← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΠΕΛΟΠΙΔΑ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 34444/2010, 19.9.2011

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΠΕΛΟΠΙΔΑ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 34444/2010, 19.9.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2011:25 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Ι. Ιωαννίδη, Α.Ε.Δ. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 34444/2010 Μεταξύ: ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν.

  1. ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΠΕΛΟΠΙΔΑ
  2. ΑΝΔΡΕΑ ΓΕΡΜΑΝΟΥ
  3. ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
  4. ZLATKA KOSTANTINOVA Κατηγορουμένων ............................................... Ημερομηνία: 19.9.2011 Για την Δημοκρατία: κ. Α. Αριστείδης με δίδα Σιώρη Κατηγορούμενος 3 παρών - γι΄αυτόν: κ. Γ. Γεωργίου ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος 3 έχει κριθεί ένοχος μετά από δική του παραδοχή στις ακόλουθες κατηγορίες: Στη 5η κατηγορία η οποία αφορά κατηγορία απαγωγής με σκοπό να υποβληθεί πρόσωπο σε βαριά βλάβη, κατά παράβαση των άρθρων 251 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, επί το ότι ομού με άλλα πρόσωπα την 4η Δεκεμβρίου 2010, στην τοποθεσία «Πάμπελα» περιοχή του χωριού Ανώγυρα, της Επαρχίας Λεμεσού απήγαγαν την THI TINH TRAN, από το Βιετνάμ, με σκοπό να τύχει τέτοιας μεταχείρισης ώστε να τεθεί σε κίνδυνο να υποβληθεί στις παρά φύση ορέξεις τους. Στη 13η κατηγορία η οποία αφορά την κατηγορία της σκληρής, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 5

(1)(β) του Περί της Σύμβασης κατά των Βασανιστηρίων και Άλλων Μορφών Σκληρής, Απάνθρωπης ή Εξευτελιστικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας (Κυρωτικός) Νόμου 235/90, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 35(ΙΙΙ) και 36(ΙΙΙ) και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, επί του ότι ομού με άλλα πρόσωπα κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, υπέβαλαν την THI TINH TRAN, από το Βιετνάμ, σε σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη. Τα γεγονότα των πιο πάνω κατηγοριών, με βάση την παράθεση τους από την Κατηγορούσα Αρχή έχουν ως εξής: Στις 4.12.10 ο 3ος κατηγορούμενος δέχθηκε τηλεφώνημα από άλλο πρόσωπο (Α) που του ζήτησε να μεταβεί στην οικία του, η οποία βρισκόταν στο χωριό Ανώγυρα της Επαρχίας Λεμεσού. Ο 3ος κατηγορούμενος, συνοδευόμενος από άλλο πρόσωπο (Β), έφτασε στην εν λόγω οικία, περί τις 11.00 όπου συνάντησε τον (Α), ο οποίος βρισκόταν έξω από την οικία μαζί με την εγγονή του, ηλικίας περίπου τεσσάρων ετών. Την ίδια στιγμή έφτασε στο χώρο, άγνωστη αλλοδαπή γυναίκα, η οποία εισήλθε στην οικία. Ακολούθως, μετά από έντονη συνομιλία με την παραπονούμενη THI TINH TRAN, η οποία εργοδοτείτο ως οικιακή βοηθός από τον (Α), η άγνωστη γυναίκα ξεκίνησε να την κτυπά στο πρόσωπο ενώπιον όλων των προαναφερθέντων προσώπων. Μετά από λίγο η εν λόγω γυναίκα αποχώρησε με το όχημα της, παίρνοντας μαζί και το κορίτσι. Κατόπιν εντολής του εργοδότη της, η παραπονούμενη ετοίμασε καφέδες τους οποίους πρόσφερε στους παρευρισκόμενους. Στη συνέχεια, ο 3ος κατηγορούμενος μαζί με τον Β, καθ΄υπόδειξη του Α, άρπαξαν και έβαλαν με τη βία την παραπονούμενη μέσα στο όχημα τους, και την μετέφεραν, ως οι οδηγίες του Α, σε ένα τροχόσπιτο, που βρισκόταν στην κτηνοτροφική μονάδα του. Ο Α τους ακολούθησε με τα πόδια και μόλις έφτασαν στο τροχόσπιτο, ξεκλείδωσε την πόρτα του τροχόσπιτου και μέσα μπήκε ο 3ος κατηγορούμενος, ο οποίος υποχρέωσε την παραπονούμενη να τον ακολουθήσει. Ο 3ος κατηγορούμενος ήρθε σε παρά φύση συνουσία μαζί της. Ακολούθως, εξήλθε από το τροχόσπιτο, ενώ αμέσως εισήλθε εντός αυτού ο Β, ο οποίος ήρθε σε παρά φύση συνουσία μαζί της. Στη συνέχεια, τόσο ο 3ος κατηγορούμενος όσο και ο Β, ενόψει του γεγονότος ότι η παραπονούμενη φώναζε, ξεκίνησαν να την κτυπούν στο πρόσωπο και στην πλάτη και ακολούθως, έπειτα από οδηγίες του Α, τις έδεσαν τα πόδια με σχοινί και τα χέρια με μια λεπτή σιδερένια αλυσίδα. Επίσης, με μαύρη κολλητική ταινία της έκλεισαν το στόμα και τα μάτια. Ο 3ος κατηγορούμενος μαζί με τον Β εξήλθαν από το τροχόσπιτο, αφήνοντας την παραπονούμενη δεμένη και ο Α, που βρισκόταν έξω, κλείδωσε την πόρτα. Και οι τρεις αποχώρησαν από τη σκηνή. Η παραπονούμενη μετά από προσπάθεια αρκετής ώρας κατάφερε να ελευθερώσει τα χέρια και τα πόδια της. Σπάζοντας το παράθυρο του τροχόσπιτου, κατάφερε να δραπετεύσει. Αμέσως αναζήτησε βοήθεια από την ένοικο παρακείμενης οικίας, η οποία την μετέφερε στο καφενείο του χωριού, όπου κλήθηκε η αστυνομία. Η παραπονούμενη εξετάστηκε στις 5.12.10, από τον Ιατροδικαστή Δρ Σ. Σοφοκλέους, ο οποίος διαπίστωσε διάφορες θλαστικές εκχυμώσεις, εκδορές και εκχυμώσεις σε διάφορα μέρη του σώματος της, όπως έχουν περιγραφεί από την Κατηγορούσα Αρχή. Σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου έχει κατατεθεί έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, την οποία ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης έχει υιοθετήσει. Εξάλλου ο κ. Γεωργίου, έχει ιδιαίτερα αναφερθεί στην αγόρευση του σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου 3, τονίζοντας το θέμα της νεαρής του ηλικίας, του λευκού του ποινικού μητρώου, της έμπρακτης του μεταμέλειας και της συνεργασίας του με την αστυνομία. Ο κ. Γεωργίου, δήλωσε ενώπιον μας ότι δέον να ληφθεί ιδιαίτερα υπόψη ότι ο κατηγορούμενος 3 ενήργησε στα πλαίσια ενεργειών άλλων προσώπων και είχε παρασυρθεί για αυτές του τις πράξεις, συσχετίζοντας το όλο θέμα με την παρατήρηση που γίνεται και στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας για το ευάλωτο του χαρακτήρα του κατηγορουμένου, που σχετίζεται με την χαμηλή του μόρφωση και την ηλικία. Σημειώνεται ιδιαίτερα, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος, δηλαδή στις 4.12.10 ήταν 16 χρονών και λευκού ποινικού μητρώου. Σύμφωνα με την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αλλά και την αγόρευση του κ. Γεωργίου, ο κατηγορούμενος 3 είναι το δεύτερο παιδί μιας πολυμελούς οικογένειας εκτοπισθέντων με 6 παιδιά που διαμένει με τους γονείς του σε τουρκοκυπριακή κατοικία στην Ανώγυρα. Η οικογένεια συντηρείται από σύνταξη ανικανότητας που λαμβάνει ο πατέρας από το Ταμείο Δημοσίων Βοηθημάτων, ο οποίος παρά το ότι είναι 39 ετών δεν δύναται να εργασθεί, ως εκ του ότι από μικρή ηλικία υποβαλλόταν σε σκληρή χειρωνακτική εργασία που οδήγησε σε σοβαρά προβλήματα υγείας. Η μητέρα δεν δύναται να εργασθεί ως εκ της φροντίδας του συζύγου της και των παιδιών, το μικρότερο των οποίων είναι 7 ετών. Ο κατηγορούμενος φοίτησε μέχρι τη Γ΄ Γυμνασίου, την οποία δεν ολοκλήρωσε. Στη συνέχεια φοίτησε στο σύστημα μαθητείας στον κλάδο μηχανολογίας για ένα χρόνο και διέκοψε. Απασχολείται περιστασιακά στις οικοδομές για να καλύπτει τα έξοδα του, αντιλαμβανόμενος τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει η οικογένεια του. Περιγράφεται δε από τη μητέρα ως συνεργάσιμος και υπάκουος και ότι δεν δημιουργεί προβλήματα στο σπίτι με τη συμπεριφορά του. Τα προβλήματα συμπεριφοράς που παρουσίασε ο κατηγορούμενος, η οικογένεια τα αποδίδει στον εύκολο επηρεασμό του από τρίτα άτομα, λόγω του χαμηλού δυναμικού του κατηγορούμενου. Σε συνάρτηση με την 5ην κατηγορία, αυτή δηλαδή της απαγωγής με σκοπό να υποβληθεί πρόσωπο σε βαριά βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 251 του Ποινικού Κώδικα, η σύμφυτη σοβαρότητα του αδικήματος είναι πρόδηλη από την προβλεπόμενη ποινή, που κατ΄ανώτατο όριο είναι ποινή φυλάκισης 10 ετών. Σε συσχετισμό δε με το αδίκημα της 13ης κατηγορίας, δηλαδή της σκληρής, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης της παραπονουμένης με πρόκληση σε αυτήν πραγματικής σωματικής βλάβης, το ανώτατο όριο της προβλεπόμενης στον νόμο περί της Σύμβασης κατά των Βασανιστηρίων και Άλλων Μορφών Σκληρής, Απάνθρωπης ή Εξευτελιστικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας (Κυρωτικός) Νόμου 235/90, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 35(ΙΙΙ)/93 και 36(ΙΙΙ)/02, είναι αυτή των τριών ετών. Η ταξινόμηση της εγκληματικής συμπεριφοράς, για σκοπούς τιμωρίας αποτελεί ευθύνη του νομοθέτη, όπως ο καθορισμός της τιμωρίας είναι ευθύνη των αρμοδίων Δικαστηρίων. Επομένως, στην επιμέτρηση της ποινής θα λάβουμε, μεταξύ άλλων, υπόψη το ανώτατο όριο ποινών που προβλέπει ο νόμος (βλ. Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης υπάρχουν επιβαρυντικά στοιχεία, τα οποία μπορούν να ταξινομηθούν κυρίως ως εξής: (α) Οι σοβαρές και δυσμενείς συνέπειες που τα αδικήματα έχουν προκαλέσει στο θύμα, το οποίο έχει ταπεινωθεί και εξευτελιστεί και από ενέργειες του κατηγορούμενου 3, όπως έχουν περιγραφεί πιο πάνω από τον κ. Αριστείδη. (β) Υπήρχε μία συνέχεια ενεργειών με βάση τις οποίες η παραπονούμενη δέχθηκε κτυπήματα και από τον κατηγορούμενο, είχε δεθεί και τις έκλεισαν το στόμα και τα μάτια, όπως επίσης την είχαν κλειδώσει ενώ απελευθερώθηκε με δικές της ενέργειες, κατορθώνοντας να αποδράσει. Είναι ορθό ότι τα γεγονότα της υπόθεσης, σε συνδυασμό με την ανάγκη αποτελεσματικής εφαρμογής του νόμου αποτελούν σε συνάρτηση με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, την αναλλοίωτη αρχή δικαίου που διέπει τον καθορισμό της ποινής. (Βλ. υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109). Στην ίδια υπόθεση λέχθηκε ότι «όταν το έγκλημα είναι σοβαρό και το στοιχείο της αποτροπής λαμβάνεται υπόψη στον προσδιορισμό της ποινής, το καθήκον του Δικαστηρίου να εξατομικεύσει την ποινή δεν ατονεί». Η διαδικασία εξατομίκευσης ωστόσο δεν πρέπει να οδηγεί στην εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής (βλ. Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1976)2 Α.Α.Δ. 63). Στην υπόθεση Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας,
(1999)2 Α.Α.Δ. 50 στη σελ. 54 αναφέρθησαν τα ακόλουθα: «...τα Δικαστήρια παρακολουθούν με αγωνία και πολύ προβληματισμό την έξαρση του σοβαρού εγκλήματος στον τόπο μας, ο οποίος, δυστυχώς δεν αντιμετωπίζει μόνο τα συνήθη προβλήματα της εξελικτικής πορείας μιας κοινωνίας, αλλά εδώ σείονται και τα θεμέλια της ύπαρξης μας. Παρόμοιες σκέψεις εξέφρασε και σε πρόσφατη απόφαση το Εφετείο με άλλη σύνθεση (Δες: Γ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 463)..». Σε τέτοιας φύσεως αδικήματα ως τα κρινόμενα, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η ποινή του Δικαστηρίου δέον να επενεργήσει και ως προειδοποίηση σε άλλους με σκοπό την προστασία ευάλωτων προσώπων (βλ. R. Roberts
(1982)4 Cr.App.Rep.8). Στην υπόθεση Π.Π. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2000)2 ΑΑΔ 457 τονίσθηκε ότι τα Δικαστήρια πρέπει να υποστηρίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και να τιμωρούν με παραδειγματικό τρόπο πράξεις που μειώνουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Το όντι, στη κρινόμενη περίπτωση τα ανθρώπινα δικαιώματα της παραπονούμενης έχουν πληγεί ποικιλοτρόπα και ουσιωδώς, ως έχει εκτεθεί πιο πάνω. Από την άλλη, στα πλαίσια του καθήκοντος του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής, ενέχει ιδιαίτερη βαρύτητα η ηλικία του κατηγορουμένου. Μας έχει προβληματίσει η ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου σε συνάρτηση με τα πιο πάνω αδικήματα, την σοβαρότητα των οποίων έχουμε ήδη εκθέσει. Η ηλικία αυτή των 16 ετών, κατά την διάπραξη του αδικήματος, σε συνδυασμό με το λευκό ποινικό μητρώο του, με τις προσωπικές του συνθήκες όπως έχουν εκτεθεί και ιδιαίτερα με την έμπρακτη μεταμέλεια, η οποία έχει φανεί από την παραδοχή του, είναι φανερό ότι δίδει στην ποινική μεταχείριση του κατηγορούμενου μία ιδιομορφία που και η νομολογία και οι γενικές αρχές Δικαίου καλύπτουν, χωρίς να παραγνωρίζονται οι περιστάσεις του αδικήματος σε σχέση με τις πιο πάνω ενέργειες του κατηγορούμενου. Μια τέτοια ουσιαστική απόδοση των σχετικών νομολογιακών αρχών μπορούμε να δώσουμε από τα λεχθέντα από Πική, Πρ. στο αναθεωρημένο σύγγραμμα του Sentencing in Cyprus, 2nd Ed. Όπου τονίζεται ακριβώς το πόσο ευαίσθητο έργο αποτελεί το καθήκον επιβολής ποινής σε νεαρά άτομα στο οποίο καθήκον, υπερισχύει η αρχή της υποβοήθησης τους να αναμορφωθούν, αφού ακριβώς η πιθανότητα αναμόρφωσης στους νέους είναι ισχυρότερη από τα μεγαλύτερα στην ηλικία άτομα. Η έμφαση είναι στην αναμόρφωση παρά στη τιμωρία. Όπως τονίζεται στην υπόθεση Ioannou v. Police
(1986)2 C.L.R. 149, η ποινή φυλάκισης σε νεαρά πρόσωπα, πρέπει να είναι η τελευταία επιλογή, με την έννοια ότι δεν θα υπάρχει άλλος τρόπος ποινικής μεταχείρισης τους. Ιδιαίτερα σημαντικός παράγοντας στη κρινόμενη περίπτωση είναι και η έμπρακτη μεταμέλεια του κατηγορούμενου διά της παραδοχής του. Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Χαρτούμπαλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. σελ. 28 «Η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μη σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης. Εξυπηρετεί τα συμφέροντα του θύματος. Πρέπει να ενθαρρύνεται μέσα από μείωση της». Αφού λάβαμε υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης και αφού σταθμίσαμε κάθε παράγοντα που επηρεάζει το ζήτημα της επιμέτρησης της ποινής με την κατάλληλη υποβοήθηση της νομολογίας, θεωρούμε ότι η ποινή φυλάκισης είναι αναπόφευκτο τιμωρητικό μέτρο και επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο τις κάτωθι ποινές: ● 2 ½ χρόνια φυλάκιση στην κατηγορία της απαγωγής (κατηγορία 5). ● 1 χρόνος φυλάκιση στην κατηγορία της σκληρής, απάνθρωπης μεταχείρισης (κατηγορία 13). Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Παραμένει προς εξέταση το θέμα εισήγησης για αναστολή της ποινής. Ο κ. Γεωργίου, εστίασε την εισήγηση του στις περιστάσεις του κατηγορουμένου, ειδικά, βέβαια, στο θέμα της ηλικίας του σε συνδυασμό με την έμπρακτη μεταμέλεια του, στοιχεία που θα επαναξιολογηθούν στα πλαίσια του καθήκοντος μας να εξετάσουμε αυτή την εισήγηση. Αυτή η επαναξιολόγηση είναι καθ΄όλα επιτρεπτή, ως εισηγήθηκε ο κ. Γεωργίου, αφού ακριβώς η επαναξιολόγηση γίνεται με άλλη πια προοπτική, αυτή της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου να διατάξει ή όχι την αναστολή. Η τροποποίηση του νόμου περί της Υφ΄ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972 (Ν.95/72)όπως είχε τροποποιηθεί με το Ν.41
(1)/97) και 186
(1)/2003, επί του θέματος της αναστολής ποινής φυλάκισης όπου δεν απαιτείται πια συνύπαρξη ειδικών λόγων δεικνύει ακριβώς την βούληση για διεύρυνση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει αποσύνδεση από τους παράγοντες που θέτει η νομολογία (βλ. Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. σελ.663). Όπως τονίσθηκε στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. σελ.303, παρέχεται η ευχέρεια στο Δικαστήριο να αναστείλει την ποινή, εφόσον κρίνει ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Τίθενται κάποιοι παράγοντες που επιμετρούν ως προς το επιθυμητό ή όχι της αναστολής της ποινής όπως (α) η σοβαρότητα των περιστατικών της υπόθεσης και το κίνητρο, (β) το μητρώο του κατηγορούμενου, (γ) η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά την διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Σημαντική καθοδήγηση στο θέμα του πως ασκείται η διακριτική ευχέρεια εκδικάζοντος Δικαστηρίου σε τέτοιες περιπτώσεις μετά την αφαίρεση της προϋπόθεσης ύπαρξης εξαιρετικών περιστάσεων από τον νόμο δίδει η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. σελ. 62. Ομολογουμένως, έχουμε ιδιαίτερα προβληματιστεί σε σχέση με την εισήγηση αυτή. Δεν μας διαφεύγει ότι ο κατηγορούμενος αρχικά αντιμετώπιζε πολύ μεγαλύτερης εμβέλειας και σοβαρότητας κατηγορίες και θέλουμε να καταστήσουμε σαφές ότι ενόψει της καταχωρηθείσης από τον Γενικό Εισαγγελέα αναστολής για τις περισσότερες από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε και την συνακόλουθη παραδοχή του, δυνάμεθα να εκλάβουμε την στάση του ως σχεδόν, άμεση παραδοχή. Εξάλλου ο κ. Αριστείδης ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 3 σε θεληματική του κατάθεση στην Αστυνομία, παραδέχθηκε την διάπραξη των αδικημάτων και συνεργάστηκε για την διελεύκανση της υπόθεσης. Είναι γεγονός ότι η ηλικία των 16 χρόνων του κατηγορούμενου, (17 σήμερα) είναι σημαντικός παράγοντας υπέρ της εισήγησης της υπεράσπισης. Αφού, βέβαια, συσχετίστηκε με την μεταμέλεια του κατηγορουμένου, η οποία σε τέτοιας φύσεως αδικήματα ενέχει ιδιαίτερη σημασία, αφού ισοδυναμεί με ουσιαστική συγνώμη προς το θύμα, το οποίο, κατά το δυνατόν, αποφεύγει την επανάληψη βίωσης του περιστατικού. (Βλ. Hamieh v. Γενικού Εισαγγελέα
(2006)2 ΑΑΔ 259). Θεωρώντας ότι ο κατηγορούμενος έχει πλήρως μεταμεληθεί για τις πράξεις του, σε συνδυασμό με την ηλικία του και τις προσωπικές του περιστάσεις όπως έχουν εκτεθεί, αποφασίσαμε, όχι χωρίς δυσκολία, ότι μπορούμε να αναστείλουμε την ποινή, παρέχοντας σε αυτόν μία ύστατη ευκαιρία να αναθεωρήσει την στάση του στην ζωή και να μην απασχολήσει, εκ νέου το Δικαστήριο, με παραβατική και αντικοινωνική συμπεριφορά. Θέλουμε να καταστήσουμε σαφές στον κατηγορούμενο ότι τα περιθώρια επιείκειας που το Δικαστήριο επέδειξε, δεν μπορούν άλλο να διευρυνθούν και τον καλούμε να χρησιμοποιήσει την ευκαιρία που του δίδεται για το δικό του καλό και το καλό του κοινωνικού συνόλου. Ενόψει των πιο πάνω, αναστέλλουμε τις πιο πάνω επιβληθείσες ποινές φυλάκισης σύμφωνα με τον νόμο (δηλαδή για 3 χρόνια). (Εξηγείται στον κατηγορούμενο 3 η φύση και η έννοια της αναστολής). (Υπ.) Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Ι. Ιωαννίδης, Α.Ε.Δ. (Υπ.) Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Assize Court/Sentence Αναφ.: Ποινή/Απαγωγή/Σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.