← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γεώργιου Ζήνωνος, Αρ. Υπόθεσης 24001/09, 28 Σεπτεμβρίου, 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γεώργιου Ζήνωνος, Αρ. Υπόθεσης 24001/09, 28 Σεπτεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B172 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 24001/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γεώργιου Ζήνωνος, από το Τραχώνι Κατηγορούμενου --------------------------------- Ημερομηνία: 28 Σεπτεμβρίου, 2011 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Δανιηλίδου με κ. Αργυρού Κατηγορούμενος παρών, γι' αυτόν: κ. Κωνσταντίνου Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες που αφορούν τα αδικήματα της κοινής επίθεσης και της δημόσιας εξύβρισης, κατά παράβαση των άρθρων 242 και 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, αντίστοιχα. Τα αδικήματα φέρονται να διαπράχθηκαν στις 2.9.2009 κατά του Νικόλα Ιωάννου. Κατά την ακροαματική διαδικασία, ο πρώτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο αστ.563 Θεόδωρος Πέτρου, ο οποίος υπηρετεί στον αστυνομικό σταθμό Μονής. Στις 2.9.2009 ο Μ.Κ.1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον παραπονούμενο, και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός είπε ότι ο κατηγορούμενος τον εξύβρισε λέγοντας του «καραγκιόζη» και ότι προσπαθούσε να τον κατεβάσει από το αυτοκίνητο του τραβώντας τον από τα χέρια. Ο Μ.Κ.1 έλαβε κατάθεση από τον κατηγορούμενο την ίδια μέρα, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1, και στις 10.9.2009 κατηγόρησε τον κατηγορούμενο γραπτώς και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε ότι δεν παραδέχεται. Η γραπτή κατηγορία κατατέθηκε ως Τεκμήριο

  1. Στην αντεξέταση του ο Μ.Κ.1 είπε ότι προηγήθηκε η καταγγελία του κατηγορούμενου έναντι του παραπονούμενου ότι του επιτέθηκε και τον εξύβρισε, και καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση εναντίον του παραπονούμενου ως κατηγορούμενου για τα εν λόγω αδικήματα, στα οποία παραδέχθηκε ενοχή και του επιβλήθηκε χρηματική ποινή. Ο παραπονούμενος κλήθηκε στον σταθμό από τον Μ.Κ.1 κατόπιν της καταγγελίας του κατηγορούμενου εναντίον του. Ο Νικόλας Ιωάννου, παραπονούμενος, ήταν ο επόμενος μάρτυρας κατηγορίας. Ο Μ.Κ.2 υιοθέτησε την κατάθεση του προς την αστυνομία ως μέρος της κύριας εξέτασης του. Στην εν λόγω κατάθεση του ο Μ.Κ.2 αναφέρει τα ακόλουθα. Την επίδικη μέρα, 2.9.2009, και περί ώρα 08.30, πήγε στο θερμοκήπιο του στην Παρεκκλησιά για να σταματήσει την τουρπίνα, και κατά τις 08.50 πήγαινε στο χωράφι του στον Μαζόκαμπο με το αυτοκίνητο του με αριθμό εγγραφής DAZ
  2. Ενώ βρισκόταν στον κύριο δρόμο, ερχόταν από απέναντι η σύζυγος του με το αυτοκίνητο της. Σταμάτησε δίπλα της και της είπε ότι έκλεισε την τουρπίνα και τη ρώτησε πού θα πήγαινε. Τότε ο Μ.Κ.2 είδε πίσω από το αυτοκίνητο της γυναίκας του ένα βαν και ο οδηγός του άρχισε να κορνάρει. Ο Μ.Κ.2 του είπε «ένα λεπτό» και η σύζυγος του ξεκίνησε να φύγει. Τότε αυτός ήρθε δίπλα από τον Μ.Κ.2, άνοιξε το γυαλί και του είπε «Είναι δημόσιος δρόμος εν τζιαι καφενείο ρε καραγκιόζη». Ο Μ.Κ.2 τότε του είπε «Μα ποιον ξιτιμάζεις ρε γαμώ τη μάνα σου». Αυτός κατέβηκε από το αυτοκίνητο του, άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου του Μ.Κ.2 και τον τραβούσε να τον ρίξει κάτω. Ο Μ.Κ.2 κρατήθηκε στο τιμόνι, άφησε το κλατς και το αυτοκίνητο πήγαινε ανεξέλεγκτο μπροστά. Ο Μ.Κ.2 κατάφερε και έφυγε το χέρι του από τα χέρια του και σταμάτησε το αυτοκίνητο. Τότε πήρε το στελίφι της τσάπας με το οποίο προσπάθησε να τον απωθήσει να αφήσει την πόρτα του αυτοκινήτου του. Ο Μ.Κ.2 δεν τον βρήκε αλλά αυτός άφησε την πόρτα και τράπηκε σε φυγή. Είπε ότι θα ειδοποιούσε αστυνομία. Το αυτοκίνητο του Μ.Κ.2 παρολίγο να πέσει μέσα στον ποταμό. Ο ίδιος έχει παράπονο από το εν λόγω άτομο καθότι τον εξύβρισε και του επιτέθηκε πιάνοντας τον από τα χέρια κινδυνεύοντας να έχει ατύχημα. Ο Μ.Κ.2 αναγνώρισε το εν λόγω άτομο ως τον κατηγορούμενο και πρόσθεσε ότι αυτός τον τραβούσε από το δεξί χέρι και προσπαθούσε να τον ρίξει από το αυτοκίνητο. Αυτό διήρκησε περίπου μισό λεπτό. Η σύζυγος του εν των μεταξύ είχε ξεκινήσει να φύγει και όταν τον είδε που άνοιξε την πόρτα «βουρούσε» και φώναζε. Μετά που ο κατηγορούμενος τον άφησε η σύζυγος του έφυγε και ο κατηγορούμενος την έτρεχε από πίσω. Ο Μ.Κ.2 πρώτη φορά συνάντησε τον κατηγορούμενο και ο ίδιος καταδικάστηκε σε χρηματική ποινή για το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Κ.2 είπε ότι όταν πήρε το στελίφι, βρισκόταν εντός του αυτοκινήτου και όταν τον είδε ο κατηγορούμενος να το παίρνει τον άφησε. Ο Μ.Κ.2 αρνήθηκε τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι δοκίμασε να κτυπήσει τον κατηγορούμενο με αυτό, λέγοντας ότι το κρατούσε και του έλεγε ότι θα τον κτυπήσει για να τον αφήσει, αλλά δεν τον κτύπησε. Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι ο ίδιος ο μάρτυρας κατέβηκε κάτω από το αυτοκίνητο του με το στελίφι ενώ ο κατηγορούμενος δεν τον κόντεψε καν, ενώ ο Μ.Κ.2 επανέλαβε τη δική του εκδοχή των γεγονότων. Ο Μ.Κ.2 είπε ότι η σύζυγος του ξεκίνησε να φύγει και όταν είδε τον κατηγορούμενο να κατεβαίνει και να τραβά τον σύζυγο της, σταμάτησε, αλλά δεν κατέβηκε από το αυτοκίνητο και δεν παρακολουθούσε εκείνη την ώρα τις κινήσεις της. Όταν ο συνήγορος υπεράσπισης του υπέβαλε ότι στην κύρια εξέταση του ανέφερε ότι αυτή «βουρούσε», ο Μ.Κ.2 είπε ότι φώναζε και, όταν θα έφευγε ο κατηγορούμενος, είδε ότι αυτή ήταν κάτω από το αυτοκίνητο της. Ο Μ.Κ. 2 είπε ότι η απόσταση του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου με το δικό του ήταν περίπου 30 μέτρα, και αρνήθηκε τη θέση ότι τα όσα περιγράφει δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα αλλά τα λέει για να εκδικηθεί τον κατηγορούμενο που τον κατάγγειλε. Είπε ότι ανέφερε ό,τι έκανε και ο ίδιος. Η σύζυγος του κατηγορούμενου ήταν η επόμενη και τελευταία μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή. Και αυτή με την σειρά της υιοθέτησε την κατάθεση της προς την αστυνομία ως μέρος της κύριας εξέτασης της. Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής, την επίδικη μέρα, γύρω στις 09.30, έφυγε από το περιβόλι με σκοπό να πάει στον φούρνο του χωριού. Ενώ οδηγούσε στον δρόμο του Μαζόκαμπου προς το χωριό, είδε από απέναντι της να έρχεται ο σύζυγος της με το αυτοκίνητο του. Αφού κοίταξε πίσω και δεν έρχονταν αυτοκίνητα ούτε πίσω της ούτε πίσω του συζύγου της, σταμάτησαν δίπλα και του είπε ότι θα πήγαινε να πάρει κάτι να φάει. Ρώτησε τον σύζυγο της τι έκανε, και αυτός της είπε ότι πότισε το θερμοκήπιο και να μην πάει και η ίδια. Την ώρα που ετοιμάζονταν να φύγουν, κάποιο αυτοκίνητο από πίσω, το οποίο εξ όσον είδε εκείνη την ώρα σταμάτησε πίσω της, κόρναρε και άκουσε τον σύζυγο της που του είπε «Ήνταν που ρε;» Η Μ.Κ.3 ξεκίνησε σιγά σιγά να συνεχίσει την πορεία της και το ίδιο έκανε και ο σύζυγος της, ενώ κοιτούσε πίσω από το καθρεφτάκι της για να δει τι θα γινόταν. Σε κάποια στιγμή είδε τον σύζυγο της που κοντοστάθηκε και ο άλλος σταμάτησε και άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου του. Η ίδια έκανε την σκέψη ότι ίσως είναι γνωστοί και θα κατεβούν να μιλήσουν. Όταν είδε τον άλλο που έτρεχε πολύ γρήγορα προς το μέρος του συζύγου της, και εκτίμησε η ίδια ότι ήταν νευριασμένος, φοβήθηκε και σταμάτησε το αυτοκίνητο της και κατέβηκε κάτω. Είδε τον άλλο να «σούζει» την πόρτα του αυτοκινήτου του συζύγου της και να προσπαθεί να την ανοίξει. Σε κάποια φάση είδε ότι την άνοιξε και προσπαθούσε να τον κατεβάσει κάτω για να «πιαστούν». Αυτή άρχισε να τρέχει προς το μέρος τους και να φωνάζει να σταματήσουν. Ενώ έτρεχε, είδε τον σύζυγο της να κρατά ένα ξύλο και να το βγάζει από το αυτοκίνητο ενώ ο ίδιος ήταν ακόμα μέσα. Αμέσως ο άλλος «εκόπην του βούρου» και τον άκουσε να φωνάζει ότι θα πάει στην αστυνομία. Αφού τελείωσε το επεισόδιο, η ίδια μπήκε στο αυτοκίνητο της και πήγε στο περίπτερο στην Παρεκκλησιά. Όταν στάθμευσε και κατέβηκε κάτω, ο κύριος ήταν πίσω της και φαίνεται ότι την ακολουθούσε και τη ρώτησε ποιος είναι αυτός ο κύριος που θα του γαμούσε τη μάνα του. Αυτή του είπε ότι έπρεπε να ντρέπεται που έκανε τόσο κακό για το τίποτα, αφού μόνο δύο κουβέντες είπαν με τον σύζυγο της. Αυτός της είπε ότι πήρε τους αριθμούς των αυτοκινήτων τους και θα πάει στην αστυνομία και αυτή του απάντησε να πάει όπου θέλει και δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Η Μ.Κ.3 αναγνώρισε τον κατηγορούμενο και ενώ έδειξε στο Δικαστήριο ότι αυτός κρατούσε τον σύζυγο της από το αριστερό χέρι, ερωτηθείσα επί τούτου δήλωσε ότι δεν θυμόταν ποιο χέρι του κρατούσε. Το όλο επεισόδιο που τον κρατούσε μέχρι να φύγει διάρκεσε 3-4 λεπτά, και πρόσθεσε ότι ο συνήγορος του κατηγορούμενου τους προσέγγισε και τους ρώτησε αν έχουν παράπονο και αυτοί είπαν ότι είναι εντάξει. Κατά την αντεξέταση της η Μ.Κ.3 είπε ότι υπάρχει μία λανθασμένη καταγραφή στην κατάθεση της από τον αστυνομικό και ότι ήταν ακόμα σταματημένη όταν άκουσε τον κατηγορούμενο να αποκαλεί τον σύζυγο της «καραγκιόζη». Η ίδια αποδέχθηκε ότι άκουσε και τον σύζυγο της να βρίζει τον κατηγορούμενο. Αυτή σταμάτησε και έτρεχε προς το μέρος τους φωνάζοντας τους να σταματήσουν. Βρισκόταν σε απόσταση περίπου 10 μέτρων αλλά δεν πρόλαβε να πάει εντελώς κοντά. Τέλος, αρνήθηκε την υποβολή εκ μέρους της υπεράσπισης ότι η ίδια δεν είδε τίποτα γιατί είχε φύγει, και απλώς βοηθά τον σύζυγο της με τη μαρτυρίας της, ενώ η ίδια του απάντησε ότι εκείνος, δηλαδή ο συνήγορος υπεράσπισης, δεν ήταν εκεί αλλά αυτή ήταν. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και κάλεσε αυτόν σε απολογία εξηγώντας του τα δικαιώματα του. Ο κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Η κύρια εξέταση του περιορίστηκε στην υιοθέτηση της κατάθεσης του προς την αστυνομία, Τεκμήριο
  3. Σε αυτή αναφέρονται τα ακόλουθα. Ο κατηγορούμενος είναι ιδιοκτήτης συνεργείου καθαρισμού. Την επίδικη μέρα, 2.9.2009, και ώρα 08.50, μετέβη με το βαν της εταιρείας του στην περιοχή Μαζόκαμπος στην Παρεκκλησιά. Ενώ βρισκόταν στον κύριο δρόμο Μαζόκαμπου - Παρεκκλησιάς, με κατεύθυνση προς Λεμεσό, μπροστά του στον δρόμο ήταν ακινητοποιημένα δύο αυτοκίνητα και δεν μπορούσε να περάσει. Ακριβώς μπροστά του, στη λωρίδα του, ήταν το διπλοκάμπινο με αριθμό εγγραφής NC 929 που οδηγείτο από μία γυναίκα και απέναντι του ήταν το βαν με αριθμό εγγραφής DAZ 193 το οποίο οδηγείτο από ένα άντρα. Αυτοί κουβέντιαζαν μεταξύ τους για 3 - 4 λεπτά χωρίς να τον λάβουν υπόψη, και ο κατηγορούμενος κόρναρε, η γυναίκα ξεκίνησε να φύγει και ο άντρας πήγε δίπλα του και του είπε «Ήντα που θέλεις ρε;» Ο κατηγορούμενος του απάντησε «Τι εννοείς τι θέλω, ο δρόμος δεν είναι καφενείο για να κουβεντιάζουμε, είναι δημόσιος». Ο άντρας του απάντησε «Άτε ρε πεζεβέγκη γαμώ τη μάνα σου». Μετά από αυτή τη λέξη, ο κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο του, πήγε κοντά του και αυτός έβγαλε ένα ξύλινο αντικείμενο από το όχημα του, άνοιξε την πόρτα και προσπάθησε να κτυπήσει τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος τράβησε πίσω, πήγε στο αυτοκίνητο του και ειδοποίησε την αστυνομία. Ο άντρας έφυγε αφού ο κατηγορούμενος τον ενημέρωσε ότι ειδοποίησε την αστυνομία. Κατά την αντεξέταση του, ο κατηγορούμενος είπε ότι δεν θυμάται κατά πόσο το παράθυρο του βαν που ο ίδιος οδηγούσε ήταν ανοικτό ή κλειστό, ίσως να το είχε κλειστό και το άνοιξε όταν ο άντρας ήρθε δίπλα του στη δεξιά πλευρά. Αυτός τον εξύβρισε, ξεκίνησε να φύγει και προχώρησε περί τα 30 μέτρα όταν ο κατηγορούμενος κατέβηκε από το βαν και επομένως είχε χώρο για να ανοίξει την πόρτα του βαν. Ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής υπέβαλε στον κατηγορούμενο ότι δεν ανέφερε στην κατάθεση του ότι ο Μ.Κ.2 έφυγε από εκεί, ενώ ο κατηγορούμενος επέμενε ότι το είπε και μάλιστα ότι τον εξύβρισε και προχώρησε. Ο κατηγορούμενος είπε επίσης ότι ο Μ.Κ.2 κατέβηκε από το αυτοκίνητο του και έβγαλε το ξύλο, ενώ σε υποβολή ότι στην κατάθεση του προβάλλει διαφορετική εκδοχή, αυτός επανέλαβε ότι κατέβηκε από το αυτοκίνητο και πήρε το ξύλο που ήταν μέσα στο αυτοκίνητο, και αμέσως μετά είπε ότι πήρε το ξύλο και κατέβηκε από το αυτοκίνητο ταυτόχρονα. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε την υποβολή του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο Μ.Κ.2 πήρε το ξύλο για να τον απομακρύνει, λέγοντας ότι προσπάθησε να τον κτυπήσει. Ακόμα αρνήθηκε τη θέση ότι η σύζυγος του Μ.Κ.2 ήταν παρούσα κατά το επεισόδιο, λέγοντας μάλιστα ότι ο Μ.Κ.2 είπε ότι ο κατηγορούμενος τον τράβηξε από το δεξί του χέρι ενώ η Μ.Κ.3 είπε ότι τον τράβηξε με το δεξί. Τέλος, ο κατηγορούμενος απάντησε στη θέση του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι επέμενε όπως οι Μ.Κ.2 και 3 αποσύρουν το παράπονο τους εναντίον του, λέγοντας ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να βρει το δίκαιο του. Οι δύο συνήγοροι, κατά τις αγορεύσεις τους, επικεντρώθηκαν στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, αναγνωρίζοντας ότι αυτή θα καθορίσει την τελική απόφαση του Δικαστηρίου, καλώντας το Δικαστήριο να δεχθεί τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την πλευρά του καθενός αντίστοιχα. Πράγματι η κατάληξη της παρούσας υπόθεσης θα κριθεί με βάση την αξιοπιστία των μαρτύρων. Η μαρτυρία του Μ.Κ.1 κρίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη, καθότι αυτός περιορίστηκε στις ενέργειες του στο πλαίσιο διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, και σε γεγονότα που ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά της υπεράσπισης. Ο Μ.Κ.2 γενικά δημιούργησε θετική εικόνα προς το Δικαστήριο. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από ευθύτητα και αμεσότητα στις απαντήσεις του και συνοχή, συνέπεια και λογική. Επέμενε με σταθερότητα στη δική του εκδοχή των γεγονότων, την οποία επανέλαβε κατά την αντεξέταση του, και το Δικαστήριο αποκόμισε την εντύπωση ότι ο μάρτυρας ήρθε να πει την αλήθεια για τα γεγονότα της επίδικης μέρας, αναγνωρίζοντας εξ αρχής τη δική του αξιόποινη συμπεριφορά, για την οποία παραδέχθηκε άμεσα ενοχή ενώπιον Δικαστηρίου και υπέστη τις συνέπειες της πράξης του με την επιβολή σ΄ αυτόν χρηματικής ποινής. Από το σύνολο της μαρτυρίας του δεν διαφάνηκε ότι αυτός διακατεχόταν από αλλότρια ή εκδικητικά κίνητρα προς τον κατηγορούμενο, τον οποίο πρώτη φορά είδε την επίδικη μέρα, και διαφάνηκε μία ειλικρινής και γνήσια περιγραφή του όλου συμβάντος. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου κατά την αγόρευση του εισηγήθηκε ότι ο Μ.Κ.1 περιέπεσε σε αντίφαση κατά τη μαρτυρία σου σε σχέση με την συμπεριφορά της συζύγου του, και ειδικότερα κατά πόσο αυτή κατέβηκε από το αυτοκίνητο σε οποιοδήποτε στάδιο του επεισοδίου, έτρεχε και φώναζε. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε κατά την κύρια εξέταση του ότι ενώ η σύζυγος του ξεκίνησε να φύγει και είδε τον κατηγορούμενο να ανοίγει την πόρτα του αυτοκινήτου του και να τραβά τον σύζυγο της για να τον σύρει κάτω, αυτή σταμάτησε, έτρεχε και φώναζε. Στην αντεξέταση του είπε ότι η σύζυγος του ξεκίνησε να φύγει και είδε τον κατηγορούμενο που πήγε να επιτεθεί στον σύζυγο της, σταμάτησε το αυτοκίνητο της και φώναζε. Είπε ακόμα ότι δεν την είδε που κατέβηκε από το αυτοκίνητο της ενώ αυτή φώναζε, και στο τέλος είπε ότι όταν έφυγε ο κατηγορούμενος από κοντά του, αυτός είδε ότι η σύζυγος του ήταν κάτω από το αυτοκίνητο. Θεωρώ ότι αυτή η αναφορά στο σύνολο της δεν παρουσιάζει απόλυτη συνοχή, όμως ο Μ.Κ.2 ήταν σαφής ότι η σύζυγος του παρέμεινε στο μέρος, είδε το επεισόδιο, φώναζε και, μάλιστα σε κάποια φάση, κατέβηκε από το αυτοκίνητο της. Αυτή είναι και η ουσία της εν λόγω αναφοράς του, και η κάποια διαφοροποίηση που παρουσιάζεται σε αυτή δεν κρίνεται τέτοιας φύσης και έκτασης που να επηρεάζει αρνητικά την αξιοπιστία του εν λόγω μάρτυρα. Άλλωστε, αυτή η εκδοχή αναφέρθηκε και από την ίδια τη Μ.Κ.
  4. Η Μ.Κ.3, με την σειρά της, αρχικά υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης της, ενώ κατά την αντεξέταση της είπε ότι είναι λανθασμένη η αναφορά σε αυτή ότι σταμάτησε το αυτοκίνητο της και άκουσε τον κατηγορούμενο να βρίζει τον σύζυγο της, λέγοντας ότι ήταν ακόμα σταματημένη όταν έγινε αυτό. Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας της, και χωρίς να παραγνωρίζω τη σχέση της με τον Μ.Κ.2, και ακόμα έχοντας υπόψη το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από την επίδικη ημερομηνία μέχρι τη μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου, ικανοποιούμαι ότι η Μ.Κ.3 κατέθεσε στο Δικαστήριο με ειλικρίνεια, και ήταν ιδιαίτερα χαρακτηριστικός ο αυθορμητισμός στις απαντήσεις της σε βαθμό που έπειθαν για την αλήθεια των όσων είπε. Ο συνήγορος υπεράσπισης, κατά την αγόρευση του, ισχυρίστηκε ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ των Μ.Κ.2 και 3 σε σχέση με την αναφορά τους ποιο χέρι του Μ.Κ.2 τραβούσε ο κατηγορούμενος. Δεν υιοθετώ αυτή την εισήγηση, καθότι ο Μ.Κ.2 έδειξε το δεξί του χέρι, ενώ η Μ.Κ.3 έδειξε το αριστερό, ενώ αμέσως μετά μόλις ρωτήθηκε ειδικά για το θέμα, είπε ότι δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί. Τέλος, αναφέρω ότι η Μ.Κ.3 έδωσε την εντύπωση ότι ήθελε να αποκαλύψει όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο, μη διστάζοντας να αναφέρει ότι και ο σύζυγος της ύβρισε τον κατηγορούμενο, ότι το όλο επεισόδιο δημιουργήθηκε από μία ασήμαντη αφορμή και ακόμα ότι όταν προσεγγίστηκαν η ίδια και ο σύζυγος της, δήλωσαν ότι δεν έχουν παράπονο εναντίον του κατηγορούμενου, καταδεικνύοντας έτσι τη γνησιότητα των ισχυρισμών τους αλλά και των κινήτρων τους. Επομένως, κρίνω ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε για την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής είναι καθόλα αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Αντίθετα ο κατηγορούμενος δεν άφησε καλή εικόνα και γενικά δεν έπεισε για την αλήθεια των όσων έλεγε. Αρχικά το Δικαστήριο επεσήμανε κάποιες αντιφάσεις μεταξύ του περιεχομένου της κατάθεσης του, που αποτέλεσε την κύρια εξέταση του, και της μαρτυρίας του κατά την αντεξέταση του. Στην προφορική του μαρτυρία ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι ο Μ.