί είδος ποινής. Ούτε και ποσό συμβιβασμού. Μπορεί όμως να χαρακτηριστεί ως επιπρόσθετο τέλος το οποίο χρεώνεται λόγω μη έγκαιρης πληρωμής αναλογούντων οφειλομένων δασμών και φόρων. Η ποινή που επιβάλλεται σ' έναν κατηγορούμενο αποτελεί αποκλειστική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία δεν μπορεί να υποκατασταθεί από οποιαδήποτε άλλη αρχή. Η εξουσία αυτή ασκείται στο πλαίσιο των νομοθετημάτων που προνοούν το είδος και το μέγιστο ύψος της ποινής που πρέπει να επιβάλλεται σ' έναν κατηγορούμενο, στην περίπτωση που αυτός διαπράττει αδίκημα παραβιάζοντας τις διατάξεις τους. Η έννοια και σημασία της ποινής παρέχεται μέσα από τον Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων και ιδιαίτερα των άρθρων 80 και 2 που αποτελεί το ερμηνευτικό πλαίσιο του νόμου αυτού. Οι πρόνοιες του Συντάγματος δεν απαγορεύουν κάτι τέτοιο. Αντίθετα το άρθρο 24 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας αναγνωρίζει την ύπαρξη τέλους το οποίο επιβάλλεται δυνάμει νομοθεσίας. Αντλώντας καθοδήγηση από το κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας' του Ανδρέα Νικόλα Λοΐζου έκδοση 2001 παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα στις σελίδες 161 και 162 αυτού που τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση, το περιεχόμενο του οποίου ομιλεί από μόνο του: «Επιπρόσθετη επιβάρυνση που επιβάλλεται λόγω της μη έγκαιρης πληρωμής του φόρου δεν ισοδυναμεί με επιβολή ποινής κάτω από την έννοια του Άρθρου 12.3 του Συντάγματος, γιατί εξαρτάται από το αντικειμενικό κριτήριο της μη καταβολής και όχι σε κάποια υποκειμενικά κριτήρια ή τη μη καταβολή για μη εύλογη αιτία. Αυτό δεν αντίκειται στην παράγραφο 4 του Άρθρου 24, ούτε και είναι ποινή κάτω από την έννοια του Άρθρου 12.3 του Συντάγματος. Στην πραγματικότητα είναι μια επιβάρυνση που προβλέπεται από Νόμο, ώστε να προτρέπει τον φορολογούμενο να καταβάλλει έγκαιρα, πράγμα που συνδράμει τη χρηστή διοίκηση, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα βάρη που επιβαρύνουν τα δημόσια έσοδα ένεκα της μη έγκαιρης καταβολής.» Ούτε επίσης και οι διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Ελευθεριών απαγορεύουν τη χρέωση χρηματικής επιβάρυνσης στα πλαίσια πληρωμής οφειλομένων δασμών και φόρων. Πέραν αυτού, ο Ν.94(Ι)/2004αφού πρώτα εναρμονίστηκε με την ευρωπαϊκό δίκαιο εισήχθηκε εις αντικατάσταση αρχαιότερης νομοθεσίας και τέθηκε σε ισχύ με την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εξετάζοντας τα Τεκμήρια 6Α και 6Β διαπιστώνω ότι χρεώθηκε χρηματική επιβάρυνση ύψους €22,00 που αντιστοιχεί περίπου σε 9,87% του ποσού που οφείλεται, μικρότερο δηλαδή του 10% που οι διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 52 του Ν.94(Ι)/2004 προνοούν συνάδοντας έτσι με τις πρόνοιες αυτού. Παράλληλα, παρατηρώ πως το €1,00 που χρεώθηκε ως τόκος είναι 0,45% κατά πολύ μικρότερο έτσι από ότι προνοεί το εδάφιο
(2)του άρθρου 52 του Ν.94(Ι)/2004. Βέβαια ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης δεν έθεσε θέμα αντισυνταγματικότητας του Ν.94(Ι)/2004 και/ή ότι το εν λόγω νομοθέτημα βρίσκεται σε αντίθεση με οποιαδήποτε συγκεκριμένη ευρωπαϊκή νομοθεσία και ως εκ τούτου δεν εξετάζεται κάτι τέτοιο. Στη βάση αυτών των παραμέτρων, το Δικαστήριο απορρίπτει αυτή τη θέση του κατηγορουμένου ως ανεδαφική και νομικά ατεκμηρίωτη. Ο κατηγορούμενος επίσης δια του ευπαιδεύτου συνηγόρου του, θέτει, εμμέσως πλην σαφώς, θέμα καθυστέρησης στην προώθηση της υπόθεσης αυτής ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτό εκλαμβάνεται ως ισχυρισμός του κατηγορουμένου για παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος για διάγνωση της ποινικής ευθύνης του και κατ' επέκταση εκδίκασης της υπόθεσης του εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Το δικαίωμα του κατηγορουμένου για διάγνωση της ποινικής ευθύνης του και εκδίκαση της υπόθεσης του εντός εύλογου χρονικού διαστήματος κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος καθώς και από το άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Ελευθεριών. Με το ζήτημα αυτό ασχολήθηκε όμως εκτενώς και η κυπριακή νομολογία. Συγκεκριμένα, στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Βάσος Βάσου και Ανδρέα Κλεάνθους 'Λούης'
