← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Μίνωα Βασιλείου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 21904/2010, 21 Σεπτεμβρίου, 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Μίνωα Βασιλείου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 21904/2010, 21 Σεπτεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B170 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 21904/2010 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν.

  1. Μίνωα Βασιλείου, Λεμεσός
  2. Βάσου Παναγιώτου, Λεμεσός Κατηγορουμένων --------------------- Ημερομηνία: 21 Σεπτεμβρίου, 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Δανιηλίδου Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Θεοδοσίου Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Αναστασίου Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες Π Ο Ι Ν Η Οι κατηγορούμενοι, με την παραδοχή τους, κρίνονται ένοχοι για το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση των άρθρων 231 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  3. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από τη συνήγορο της Κατηγορούσας, έχουν ως ακολούθως. Στις 11.4.2009 και περί ώρα 23.10, ο παραπονούμενος, Άγγελος Καλογήρου, οδηγούσε το μοτοποδήλατο του εστιατορίου « Το Στέκκι του Καλαμαρά» στη Λεωφόρο Μακαρίου Γ΄, στη Λεμεσό, με δυτική κατεύθυνση, και ο πρώτος κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΗΕΑ 093, με συνοδηγό τον δεύτερο κατηγορούμενο, και εξήλθε από την οδό Θεσσαλονίκης στη Λεωφόρο Μακαρίου Ο παραπονούμενος και ο πρώτος κατηγορούμενος είχαν διαφορές ενόψει της οδικής συμπεριφοράς τους, με αποτέλεσμα ο παραπονούμενος να φωνάξει στον πρώτο κατηγορούμενο «Καλά ρε μαλάκα, έτσι βγαίνεις από το Αλτ χωρίς να δεις; Γιε της Πουτάνας». Ακολούθως ο παραπονούμενος είπε στους 2 κατηγορούμενους να τον ακολουθήσουν για να πάνε να μιλήσουν και να λυθεί η παρεξήγηση μεταξύ τους και οι κατηγορούμενοι τον ακολούθησαν μέχρι το «Στέκκι του Καλαμαρά», που ήταν ο χώρος εργασίας του παραπονούμενου, όπου και στάθμευσε το μοτοποδήλατο του. Οι κατηγορούμενοι στάθμευσαν το αυτοκίνητο τους στον δρόμο, απέναντι από την εργασία του παραπονούμενου, και κατευθύνθηκαν προς αυτόν, ενώ ο πρώτος κατηγορούμενος του φώναζε ότι τον αποκάλεσε «γιο της πουτάνας». Αφού πήγαν έξω από την εργασία του παραπονούμενου, ο πρώτος κατηγορούμενος προσπάθησε να του δώσει γροθιά, αλλά ο παραπονούμενος τον απέφυγε σκύβοντας. Όταν σήκωσε το κεφάλι του, ο δεύτερος κατηγορούμενος τον κτύπησε με γροθιά στο δεξί μάτι. Αμέσως ο πρώτος κατηγορούμενος τον κτύπησε με γροθιά στο πρόσωπο και ο παραπονούμενος έπεσε στο έδαφος. Ενώ ο παραπονούμενος βρισκόταν στο έδαφος, ο δεύτερος κατηγορούμενος τον κλώτσησε στον δεξί ώμο και του είπε «Καλά να πάθεις και να μείνεις εκεί μόνος σου, για να μάθεις». Ακολούθως οι δύο κατηγορούμενοι έφυγαν από το μέρος με το αυτοκίνητο τους. Στη συνέχεια ο παραπονούμενος τηλεφώνησε στον αστυνομικό σταθμό Αγίου Ιωάννη και κατάγγειλε την υπόθεση ξυλοδαρμού του από τους δύο κατηγορούμενους. Στη σκηνή μετέβη ο αστ. 2362, Θ. Θεοδότου, ο οποίος τον μετέφερε στο Γενικό Νοσοκομείο. Εκεί ο παραπονούμενος εξετάστηκε από την επί καθήκοντι γιατρό η οποία διαπίστωσε ότι αυτός έφερε κάκωση της κεφαλής, εκδορές και αιματώματα σε διάφορα μέρη του σώματος του. Σε ακτινολογική εξέταση διαπιστώθηκε ότι έφερε επίσης κάταγμα ρινικού οστού. Ο παραπονούμενος προέβη σε κατάθεση για το περιστατικό, στην οποία ανέφερε τον αριθμό εγγραφής του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος κατηγορούμενος. Από εξετάσεις μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή, προέκυψε ότι το εν λόγω αυτοκίνητο είναι εγγεγραμμένο στη μητέρα του πρώτου κατηγορούμενου, στην οικία της οποίας εντοπίστηκε ο πρώτος κατηγορούμενος και ανέφερε ότι αυτός οδηγούσε το αυτοκίνητο και μαζί του ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος. Κλήθηκαν και οι δύο κατηγορούμενοι στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού, όπου ο παραπονούμενος τους αναγνώρισε. Λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος ομολόγησε ότι επιτέθηκε εναντίον του παραπονούμενου αφού προηγουμένως δέχθηκε πρόκληση από αυτόν. Κατά τη σύλληψη του δεν είχε να αναφέρει οτιδήποτε. Ο δεύτερος κατηγορούμενος, στην ανακριτική κατάθεση που του λήφθηκε, ομολόγησε ότι επιτέθηκε και αυτός εναντίον του παραπονούμενου αφού προηγουμένως τους προκάλεσε. Συλληφθείς και αυτός, δεν είχε να πει κάτι. Τέθηκαν και οι δύο υπό κράτηση, και αργότερα την ίδια μέρα, κατηγορήθηκαν γραπτώς. Ο πρώτος κατηγορούμενος απάντησε «Παραδέχομαι, το έκαμα, αφού πρώτα αυτός με έσπρωξε και προσπάθησε να με κτυπήσει». Ο δεύτερος κατηγορούμενος απάντησε «Παραδέχομαι, το έκαμα, αφού πρώτα αυτός έσπρωξε και προσπάθησε να κτυπήσει τον φίλο μου». Ακολούθως και οι δύο αφέθηκαν ελεύθεροι. Τέλος, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής είπε ότι και οι δύο κατηγορούμενοι δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες. Στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που αφορά τον πρώτο κατηγορούμενο, αναφέρονται τα ακόλουθα. Είναι 21 ετών, φοιτητής αρχιτεκτονικής στην Αγγλία. Ο πατέρας του είναι ηλικίας 55 ετών, υπάλληλος της ΑΤΗΚ, και η μητέρα του είναι 52 ετών, τραπεζικός υπάλληλος. Έχει ένα αδελφό, 26 ετών, φοιτητή επίσης αρχιτεκτονικής. Ο πρώτος κατηγορούμενος αποφοίτησε από το Λύκειο με καλές επιδόσεις. Υπηρέτησε 16 μήνες στρατιωτική θητεία, αλλά πήρε 3 φορές αναστολή, λόγω δυσκολίας προσαρμογής του. Το 2009 άρχισε τη φοίτηση του σε Πανεπιστήμιο της Αγγλίας, βρίσκεται τώρα στο τελευταίο έτος, και μετά προγραμματίζει να επιστρέψει στην Κύπρο και να αποκατασταθεί επαγγελματικά. Η μητέρα του τον περιγράφει σαν ένα ευαίσθητο και φιλότιμο άτομο, που δείχνει κατανόηση για τις ανάγκες της οικογένειας του. Η απόφαση του να διακόψει τη στρατιωτική του θητεία ήταν εξ ολοκλήρου δική του, παρά την αντίθετη προτροπή των γονιών του. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας που αφορά τον δεύτερο κατηγορούμενο, αυτός είναι ηλικίας 22 ετών, φοιτητής κομμωτικής και γκαρσόνι. Η μητέρα του είναι 58 ετών, συνταξιούχος, και έχει 3 αδέλφια, ενήλικες, και 2 εξ αυτών έγγαμους. Ο πατέρας του απεβίωσε το 2003, και καταγόταν από φτωχή πολυμελή οικογένεια και ασχολείτο με την συλλογή παλαιών μετάλλων. Η μητέρα του προέρχεται επίσης από πενταμελή φτωχή οικογένεια, εργάστηκε ως κομμώτρια και τα τελευταία 5 χρόνια είναι οικοκυρά. Ο δεύτερος κατηγορούμενος διαμένει μαζί με τη μητέρα του σε σπίτι που τους παραχώρησε και ανήκει στην αδελφή του. Το εισόδημα τους είναι 200 ευρώ εβδομαδιαίως από την εργασία του κατηγορούμενου και 500 ευρώ μηνιαίως από τη σύνταξη χηρείας της μητέρας του. Ο κατηγορούμενος καταβάλλει 250 ευρώ μηνιαίως στη Σχολή Κομμωτικής. Ο δεύτερος κατηγορούμενος γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λεμεσό. Είναι απόφοιτος Λυκείου με μέτρια επίδοση και υπηρέτησε 13 μήνες στρατιωτική θητεία λόγω του ότι είναι ορφανός από πατέρα. Ακολούθως άρχισε να εργάζεται σε διάφορες εργασίας και παράλληλα να φοιτά στη Σχολή Κομμωτικής. Αυτός και η μητέρα του αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες λόγω των χαμηλών εισοδημάτων τους, ενώ ο κατηγορούμενος ανέλαβε να καλύπτει τα φοιτητικά του έξοδα και να συνεισφέρει στα έξοδα διαβίωσης του και της μητέρας του. Οι σχέσεις μεταξύ όλων των μελών της οικογένειας είναι καλές και ο ίδιος περιγράφεται από τη μητέρα του ως συνεργάσιμο άτομο, και η μητέρα και τα αδέλφια του προσπαθούν να τον βοηθούν στο μέτρο των δυνατοτήτων τους. Κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, ο συνήγορος του πρώτου κατηγορούμενου αναφέρθηκε αρχικά στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος. Συγκεκριμένα ο κ. Θεοδοσίου είπε ότι ενώ ο πρώτος κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα στην οδό Θεσσαλονίκης προς τη Λεωφόρο Μακαρίου, στο Αλτ, έλεγξε τον δρόμο και αφού διαπίστωσε ότι ο δρόμος ήταν καθαρός, εισήλθε στην αριστερή λωρίδα του δρόμου. Εκεί υπήρχαν 3 λωρίδες, και ο πρώτος κατηγορούμενος πήγε στη μεσαία λωρίδα και προσπέρασε τον παραπονούμενο, ο οποίος ακολούθως μπήκε μπροστά από το όχημα του πρώτου κατηγορούμενου αποκόβοντας την πορεία του και ο πρώτος κατηγορούμενος άρχισε να κορνάρει. Τότε ο παραπονούμενος γύρισε πίσω και του είπε «Γιε της πουτάνας» και του έγνεψε να τον ακολουθήσει, όπως και έγινε. Όταν έφθασαν έξω από την εργασία του παραπονούμενου, ο πρώτος κατηγορούμενος του είπε «Εσύ είσαι που λες ότι γαμάς τη μάνα μου και ότι είμαι γιος της πουτάνας;» Ο παραπονούμενος έδειξε επιθετική τάση και τότε ο πρώτος κατηγορούμενος τον έσπρωξε, του έδωσε μπουνιά και ακολούθησε η συμπλοκή μεταξύ και των τριών. Ο συνήγορος του πρώτου κατηγορούμενου επεσήμανε ότι με αυτά τα γεγονότα υπήρχε πρόκληση από μέρους του παραπονούμενου, ο οποίος μάλιστα ζήτησε από τους κατηγορούμενους να τον ακολουθήσουν, και ακόμα κατέθεσε ενυπόγραφη δήλωση του παραπονούμενου, ημερ. 20.7.2011, στην οποία αναφέρει ότι έχει συμφιλιωθεί πλήρως με τους κατηγορούμενους και έχει επίσης αποζημιωθεί και δεν έχει οποιαδήποτε απαίτηση από αυτούς, και ότι για το εν λόγω γεγονός ευθύνεται και ο ίδιος διότι με την συμπεριφορά του τους έχει προκαλέσει. Ο συνήγορος του πρώτου κατηγορούμενου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει ακόμα υπόψη το είδος του τραυματισμού του παραπονούμενου, που εμπίπτει εντός της ελαφριάς μορφής βαριάς σωματικής βλάβης, την άμεση παραδοχή του πρώτου κατηγορούμενου στην αστυνομία και την πλήρη συνεργασία του με αυτή, την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, που δείχνει και την έμπρακτη μεταμέλεια του, το λευκό ποινικό μητρώο του, το νεαρό της ηλικίας του πρώτου κατηγορούμενου, και κυρίως τις προσωπικές του συνθήκες και ότι είναι φοιτητής. Τέλος, ο κ. Θεοδοσίου τόνισε τον ρόλο του Δικαστηρίου κατά το στάδιο επιβολής ποινής σε νεαρά άτομα και τον σκοπό αυτής, που πρέπει να είναι η αναμόρφωση, και εισηγήθηκε ότι σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης, συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αναστολή έκτισης αυτής. Ο συνήγορος του δεύτερου κατηγορούμενου με τη σειρά του υιοθέτησε την αγόρευση του συνηγόρου του πρώτου κατηγορούμενου, τονίζοντας ότι το όλο περιστατικό οφείλεται στη νεανική επιπολαιότητα και απερισκεψία, ενώ ο δεύτερος κατηγορούμενος έχει αντιληφθεί πλήρως τη σοβαρότητα των πράξεων του, με την αποζημίωση του παραπονούμενου με το ποσό των 1600 ευρώ. Ο δεύτερος κατηγορούμενος πλήρωσε το εν λόγω ποσό από τις αποταμιεύσεις του για τη φοίτηση του στην Κομμωτική Σχολή και που μάζεψε με πολύ κόπο και δυσκολία. Ο κ. Αναστασίου αναφέρθηκε στη δυσχερή οικονομική κατάσταση του κατηγορούμενου και επανέλαβε την εισήγηση για αναστολή της ποινής φυλάκισης που ήθελε επιβληθεί σε αυτόν. Η σοβαρότητα του αδικήματος της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, φαίνεται τόσο από την ίδια τη φύση του αδικήματος όσο και από τη προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή. Ως ανώτατο όριο ορίζεται φυλάκιση 7 ετών. Θεώρηση της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου δείχνει ότι τέτοιας φύσης αδίκημα αντιμετωπίζεται με αυστηρή ποινή, που είναι συνήθως η ποινή φυλάκισης, η οποία κυμαίνεται από μερικούς μήνες μέχρι 6 χρόνια. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Ανδρέου v. Δημοκρατίας

(1977)2 Α.Α.Δ. 81, Αεροπόρος v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 275 και Γενικός Εισαγγελέας v. Evans
(2005)2 A.A.Δ. 639. Σημασία βέβαια για το μέγεθος της ποινής έχουν οι συνθήκες και περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 463. Δεν μου διαφεύγει βέβαια ότι η παρούσα υπόθεση εκδικάζεται συνοπτικά. Στρεφόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, διαφαίνεται ότι η συμπεριφορά και των δύο κατηγορουμένων δεν ήταν προσχεδιασμένη με οποιονδήποτε τρόπο, αλλά απότοκο της στιγμιαίας αντίδρασης και αυθόρμητης πράξης τους να δεχθούν το κάλεσμα του παραπονούμενου να τον ακολουθήσουν, αφού ο παραπονούμενος εκστόμισε ύβρεις προς τον πρώτο κατηγορούμενο, λόγω μίας απλής παρεξήγησης των κατηγορουμένων με τον παραπονούμενο για την οδική τους συμπεριφορά. Δυστυχώς, η νεανική επιπολαιότητα και απερισκεψία είναι το έντονο χαρακτηριστικό του όλου επεισοδίου. Θεωρώ ότι το στοιχείο της πρόκλησης ήταν ισχυρό στην προκειμένη περίπτωση και ότι το όλο περιστατικό ξεκίνησε από την προκλητική στάση του παραπονούμενου, με τις ύβρεις του και το κάλεσμα να τον ακολουθήσουν. Φυσικά, αντί οι κατηγορούμενοι να τον αγνοήσουν και απομακρυνθούν, τον ακολούθησαν, με αποτέλεσμα μόλις ο παραπονούμενος να δείξει επιθετική διάθεση προς αυτούς, οι κατηγορούμενοι να μην μπορούν να συγκρατήσουν την ψυχραιμία τους και να επιτεθούν στον παραπονούμενο με γροθιές. Η πρόκληση που δέχθηκαν οι κατηγορούμενοι ουδόλως αποτελεί δικαιολογία για την αξιόποινη συμπεριφορά τους, όμως λαμβάνεται υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας, όπως αναφέρεται και στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας v. Evans (ανωτέρω), Πισκόπου v.Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342 και Ιωάννου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 327. Ο ίδιος ο παραπονούμενος μάλιστα, στην ενυπόγραφη του δήλωση, αναγνωρίζει και αυτός το σημαντικό μερίδιο ευθύνης που τον βαραίνει για το όλο περιστατικό. Ακόμα, δεν διαφεύγει της προσοχής μου η φύση των τραυμάτων που προκάλεσαν οι κατηγορούμενοι στον παραπονούμενο. Ως ελαφρυντικούς παράγοντες για τους κατηγορούμενους, λαμβάνω υπόψη την άμεση παραδοχή και συνεργασία τους με την αστυνομία, και την παραδοχή τους ενώπιον του Δικαστηρίου, που δείχνουν και την έμπρακτη τους μεταμέλεια. Αυτή επιβεβαιώνεται κυρίως από το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι αποζημίωσαν τον παραπονούμενο προς πλήρη ικανοποίηση του, και παρόλη τη δύσκολη οικονομική τους κατάσταση, εφόσον ο πρώτος κατηγορούμενος δεν έχει εισοδήματα και συντηρείται από τους γονείς του ως φοιτητής, ενώ ο δεύτερος κατηγορούμενος παλεύει να βγάλει χρήματα προς το ζειν για τον ίδιο και τη μητέρα του και να πληρώσει για τη φοίτηση του στη Σχολή Κομμωτικής. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο και των δύο κατηγορουμένων καθώς επίσης την συμπεριφορά τους από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα, καθότι δεν έχουν επιδείξει παρόμοια ή άλλη αξιόποινη συμπεριφορά. Ο χρόνος που έχει παρέλθει από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι το στάδιο που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή στους κατηγορούμενους είναι παράγοντας που θα ληφθεί υπόψη ως ελαφρυντικός για τους κατηγορούμενους, παρόλο που αρχικά οι κατηγορούμενοι δήλωναν μη παραδοχή στην κατηγορία και η υπόθεση οριζόταν για ακρόαση. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας κ.ά. v. Πότση
(2000)2 Α.Α.Δ. 252, Γενικός Εισαγγελέας v. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355 και Γενικός Εισαγγελέας v. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71. Τέλος, λαμβάνω υπόψη τις προσωπικές συνθήκες των κατηγορουμένων, όπως αυτές αναφέρονται στις Εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο των οποίων παρατίθεται πιο πάνω. Ειδικότερα, λαμβάνω υπόψη ότι και οι δύο κατηγορούμενοι είναι γενικά άτομα φιλήσυχα που έχουν σοβαρούς στόχους στη ζωή τους και βρίσκονται στο στάδιο της ακαδημαϊκής τους μόρφωσης, ενώ ο δεύτερος κατηγορούμενος το πετυχαίνει με αρκετές οικονομικές δυσκολίες και εργάζεται ταυτόχρονα, συνεισφέροντας στην συντήρηση του ιδίου και της μητέρας του. Σημαντικό είναι το γεγονός ότι και οι δύο κατηγορούμενοι έχουν τη στήριξη των οικογενειών τους. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω δεδομένα, και με κύριο γνώμονα τη σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι, καταλήγω ότι η μόνη κατάλληλη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες που προσμετρούν υπέρ των κατηγορουμένων και εκτίθενται πιο πάνω, δεν είναι ικανοί να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής αλλά θα αντανακλώνται στην έκταση αυτής. Ως εκ τούτου στους κατηγορούμενους 1 και 2 στην πρώτη κατηγορία επιβάλλεται στον καθένα ξεχωριστά ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω την εισήγηση των συνηγόρων υπεράσπισης για αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στους κατηγορούμενους. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από την τελευταία τροποποίηση του Νόμου 95/72 με τον τροποποιητικό Νόμο 186(Ι)/03, όπου το νέο άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου». Θεωρώ χρήσιμο ν' αναφερθώ αρχικά στις υποθέσεις Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 240 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Βασιλείου
(2003)2 Α.Α.Δ. 21 , στις οποίες η ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί αναστάληκε ενόψει των ιδιαιτέρων περιστάσεων των εν λόγω υποθέσεων κατά χρόνο μάλιστα που η ευχέρεια του Δικαστηρίου ήταν πολύ πιο περιορισμένη. Σε σχέση με το άρθρο 3
(2)του τροποποιητικού Νόμου 186 (Ι)/03, αντλώ καθοδήγηση αναφορικά με την εφαρμογή του από τις υποθέσεις Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 323 και ειδικότερα Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327. Χρήσιμη αναφορά γίνεται επίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο ο συνήγορος του κατηγορούμενου, και στο ακόλουθο απόσπασμα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)». Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, ικανοποιούμαι ότι οι προσωπικές συνθήκες και των δύο κατηγορουμένων είναι τέτοιες που δικαιολογούν την αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης που τους έχει επιβληθεί. Αυτές ουσιαστικά συνίστανται στο ότι είναι νεαρά άτομα, με λευκό ποινικό μητρώο, και κυρίως ότι βρίσκονται και οι δύο στο κρίσιμο στάδιο της ακαδημαϊκής τους μόρφωσης, ο μεν πρώτος στο τρίτο και τελευταίο έτος σε Πανεπιστήμιο στην Αγγλία στην αρχιτεκτονική και ο δεύτερος σε Σχολή Κομμωτικής εδώ στην Κύπρο και ταυτόχρονα εργάζεται για να συντηρήσει τον ίδιο και τη χήρα μητέρα του αλλά και να πληρώσει για τη φοίτηση του. Θεωρώ ότι αυτό το στάδιο στο οποίο βρίσκονται οι κατηγορούμενοι, σε συνδυασμό με το λευκό ποινικό μητρώο τους, δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να αναστείλει την έκτιση της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί σε αυτούς για να τους δοθεί η ευκαιρία να συνεχίσουν την πορεία της ζωής τους όπως την έχουν χαράξει και οραματίζονται, με το επίδικο περιστατικό να αποτελεί ένα μεμονωμένο επεισόδιο του παρελθόντος. Ως εκ τούτου η έκτιση της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί και στους 2 κατηγορούμενους αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. (Υπ.) ............ Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Ποινή Αναφορά: Βαριά σωματική βλάβη cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.