ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Ανδρούλλα Ελευθερίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 30552/10, 24 Αυγούστου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2011:24 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗ ΛΕΜΕΣΟ Ενώπιον: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Μ. Αμπίζα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 30552/10 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν.
- Ανδρούλλα Ελευθερίου
- Κωστάκη Ευαγόρου
- Τρύφωνας Τόκας Κατηγορουμένων ------------- Ημερομηνία: 24 Αυγούστου, 2011 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κ. Κέκκος Για την Κατηγορουμένη 1: κ. Ευσταθίου Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Καλλής Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες Π Ο Ι Ν Η H κατηγορούμενη 1 βρέθηκε ένοχη μετά από δική της παραδοχή και ο κατηγορούμενος 2 μετά από ακροαματική διαδικασία σε τρεις κατηγορίες πλαστογραφίας (κατηγορίες 1, 2 και 3), τρεις κατηγορίες κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου (κατηγορίες 4, 5 και 6), δύο κατηγορίες πλαστογραφίας σχετιζόμενες με ηλεκτρονικό υπολογιστή (κατηγορίες 12 και 13), τρεις κατηγορίες για δόλιες συναλλαγές (κατηγορίες 15, 18 και 19), δύο κατηγορίες εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις (κατηγορίες 20 και 21), 6 κατηγορίες συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος (κατηγορίες 23 μέχρι 28) και τέσσερεις κατηγορίες συνομωσίας για καταδολίευση (κατηγορίες 29 - 32). Η κατηγορούμενη 1 παραδέχθηκε επίσης δύο κατηγορίες κατάχρησης εξουσίας (κατηγορίες 7 και 8) και τρεις κατηγορίες έκδοσης ψευδών πιστοποιητικών από δημόσιο λειτουργό (κατηγορίες 9, 10 και 11) ενώ ο κατηγορούμενος 2 βρέθηκε ένοχος και σε δύο κατηγορίες συγκάλυψης (κατηγορίες 16 και 22). Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η κατηγορούσα αρχή αναφορικά με την κατηγορούμενη 1 όπως εκτέθηκαν από τον κ. Κέκκο είναι ουσιαστικά αυτά που απασχόλησαν το Δικαστήριο κατά την ακροαματική διαδικασία και οδήγησαν στη καταδίκη του κατηγορούμενου
- Τα γεγονότα αυτά συνοπτικά έχουν ως ακολούθως: Στις 11.6.2010 καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Λεμεσού από τον Ευστάθιο Ευσταθίου κτηματολογικό λειτουργό στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού ότι από έλεγχο που διενεργήθηκε στο εν λόγω Τμήμα διεφάνη ότι η κατηγορούμενη 1 μεταβίβασε παράνομα δύο ακίνητα που ανήκαν σε Τουρκοκύπριους ιδιοκτήτες σε μη δικαιούχα πρόσωπα. Οι έρευνες της αστυνομίας κατέδειξαν ότι μετά που συγκεκριμένος εκτιμητής ακινήτων επικοινώνησε με το Κτηματολόγιο αναφέροντας ότι δεν μπορούσε να εντοπίσει το τοπογραφικό του τεμαχίου με αρ. 646, αρ. εγγραφής 31268 Φ/Σχ. 53/55, το οποίο χρειαζόταν για σκοπούς δανείου στον κατηγορούμενο 2, διενεργήθηκε έρευνα στο μηχανογραφικό σύστημα του Κτηματολογίου. Διαπιστώθηκε ότι το συγκεκριμένο πιστοποιητικό είχε εκδοθεί δυνάμει διαδικασίας απαλλοτρίωσης με το φάκελο ΑΧ1470/10 τον οποίο είχε χειριστεί η κατηγορούμενη 1, υπάλληλος του Κτηματολογίου Λεμεσού στον κλάδο απαλλοτριώσεων. Ο φάκελος ΑΧ 1470/10 αφορούσε κτήμα με αριθμό εγγραφής 5/22/5/23289 που βρίσκεται στην ενορία Αγίου Νικολάου στα Κάτω Πολεμίδια Φ. Σχ. 53/55 Τεμάχιο 586 συνολικής έκτασης 9365 τ.μ. που ανήκει στον Τουρκοκύπριο Hadjiabdullah Appaz Kemal. Η κατηγορούμενη 1 διεκπεραίωσε εγγραφή απαλλοτρίωσης, χωρίς το κτήμα να επηρεάζεται από απαλλοτρίωση και μετέγραψε το κτήμα από τον εν λόγω Τουρκοκύπριο στον κατηγορούμενο 2 ως κληρονόμο του. Η όλη διαδικασία απαλλοτρίωσης έγινε από την κατηγορούμενη 1 για να μπορεί η ίδια να κάνει τη μεταγραφή χωρίς αυτή να έχει οποιαδήποτε εξουσιοδότηση ή οδηγίες να προβεί σ΄ αυτές τις πράξεις. Άνοιξε δε τον εικονικό φάκελο στις 19.5.2010 με αριθμό ΑΧ 1470/10 και καταχώρησε το κτήμα δίδοντας παράλληλα οδηγίες στον υπεύθυνο του τομέα νέων κτηματικών χαρτογραφήσεων για αρίθμηση τεμαχίου. Στις 20.5.10 μεταφέρθηκε ο φυσικός φάκελος και μηχανογραφικά στο συντονιστή τομέα νέων κτηματικών χαρτογραφήσεων. Την ίδια ημέρα δόθηκε προσωρινή αρίθμηση του κτήματος από 586 σε 646 και ο φάκελος επεστράφη στην κατηγορούμενη 1 στις 21.5.10 οπόταν η ίδια έκανε κανονική εγγραφή και στη συνέχεια τύπωσε τον τίτλο εγγραφής του ακινήτου. Ο τίτλος αυτός δόθηκε στον κατηγορούμενο 2 ο οποίος μετέβη μαζί με τον Ανδρέα Κυριάκου στην τράπεζα Societé Generale, έτσι ώστε το εν λόγω πρόσωπο να λάβει δάνειο στο όνομα του για λογαριασμό του κατηγορούμενου 2, δίδοντας ως εγγύηση τον πιο πάνω τίτλο. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος 2 έδωσε στον Κυριάκου πληρεξούσιο έγγραφο το οποίο του επέτρεπε είτε να πουλήσει είτε να πράξει οτιδήποτε άλλο σε σχέση με το εν λόγω κτήμα και τα χρήματα που θα λάμβανε ο Κυριάκου από το εν λόγω δάνειο θα τα έδιδε στον κατηγορούμενο
- Περαιτέρω στην απαλλοτρίωση με αριθμό ΔΑΕ 71/99 που αφορούσε το κτήμα με Φ. Σχ. 53/64 τεμάχιο 588 και αριθμό εγγραφής 22292 συνολικής έκτασης 9040 τ.μ. που βρίσκεται στην περιοχή Ανθούπολης στα Κάτω Πολεμίδια το οποίο ανήκε σε δύο Τουρκοκύπριους και επτά Ελληνοκύπριους, στις 28.1.10 τα μερίδια των Τουρκοκυπρίων μεταβιβάστηκαν στον κατηγορούμενο
- Η κατηγορούμενη 1 στις 27.1.10 έδωσε από μόνη της οδηγίες στον τομέα νέων κτηματικών χαρτογραφήσεων για αρίθμηση τεμαχίου του πιο πάνω ακινήτου με αριθμό 588 και ακολούθως η αρμόδια υπάλληλος ενεργώντας σύμφωνα με τις οδηγίες της κατηγορούμενης 1 έδωσε προσωρινή αρίθμηση τεμ. 1703 και 1704 λόγω του ότι το κτήμα χωρίστηκε μετά από απαλλοτρίωση του δρόμου που έγινε το 1999 σε δύο τεμάχια. Την επόμενη ημέρα η κατηγορούμενη 1 προχώρησε στην προσωρινή εγγραφή και την ίδια ημέρα έκανε και την κανονική εγγραφή και τυπώθηκε και ο νέος τίτλος ιδιοκτησίας. Στις 30.3.10 τα 2/3 μερίδια του κτήματος υποθηκεύτηκαν από τον κατηγορούμενο 3 στην ΣΠΕ Ύψωνα-Λόφου με αριθμό υποθήκης 3212/
- Στις 14.4.10 τα ίδια μερίδια ξαναυποθηκεύτηκαν από τον κατηγορούμενο 3 στην ΣΠΕ Ύψωνα-Λόφου με αριθμό υποθήκης 3599/
- Όλες οι διαδικασίες που ακολουθήθηκαν έγιναν εν αγνοία της υπεύθυνης του τμήματος απαλλοτριώσεων και χωρίς η κατηγορούμενη 1 να έχει εξουσία να εγγράψει τα επίδικα κτήματα ως ανωτέρω. Όταν η Ειρήνη Κανάρη ΜΚ5, υπεύθυνη του τμήματος απαλλοτριώσεων, ζήτησε εξηγήσεις από την κατηγορούμενη 1 για το θέμα αυτή πήρε το κινητό της τηλέφωνο και έφυγε λέγοντας της ότι συνέβηκε κάτι το επείγον και έπρεπε να φύγει. Στις 12.6.2010 η κατηγορούμενη 1 συνελήφθη από την αστυνομία και αφού της επεξηγήθηκε ο λόγος της σύλληψης της και της επεστήθη η προσοχή της στο Νόμο αυτή απάντησε «Δεν έχω να πω τίποτε». Σε ανακριτική της κατάθεση που έδωσε την ίδια ημέρα παραδέχθηκε ότι η ίδια προέβη στις δύο παράνομες μεταβιβάσεις χωρίς εξουσιοδότηση ή οδηγίες και ότι ενήργησε βάσει των όσων της έλεγε ο κατηγορούμενος
- Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες. Αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής ο κ. Ευσταθίου εισηγήθηκε ότι τα διαπραχθέντα αδικήματα προήλθαν από μία μόνο πράξη της κατηγορούμενης 1, την οποία η ίδια περιέγραψε στην κατάθεσή της. Ο κ. Ευσταθίου χαρακτήρισε ως απερίσκεπτη και «βλακώδη» την ενέργεια της κατηγορούμενης 1 να προβεί στην παράτυπη και μη εξουσιοδοτημένη ενέργεια εγγραφής των επίδικων κτημάτων επ' ονόματι των κατηγορουμένων 2 και