(2005)2 Α.Α.Δ. 653 υποδείχθηκε πως στα πλαίσια καθορισμού του 'εύλογου χρονικού διαστήματος' και κατ' επέκταση να διαγνωστεί κατά πόσο σημειώθηκε παραβίαση του άρθρου 30.2 του Συντάγματος, το οποίο αντιστοιχεί στο Άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Ελευθεριών, λαμβάνονται υπόψη η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, η συμπεριφορά του αιτητή και η συμπεριφορά του δικαστικού οργάνου. Στην υπόθεση Ευσταθίου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 294 αναφέρθηκαν επίσης ως παράγοντες η φύση και ο χαρακτήρας της υπόθεσης καθώς και η συμπεριφορά ανακριτικών και εισαγγελικών αρχών αλλά και του κατηγορουμένου. Αφετηρία του χρόνου σε ποινικές υποθέσεις είναι η ημέρα συλλήψεως ή καταγγελίας. Στην έννοια του 'εύλογου χρόνου' εμπίπτει και το χρονικό διάστημα που αναλώνεται για την προσαγωγή του παραβάτη ενώπιον της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223 τονίστηκε ότι η συμβολή κατηγορουμένου στην καθυστέρηση μετρά εναντίον του. Τυχόν δε παραβίαση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται με το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος καθιστά τη διαδικασία άκυρη στην ολότητά της.[9] Στην προκειμένη περίπτωση και κατόπιν εξέτασης των περιστάσεων που περιβάλουν την υπόθεση αλλά και λαμβάνοντας υπόψη όλων των σχετικών παραγόντων περιλαμβανομένου της φύσεως και του χαρακτήρα των αδικημάτων, δεν διαπιστώνεται παραβίαση των προνοιών του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία αλλά και το φάκελο της υπόθεσης παρατηρώ ότι κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς στις 18.01.09 ενώ το σχετικό κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 16.06.09. Έχοντας υπόψη τη δυσκολία που χαρακτηρίζει τη φύση και στοιχειοθέτηση μιας τέτοιας υπόθεσης, το ότι στα πλαίσια ετοιμασίας της υπόθεσης αυτής και συγκεκριμένα μετά που ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς διερευνάτο ακόμη ενδεχόμενη συμμετοχή των Hicham Yousfan Aldali και Ayed Houssein σε συνδυασμό με την εξέταση ισχυρισμών που ο κατηγορούμενος πρόβαλε που αποσκοπούσαν στον εντοπισμό άλλων προσώπων που εμπλέκονταν στην ίδια υπόθεση καθώς και τις ενέργειες που το τελωνείο έλαβε με σκοπό την εξέταση της γνησιότητας της ποσότητας τσιγάρων που εντοπίστηκε προς διασφάλιση της δημόσιας υγείας, κρίνω ότι το χρονικό διάστημα των 5 μηνών περίπου που διέρρευσε είναι υπό τις περιστάσεις λογικό και δικαιολογημένο και ως εκ τούτου κανένα δικαίωμα του κατηγορουμένου έχει παραβιαστεί. Ούτε προκύπτει οποιαδήποτε ευθύνη της κατηγορούσας αρχής για την παρέλευση του χρονικού διαστήματος από την καταχώρηση του κατηγορητηρίου μέχρι και σήμερα καθώς από το ιστορικό του φακέλου διαπιστώνεται ότι αναλώθηκε χρόνος στο να εντοπιστεί ο κατηγορούμενος και να του επιδοθεί το κατηγορητήριο, στο να διορίσει ο ίδιος δικηγόρο μέσω αίτησης για νομική αρωγή και σε αιτήματα του για αναβολή της ακρόασης τα οποία κρίθηκαν δικαιολογημένα. Η στάση και συμπεριφορά αυτή του κατηγορουμένου σε συνάρτηση με αυτή που επέδειξε η κατηγορούσα αρχή αλλά και το Δικαστήριο που πάντοτε ήταν έτοιμο και πρόθυμο να επιληφθεί της υπόθεσης αυτής με εξαίρεση δύο μόνο περιπτώσεων όπου λόγω του βεβαρημένου προγράμματος του δεν ήταν σε θέση να της επιληφθεί αλλά ορίστηκαν για ακρόαση σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, είναι στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη και παράλληλα αποδεικνύουν ότι δεν υπήρξε αλλά και δεν υπάρχει παραβίαση των προνοιών του άρθρου 30.2 του Συντάγματος καθώς και του άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.[10] Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης αυτής, τα παραδεκτά γεγονότα καθώς και τα γεγονότα που τελικά δεν αμφισβητήθηκαν, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: Ο κατηγορούμενος εισήλθε στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας υπό το καθεστώς του πολιτικού πρόσφυγα. Υπέβαλε στις αρμόδιες αρχές της Κύπρου σχετική αίτηση πολιτικού ασύλου και διέμενε σε οικία στην οδό Νίκης αρ.7, Άγιος Νικόλαος, Λεμεσού την οποίαν και ενοικίαζε έναντι μηνιαίου ενοικίου ύψους €350,
  1. Μαζί με τον κατηγορούμενο διέμενε κάποιος Ayed Houssein, ομοεθνής του κατηγορουμένου που του πρότεινε να μένει μαζί του και να καταβάλλει το ήμισυ ποσό του μηνιαίου ενοικίου, πράγμα που ο κατηγορούμενος αποδέκτηκε. Στην Κύπρο βρισκόταν και ο αδελφός του κατηγορουμένου, Hicham Yousfan Aldali, επίσης αιτητής πολιτικού ασύλου, ο οποίος ενώ ενοικίαζε σπίτι στην οδό Κοραή 7 στη Λεμεσό, για περίοδο 2 μηνών διέμενε στο σπίτι του κατηγορουμένου λόγω δυστυχήματος που είχε. Το Δεκέμβριο 2008 επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον κατηγορούμενο κάποιος Μοχάμετ από το Ιράκ και του πρότεινε να συνεργαστούν στην πώληση αφορολόγητων και αδασμολόγητων τσιγάρων. Ο κατηγορούμενος συμφώνησε με τον Μοχάμετ όπως ο δεύτερος χρεώνει τον πρώτο με το ποσό των €5,50 ανά κούτα τσιγάρων ενώ ο κατηγορούμενος να πωλεί κάθε κούτα τσιγάρων με το ποσό των €7,
  2. Η διαφορά των €1,50 ανά κούτα τσιγάρων θα ήταν το κέρδος του κατηγορουμένου από την επιχείρηση αυτή. Για την επιχείρηση αυτή τόσο ο αδελφός του κατηγορουμένου όσο και ο Ayed Houssein δεν γνώριζαν οτιδήποτε αλλά ούτε και έτυχε να γνωρίσουν τον Μοχάμετ που προμήθευσε τον κατηγορούμενο με τα αφορολόγητα και αδασμολόγητα τσιγάρα. Μεταξύ 02.01.09 και 05.01.09 ο κατηγορούμενος παρέλαβε από τον Μοχάμετ ποσότητα αφορολόγητων και αδασμολόγητων τσιγάρων τα οποία φύλαξε στο χώρο της οικίας του. Στις 12.01.2009 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εξέδωσε ένταλμα έρευνας της οικίας και των υποστατικών της που βρίσκονται στην οδό Νίκης αρ. 7 στον Άγιο Νικόλαο στη Λεμεσό, στη βάση της ένορκης καταγγελίας του αστυφύλακα 146 Α. Παρμαξή ότι σ' αυτή φυλάσσονταν και αποκρύπτονταν ποσότητες τσιγάρων. Η έρευνα της εν λόγω οικίας διεξήχθηκε στις 13.01.2009 μεταξύ των ωρών 06:00-06:40 και σ' αυτή συμμετείχαν μεταξύ άλλων οι αστυφύλακες 146 και 1599 Α. Παρμαξής και Χρ. Χριστοδούλου αντίστοιχα. Κατά την είσοδο στην πιο πάνω οικία εντοπίστηκαν ο κατηγορούμενος, ο αδελφός του Hicham Yousfan Aldali και ο ομοεθνής του Ayed Hussein. Οι υπό αναφορά αστυνομικοί αφού ενημέρωσαν τους ενοίκους της οικίας για το σκοπό της επίσκεψης τους και αφού τους υποδείχθηκε το ένταλμα έρευνας, προχώρησαν στην έρευνα της οικίας όπου σε ερμάρι του υπνοδωματίου στο οποίο κοιμόταν ο κατηγορούμενος εντόπισαν τις ακόλουθες ποσότητες τσιγάρων: 3 κιβώτια Χ 50 κούτες Χ 200 τσιγάρα μάρκας Gauloise Red 18 κούτες Χ 200 τσιγάρα μάρκας Gauloise Red 1 κιβώτιο Χ 50 κούτες Χ 200 τσιγάρα μάρκας Gauloise Blue 43 κούτες Χ 200 τσιγάρα μάρκας Gauloise Blue 1 κιβώτιο Χ 50 κούτες Χ 200 τσιγάρα μάρκας L & M Blue 10 κούτες Χ 200 τσιγάρα L & M Blue 3 κούτες Χ 200 τσιγάρα μάρκας L & M Blue 48 κούτες Χ 200 τσιγάρα μάρκας L & M Red Σύνολο 372 κούτες Χ 200 τσιγάρα Από τον έλεγχο που έγινε στις ποσότητες των τσιγάρων που ανευρέθηκαν διαπιστώθηκε ότι ήταν αφορολόγητες καθότι δεν έφεραν την απαιτούμενη προειδοποιητική σήμανση του Υπουργείου Υγείας που αναφέρεται στο βλαβερό του καπνίσματος. Επιπρόσθετα, όλα τα ευρεθέντα τσιγάρα μάρκας L & M έφεραν τη σήμανση «For Duty Free Sales Only», ένδειξη ότι δεν είχαν καταβληθεί οι αναλογούντες σ΄ αυτά δασμοί και φόροι. Στη συνέχεια όλοι οι αλλοδαποί συνελήφθησαν για το αυτόφωρο αδίκημα της κατοχής αδασμολόγητων τσιγάρων και αφού τους επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, ο Ayed Hussein απάντησε «ενε δικά μου» οι δεν άλλοι δεν έδωσαν οποιαδήποτε απάντηση. Ακολούθως εκδόθηκε διάταγμα προσωποκράτησης του για περίοδο 6 ημερών έτσι ώστε να διερευνηθεί απρόσκοπτα η υπόθεση αυτή. Σε έρευνα που ακολούθησε σε υποστατικό που βρίσκεται εντός της αυλής της οικίας του κατηγορουμένου εντοπίστηκαν σ' αυτό 90 κούτες Χ 200 τσιγάρα μάρκας Gitanes Blue, τσιγάρα τα οποία επίσης δεν έφεραν την προαπαιτούμενη σήμανση. Όταν τους επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο όλοι οι αλλοδαποί δεν έδωσαν οποιαδήποτε απάντηση. Με την ολοκλήρωση της έρευνας περί ώρα 06:40 όλοι οι αλλοδαποί και τα ευρεθέντα τσιγάρα μεταφέρθηκαν στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού όπου στη συνέχεια οι αλλοδαποί παραδόθηκαν στον αστυφύλακα 476 του Αστυνομικού Σταθμού Αγίου Ιωάννη Λεμεσού, τα δε ευρεθέντα τσιγάρα παραδόθηκαν λόγω αρμοδιότητας στον Τελωνειακό Λειτουργό Δημήτρη Λουκαΐδη για περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης ο οποίος και τα έχει υπό τη φύλαξη του. Η δασμολογητέα αξία των επίδικων τσιγάρων και τα ποσά των αναλογούντων σ' αυτά δασμός και φόροι είναι όπως αυτά αναγράφονται στις επιμέρους κατηγορίες της παρούσας υπόθεσης. Στις 15.01.09 και κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του αδελφού του κατηγορουμένου ερευνήθηκε η οικία του στην οδό Κοραή 7 στη Λεμεσό χωρίς να εντοπιστεί οτιδήποτε το τελωνειακά επιλήψιμο. Κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης από τον αρμόδιο λειτουργό του τμήματος τελωνείου, ο κατηγορούμενος προέβηκε σε θεληματική κατάθεση ενώ στις 18.01.09 και ώρα 10:55 αφού κατηγορήθηκε γραπτώς απάντησε παραδοχή στις κατηγορίες που του πρόσαψαν. Την ίδια ημέρα και ώρα 11:05 ο κατηγορούμενος αφέθηκε ελεύθερος. Επίσης, κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης δεν προέκυψε οποιοδήποτε ενοχοποιητικό στοιχείο εναντίον των Ayed Houssein και Hicham Yousfan Αldali, οι οποίοι επίσης αφέθηκαν ελεύθεροι χωρίς να κατηγορηθούν. Οι 462 κούτες τσιγάρων που εντοπίστηκαν στην οικία του κατηγορουμένου κατασχέθηκαν και εφόσον η κατάσχεση τους δεν αμφισβητήθηκε δημεύτηκαν. Μέρος της ποσότητας των 462 κούτων τσιγάρων, ήτοι οκτώ κούτες τις οποίες ο κατηγορούμενος είχε πωλήσει σε τρίτα πρόσωπα του επιστράφηκαν επειδή δεν ήταν αυθεντικές. Επιπρόσθετα των 462 κούτων τσιγάρα, ποσότητα 8 κούτων τσιγάρα πωλήθηκαν από τον κατηγορούμενο σε τρίτα πρόσωπα ωστόσο μέρος από αυτές, ήτοι 7 πακέτα τσιγάρα, καταναλώθηκαν από τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Για τις εν λόγω 8 κούτες τσιγάρων ο κατηγορούμενος προθυμοποιήθηκε και στις 16.01.09 πλήρωσε όλους τους αναλογούντες δασμούς και φόρους εκ €223,00 πλέον χρηματική επιβάρυνση εκ €22,00 πλέον τόκο εκ €1,00, ήτοι το συνολικό ποσό των €246,00, τα οποία είχε υπολογίσει ο ΜΚ (Δημήτρης Λουκαΐδης) που διερευνούσε την παρούσα υπόθεση εκ μέρους και για λογαριασμό του τμήματος τελωνείου. Παράλληλα, έγιναν ενέργειες με σκοπό την εξέταση της γνησιότητας της ποσότητας τσιγάρων που εντοπίστηκε καθότι τίθετο θέμα κινδύνου για τη δημόσια υγεία. Κατόπιν εξέτασης διαπιστώθηκε ότι 48 κούτες τσιγάρων μάρκας L&M Red δεν ήταν γνήσιες αλλά απομιμήσεις. Εκτός από τα ευρήματα που καταγράφονται εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι μέρος αυτών αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Θα εξετάσω τώρα αν μέσα από τη νομική πτυχή και τα συμπεράσματα στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία όλων των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Θα πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι όλα τα σημεία που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο αποτελούν και αυτά αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλέπε Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλέπε Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Το πρώτο αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος είναι η κατοχή αδασμολόγητων εμπορευμάτων κατά παράβαση του άρθρου 93 του Ν.94(Ι)/2004. Μελετώντας το άρθρο αυτό διαπιστώνω τ' ακόλουθα ως συστατικά στοιχεία του: (α) Κατοχή ή με οποιοδήποτε τρόπο συμμετοχή στη μεταγωγή, μεταφορά, αποθήκευση, στέγαση, φύλαξη ή απόκρυψη (β) εμπορευμάτων (γ) γνώση ότι η καταβολή του δασμού ή και φόρου έχει ή πρόκειται να αποφευχθεί Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν.94(Ι)/2004, στον ορισμό της λέξης 'φόρος' περιλαμβάνεται ο 'φόρος κατανάλωσης' και ο 'φόρος προστιθέμενης αξίας'. Οι εισαγωγικοί δασμοί επιβάλλονται κατά την εισαγωγή των εμπορευμάτων που εισήχθησαν στην Κυπριακή Δημοκρατία από κράτη μη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η τελωνειακή οφειλή γεννάται, ανάμεσα σ' άλλα, στην περίπτωση που το πρόσωπο που απέκτησε ή κατείχε τα εμπορεύματα γνώριζε ή λογικά όφειλε να γνωρίζει τη στιγμή της απόκτησης ή παραλαβής τους ότι δεν έχουν πληρωθεί οι αναλογούντες δασμοί αφού εισήχθηκε στην Κύπρο κατά τρόπο παράνομο. Με βάση τη σχετική νομοθεσία, τα επίδικα εμπορεύματα υπόκεινται στην καταβολή εισαγωγικών δασμών. Το ότι τα τσιγάρα εμπίπτουν στην έννοια του 'εμπορεύματος' τα οποία υπόκεινται στη χρέωση εισαγωγικών δασμών δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Στην παρούσα υπόθεση αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο διάπραξης του αδικήματος ο κατηγορούμενος κατείχε παράνομα 462 κούτες αδασμολόγητα και αφορολόγητα τσιγάρα τα οποία είχε φυλάξει στην οικία του στη Λεμεσό. Ειδικότερα, εντοπίστηκε ποσότητα 362 κούτων τσιγάρων σε ερμάρι στο υπνοδωμάτιο που ο κατηγορούμενος κοιμόταν καθώς και 90 κούτες τσιγάρα σε υποστατικό που βρίσκεται εντός της αυλής της οικίας του στην οδό Νίκης αρ.7, Άγιος Νικόλαος, Λεμεσού. Επίσης, αποτελεί εύρημα Δικαστηρίου ότι όλες οι κούτες τσιγάρων δεν έφεραν την προαπαιτούμενη σήμανση του Υπουργείου Υγείας που αναφέρεται στο βλαβερό του καπνίσματος, στοιχείο που αποδεικνύει ότι δεν είχαν καταβληθεί οι αναλογούντες σ' αυτά φόροι, ενώ παράλληλα σε όλα τα ευρεθέντα τσιγάρα μάρκας L & M υπήρχε η σήμανση «For Duty Free Sales Only», στοιχείο που τεκμηριώνει ότι δεν είχαν καταβληθεί οι αναλογούντες σ΄ αυτά δασμοί. Ο δε κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο του αδικήματος γνώριζε ότι δεν είχαν πληρωθεί οι αναλογούντες φόροι και δασμοί στην ποσότητα τσιγάρων που εντοπίστηκε στην οικία του. Στη θεληματική κατάθεση του αναφέρει τη συνεργασία του με κάποιο Μοχάμετ από το Ιράκ για την πώληση αφορολόγητων και αδασμολόγητων τσιγάρων, πράγμα που επισφραγίστηκε με την παραλαβή και κατοχή της ποσότητας που εντοπίστηκε στην οικία του. Σε άλλο δε σημείο της θεληματικής κατάθεσης του ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι είναι η πρώτη φορά που ασχολείται με εμπόριο αφορολόγητων και αδασμολόγητων τσιγάρων αλλά υποχρεώθηκε να το πράξει λόγω φτώχιας. Προκύπτει ακόμη σαφώς μέσα από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 4Α και 4Β ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της παραλαβής και κατοχής των τσιγάρων, ο κατηγορούμενος ακόμη γνώριζε ότι ο Μοχάμετ με τον οποίον συνεργάστηκε εισήγαγε παράνομα τα τσιγάρα φέρνοντας τα με βάρκες από τη Συρία. Το ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η μεγάλη ποσότητα τσιγάρων που εντοπίστηκε στην οικία του ήταν αφορολόγητη και αδασμολόγητη διαπιστώνεται επίσης από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ένα πακέτο τσιγάρα L&M μπλε με τους ανάλογους δασμούς και φόρους έχει αξία αγοράς €3,00 περίπου. Ο ίδιος κάπνιζε και αγόραζε τη συγκεκριμένη μάρκα τσιγάρων πληρώνοντας το πιο πάνω ποσό. Την ίδια στιγμή παραδέχεται πως συμφώνησε με το Μοχάμετ να χρεώνεται €5.50 ανά κούτα τσιγάρων, η οποία κούτα περιέχει 10 πακέτα τσιγάρα και παράλληλα να την πωλεί €7,00 με τον ίδιο να επωφελείται τη διαφορά €1,50 ως το κέρδος του από αυτή τη συνεργασία. Η ενέργεια του να συμφωνήσει στην πώληση τσιγάρων σε πολύ μικρότερη τιμή από ότι αυτά πραγματικά πωλούνται στην κυπριακή αγορά με δασμούς και φόρους τεκμηριώνει ότι ο κατηγορούμενος όταν παραλάμβανε την ποσότητα τσιγάρων που εντοπίστηκε στην οικία του γνώριζε ότι δεν είχαν καταβληθεί σ' αυτή οι δασμοί και φόροι. Κατά συνέπεια, το πρώτο αδίκημα στοιχειοθετείται. Το δεύτερο αδίκημα αφορά την κατοχή αφορολόγητων εμπορευμάτων κατά παράβαση του άρθρου 140
(7)του Ν.91(Ι)/2004. Τα συστατικά στοιχεία του άρθρου αυτού είναι: (α) Κατοχή (β) εμπορευμάτων (γ) για τα οποία δεν έχουν πληρωθεί οι φόροι κατανάλωσης. Το αδίκημα της κατοχής αφορολόγητων εμπορευμάτων κατά παράβαση του άρθρου 140
(7)του Ν.91(Ι)/2004 είναι αυστηρής ευθύνης χωρίς έτσι να απαιτείται η απόδειξη υποκειμενικής υπόστασης-ένοχης διάνοιας (mens rea) αλλά απλώς η απόδειξη κατοχής των αφορολογήτων εμπορευμάτων (actus reus). Αυτό προκύπτει από το λεκτικό του εν λόγω άρθρου, από τη φύση του νομοθετήματος και από το πρόβλημα το οποίο το νομοθέτημα αποσκοπεί να επιλύσει που είναι η αποφυγή καταβολής του νενομισμένου φόρου. Σχετική με το θέμα αυτό είναι η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Αντώνη Δημητρίου Ποινική Έφεση 119/2009 ημερομηνίας 18.06.10. Σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.91(Ι)/2004, ο φόρος κατανάλωσης είναι απαιτητός και κατ' επέκταση πληρωτέος κατά το χρόνο που τα εμπορεύματα τίθενται σε ανάλωση. Αναφορικά με τα πρώτα δύο συστατικά στοιχεία του αδικήματος απλά παραπέμπω στα όσα ήδη ανάφερα για την πρώτη κατηγορία καθότι τυγχάνουν και εδώ εφαρμογής. Σε σχέση με τη μη πληρωμή φόρων κατανάλωσης, το Δικαστήριο καταλήγει στο ασφαλές συμπέρασμα ότι όταν τα εμπορεύματα παραδόθηκαν στον κατηγορούμενο και συγκεκριμένα στην οικία του στη Λεμεσό με σκοπό την κατανάλωση τους δεν είχαν πληρωθεί οι αναλογούντες φόροι κατανάλωσης. Με βάση τις διατάξεις του Ν.91(Ι)/2004, τα εμπορεύματα που εντοπίστηκαν στην οικία του κατηγορουμένου στη Λεμεσό υπόκεινται στην καταβολή φόρων κατανάλωσης Αυτό το ομολογεί ο ίδιος ο κατηγορούμενος μέσα από τη θεληματική κατάθεση του αλλά και προκύπτουν τόσο μέσα από τη μαρτυρία του ΜΚ που έγινε αποδεκτή καθώς και μέσα από το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων όπου, ανάμεσα σ' άλλα, δηλώνεται από κοινού ότι όλη η ποσότητα τσιγάρων που εντοπίστηκε στην οικία του κατηγορουμένου δεν έφερε την απαιτούμενη σήμανση του Υπουργείου Υγείας περί βλαβερότητας του καπνίσματος. Το ότι η ποσότητα των 462 κούτων τσιγάρων εκ των υστέρων κατασχέθηκε και δημεύτηκε εφόσον η κατάσχεση της δεν αμφισβητήθηκε ουδεμία σημασία έχει για σκοπούς τεκμηρίωσης του αδικήματος αυτού. Συνεπώς, στοιχειοθετείται και το δεύτερο αδίκημα. Το τρίτο αδίκημα σχετίζεται με την κατοχή αφορολόγητων εμπορευμάτων κατά παράβαση του άρθρου 46
(7)του Ν.95(Ι)/2000. Τα συστατικά στοιχεία του άρθρου αυτού είναι: (α) Κατοχή (β) αγαθών (γ) έχοντας λόγους να πιστεύει η καταβολή του Φ.Π.Α. του επιβλητέου επί της παράδοσης των αγαθών, απόκτησης ή εισαγωγής τους στην Κύπρο είτε από άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή από κράτος μη μέλος έχει ή πρόκειται να αποφευχθεί. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)(γ) του Ν.95(Ι)/2000, ο Φ.Π.Α. επιβάλλεται με την εισαγωγή αγαθών στην Κυπριακή Δημοκρατία. Το δε άρθρο 17(β) της ιδίας νομοθεσίας προνοεί την επιβολή του συντελεστή Φ.Π.Α. που βρίσκεται σε ισχύ επί της αξίας των αγαθών με την εισαγωγή αυτών στην Κύπρο από χώρα μη μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με βάση τις πρόνοιες του Ν.95(Ι)/2000, τα εμπορεύματα που εντοπίστηκαν στην οικία του κατηγορουμένου στη Λεμεσό υπόκεινται στην καταβολή Φ.Π.Α. Το ότι τα επίδικα τσιγάρα εμπίπτουν στην έννοια των 'αγαθών' που υπόκεινται στη χρέωση ΦΠΑ δεν αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο. Για σκοπούς σχολιασμού του αδικήματος αυτού θεωρώ ότι ισχύουν τα όσα ήδη ανάφερα μέσα από τα δύο πρώτα αδικήματα στα οποία και παραπέμπω χωρίς να χρήζει να επαναλάβω οτιδήποτε. Επομένως, στοιχειοθετείται η διάπραξη του τρίτου αδικήματος από τον κατηγορούμενο. Το τέταρτο αδίκημα αφορά δόλια αποφυγή καταβολής δασμού σε σχέση με τις 462 κούτες τσιγάρων που εντοπίστηκαν στην οικία του κατηγορουμένου στη Λεμεσό κατά παράβαση των άρθρων 91
(1)και 114 του Ν.94(Ι)/2004. Τα συστατικά στοιχεία του άρθρου 91
(1)του Ν.94(Ι)/2004 είναι τα εξής: (α) Πρόσωπο να ενέχεται (β) Σε δόλια αποφυγή καταβολής δασμού ή και φόρου ή προβαίνει σε ενέργειες με σκοπό την δόλια αποφυγή καταβολής δασμού ή και φόρου είτε από τον ίδιο είτε από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Στην υπόθεση Henry Harry Hodfield v. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2002)2 Α.Α.Δ. 414 εξετάστηκε το θέμα της γνώσης στην αποφυγή καταβολής δασμών και αναφέρθηκε ότι η απόδειξη της στηρίζεται συνήθως από το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας. Στην ίδια υπόθεση τονίστηκε πως σε τέτοιου είδους περιπτώσεις δεν αναμένεται απευθείας μαρτυρία αλλά περιστατική, η οποία συνάγεται από τη συμπεριφορά του δράστη και γενικά τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Σχετική επίσης με το ζήτημα αυτό είναι και η υπόθεση Tinker Paul Michael v. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2006)2 Α.Α.Δ. 411. Σε σχέση με το στοιχείο του δόλου γίνεται αναφορά, μέσα από την υπόθεση Henry Harry Hodfield v. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2002)2 Α.Α.Δ. 414, από δύο αποσπάσματα από το αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold "Criminal Pleadings, Evidence and Practice" έκδοση 1994 που θέτουν το ζήτημα στη σωστή του διάσταση. Το πρώτο στη σελίδα 2/938 (παρ. 25-409) δείχνει πως οι σχετικές πρόνοιες καλύπτουν και τα εμπορεύματα τα υποκείμενα σε δασμό: "(i) Knowledge that the goods are prohibited/restricted It must be noted that offences created by section 170
(1)and 170
(2)apply to two different categories of goods, namely dutiable goods and prohibited or restricted goods (for statutory definitions see s.1 , ante, && 25-344, 25-345)." Και το δεύτερο για το δόλο στη σελίδα 2/941 (παρ. 25-412): "(ii) Meaning of "fraudulent" The presence of the word "fraudulent" in section 170
(2)has the effect that, on a prosecution for fraudulent evasion or attempted evasion of a prohibition or restriction with respect to goods or duty chargeable thereon, the prosecution have to prove fraudulent, in the sense of dishonest, conduct, deliberately intended to evade the prohibition or restriction with respect to the goods, or the duty chargeable on them. There is no necessity for the prosecution to prove acts of deceit practised on a customs officer in his presence: Att-Gen. 's Reference (No. 1 of 1981) [1982] Q.B. 848, C.A." Στην παρούσα περίπτωση το ζήτημα εξετάζεται τόσο πάνω σε περιστατική μαρτυρία, η οποία ας σημειωθεί ότι δεν υστερεί σε δύναμη οποιασδήποτε άλλης μορφής μαρτυρίας αφού τα σκόρπια μέρη της μπορεί να αποκτήσουν τέτοια συνεκτικότητα που να εδραιώσουν με ακαταμάχητη πειστικότητα την καταδίκη για ένα έγκλημα[11], όσο και πάνω σε μαρτυρία του ιδίου του κατηγορουμένου μέσα από τη θεληματική κατάθεση του. Μέσα από την προσαχθείσα αποδεκτή μαρτυρία αλλά και θεληματική κατάθεση του κατηγορουμένου, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος ενέχεται στο πιο πάνω αδίκημα με την παραλαβή και κατοχή της ποσότητας αδασμολόγητων και αφορολόγητων τσιγάρων που εντοπίστηκε φυλαγμένη στην οικία του στη Λεμεσό. Περαιτέρω, οφείλω να παρατηρήσω τα εξής τα οποία επίσης αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου: (α) Εντοπίστηκε μεγάλη ποσότητα αδασμολόγητων και αφορολόγητων τσιγάρων στην οικία του κατηγορουμένου στη Λεμεσό. (β) Υπήρξε συμφωνία μεταξύ του κατηγορουμένου και του Μοχάμετ ώστε ενώ πρώτος να χρεώνεται κάθε κούτα τσιγάρων με το ποσό των €5,50 ο ίδιος να την πωλεί στην τιμή των €7,00 έτσι ώστε να επωφελείται κέρδος ύψους €1,50 από την πώληση κάθε κούτας τσιγάρων, γεγονός το οποίο περιέχεται μέσα από τη θεληματική κατάθεση του κατηγορουμένου. (γ) Ο κατηγορούμενος γνωρίζει το επίπεδο τιμής πώλησης ενός πακέτου τσιγάρων στην κυπριακή αγορά. Ο ίδιος κάπνιζε, όπως ομολόγησε, περιστασιακά, πληρώνοντας κάθε φορά για ένα πακέτο τσιγάρων L&M μπλε €3,00 περίπου. (δ) Ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ο Μοχάμετ ασχολείτο με την εμπορία αφορολόγητων και αδασμολόγητων τσιγάρων, τα οποία έφερνε στην Κύπρο παράνομα με βάρκες από τη Συρία, γεγονός το οποίο ομολόγησε μέσα από τη θεληματική κατάθεση του. (ε) Κατά το χρόνο παραλαβής και κατοχής των τσιγάρων, ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι γι' αυτά δεν είχαν καταβληθεί οι αναλογούντες δασμοί και φόροι κατανάλωσης και Φ.Π.Α. (στ) Η παράλειψη του κατηγορουμένου να δηλώσει τη διακίνηση και διάθεση τσιγάρων στις τελωνειακές αρχές. (ζ) Το ότι όλη η ποσότητα των τσιγάρων που εντοπίστηκε στην οικία του κατηγορουμένου στη Λεμεσό δεν έφερε την προαπαιτούμενη σήμανση του Υπουργείου Υγείας που αναφέρεται στο βλαβερό του καπνίσματος, ενώ παράλληλα σε όλα τα ευρεθέντα τσιγάρα μάρκας L & M υπήρχε η σήμανση «For Duty Free Sales Only», κάτι το οποίο είναι παραδεκτό γεγονός. (η) Η συνολική αξία δασμού, φόρων κατανάλωσης και Φ.Π.Α. ανέρχονται στο ποσό των €12.274,00. Όλα τα πιο πάνω αξιολογούμενα μαζί ως μία αλυσίδα με συνδετικούς κρίκους γεγονότα οδηγούν το Δικαστήριο με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος εν γνώσει του και δολίως προέβηκε σε ενέργειες με σκοπό την αποφυγή πληρωμής δασμών και φόρων αναφορικά με την ποσότητα τσιγάρων που εντοπίστηκε στην οικία του. Κατά συνέπεια, τεκμηριώνεται το τέταρτο αδίκημα του κατηγορητηρίου. Η παράθεση των πιο πάνω ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου οδηγεί αυτόματα στη στοιχειοθέτηση της έκτης κατηγορίας που αφορά τη δόλια αποφυγή καταβολής Φ.Π.Α. για την ποσότητα των 462 κούτων τσιγάρων που εντοπίστηκε στην οικία του κατηγορουμένου στη Λεμεσό κατά παράβαση του άρθρου 46
(1)του Ν.95(Ι)/2004. Επειδή τα συστατικά στοιχεία είναι πανομοιότυπα με αυτά που υπάρχουν για την τέταρτη κατηγορία με τη διαφορά ότι πρόκειται για Φ.Π.Α., τα όσα ανάφερα προηγουμένως και αφορούσαν το τέταρτο αδίκημα βρίσκουν έρεισμα εφαρμογής και εδώ με αποτέλεσμα να καθίσταται αχρείαστη οποιαδήποτε εκ νέου διατύπωση τους. Η πέμπτη κατηγορία αφορά αποφυγή καταβολής φόρων κατανάλωσης σχετικά με την ποσότητα των 462 κούτων τσιγάρων που εντοπίστηκε στην οικία του κατηγορουμένου στη Λεμεσό κατά παράβαση του άρθρου 140
(6)του Ν.91(Ι)/2004. Από το λεκτικό του εν λόγω άρθρου προκύπτουν τ' ακόλουθα συστατικά στοιχεία: (α) Πρόσωπο που εν γνώσει του ή λόγω βαριάς αμέλειας του (β) ενέχεται στην αποφυγή ή απόπειρα αποφυγής της καταβολής των οφειλόμενων στα προϊόντα φόρων κατανάλωσης ή της μη τήρησης των διατυπώσεων που προβλέπονται από τη σχετική νομοθεσία (γ) με σκοπό τη μη καταβολή των φόρων κατανάλωσης. Τα ευρήματα που ήδη σημειώθηκαν πιο πάνω αποδεικνύουν με επιτυχία τα δύο πρώτα συστατικά στοιχεία. Παράλληλα, το γεγονός ότι σκοπός της επιχείρησης ήταν η πώληση από μέρους του κατηγορουμένου της επίδικης μεγάλης ποσότητας τσιγάρων που εντοπίστηκε στην οικία του στη Λεμεσό σε τιμή πολύ χαμηλότερη από αυτή που πραγματικά πωλείτο στην κυπριακή αγορά, η οποία τιμή περιλάμβανε τη χρέωση δασμών και φόρων και για την οποίο επίπεδο τιμών πώλησης τσιγάρων στην κυπριακή αγορά ο κατηγορούμενος ήταν γνώστης όντας και ο ίδιος καπνιστής έστω περιστασιακά και σε συνδυασμό με το ότι από την πώληση κάθε κούτας τσιγάρων θα επωφελείτο με το ποσό των €1,50 αλλά και το γεγονός ότι γνώριζε ότι τα επίδικα τσιγάρα ήταν αφορολόγητα και αδασμολόγητα και ότι είχαν εισαχθεί στην Κύπρο παράνομα με βάρκες από τη Συρία, οδηγεί το Δικαστήριο στο ασφαλές εύρημα ότι σκοπός του κατηγορουμένου μέσα από την επιχείρηση που έστησε με το Μοχάμετ ήταν η διάθεση των 462 κούτων τσιγάρων στην κυπριακή αγορά στην χαμηλή για την κυπριακή αγορά τιμή των €7,00 αποκομίζοντας οικονομικό όφελος χωρίς ο ίδιος να έχει πρόθεση να καταβάλει τους αναλογούντες φόρους κατανάλωσης. Επομένως, στοιχειοθετείται και η πέμπτη κατηγορία. Η έβδομη κατηγορία αφορά τη δόλια αποφυγή καταβολής δασμού αναφορικά με την επιπρόσθετη ποσότητα των 8 κούτων τσιγάρων που μέρος της διατέθηκε στην κυπριακή αγορά και μέρος της καταναλώθηκε από τον κατηγορούμενο για προσωπική χρήση του κατά παράβαση των άρθρων 91
(1)και 114 του Ν.94(Ι)/2004. Έχοντας ήδη αναφέρει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού στην τέταρτη κατηγορία σε συνδυασμό με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, όπως αυτά προαναφέρθηκαν, προκύπτει ότι η ποσότητα αυτή των 8 κούτων τσιγάρων αποτελεί μέρος της συνολικής ποσότητας αφορολόγητων και αδασμολόγητων τσιγάρων που ο Μοχάμετ παρέδωσε στον κατηγορούμενο στη βάση της συμφωνίας που ήδη αποκαλύφτηκε. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος μέσα από τη θεληματική κατάθεση του ομολογεί την πώληση μέρους των 8 κούτων τσιγάρων σε τρίτα πρόσωπα και την κατανάλωση μέρους αυτής, ήτοι 7 πακέτα τσιγάρα, για προσωπική χρήση του. Τα όσα αναφέρθηκαν στην τέταρτη κατηγορία ισχύουν και εδώ και παραπέμποντας σ' αυτά δεν χρειάζεται να επαναλάβω οτιδήποτε. Η δε εκ των υστέρων και κατά τη διάρκεια διερεύνησης της υπόθεσης αυτής από το τελωνείο Λεμεσού προθυμία του και πληρωμή από τον κατηγορούμενο του ποσού των €246,00 που αναλογεί τους φόρους, δασμούς, χρηματική επιβάρυνση και τόκο αποδεικνύει την εμπλοκή του στο θέμα αυτό, γνώση περί μη καταβολής τους όταν αυτά υπόκειντο σε χρέωση και ταυτόχρονα προσπάθεια αποφυγής καταβολής τους. Ως εκ τούτου, με βάση την προσαχθείσα αποδεκτή μαρτυρία αλλά και ευρήματα του Δικαστηρίου στοιχειοθετείται η έβδομη κατηγορία. Η όγδοη κατηγορία αφορά την αποφυγή καταβολής φόρων κατανάλωσης σχετικά με την επιπρόσθετη ποσότητα των 8 κούτων τσιγάρων κατά παράβαση του άρθρου 140
(6)του Ν.91(Ι)/2004. Έχω ήδη αναφέρει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού στην πέμπτη κατηγορία. Ισχύουν ακόμη τα σημεία (α) μέχρι (στ) που το Δικαστήριο επισήμανε στα πλαίσια εξέτασης της τέταρτης κατηγορίας και σε συνδυασμό με το ότι ο κατηγορούμενος προέβηκε σε πώληση και κατανάλωση 8 κούτων τσιγάρων, σε τιμή χαμηλότερη από αυτή που πωλείται καθημερινά στην κυπριακή αγορά με γνώση ως προς το επίπεδο τιμής πώλησης τους στην Κύπρο περιλαμβανομένων φόρων και δασμών και για τα οποία τσιγάρα γνώριζε ότι δεν είχαν καταβληθεί οι αναλογούντες φόροι και δασμοί, το Δικαστήριο οδηγείται με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι σκοπός του κατηγορουμένου μέσα από την επιχείρηση που έστησε με το Μοχάμετ ήταν, μεταξύ άλλων, η διάθεση και κατανάλωση των 8 κούτων τσιγάρων στην κυπριακή αγορά στην χαμηλή για την κυπριακή αγορά τιμή των €7,00 αποκομίζοντας οικονομικό όφελος χωρίς ο ίδιος να έχει πρόθεση να καταβάλει τους αναλογούντες φόρους κατανάλωσης. Το ότι ο ίδιος κατανάλωσε 7 πακέτα τσιγάρα για προσωπική χρήση του είναι άνευ σημασίας στα πλαίσια εξέτασης κατά πόσο το αδίκημα αυτό στοιχειοθετείται ή όχι. Το ότι εκ των υστέρων και κατά τη διάρκεια διερεύνησης της υπόθεσης αυτής από το τελωνείο Λεμεσού ο κατηγορούμενος προθυμοποιήθηκε και πλήρωσε το ποσό των €246,00 που αναλογεί τους φόρους, δασμούς, χρηματική επιβάρυνση και τόκο αποδεικνύει την εμπλοκή του στο θέμα αυτό, γνώση περί μη καταβολής τους όταν αυτά υπόκειντο σε χρέωση και ταυτόχρονα πρόθεση του να αποφύγει την πληρωμή τους. Συνεπώς, στοιχειοθετείται το αδίκημα της όγδοης κατηγορίας. Η ένατη κατηγορία αφορά τη δόλια αποφυγή καταβολής Φ.Π.Α. σε σχέση με την επιπρόσθετη ποσότητα των 8 κούτων τσιγάρων κατά παράβαση του άρθρου 46
(1)του Ν.95(Ι)/2004. Τα όσα ανάφερα στην τέταρτη, έκτη και όγδοη κατηγορία τυγχάνουν εδώ εφαρμογής και σε συνδυασμό με την προσαχθείσα αποδεκτή μαρτυρία αλλά και ευρήματα του Δικαστηρίου τα οποία δεν προτίθεμαι να επαναλάβω καθότι δεν εξυπηρετεί κανένα πρακτικό σκοπό, οδηγούμαι στο ασφαλές συμπέρασμα ότι τεκμηριώνεται και αυτή κατηγορία. Κατά συνέπεια, στοιχειοθετείται το αδίκημα της ένατης κατηγορίας. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου. Συνεπώς, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/ Final Judgment Αναφορά: Ιδιωτική Ποινική/Τελωνειακά Αδικήματα/Παραβίαση Ν.94(Ι)/2004, Ν.91(Ι)/2004και Ν.95(Ι)/2004/Τελική Απόφαση [1] Το νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του κ. Τάκη Ηλιάδη, σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820 [2] Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256 [3] Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320 [4] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 [5] Παναγή (Καυκαρής) v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203 [6] Ανδρέου v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166, Γρηγόρης Γρηγορίου v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 14/2008 ημερ. 12.07.10 [7] Αντώνης Προκοπίου Κίτας v. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 209 [8] Άρθρο 88
(2)του Ν.94(Ι)/2004 [9] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Χαράλαμπου Καψού
(2004)2 Α.Α.Δ. 127 [10] Γεώργιος Τσιόλης v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 154, Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223 [11] Γενικός Εισαγγελέας v. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9, Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.