Κ.2 τον εξύβρισε και ξεκίνησε να φύγει, ενώ στην κατάθεση του δεν αναφέρει ότι ο Μ.Κ.2 ξεκίνησε να φύγει. Ερωτηθείς γι΄ αυτό, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι ο Μ.Κ.2 τον εξύβρισε και προχώρησε και ότι αυτό ακριβώς είπε και στην κατάθεση του. Επίσης κατά τη μαρτυρία του στο πλαίσιο της αντεξέτασης του ο Μ.Κ.2 είπε ότι ο Μ.Κ.2 κατέβηκε από το αυτοκίνητο και έβγαλε το στελίφι, ενώ στην κατάθεση του ανέφερε ότι έβγαλε το ξύλινο αντικείμενο από το όχημα του, άνοιξε την πόρτα και προσπάθησε να τον κτυπήσει. Σε υποβολή του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι η προφορική του μαρτυρία είναι διαφορετική από το περιεχόμενο της κατάθεσης του, ο κατηγορούμενος είπε ότι ο Μ.Κ.2 κατέβηκε από το αυτοκίνητο και έπιασε το ξύλο το οποίο βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο, και ότι πήρε το ξύλο και κατέβηκε ταυτόχρονα. Αυτές οι αντιφάσεις είναι ουσιώδεις και άπτονται των βασικών γεγονότων του όλου επεισοδίου, και κρίνονται καθοριστικής σημασίας για να επηρεάσουν αρνητικά την αξιοπιστία του κατηγορούμενου. Παρατηρώ επίσης ότι η κατάθεση του κατηγορούμενου ήταν πολύ σύντομη και συνοπτική, και περιορίστηκε στα ουσιώδη γεγονότα, και είναι ακριβώς επί αυτών που έδωσε διαφορετικές και αντικρουόμενες εκδοχές κατά την προφορική του μαρτυρία. Ακόμα, ο κατηγορούμενος δεν έδωσε αυθόρμητες και άμεσες απαντήσεις, προβάλλοντας τη θέση ότι δεν κατάλαβε την ερώτηση για να έχει λίγο χρόνο για να απαντήσει ή ακόμα απαντούσε με επιχειρήματα, και μάλιστα αβάσιμα, όπως η ισχυριζόμενη αντίφαση μεταξύ των Μ.Κ.2 για το ποιο χέρι του Μ.Κ.2 ο κατηγορούμενος τραβούσε. Αυτή η συμπεριφορά έδειχνε ξεκάθαρα ότι ο κατηγορούμενος αδυνατούσε να δώσει απάντηση και έβρισκε πρόφαση επιχειρήματος για να καλύψει το κενό της απάντησης του με αναφορά στα γεγονότα. Επομένως, αδυνατώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του κατηγορούμενου ως αξιόπιστη και την απορρίπτω ως τέτοια. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσκομίστηκε στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, και στηριζόμενη στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής που κρίθηκε αξιόπιστη, τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση είναι τα ακόλουθα. Την επίδικη μέρα, 2.9.2009, και περί ώρα 08.30, ο Μ.Κ.2 πήγε στο θερμοκήπιο του στην Παρεκκλησιά για να σταματήσει την τουρπίνα, και κατά τις 08.50 πήγαινε στο χωράφι του στον Μαζόκαμπο με το αυτοκίνητο του με αριθμό εγγραφής DAZ
  5. Ενώ βρισκόταν στον κύριο δρόμο, που είναι δημόσιος, ερχόταν από απέναντι η σύζυγος του με το αυτοκίνητο της. Σταμάτησε δίπλα της και της είπε ότι έκλεισε την τουρπίνα και τη ρώτησε πού θα πήγαινε. Τότε ο Μ.Κ.2 είδε πίσω από το αυτοκίνητο της γυναίκας του ένα βαν και ο οδηγός του άρχισε να κορνάρει. Ο Μ.Κ.2 του είπε «ένα λεπτό» και η σύζυγος του ξεκίνησε να φύγει. Τότε αυτός ήρθε δίπλα από τον Μ.Κ.2, άνοιξε το γυαλί και του είπε «Είναι δημόσιος δρόμος εν τζιαι καφενείο ρε καραγκιόζη». Ο Μ.Κ.2 τότε του είπε «Μα ποιον ξιτιμάζεις ρε γαμώ τη μάνα σου». Αυτός κατέβηκε από το αυτοκίνητο του, άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου του Μ.Κ.2 και τον τραβούσε από το δεξί του χέρι να τον ρίξει κάτω. Ο Μ.Κ.2 κρατήθηκε στο τιμόνι, άφησε το κλατς και το αυτοκίνητο πήγαινε ανεξέλεγκτο μπροστά. Ο Μ.Κ.2 κατάφερε και έφυγε το χέρι του από τα χέρια του και σταμάτησε το αυτοκίνητο. Τότε πήρε το στελίφι της τσάπας, που βρισκόταν εντός αυτού, με το οποίο προσπάθησε να τον απωθήσει να αφήσει την πόρτα του αυτοκινήτου του. Ο Μ.Κ.2 δεν τον βρήκε, αλλά το κρατούσε και του έλεγε να τον αφήσει και ότι θα τον κτυπούσε αν δεν τον άφηνε, και τελικά αυτός άφησε την πόρτα και τράπηκε σε φυγή. Είπε ότι θα ειδοποιούσε αστυνομία. Το αυτοκίνητο του Μ.Κ.2 παρολίγο να πέσει μέσα στον ποταμό. Εν τω μεταξύ, όταν η σύζυγος του είχε ξεκινήσει να φύγει, κοιτάζοντας από το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου της, και μόλις είδε τον κατηγορούμενο που άνοιξε την πόρτα και έτρεχε προς το μέρος του συζύγου της, κατέβηκε από το αυτοκίνητο της και κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητο του συζύγου της φωνάζοντας τους να σταματήσουν. Μετά που ο κατηγορούμενος τον άφησε, η σύζυγος του έφυγε και ο κατηγορούμενος την ακολούθησε από πίσω μέχρι το περίπτερο στην Παρεκκλησιά. Όταν αυτή στάθμευσε και κατέβηκε κάτω, ο κατηγορούμενος τη ρώτησε ποιος είναι αυτός ο κύριος που θα του γαμούσε τη μάνα του. Αυτή του είπε ότι έπρεπε να ντρέπεται που έκανε τόσο κακό για το τίποτα, αφού μόνο δύο κουβέντες είπαν με τον σύζυγο της. Αυτός της είπε ότι πήρε τους αριθμούς των αυτοκινήτων τους και θα πάει στην αστυνομία και αυτή του απάντησε να πάει όπου θέλει και δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Κατόπιν της καταγγελίας του επίδικου επεισοδίου από τον κατηγορούμενο, την ίδια μέρα, ο Μ.Κ.1, ο οποίος υπηρετεί στον αστυνομικό σταθμό Μονής, κάλεσε τον Μ.Κ.2 στον σταθμό. Ο Μ.Κ.1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον παραπονούμενο, και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός είπε ότι ο κατηγορούμενος τον εξύβρισε λέγοντας του «καραγκιόζη» και ότι προσπαθούσε να τον κατεβάσει από το αυτοκίνητο του τραβώντας τον από τα χέρια. Ο Μ.Κ.1 έλαβε κατάθεση από τον κατηγορούμενο την ίδια μέρα, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1, και στις 10.9.2009 κατηγόρησε τον κατηγορούμενο γραπτώς και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε ότι δεν παραδέχεται. Η γραπτή κατηγορία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  6. Ο Μ.Κ.2 παραδέχθηκε ενοχή ενώπιον Δικαστηρίου στην κατηγορία που αντιμετώπιζε για εξύβριση του κατηγορούμενου, και του επιβλήθηκε χρηματική ποινή 400 ευρώ. Όσον αφορά την επίθεση, ως στοιχείο της πρώτης κατηγορίας, στο σύγγραμμα Archobold: Criminal Pleading, Evidence and Practice, 38η έκδοση, σελ. 974, παρ. 2634, αυτή σημαίνει την ενέργεια που εκ προθέσεως ή ακόμη και απερίσκεπτα δημιουργεί στον άλλο την αντίληψη της άμεσης και παράνομης βίας είτε πραγματικής είτε προτιθέμενης χωρίς, βέβαια, συγκατάθεση. Συμπεριλαμβάνει την απόπειρα κτυπήματος ("battery"). Το κτύπημα σημαίνει την πραγματική ένθεση παράνομης δύναμης οσοδήποτε αμελητέας είτε άμεσης είτε έμμεσης. Στην υπόθεση Fagan Metropolitan v. Police Commissioner

(1968)3 All E.R. 442, λέχθηκε ότι επίθεση μπορεί να διαπραχθεί ακόμη και με την τοποθέτηση του χεριού σε άλλο. Στην υπόθεση R. v. Venna
(1975)3 L.R. 737, 743, αποφασίστηκε ότι το νοητικό στοιχείο στοιχειοθετείται όπου ο κατηγορούμενος με πρόθεση ή απερίσκεπτα εξασκεί βία σ' άλλο άτομο. Το στοιχείο της πρόθεσης αποδεικνύεται με άμεση μαρτυρία, ή τεκμαίρεται από όλα τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης. Η συγκατάθεση βέβαια είναι παράγοντας αναίρεσης της ποινικής ευθύνης - βλ. R. v. Lang
(1975)Cr. L.R.
  1. Με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, και ειδικότερα την συμπεριφορά του κατηγορούμενου έναντι του Μ.Κ.2, ικανοποιούμαι ότι ο κατηγορούμενος επιτέθηκε στον Μ.Κ.2 με πρόθεση να ασκήσει βία σ΄ αυτόν, αφού κατόπιν ανταλλαγής ύβρεων μεταξύ των δύο και πρόκλησης έντασης μεταξύ τους, ο κατηγορούμενος τότε κατέβηκε από το αυτοκίνητο του, προχώρησε προς το αυτοκίνητο του Μ.Κ.2, άνοιξε την πόρτα και τον τραβούσε από το δεξί χέρι για να τον ρίξει κάτω. Η συμπεριφορά του κατηγορούμενου προς τον Μ.Κ.2 ήταν τέτοια που προκάλεσε τον φόβο στον Μ.Κ.2, ο οποίος για να προστατεύσει τον εαυτό του πήρε το στελίφι που βρισκόταν εντός του αυτοκινήτου του και, χωρίς να κτυπήσει τον κατηγορούμενο, τον απώθησε και τότε αυτός άφησε το χέρι του και έφυγε. Αυτή η συμπεριφορά του κατηγορούμενου αποτελεί κοινή επίθεση εντός της νομικής έννοιας του όρου. Το αδίκημα της εξύβρισης προνοείται στο άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  2. Αποτελεί θέμα πραγματικό κατά πόσο η συγκεκριμένη επίδικη συμπεριφορά είναι υβριστική. Στις λέξεις που εκστομίζονται πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα και το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 All E.R. 1297: "An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it." Επίσης στην υπόθεση Bolster v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ 89, λέχθηκε ότι η εξύβριση στοιχειοθετείται όταν το χρησιμοποιηθέν υπό συνθήκες αντιπαράθεσης λεκτικό δεν είναι δυνατόν να εκληφθεί ως μη υβριστικό. Επομένως, η ακριβής λεκτική απόδοση των εκφρασθέντων στερείται οιασδήποτε ουσιώδους σημασίας. Στις λέξεις που εκστομίζονται πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Δεν χρειάζεται απόδειξη στοιχείου πραγματικής πρόκλησης οποιουδήποτε παρευρισκομένου να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι, όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99, ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Το κριτήριο είναι και πάλι αντικειμενικό, δηλαδή κατά πόσον ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί (βλ. Γ.Ε. ν. Ναταλία Καζίνα
(1999)2 Α.Α.Δ 503 και Αχιλλέως ν. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 98). Όσον αφορά την έννοια του δημόσιου χώρου, αυτή καθορίζεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα ως ακολούθως: «δημόσιος χώρος ή δημόσιο υποστατικό περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής καθώς και κτίριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση». Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η λέξη «καραγκιόζης» που εκστόμισε ο κατηγορούμενος στον Μ.Κ.2 είναι υβριστικού περιεχομένου, όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Αχιλλέως v. Αστυνομίας (ανωτέρω). Η εν λόγω απόφαση ασχολείται με την εν λόγω λέξη και πραγματεύεται την ερμηνεία της ως εξής: «Το κύριο σημείο είναι πως δεν αποδείχθηκε - ούτε και για σκοπούς prima facie υπόθεσης - βασικός συστατικός όρος του αδικήματος ότι η λέξη «καραγκιόζης» έχει υβριστικό χαρακτήρα. Ο συνήγορος αναφέρθηκε συναφώς στο Μεγάλο Λεξικό της Νεοελληνικής γλώσσας του Α. Γεωργοπαπαδάκου στη σελ.513 ότι η λέξη σημαίνει το λαϊκό θέατρο σκιών ή τον πρωταγωνιστή του μόνο. Παραβλέπει όμως ο συνήγορος ότι το ουσιαστικό όπως και το επίθετο της λέξης, που αναφέρονται στο ίδιο λεξικό έχουν προσβλητική σημασία. Βλέπε λήμματα καραγκιοζιλίκι, καραγκιοζιλίδικος. Αλλά και η λέξη «καραγκιόζης», παρότι διατηρεί την αρχική σημασία της που αφορά το θέατρο σκιών, κατάντησε να σημαίνει τον γελοίο, αστείο, πειναλέο, τεμπέλη ή κακοφτιαγμένο άνθρωπο. Βλέπε σχετικό λήμμα στο «Ελληνικό Λεξικό» Τεγόπουλου-Φυτράκη, 3η έκδοση, σελ.352 και Εμμανουήλ Κριαρά «Νέο Ελληνικό Λεξικό» σελ.663. Είναι λέξη με την οποία ο υβρίζων εκδηλώνει απέναντι στον υβριζόμενο περιφρόνηση, χλευασμό και είναι γενικά προσβλητική και μειωτική του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται.» Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος εκστόμισε τη λέξη αυτή καταδεικνύουν ξεκάθαρα ότι αυτή ενείχε υβριστικό χαρακτήρα, και αναμφίβολα όποιο πρόσωπο την ακούσει και προς το οποίος απευθύνεται ενδέχεται να αντιδράσει επιθετικά. Ο κατηγορούμενος είπε αυτή τη λέξη προς τον Μ.Κ.2 ενώ βρίσκονταν σε δημόσιο δρόμο, και μάλιστα η λέξη αυτή ακούστηκε από τη Μ.Κ.3 που βρισκόταν εκεί. Ως εκ τούτου, ικανοποιούμαι ότι η Κατηγορούσα Αρχή κατάφερε να αποδείξει την υπόθεση της στον απαιτούμενο βαθμό εναντίον του κατηγορούμενου αναφορικά και με τις δύο κατηγορίες. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 1 και 2. (Υπ.) ............ Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Αναφορά: Κοινή επίθεση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.