- Όπως η κατηγορούμενη 1 ανέφερε στην κατάθεση της στην Αστυνομία, πίστευε ότι τα ακίνητα δεν είχαν μεταβιβαστεί επ' ονόματι του πατέρα του κατηγορούμενου 2 και λόγω της τουρκικής εισβολής του 1974 τέθηκαν υπό την κηδεμονία του Διαχειριστή Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Ενεργώντας στη συνέχεια επιπόλαια και επιφανειακά προέβηκε στην παράτυπη και παράνομη μεταγραφή των κτημάτων, χωρίς ωστόσο να προχωρήσει στην κανονική εγγραφή και στην καταχώρηση στη χαρτογράφηση. Η έλλειψη προγραμματισμού φαίνεται και από το γεγονός ότι όταν ανακαλύφθηκε η πράξη της από την υπεύθυνη του τμήματος, η κατηγορούμενη 1 έφυγε πανικόβλητη, ενώ στη συνέχεια, μετά τη σύλληψή της, αποκάλυψε τι έκανε. Όπως υπέδειξε ο συνήγορος, ο τρόπος ενέργειας της κατηγορούμενης 1, που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ως σημαντικό στοιχείο στην επιμέτρηση της ποινής, θα πρέπει να συνεκτιμηθεί και με την προσωπικότητα της κατηγορούμενης 1, όπως προβάλλει από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας την οποία υιοθέτησε καθώς και την έκθεση Κλινικού Ψυχολόγου, που την παρακολουθούσε, καταθέτοντας σχετικό πιστοποιητικό ημ. 8.8.11 ως Έγγραφο Γ. Κίνητρο των ενεργειών της κατηγορούμενης 1 αποτέλεσε η επιθυμία της να βοηθήσει τον κατηγορούμενο 2, με τον οποίο μοιραζόταν τη λύπη του χαμού αγαπημένων τους προσώπων, πιστεύοντας ότι έτσι θα πράξει κάτι που αξίζει. Η κατηγορούμενη 1 έχει ήδη υποστεί τις συνέπειες των ενεργειών της εφόσον βρίσκεται σε διαθεσιμότητα από τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων και είναι βέβαιο ότι θα απολυθεί από την θέση της στο Κτηματολόγιο. Επισύροντας την προσοχή του Δικαστηρίου στο λευκό ποινικό μητρώο της κατηγορούμενης 1, στην πλήρη συνεργασία της για τη διαλεύκανση της υπόθεσης και την παραδοχή της, στο γεγονός ότι η κατηγορούμενη 1 ενήργησε υπό το κράτος της ψυχικής της υγείας και χωρίς να αποκομίσει όφελος από τις πράξεις της, καθώς και στο γεγονός ότι δεν υπήρξε ουσιαστική απώλεια της ιδιοκτησίας των ακινήτων, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι η κατηγορούμενη 1 δεν θα πρέπει να τιμωρηθεί παραδειγματικά. Τα δεδομένα της υπόθεσης και ιδιαίτερα το κίνητρο της κατηγορούμενης 1 για τις πράξεις της και η έλλειψη οφέλους σε συνάρτηση με την ανεπανόρθωτη βλάβη στην ψυχολογική της κατάσταση αν εγκλειστεί στις φυλακές αλλά και την βλάβη, τόσο οικονομική όσο και ψυχολογική, των γονιών της που εξαρτώνται από αυτήν, δικαιολογούν κατά το συνήγορο την εξέταση του ενδεχομένου αναστολής ποινής φυλάκισης που θα επιβληθεί στην κατηγορούμενη 1, νοουμένου ότι το ύψος της ποινής επιτρέπει τέτοιο ενδεχόμενο. Όπως αναφέρεται στο πιστοποιητικό του Κλινικού Ψυχολόγου Θέμη Αντωνίου (Έγγραφο Γ), η κατηγορούμενη 1 παρακολουθείται ψυχοθεραπευτικά από αυτόν, από τις 26.7.2010 λόγω σοβαρών ψυχολογικών προβλημάτων (σοβαρή κατάθλιψη με συμπτώματα αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς). Η κατηγορούμενη 1 βίωσε αρκετά ψυχολογικά τραύματα κατά την παιδική, εφηβική και νεανική της ηλικία με αποκορύφωμα τον αδόκητο θάνατο του αδελφού της σε δυστύχημα το 1997, που στιγμάτισε την προσωπικότητά της. Τα εν λόγω ψυχολογικά προβλήματα επιδεινώθηκαν συνεπεία όσων συνέβησαν στον εργασιακό της χώρο που οδήγησαν στη διαθεσιμότητά της και την προσωρινή της φυλάκιση και είχαν ως αποτέλεσμα τον αυτοϋποβιβασμό της σε όλα τα επίπεδα. Παρουσιάζει μια αυτοκαταστροφική προσωπικότητα με παρορμητικές και μανιακές τάσεις σε συνδυασμό με μία ιδιόμορφη αφελή συμπεριφορά που την οδηγεί σε αλόγιστες πράξεις. Συμπεριφέρεται με τρόπο που κατά τη γνώμη της είτε θα της έδιδε δημόσιο κύρος είτε κοινωνική αποδοχή, που δεν μπορεί να ελέγξει ψυχολογικά και ψυχοσυναισθηματικά με αποτέλεσμα την αυτοκαταστροφική της πορεία. Κατά τη γνώμη του εν λόγω ειδικού με βάση την ευαίσθητη προσωπικότητα της και τη ψυχολογία της, η κατηγορούμενη 1 χρειάζεται περαιτέρω ψυχολογική θεραπεία και στήριξη. Αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής ο κ. Καλλής αναφέρθηκε αρχικά στα γεγονότα της υπόθεσης επισημαίνοντας ότι ο κατηγορούμενος 2 είχε την πεποίθηση ότι εδικαιούτο να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης των κτημάτων, όπως αυτό θα μπορούσε να διαφανεί από τον φάκελο WRIT28/42 ο οποίος δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και τις ενέργειες που έκανε για την εξασφάλιση των δικαιωμάτων του τις γνώριζε και η αδελφή του. Ο κατηγορούμενος 2 καλόπιστα πίστευε ότι είχε δικαίωμα να διεκδικήσει τα επίδικα κτήματα, όπως και η κατηγορούμενη 1 που ίσως προχώρησε στην έκδοση των τίτλων επειδή είχε η ίδια μεσολαβήσει ώστε ο κατηγορούμενος 2 να δανειστεί χρήματα από τον κουμπάρο της. Εισηγήθηκε ο κ. Καλλής ότι η συμμετοχή του κατηγορούμενου 2 στη διάπραξη των αδικημάτων ήταν ελάχιστη. Υιοθετώντας την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, ο συνήγορος υπέδειξε ότι τραγικά γεγονότα συνέβησαν στη ζωή του κατηγορούμενου 2 με αποκορύφωμα τον θάνατο του παιδιού του που οδήγησε στο να αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 2 προβλήματα υγείας, ενώ ο μικρότερος γιος του πάσχει από ανεπάρκεια καρδιάς. Υποδεικνύοντας ο συνήγορος ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν θα πρέπει να κριθεί πιο αυστηρά λόγω του ότι καταδικάστηκε μετά από ακροαματική διαδικασία, εισηγήθηκε ότι το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου 2, οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, η μικρή συμμετοχή του στη διάπραξη των αδικημάτων, η μη αποκόμιση οικονομικού οφέλους, τα πολύ σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει και η προσφορά του στην πατρίδα κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής, δικαιολογούν την αναστολή ποινής φυλάκισης που τυχόν θα του επιβληθεί. Η έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αποτελεί ένα εργαλείο το οποίο προσφέρει στο Δικαστήριο την δυνατότητα αποκρυστάλλωσης της οικογενειακής αλλά και της ατομικής προσωπικότητας κάθε κατηγορούμενου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 617). Σύμφωνα με την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας για την κατηγορούμενη 1 αυτή είναι ηλικίας 44 ετών και κατάγεται από τη Μόρφου. Προέρχεται από τετραμελή οικογένεια μέτριας οικονομικής κατάστασης. Σε ηλικία 7 χρόνων λόγω της Τουρκικής εισβολής εγκαταστάθηκε μαζί με την οικογένεια της στη Λεμεσό. Τελείωσε το λύκειο με πολύ καλή επίδοση και επιθυμούσε να συνεχίσει τις σπουδές της όμως λόγω του συντηρητισμού και της αυστηρότητας του πατέρα της αυτό δεν κατέστη δυνατό. Οι αναμνήσεις από τα παιδικά της χρόνια είναι άσχημες καθώς ο πατέρας της λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας που είχε ασκούσε βία στην οικογένεια και συχνά διαπληκτιζόταν με τη μητέρα της. Ο αδελφός της απεβίωσε σε ατύχημα με μοτοσυκλέτα σε ηλικία 28 ετών. Σε ηλικία 19 ετών αρραβωνιάστηκε και παντρεύτηκε ένα χρόνο αργότερα. Από το γάμο της απέκτησε δύο παιδιά, μία κόρη ηλικίας σήμερα 22 ετών, φοιτήτρια μουσικής και ένα γιό ηλικίας 20 ετών φοιτητή στο τμήμα λογιστικής σε ιδιωτικό πανεπιστήμιο στην Αγγλία. Η ίδια αρχικά δεν εργαζόταν και ασχολείτο με τη φροντίδα των παιδιών της και τα οικιακά. Όταν αυτά μεγάλωσαν αρκετά εργάστηκε για ένα χρόνο στο Τμήμα Στατιστικής και Ερευνών και στη συνέχεια από το 1994 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού ως έκτακτη υπάλληλος, ενώ από το 1997 είχε μονιμοποιηθεί. Από το 2010 έχει τεθεί σε διαθεσιμότητα μέχρι εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης. Από το Φεβρουάριο του 2011 βρίσκεται σε διάσταση με το σύζυγο της λόγω προβλημάτων που αντιμετώπιζαν στη μεταξύ τους σχέση. Η ίδια υποστηρίζει ότι μετά τη σύλληψη της από τη αστυνομία είχε περάσει κατάθλιψη και παρακολουθείται από ψυχολόγο. Στήριξη της είναι τα δύο παιδιά της. Με τον εν διαστάσει σύζυγο της το τελευταίο διάστημα διατηρούν επικοινωνία και ο ίδιος συνεισφέρει οικονομικά τόσο για το σπίτι όσο και για τις σπουδές των παιδιών. Ο κατηγορούμενος 2 σύμφωνα με την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας είναι ηλικίας 57 ετών. Είναι απόφοιτος Γυμνασίου και διέκοψε τη φοίτηση του για οικονομικούς λόγους. Εργάστηκε στην ηλικία των 16 ετών ως βοηθός φαρμακοποιού και ακολούθως κατατάγηκε στην Εθνική Φρουρά όπου υπηρέτησε κανονικά την στρατιωτική του θητεία. Έκτοτε εργάζεται ως οδηγός λεωφορείου, επάγγελμα το οποίο ασκούσε μέχρι πριν δύο χρόνια που απολύθηκε λόγω μειωμένου κύκλου εργασιών. Τα τελευταία δύο χρόνια είναι άνεργος και συντηρείται από τις αποταμιεύσεις του. Το 2008 δημιούργησε με τον μικρότερο του γιο εταιρεία πώλησης αυτοκινήτων η οποία υπολειτουργεί λόγω μειωμένου κύκλου εργασιών. Ο ίδιος παρουσιάζει προβλήματα υγείας, συγκεκριμένα προστάτη και σακχαρώδη διαβήτη και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Σε ηλικία 19 ετών παντρεύτηκε την Αντρούλλα Νεοκλέους η οποία ανέκαθεν ασχολείτο με το νοικοκυριό και τη φροντίδα των παιδιών της. Απέκτησαν 4 παιδιά εκ των οποίων το πρώτο σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα σε ηλικία 13 ετών, κάτι που επέφερε κλονισμό στον ίδιο και στην οικογένεια του. Απόκτησε επίσης μία κόρη 34 ετών σήμερα και δύο γιους ηλικίας 30 και 22 ετών. Οι διαπροσωπικές σχέσεις των μελών της οικογένειας του είναι πολύ καλές και υπάρχει αλληλοκατανόηση και αλληλοσεβασμός μεταξύ τους. Τα αδικήματα για τα οποία καλούμαστε να επιβάλουμε ποινή στους κατηγορούμενους είναι σοβαρά, όπως εξ' άλλου φαίνεται και από την ποινή που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για τα αδικήματα αυτά (βλ. Κουλλαπής ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 273). Για το αδίκημα της πλαστογραφίας στην παρούσα περίπτωση η προνοούμενη από το άρθρο 336 του Κεφ. 154 ποινή είναι 14 χρόνια φυλάκιση. Οι ίδιες ποινές προβλέπονται και για το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου (άρθρο 339 του Κεφ. 154). Για το αδίκημα της πλαστογραφίας σχετιζόμενης με ηλεκτρονικό υπολογιστή στο άρθρο 9 του περί της Σύμβασης κατά του Εγκλήματος μέσω του Διαδικτύου (Κυρωτικός) Νόμος 22(ΙΙΙ)/2004 προβλέπεται ποινή φυλάκισης πέντε ετών και χρηματική ποινή. Οι κατηγορίες της κατάχρησης εξουσίας και της έκδοσης ψευδούς πιστοποιητικού από δημόσιο λειτουργό τα οποία παραδέχθηκε η κατηγορούμενη 1 αποτελούν πλημμελήματα τα οποία δυνάμει του άρθρου 35 τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης δύο χρόνων. Για το αδίκημα της δόλιας συναλλαγής σε ακίνητη περιουσία που ανήκει σε άλλο, προνοείται δυνάμει του άρθρου 303 Α ποινή φυλάκισης επτά ετών και για την απόπειρα διάπραξης του ίδιου αδικήματος ποινή φυλάκισης πέντε ετών. Για το αδίκημα της συγκάλυψης η ποινή που προβλέπεται από τον περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμο 188(Ι)/2007 προνοείται ποινή φυλάκισης 14 ετών. Για το αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις η ποινή που προβλέπεται είναι τρία χρόνια φυλάκιση (άρθρο 301 του Κεφ. 154) ενώ για το αδίκημα της συνομωσίας για καταδολίευση φυλάκιση πέντε χρόνων (άρθρο 302 του Κεφ. 154). Όσον αφορά τη συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος η μέγιστη ποινή είναι ποινή φυλάκισης 7 χρόνων, ή όπου το κακούργημα επισύρει κατώτερη ποινή αυτή η κατώτερη ποινή (άρθρο 371 του Κεφ. 154). Η έξαρση του οικονομικού εγκλήματος λαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις στο τόπο μας παρόλο που οι μορφές του ποικίλουν και η επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι επιβεβλημένη. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Ανδρονίκου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486 (η οποία αφορά σε διαφορετικά γεγονότα οικονομικού εγκλήματος) με παραπομπή στην υπόθεση Sydenham v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 210: «Στην υπόθεση αυτή επισημάνθηκε η έξαρση του οικονομικού εγκλήματος και «η αποφασιστικότητα των Δικαστηρίων να συμβάλουν με αυστηρές ποινές στη πάταξη του»». Επιεικής αντιμετώπιση τέτοιων αδικημάτων από το Δικαστήριο θα περιόριζε τις διακηρύξεις της νομολογίας μόνο σε φραστικές και θα έστελνε τα λανθασμένα μηνύματα. Στην παρούσα υπόθεση η κατηγορούμενη 1, εκμεταλλευόμενη τη θέση της ως κρατικού λειτουργού, με ένα σχέδιο δράσης όπως φαίνεται από τις ενέργειες που έκανε, προχώρησε στη μία περίπτωση στη δημιουργία εικονικού φακέλου απαλλοτρίωσης για να πετύχει τη μεταγραφή κτήματος στο όνομα του κατηγορούμενου 2 ενώ στη δεύτερη περίπτωση χρησιμοποιώντας υφιστάμενη διαδικασία απαλλοτρίωσης μετέγραψε ακίνητα στο όνομα του κατηγορούμενου 3, με αποτέλεσμα να αποστερηθούν των κτημάτων αυτών οι νόμιμοι δικαιούχοι τους. Δε μας βρίσκει σύμφωνους η εισήγηση του κ. Ευσταθίου ότι επρόκειτο για μία επιπόλαια ενέργεια από μέρους της κατηγορουμένης χωρίς την ύπαρξη προσχεδιασμού. Είναι γεγονός ότι η εκτέλεση των πράξεων της κατηγορούμενης 1 έγινε με τρόπο που εύκολα μπορούσε να αποκαλυφθεί, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι επρόκειτο για μία αυθόρμητη πράξη. Κατ΄ ουσίαν η κατηγορούμενη 1 εφάρμοσε ένα σχέδιο το οποίο είχε ως αποτέλεσμα δύο τεμάχια γης, μεγάλης μάλιστα αξίας, να παρουσιάζονται εγγεγραμμένα σε μη δικαιούχους ιδιοκτήτες, με το ένα από αυτά να βρίσκεται τώρα επιβαρυμένο με δύο υποθήκες. Και αυτό, έστω και εάν σύμφωνα με την υπεράσπιση τα άτομα στο όνομα των οποίων ενεγράφησαν τα ακίνητα δεν έχουν καταστεί νόμιμοι ιδιοκτήτες αυτών. Επιπρόσθετα δε το ότι η όλη υπόθεση βγήκε στην επιφάνεια χωρίς να λάβουν γνώση αυτής οι νόμιμοι δικαιούχοι των περιουσιών, δεν επηρεάζει τη σοβαρότητα των αδικημάτων. Ο δε κατηγορούμενος 2 στη βάση κάποιων ισχυριζομένων δικαιωμάτων που είχε στα ακίνητα, παρακάμπτοντας τις νόμιμες διαδικασίες, με στόχο το οικονομικό όφελος ενήργησε παράνομα και καταπατώντας τα δικαιώματα των νομίμων δικαιούχων των ακινήτων. Το γεγονός ότι οι πράξεις διενεργήθηκαν από την κατηγορούμενη 1, η οποία άλλωστε λόγω της θέσης της ήταν η μόνη από τους δυο που θα μπορούσε να εφαρμόσει το εν λόγω σχέδιο, δε μειώνει την εγκληματική του συμπεριφορά να επιτύχει οικονομικό όφελος από περιουσία η οποία δεν του ανήκε νόμιμα. Το Δικαστήριο όταν επιβάλλει ποινή, πρέπει να εξισορροπήσει από τη μια την τιμωρία και αναμόρφωση του κατηγορουμένου καθώς επίσης και τον παραδειγματισμό και την αποτροπή και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου από την άλλη. Είναι καλά νομολογημένη αρχή ότι η εξατομίκευση δεν πρέπει να οδηγεί στην εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας του νόμου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224, Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 240, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου
(1999)2ΑΑΔ 603, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσαπατσάρη κ.α.
(2000)2 ΑΑΔ 304. Ο κ. Ευσταθίου επικαλέστηκε την κατάσταση της ψυχικής υγείας της κατηγορούμενης 1 τόσο για να δικαιολογήσει το κίνητρο της όσο και ως ευρύτερο ελαφρυντικό παράγοντα. Τα ψυχολογικά προβλήματα της κατηγορούμενης 1 λαμβάνονται υπόψη αλλά δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τη διάπραξη τόσο σοβαρών αδικημάτων εκ μέρους της. Όπως προκύπτει από τη νομολογία, τα ψυχολογικά προβλήματα λαμβάνονται υπόψη ως μέρος των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου (βλέπε Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224 και Ψύλλας ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 430), αλλά δεν μπορούν να οδηγήσουν σε αναποτελεσματικότητα της ποινής ή στην εξουδετέρωση του αποτρεπτικού της χαρακτήρα, όταν η επιβολή αποτρεπτικής ποινής είναι η ενδεδειγμένη (Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342). Την κατάσταση της υγείας του κατηγορούμενου 2 και της οικογένειας του επικαλέστηκε και ο κ. Καλλής, ως ελαφρυντικό παράγοντα και ως τέτοιος λαμβάνεται υπόψη. Αντιλαμβανόμαστε ότι τα προβλήματα υγείας των κατηγορουμένων 1 και 2 μπορούν να αντιμετωπιστούν ενόσω κρατούνται στις Κεντρικές Φυλακές και δεν έχει τεθεί ενώπιον μας οτιδήποτε από το οποίο να προκύπτει ότι η κατάσταση της υγείας τους θα επιδεινωθεί αν επιβληθεί σ΄αυτούς ποινή φυλάκισης. Τόσο τα προβλήματα υγείας όσο και οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων λαμβάνονται υπόψη ως ελαφρυντικοί παράγοντες, χωρίς όμως να μπορεί να αγνοηθεί η σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι και ούτε μπορούν να οδηγήσουν στην εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων αυτών. Η παραδοχή της κατηγορούμενης 1 για τις ενέργειες της τόσο στις ανακριτικές αρχές όσο και στο Δικαστήριο σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας, υποδηλώνει την μεταμέλεια της και ως εκ τούτου αποτελεί ένα σοβαρό μετριαστικό παράγοντα κατά την επιμέτρηση της ποινής στη συγκεκριμένη κατηγορούμενη (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 28, Suresh Crisnatha Rangajeeva v. Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 485). O μετριαστικός αυτός παράγοντας δεν υπάρχει στην περίπτωση του κατηγορούμενου 2. Βέβαια η μη παραδοχή του κατηγορούμενου 2 δεν επενεργεί ως επιβαρυντικός παράγοντας. Από την άλλη όμως στερεί από τον κατηγορούμενο 2 του δικαιώματος να ζητήσει επιεική αντιμετώπιση (βλ. Nicolay Kolev v. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ σελ. 197), χωρίς να παραγνωρίζουμε ότι πολλά γεγονότα έχουν γίνει παραδεκτά στην υπόθεση με αποτέλεσμα να περιοριστεί ο χρόνος εκδίκασης της. Ας μην ξεχνούμε ότι ο λόγος που η παραδοχή σε αρχικό στάδιο αποτελεί μετριαστικό παράγοντα είναι ακριβώς γιατί δείχνει έμπρακτη μεταμέλεια για τη διάπραξη των αδικημάτων, στοιχείο το οποίο ελλείπει στην περίπτωση της ακροαματικής διαδικασίας. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη ότι στην περίπτωση της κατηγορούμενης 1 δεν υπάρχει ενώπιον μας οποιοδήποτε στοιχείο ότι έλαβε οικονομικό όφελος σε αντίθεση με τον κατηγορούμενο 2 του οποίου η εγκληματική συμπεριφορά είχε ως αποτέλεσμα την μεταβίβαση ενός κτήματος στο όνομα του και την αποκόμιση οικονομικού κέρδους από τη μεταβίβαση του άλλου κτήματος στο όνομα τρίτου προσώπου. Το γεγονός ότι ο ίδιος επικαλείται ιδιοκτησιακό δικαίωμα επί των ακινήτων, έστω με τον τρόπο που εγέρθηκε το θέμα από την υπεράσπιση, λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής καθιστώντας τη διάπραξη των αδικημάτων ηπιότερης μορφής. Κατ΄ ανάλογο τρόπο επενεργεί ως ελαφρυντικό και για την κατηγορούμενη 1. Περαιτέρω η κατηγορούμενη 1 ως αποτέλεσμα της διάπραξης των εν λόγω αδικημάτων τέθηκε σε διαθεσιμότητα από την εργασία της με προφανή τον κίνδυνο απόλυσης της με όλες τις επιπτώσεις στην οικονομική κατάσταση της ίδιας και της οικογένειας της όπως αναφέρθηκε από τον κ. Ευσταθίου. Περαιτέρω η διάπραξη των αδικημάτων είχε άμεσες επιπτώσεις στο γάμο της κατηγορούμενης 1. Η παρούσα υπόθεση αφορά μεγάλο αριθμό κατηγοριών. Όπως τονίστηκε στη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 22 σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. Pefkos & Others v. Republic
(1961)CLR340, Alexandrou v. Director of Customs
(1985)2 CLR 47) εκεί που τα ίδια γεγονότα στοιχειοθετουν κατηγορίες πέραν της μιας, το δικαστήριο θα πρέπει να επιβάλλει ποινή μόνο στη μια από αυτές, συνήθως την σοβαρότερη, και όχι σε όλες τις κατηγορίες για τις οποίες απλώς καταχωρεί καταδίκη. Αφού λάβαμε υπόψη όλα τα πιο άνω και αφού σταθμίσαμε κάθε σχετικό με την επιμέτρηση της ποινής παράγοντα περιλαμβανομένου του λευκού ποινικού μητρώου των κατηγορουμένων, εξαντλώντας όλα τα περιθώρια επιείκειας θεωρούμε ότι οι αρμόζουσες ποινές είναι οι πιο κάτω τις οποίες επιβάλλουμε: Στην κατηγορούμενη 1: Στις κατηγορίες 1, 2 και 3 ποινή φυλάκισης 2 ετών στην κάθε κατηγορία. Στις κατηγορίες 4, 5 και 6 δεν επιβάλλουμε ποινή γιατί στηρίζονται στα ίδια γεγονότα με τις κατηγορίες στις οποίες επιβάλλεται ποινή. Στις κατηγορίες 7 και 8 ποινή φυλάκισης 6 μηνών στην κάθε κατηγορία. Στις κατηγορίες 9, 10 και 11 δεν επιβάλλουμε ποινή γιατί στηρίζονται στα ίδια γεγονότα με τις κατηγορίες στις οποίες επιβάλλεται ποινή. Στις κατηγορίες 12 και 13 δεν επιβάλλουμε ποινή γιατί στηρίζονται στα ίδια γεγονότα με τις κατηγορίες στις οποίες επιβάλλεται ποινή. Στη κατηγορία 15 ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Στις κατηγορίες 18 και 19 ποινή φυλάκισης 12 μηνών στην κάθε κατηγορία. Στις κατηγορίες 20 και 21 δεν επιβάλλουμε ποινή γιατί στηρίζονται στα ίδια γεγονότα με τις κατηγορίες στις οποίες επιβάλλεται ποινή. Στις κατηγορίες 23 - 32 δεν επιβάλλουμε ποινή γιατί στηρίζονται στα ίδια γεγονότα με τις κατηγορίες στις οποίες επιβάλλεται ποινή. Στον κατηγορούμενο 2 Στις κατηγορίες 1, 2 και 3 ποινή φυλάκισης 3 ετών στην κάθε κατηγορία. Στις κατηγορίες 4, 5 και 6 δεν επιβάλλουμε ποινή γιατί στηρίζονται στα ίδια γεγονότα με τις κατηγορίες στις οποίες επιβάλλεται ποινή. Στις κατηγορίες 12 και 13 δεν επιβάλλουμε ποινή γιατί στηρίζονται στα ίδια γεγονότα με τις κατηγορίες στις οποίες επιβάλλεται ποινή. Στη κατηγορία 15 ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Στις κατηγορίες 18 και 19 ποινή φυλάκισης 18 μηνών στην κάθε κατηγορία. Στις κατηγορίες 16 και 22 ποινή φυλάκισης 3 ετών στην κάθε κατηγορία. Στις κατηγορίες 20 και 21 δεν επιβάλλουμε ποινή γιατί στηρίζονται στα ίδια γεγονότα με τις κατηγορίες στις οποίες επιβάλλεται ποινή. Στις κατηγορίες 23 - 32 δεν επιβάλλουμε ποινή γιατί στηρίζονται στα ίδια γεγονότα με τις κατηγορίες στις οποίες επιβάλλεται ποινή. Οι ποινές να συντρέχουν. Τέθηκε και από τους δύο συνηγόρους ζήτημα αναστολής ενδεχόμενης ποινής φυλάκισης για τους κατηγορούμενους ενόψει των συνθηκών διάπραξης των αδικημάτων, των προσωπικών και οικογενειακών τους συνθηκών και των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει ο καθένας από αυτούς καθώς και το λευκό τους ποινικό μητρώο. Έχοντας εξετάσει τη σχετική εισήγηση, κρίνουμε ότι δεν υπάρχουν στην παρούσα υπόθεση εκείνες οι περιστάσεις είτε της ίδιας της υπόθεσης είτε που ανάγονται στις προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων, σύμφωνα με τον περί Αναστολής Εκτελέσεως Ποινής Νόμου του 1972, όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο με αρ. 186
(1)/03, ο οποίος δίνει τη διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αναστέλλει ποινή φυλάκισης μέχρι και 3 έτη, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου. Παρά την ευρύτερη διακριτική ευχέρεια που έχει το Δικαστήριο δεν πρέπει αβίαστα να αναστέλλεται μία ποινή φυλάκισης αν αυτό δεν δικαιολογείται. Η μεταμέλεια, η παραδοχή, οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες ενήργησε η κατηγορούμενη 1, η κατάσταση της ψυχικής της υγείας, το λευκό της ποινικό μητρώο και γενικότερα οι προσωπικές της συνθήκες έχουν όλα ληφθεί υπόψη κατά την επιβολή ποινής με την επιεικέστερη μεταχείριση της στα πλαίσια των σοβαρών αδικημάτων τα οποία διέπραξε. Το ίδιο ισχύει και για τον κατηγορούμενο 2 σε συνάρτηση με τις δικές του συνθήκες, τόσο όσο αφορά τη διάπραξη των αδικημάτων όσο και τις προσωπικές του συνθήκες. Συνακόλουθα δεν κρίνουμε ότι συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος για αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, η οποία να έχει άμεση ισχύ. Να συνυπολογιστεί ο χρόνος κράτησης των κατηγορουμένων. €340 έξοδα να πληρωθούν από τη Δημοκρατία (Υπ.) ............ Κ. Σταματίου, Π. Ε. Δ. (Υπ.) ............ Λ. Καουτζάνη, Α. Ε. Δ. (Υπ.) ............ Μ. Αμπίζας, Ε. Δ. Subject: Criminal/Assize Court/Sentence (Ref: Ποινή/Πλαστογραφία κ.α.) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο