Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Mάριου Ερωτοκρίτου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 19278/09, 19/8/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B167 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 19278/09 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και
- Mάριου Ερωτοκρίτου
- Αντώνη Χαραλάμπους Κατηγορουμένων -------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 19/8/2011 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Κληρίδου Για τους κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Η. Ηλία ( κ. Δημητρίου, για την απαγγελία της απόφασης) Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 1, αντιμετωπίζει τις κατηγορίες της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη (1η Κατηγ.), της επίθεσης με σκοπό τη ματαίωση της νόμιμης σύλληψης (2η Κατηγ.), της αντίστασης κατά της νόμιμης σύλληψης (3η Κατηγ.) και της ανησυχίας (4η Κατηγ.). Ο 2ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της απειλής βιαιοπραγίας (5η Κατηγ.), της επίθεσης κατά οργάνου τήρησης της τάξης (6η Κατηγ.), της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη (7η Κατηγ.), της αντίστασης κατά της νόμιμης σύλληψης (8η Κατηγ.), της ανησυχίας (9η Κατηγ.) και της δημόσιας εξύβρισης (10η Κατηγ.). Κατά τη διάρκεια της ακροαματκής διαδικασίας κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 3 και 4, δύο έντυπα του αστυνομικού σταθμού Γερμασόγειας τα οποία φέρουν ημερομηνία 30/5/2009 (Κυανούν Κ.7 και Κ.8 αντίστοιχα) και το περιεχόμενο τους δηλώθηκε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του και ως τέτοιο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Ως μάρτυρες για την κατηγορούσα αρχή, κλήθηκαν και κατέθεσαν στο Δικαστήριο ο αστυφ.1923 Γ. Τταμάνης (Μ.Κ.1), η Γ/Αστυφ. 1018 Ρούλα Νικήτα (Μ.Κ.2), ο αστυφ. 1118 Χριστόδουλος Κωνσταντίνου (Μ.Κ.3), ο Ιωάννης Ιωάννου (Μ.Κ.4), η Χρυσούλλα Κυριάκου (Μ.Κ.5) και ο αστυφ. 2738 Μ. Ματθαίου (Μ.Κ.6). Μετά δε την κλήση των κατηγορουμένων 1 και 2 σε απολογία, αυτοί επέλεξαν και κατέθεσαν ενόρκως, χωρίς να προσκομίσουν οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Η μαρτυρία όλων όσων παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό και δεν θα την επαναλάβω αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της. Eνώπιον του Δικαστηρίου, τέθηκαν δύο αντικρουόμενες εκδοχές. Από αυτές, επιλέγω ως πλέον ειλικρινή και αξιόπιστη, αυτήν της κατηγορούσας αρχής, της οποίας οι μάρτυρες μου έκαμαν καλή εντύπωση ως μάρτυρες της αλήθειας, σε αντίθεση με τους κατηγορούμενους οι οποίοι δεν με έπεισαν για την αλήθεια των όσων προέβαλαν. Ο Μ.Κ.1 είναι ο αστυφύλακας που προσήλθε προς βοήθεια της Μ.Κ.2 και άλλου συναδέλφου τους, επίσης αστυνομικού, οι οποίοι σταμάτησαν για έλεγχο το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος
- Τόσο ο Μ.Κ.1 όσο και η Μ.Κ.2 μου έκαμαν καλή εντύπωση ως μάρτυρες της αλήθειας, γιατί μαρτύρησαν με σταθερό και θετικό τρόπο, χωρίς σε κανένα σημείο της μαρτυρίας τους να διακρίνω οτιδήποτε ικανό να κλονίσει τη θετική εντύπωση που σχημάτισα για αυτούς και έτσι αποδέχομαι πλήρως την μαρτυρία τους. Του Μ.Κ.3 η μαρτυρία, ήταν τυπική, δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά από την υπεράσπιση και δεν είχε σχέση με ουσιαστικά σημεία της υπόθεσης. Η εμπλοκή του, περιορίσθηκε απλώς στο να κατηγορήσει γραπτώς τους δύο κατηγορούμενους για τα αδικήματα τα οποία τους αποδίδονται. Εν πάση περιπτώσει και λόγω της καλής εντύπωσης που σχημάτισα για τον μάρτυρα, αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του. Οι Μ.Κ.4 και 5 είναι ιατροί και εργάζονται στο τμήμα Α΄ Βοηθειών του γενικού νοσοκομείου Λεμεσού. Αυτοί κατάθεσαν τα όσα προέκυπταν μέσα από τις ιατρικές αναφορές τις οποίες ετοίμασαν για την κατάσταση των Μ.Κ.1 και 2, τους οποίους και εξέτασαν στο τμήμα στο οποίο εργάζονται. Και οι δύο μαρτύρησαν με σταθερό και θετικό τρόπο τα όσα περιήλθαν σε γνώση τους μέσα από την άσκηση των καθηκόντων τους και γι' αυτό αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία τους. Ο Μ.Κ.6 μου έκαμε επίσης πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Αυτός εξέθεσε στο Δικαστήριο, τα όσα περιήλθαν σε γνώση του κατά την άσκηση των καθηκόντων του και κατάθεσε με τρόπο άμεσο και σταθερό και γι' αυτό αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του. Αντίθετα, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν με έπεισαν για την αλήθεια της εκδοχής τους. Παρακολουθώντας τους να καταθέτουν από το εδώλιο του μάρτυρα σχημάτισα την εντύπωση ότι προσάρμοσαν τα όσα πραγματικά διαδραματίσθηκαν, με τρόπο ώστε να αποφύγουν ή και να περιορίσουν οποιεσδήποτε τυχόν ποινικές ευθύνες προέκυπταν από τη συμπεριφορά τους. Σε μια τέτοια προσπάθεια ο κατηγορούμενος 1 και ενώ αρχικά ισχυρίσθηκε ότι στο άλκοτεστ που του έγινε, η ένδειξη που καταγράφηκε ήταν περί τα 70 mg, στη συνέχεια συμφώνησε σε υποβολή που του έγινε κατά την αντεξέταση ότι, η αρχική ένδειξη ήταν 95 mg και η τελική 82 mg. Θα πρέπει περαιτέρω να λεχθεί ότι ο κατηγορούμενος 1, παρουσίαζε σε κάποιες στιγμές κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του αμηχανία, ενώ με επιμέλεια, απέφευγε να κοιτάζει προς το Δικαστήριο. Σε άλλες δε περιπτώσεις, απέφευγε να απαντά ευθέως στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν και προσπαθούσε να υπεκφύγει. Μια τέτοια περίπτωση ήταν αυτή, κατά την οποία ρωτήθηκε να απαντήσει γιατί δεν ζήτησε από τον Μ.Κ.1 να τον μεταφέρει στον γιατρό αφού αυτή ήταν η επιθυμία του και οι άλλοι αστυνομικοί του το είχαν προηγουμένως αρνηθεί, όταν σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ο Μ.Κ.1, του ζήτησε συγνώμη για τον ξυλοδαρμό τον οποίο σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του, ο κατηγορούμενος 1 υπέστη από τον Μ.Κ.
- Αντί λοιπόν σαφούς απάντησης, προέβαλε άλλους άσχετους ισχυρισμούς, σε σχέση με κάποια καταγγελία, που όπως προέβαλε έκαμε εναντίον του Μ.Κ.1 για τον ισχυριζόμενο ξυλοδαρμό αμέσως μόλις αφέθηκε ελεύθερος μετά το επεισόδιο και πληροφορήθηκε ότι κατηγορείτο σε σχέση με τα αδικήματα εναντίον του Μ.Κ.
- Στη συνέχεια όμως και μετά που διαφάνηκε από ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής ότι η ώρα που κατηγορήθηκε ήταν το απόγευμα και όχι το πρωί, όπως αρχικά προέβαλε, προσπάθησε και πάλι να υπεκφύγει προβάλλοντας διάφορους άλλους ασαφείς και αόριστους ισχυρισμούς. Για τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του, εκτός και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από τη νομολογία τα ακόλουθα σημεία. Ότι πριν το επεισόδιο με τους αστυνομικούς, κατανάλωσαν με τον κατηγορούμενο 2, από 10 περίπου μπύρες ο καθένας. Ότι ο κατηγορούμενος 2 είπε στη Μ.Κ.2 «εννά σε ξηλώσω, η Έρση, εν θκιά μου, καραγκιόζηδες, μπάτσοι». Ότι ο ίδιος σε κάποια στιγμή, κατέβηκε από το αυτοκίνητο και φώναζε στους αστυνομικούς «αφήστε τον φίλο μου, αφήστε τον φίλο μου». Ότι στον προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης που του έγινε, η ένδειξη ήταν 95 mg και στον τελικό έλεγχο 82mg. Ότι κατά το επεισόδιο, ο ίδιος είχε θυμώσει. Ούτε ο κατηγορούμενος 2 με έπεισε για την ειλικρίνεια του. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει, παρατηρώντας τη γενικότερη στάση και συμπεριφορά του δεν με έπεισε ότι είπε την αλήθεια, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις απέφευγε να απαντά με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. Ένα τέτοιο παράδειγμα ήταν η περίπτωση κατά την οποία σε υποβολή ότι όταν συνελήφθη από την Μ.Κ.2 την έσπρωξε στον ώμο, απάντησε λέγοντας «δεν θυμάμαι έτσι πράμα ότι με συνέλαβε, μπορεί να ήλθε μετά που ήλθαν οι άλλοι». Λόγω της γενικότερης αρνητικής εντύπωσης που σχημάτισα για τον μάρτυρα ως μάρτυρα της αλήθειας, απορρίπτω τη μαρτυρία του, εκτός μόνο ότι αποκάλεσε τους αστυφύλακες «καραγκιόζηδες, μπάτσους». Θα πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι επιπρόσθετα με τα πιο πάνω, κάποιες διαφορές που εντοπίζονται στην μεταξύ τους μαρτυρία, ενισχύουν την αρνητική εντύπωση που σχημάτισα για αυτούς. Ενώ ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε ότι πριν το επεισόδιο και μαζί με τον κατηγορούμενο 2, κατανάλωσαν από 10 περίπου μπύρες ο καθένας, ο τελευταίος ισχυρίσθηκε ότι και οι δύο μαζί, ήπιαν τις μπύρες αυτές. Ο 1ος κατηγορούμενος αναφερόμενος στα λόγια που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του χρησιμοποίησε η Μ.Κ.2, όταν ο 2ος κατηγορούμενος της ανέφερε ότι ήπιαν μόνο 2-3 μπύρες και γι' αυτό της ζήτησε να τους αφήσουν να φύγουν, ήταν ότι αυτή χρησιμοποίησε τη λέξη «βλάκα», σε αντίθεση με το 2ο κατηγορούμενο, ο οποίος προέβαλε ότι η λέξη που αυτή χρησιμοποίησε ήταν το «παλαβέ». Σε σχέση δε με το τι ακολούθησε αμέσως μετά όταν ο 2ος κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο, ο μεν κατηγορούμενος 1, προέβαλε ότι ο 2ος κατηγορούμενος είπε στην αστυφύλακα «πως συμπεριφέρεσαι έτσι, η Έρση εν θκειά μου, εννά σε ξηλώσω καραγκιόζηδες, μπάτσοι», ενώ ο κατηγορούμενος 2 ότι «έπιαα την φατσούα σου, η Έρση, εν θκειά μου, καραγκιόζηδες, μπάτσοι». Δεδομένων των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων και της αξιολόγησης, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Η Μ.Κ.2 είναι αστυνομικός και μαζί με τον συνάδελφο της Μ.Κ.6, στις 30/5/2009, βρισκόντουσαν σε υπηρεσία και συγκεκριμένα σε μηχανοκίνητη περιπολία στην οδό Γεωργίου Α΄, στη Λεμεσό με δυτική κατεύθυνση. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, κοντά στο ξενοδοχείο Park Beach, o κατηγορούμενος 1, ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής BAL 500 και το οποίο προπορευόταν αυτού στο οποίο επέβαιναν οι πιο πάνω αστυφύλακες, οδηγούσε κατά τρόπο ζικ-ζακ, αλλάζοντας συνεχώς λωρίδα κυκλοφορίας και προσπερνώντας κατά τρόπο επικίνδυνο προπορευόμενα οχήματα. Η Μ.Κ.2 κάνοντας χρήση του μικροφωνικού συστήματος του αυτοκινήτου στο οποίο επέβαινε καθώς και της σειρήνας του, κάλεσε τον κατηγορούμενο 1, να σταματήσει στην αριστερή πλευρά του δρόμου, κάτι που ο τελευταίος έπραξε. Η Μ.Κ.2 πλησίασε τον κατηγορούμενο 1 και του ζήτησε να της παρουσιάσει για έλεγχο των στοιχείων του, την άδεια οδηγού και το πιστοποιητικό ασφάλισης. Αυτός, του οποίου η αναπνοή μύριζε έντονα αλκοόλ, αρνήθηκε, λέγοντας στην αστυφύλακα «εν σου διώ τα στοιχεία μου, άφησμας να φύουμε, θκιό, τρείς μπύρες ήπιαμε». Αμέσως ο κατηγορούμενος 2, ο οποίος επέβαινε στη θέση του συνοδηγού του αυτοκινήτου, κατέβηκε από το αυτοκίνητο, προσέγγισε την Μ.Κ.2 προτάσσοντας της το δάκτυλο και λέγοντας της «έπιασα την φατσούα σου, τσιαί αν δεν μας αφήσεις να φύουμεν εννά σε σάσω καλά». Αμέσως η Μ.Κ.2 τον πληροφόρησε ότι διέπραττε το αδίκημα της απειλής χρήσης βίας και ότι είναι υπό σύλληψη και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο. Αυτός τότε της είπε «εννά δείς, εννά σε ξηλώσω, η Έρση εν θκειά μου». Ενόψει του ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν εριστικός, η αναπνοή του μύριζε έντονα αλκοόλ και τα μάτια του ήταν κατακόκκινα και θεωρώντας η Μ.Κ.2 ότι πιθανόν να της δημιουργούσε πρόβλημα κατά τη σύλληψη του, ζήτησε τη βοήθεια συναδέλφων της που επίσης βρίσκονταν σε υπηρεσία, μέσω ασυρμάτου. Μετά πάροδο λίγων λεπτών, έφθασε στο μέρος περιπολικό του ΟΠΕ. Με την έλευση των αστυνομικών αυτών, ο κατηγορούμενος 2, έσπρωξε την Μ.Κ.2 και την κτύπησε στα χέρια και στο λαιμό. Φώναζε επίσης δυνατά και εναντίον της Μ.Κ.2 και των αστυφυλάκων του ΟΠΕ απηύθυνε την φράση «καραγκιόζηδες, πουστοπεζέβεγκοι, μαλάκες, μπάτσοι, εννά δείτε ήντα που να σας κάμω». Στην προσπάθεια των Μ.Κ.1 και 2 να του περάσουν χειροπέδες και αφού ο Μ.Κ.1 του υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα, ο κατηγορούμενος 2 αντιστεκόταν και τους κτυπούσε με τα χέρια του και τα πόδια του, προσπαθώντας να τους απωθήσει. Οι δύο αστυφύλακες, με τη βοήθεια και άλλων συναδέλφων τους και αφού χρησιμοποίησαν ανάλογη βία, κατάφεραν να τον συλλάβουν και η Μ.Κ.2 τον πληροφόρησε για το δικαίωμα του να επικοινωνήσει με δικηγόρο της επιλογής του. Κατά το χρόνο αυτό ο κατηγορούμενος 1 κατέβηκε από το αυτοκίνητο στο οποίο καθόταν μέχρι εκείνη τη στιγμή και επιτέθηκε στον Μ.Κ.1 και τον έσπρωχνε, παρεμποδίζοντας τον να συλλάβει τον κατηγορούμενο 2 και φωνάζοντας «αφήστε τον φίλο μου». Τότε ο Μ.Κ.1 τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διέπραττε, τον συνέλαβε, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και ο κατηγορούμενος 1 συνέχισε να φωνάζει, «είπα σας, αφήστε τον φίλο μου». Στην προσπάθεια του Μ.Κ.1 να του περάσει χειροπέδες, ο κατηγορούμενος 1, ο οποίος μύριζε έντονα αλκοόλ, αντιστεκόταν, οπόταν και πάλι με τη χρήση ανάλογης υπό τις περιστάσεις βία και με τη βοήθεια άλλων αστυνομικών, έγινε η σύλληψη του κατορθωτή. Στη συνέχεια και οι δύο κατηγορούμενοι, μεταφέρθηκαν στον αστυνομικό σταθμό Γερμασόγειας, όπου και διαπιστώθηκε η ταυτότητα τους. Εκεί ο Μ.Κ.6, διενήργησε στον κατηγορούμενο 1, προκαταρκτικό έλεγχο άλκοτεστ με ένδειξη 95 mg αντί 22mg και στη συνέχεια σε τελικό έλεγχο άλκοτεστ με ένδειξη 82 mg αντί 22 mg. Στη συνέχεια οι δύο κατηγορούμενοι παραδόθηκαν στον αστυφ. 741 για διερεύνηση της υπόθεσης. Ο Μ.Κ.3 στις 30/5/2009 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο 1 για τα αδικήματα της επίθεσης εναντίον αστυνομικού και πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης, της ανησυχίας, της παρεμπόδισης οργάνου της τάξης στην νόμιμη εκτέλεση του καθήκοντος του και της αντίστασης κατά τη νόμιμη σύλληψη. Την ίδια μέρα κατηγόρησε επίσης τον κατηγορούμενο 2 για τα αδικήματα της επίθεσης εναντίον αστυνομικού και της πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης, της απειλής χρήσεως βίας, της δημόσιας εξύβρισης και ανησυχίας και της αντίστασης κατά τη νόμιμη σύλληψη. Οι Μ.Κ.1 και 2 επισκέφθηκαν στις 30/5/2009 το τμήμα Α΄ Βοηθειών του γενικού νοσοκομείου Λεμεσού και οι επί καθήκοντι ιατροί διαπίστωσαν ότι ο Μ.Κ.1 παρουσίαζε εκδορές, ονυχισμούς κάτω τριτημορίου, έσω αντραχείονα δεξιά, μώλωπα και τοπική ευαισθησία στο δεξιό γόνατο. Του έγινε ακτινολογικός έλεγχος, του δόθηκαν παυσίπονα και απολύθηκε. Η δε Μ.Κ.2 παρουσίαζε μικροεκχυμώσεις στο εσωτερικό μέρος του δεξιού αντιβραχίονα. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσον η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποσείσει, όπως και σε κάθε ποινική υπόθεση, το βάρος για απόδειξη των κατηγοριών πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, το οποίο βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18). Και οι δύο κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Ο κατηγορούμενος 1 κατηγορείται ότι διέπραξε το αδίκημα αυτό εναντίον του Μ.Κ.1 (1η Κατηγ.), ο δε κατηγορούμενος 2 εναντίον της Μ.Κ.2 (7η Κατηγ.). Επίθεση, είναι οποιαδήποτε πράξη που σκόπιμα ή απερίσκεπτα προκαλεί σε κάποιον άλλο την αντίληψη πως απειλείται με άμεση και παράνομη βία. Η έννοια της, περικλείει και την πραγματική ή σκοπούμενη χρήση βίας σε αυτόν χωρίς την συναίνεση του. Μπορεί να διαπραχθεί ακόμα και χωρίς κάποιος να αγγιχθεί, όταν δε επέλθει ανεπιθύμητη σωματική επαφή, αυτή από μόνη της αρκεί όσο ανεπαίσθητη και αν είναι η βία που εξασκήθηκε. Θα πρέπει όμως πρώτα να αποδειχθεί η διάπραξη της επίθεσης αυτής καθεαυτής (βλ. D.P.P. v. Rogers
(1953)2 All E.R. 644). Θα πρέπει δηλαδή ο κατηγορούμενος να ασκήσει βία εναντίον του παραπονούμενου με πρόθεση ή απερίσκεπτα. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να συνοδεύεται από εχθρική πρόθεση που είναι υπολογισμένη να προκαλέσει την αίσθηση της απειλής για χρήση βίας στο μυαλό του άλλου προσώπου διαφορετικά η επίθεση δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί. (βλ. Archbold Pleading, Evidence & Practice, παρα 19-166 μέχρι 19-167, Georgiou ν. The Police
(1961)C.L.R, Fairclough v. Whipp
(1951)2 All E.R. 834). Άλλο συστατικό στοιχείο του αδικήματος που πρέπει να αποδειχθεί είναι ότι από την επίθεση, ο παραπονούμενος έχει υποστεί πραγματική σωματική βλάβη. Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 CLR επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 του Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (Βλ., επίσης, R v. Miller
(1954)2 All E R 529, 534 και Αστυνομία ν. Ιωάννου
(1989)2 ΑΑΔ 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα. Στην υπό εξέταση περίπτωση και από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, βρίσκω ότι έχει αποδειχθεί τόσο η επίθεση όσο και η πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης τόσο στην 1η όσο και στην 7η κατηγορία που οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν. Ο κατηγορούμενος 1 κατέβηκε από το αυτοκίνητο και επιτέθηκε στον Μ.Κ.1 και τον έσπρωχνε. Η ενέργεια αυτή του κατηγορούμενου 1 εναντίον του Μ.Κ.1, αποτελεί πραγματική βία που ο πρώτος άσκησε εναντίον του δεύτερου, χωρίς τη συγκατάθεση του και με πρόθεση, αφού στην προσπάθεια του να βοηθήσει τον κατηγορούμενο 2 και να παρεμποδίσει τη σύλληψη του, επιτέθηκε στον Μ.Κ.1 και τον έσπρωξε. Ο κατηγορούμενος 2 αποδείχθηκε επίσης ότι επιτέθηκε στην Μ.Κ.2, αφού και αυτός άσκησε εναντίον της πραγματική βία, χωρίς επίσης τη συγκατάθεση της και με πρόθεση, σπρώχνοντας και κτυπώντας την, στα χέρια και στο λαιμό. Αποδείχθηκε επίσης ότι οι σωματικές βλάβες που υπέστησαν οι Μ.Κ.1 και 2, προκλήθηκαν ως αποτέλεσμα των επιθέσεων που υπέστησαν από τους κατηγορούμενους 1 και 2 αντίστοιχα. Τούτο επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο των ιατρικών πιστοποιητικών τα οποία εκδόθηκαν από επαρχιακούς ιατρικούς λειτουργούς και οι οποίοι εξέτασαν τους Μ.Κ.1 και 2 μετά το επεισόδιο. Τα τραύματα που υπέστησαν οι Μ.Κ.1 και 2 από την επίθεση συνιστούν πραγματικές σωματικές βλάβες, εντός της έννοιας του νόμου. Με βάση τα πιο πάνω, βρίσκω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα αδικήματα της 1ης και 7ης κατηγορίας που οι κατηγορούμενοι 1 και 2, αντιμετωπίζουν. Ο 1ος κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει επίσης τα αδικήματα της επίθεσης με σκοπό τη ματαίωση της νόμιμης σύλληψης (2η Κατηγ.) και της αντίστασης κατά της νόμιμης σύλληψης (3η Κατηγ.), αδικήματα που και τα δύο προκύπτουν κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του Κεφ.154, καθώς και αυτό της ανησυχίας (4η Κατηγ.). Ο δε κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει μεταξύ άλλων, το αδίκημα της επίθεσης κατά οργάνου τήρησης της τάξης κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του (6η Κατηγ.) και της αντίστασης κατά της νόμιμης σύλληψης (8η Κατηγ.), αδικήματα που προκύπτουν από το άρθρο 244 (β) και 244(α) αντίστοιχα. Το άρθρο 244 του Ποινικού Κώδικα, προνοεί τα ακόλουθα : «Όποιος- (α) επιτίθεται εναντίον άλλου με σκοπό διάπραξης κακουργήματος ή αντίστασης ή ματαίωσης της νόμιμης σύλληψης ή κράτησης του ευατού του ή άλλου για ποινικό αδίκημα (β) επιτίθεται ή αντιστέκεται ή εσκεμμένα παρεμποδίζει όργανο τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του ή άλλο που παρέχει συνδρομή σε τέτοιο όργανο τήρησης της τάξης ή ...........................................................................................................». Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσον έχει αποδειχθεί το αδίκημα της 2ης κατηγορίας εναντίον του 1ου κατηγορούμενου. Η επίθεση εναντίον του Μ.Κ.1 και η οποία αποτελεί συστατικό στοιχείο και του αδικήματος αυτού, έχει όπως και πιο πάνω αναφέρεται αποδειχθεί. Αποδείχθηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος 1, επιτέθηκε εναντίον του αστυφύλακα Μ.Κ.1, με σκοπό να ματαιώσει τη σύλληψη από τον τελευταίο του κατηγορούμενου 2, ο οποίος προηγουμένως είχε συλληφθεί από την Μ.Κ.2 για τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος της απειλής βιαιοπραγίας. Πιο συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος 1, κατά το χρόνο που καταβαλλόταν προσπάθεια σύλληψης του κατηγορούμενου 2 από τους αστυνομικούς, κατέβηκε από το αυτοκίνητο στο οποίο μέχρι εκείνη τη στιγμή καθόταν και επιτέθηκε στον Μ.Κ.1 και τον έσπρωχνε, προσπαθώντας να τον παρεμποδίσει να συλλάβει τον κατηγορούμενο 2. Κρίνεται λοιπόν ότι το αδίκημα αυτό έχει αποδειχθεί. Αντιμετωπίζει επίσης ο κατηγορούμενος 1 και τα αδικήματα της αντίστασης κατά της νόμιμης σύλληψης και της ανησυχίας (3η και 4η Κατηγ.). Κρίνεται ότι και τα αδικήματα αυτά έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Όταν ο κατηγορούμενος 1 προσπάθησε φωνάζοντας, να ματαιώσει τη σύλληψη του 2ου κατηγορούμενου, ο Μ.Κ.1, τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διέπραττε, τον συνέλαβε και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο. Αυτός όμως, ο κατηγορούμενος 1, στην προσπάθεια του να αποφύγει την σύλληψη και να αποτρέψει τον Μ.Κ.1 που προσπαθούσε να του περάσει χειροπέδες, αντιστεκόταν και φώναζε προκαλώντας ανησυχία σε δημόσιο χώρο. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσον έχει αποδειχθεί το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας που ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει (5η Κατηγ.) και το οποίο δημιουργείται από το άρθρο 91(γ) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, το οποίο και προνοεί ότι: «Όποιος- (α).......................................................................................... (β)..................................................................... (γ) με σκοπό υποκίνηση οποιουδήποτε προσώπου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή για να παραλείψει πράξη την οποία αυτό έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει, απειλεί άλλον ότι δυνατόν να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη, ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για τον οποίο ενδιαφέρεται εναντίον του οποίου γίνονται οι απειλές, Είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων». Το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Ντζιαν Νετζιήπ v. Αστυνομίας, 1992
(2)ΑΑΔ 1, ερμηνεύοντας τις πρόνοιες του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, επεσήμανε ότι: «Υποδεικνύουμε μόνο ότι προκύπτει από το κείμενο του άρθρου 91(γ) ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ' αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού προς το σκοπό αποτροπής εκτέλεσης καθήκοντος. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δε στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού. (βλ. μεταξύ άλλων Kallenos v. Police (1969
(2)CLR, 210)». Στην παρούσα υπόθεση τα όσα εκστόμισε ο κατηγορούμενος 2 συνιστούν απειλή που εκστομίσθηκε εναντίον της Μ.Κ.2 αφού με τις αναφορές του συγκεκριμένου κατηγορούμενου, απειλήθηκε η Μ.Κ.2 να μην διενεργήσει πράξη που εντός και κατά την άσκηση των καθηκόντων της όφειλε να τελέσει, διαφορετικά και σύμφωνα με την απειλή που εκστόμισε εναντίον της θα την «έσαζε καλά». Υπήρχε με τις αναφορές του κατηγορούμενου 2 δυνατότητα εκφοβισμού της μάρτυρος, εκφοβισμός που έγινε προς τον πιο πάνω σκοπό. Κρίνεται λοιπόν ότι και το αδίκημα αυτό, έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το αδίκημα της 6ης κατηγορίας έχει επίσης αποδειχθεί. Επιπρόσθετα συστατικά στοιχεία που πρέπει να αποδειχθούν για στοιχειοθέτηση του αδικήματος αυτού, εκτός του συστατικού στοιχείου της επίθεσης το οποίο και όπως πιο πάνω κατά την εξέταση του αδικήματος της 7ης κατηγορίας αναφέρεται, έχει αποδειχθεί, είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι η επίθεση, έγινε εναντίον οργάνου της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση των καθηκόντων του. Ότι η Μ.Κ.2 είναι αστυνομικός, όργανο δηλαδή της τάξης και ότι αυτή κατά το χρόνο της επίθεσης βρισκόταν εν ώρα υπηρεσίας και εκτελούσε τα καθήκοντα της είναι στοιχεία που δεν έχουν αμφισβητηθεί και αποτέλεσαν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Επιπρόσθετα ο κατηγορούμενος 2, αντιμετωπίζει τα αδικήματα της αντίστασης κατά της νόμιμης σύλληψης, της ανησυχίας και της δημόσιας εξύβρισης (8η, 9η και 10η Κατηγ.). Κρίνεται ότι και τα αδικήματα αυτά έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Όταν οι Μ.Κ.1 και 2 προσπαθούσαν να περάσουν χειροπέδες στον κατηγορούμενο 2 και αφού είχε προηγηθεί η σύλληψη του, αυτός αντιστεκόταν και τους κτυπούσε με τα χέρια και τα πόδια του, προσπαθώντας να τους απωθήσει. Δημιούργησε επίσης με την συμπεριφορά του, ανησυχία αφού φώναζε και προκαλούσε φασαρία, εναντίον δε της Μ.Κ.2 και των αστυφυλάκων του ΟΠΕ απηύθυνε την φράση «καραγκιόζηδες, πουστοπεζέβεγκοι, μαλάκες, μπάτσοι, εννά δείτε ήντα που να σας κάμω», διαπράττοντας με τον τρόπο αυτό και το αδίκημα της 10ης κατηγορίας, αφού οι πιο πάνω λέξεις εκστομίσθηκαν σε δημόσιο χώρο και είναι αναμφίβολα υβριστικού περιεχομένου. Με βάση λοιπόν όσα εκτίθενται πιο πάνω βρίσκω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέδειξε εναντίον και των δύο κατηγορούμενων όλες τις κατηγορίες που ο καθένας αντιμετωπίζει. Συνακόλουθα βρίσκω τον κατηγορούμενο 1, ένοχο στις κατηγορίες 1-4 και τον κατηγορούμενο 2, ένοχο στις κατηγορίες 5-10. (Υπ.)................. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο