← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Σόλωνα Σολωμού, Αρ. Υπόθεσης: 27945/09, 30/9/2011

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Σόλωνα Σολωμού, Αρ. Υπόθεσης: 27945/09, 30/9/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B173 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 27945/09 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και Σόλωνα Σολωμού Κατηγορούμενου -------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 30/9/2011 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Κληρίδου. Για τον κατηγορούμενο: κ. Ν. Καλλής Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες, της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη (1η Κατηγ.) και της απειλής βιαιοπραγίας (2η Κατηγ.). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος στις 8/4/2009 στην Λινόπετρα της επαρχίας της Λεμεσού, διέπραξε επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στον Ανδρέα Φρίξου από τη Λεμεσό, ενώ την ίδια ημερομηνία και στον ίδιο τόπο με σκοπό την υποκίνηση του Ανδρέα Φρίξου να παραλείψει πράξη την οποία είχε νομικό δικαίωμα να τελέσει τον απείλησε, ότι θα του προκαλούσε βλάβη λέγοντας του «αν σε ξαναδώ στην Αθηνά, θα σου σπάσω τις μασέλλες σου». Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κάποια έγγραφα κατατέθηκαν από κοινού και το περιεχόμενο τους δηλώθηκε ως παραδεκτό και ως τέτοιο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Αυτά είναι η κατάθεση του αστυφ. 2061 Δ. Σαζού, φωτογραφικό άλμπουμ, ιατρική αναφορά ημερ. 8/4/09 του Δρ Α. Κυριάκου και η κατάθεση του αστυφ. 2141 Ν. Θεοδοσίου (Τεκμήρια 1-3 και 15 αντίστοιχα). Δηλώθηκαν επίσης ως παραδεκτά και ως τέτοια εγκρίθηκαν επίσης από το Δικαστήριο τα ακόλουθα. Ότι οι καταθέσεις που αναφέρονται στην κατάθεση του αστυφ. 2141 Ν. Θεοδοσίου δηλαδή οι καταθέσεις Τεκμήρια 6, 6Α, 7, 7Α, 8 και 8Α, είναι οι καταθέσεις για τη λήψη των οποίων ο αστυφύλακας Θεοδοσίου χειρίσθηκε τα μηχανήματα που αναφέρει στο Τεκμήριο

  1. Ότι οι οπτικογραφημένες καταθέσεις που αναφέρει η Μ.Κ.2 στην κατάθεση της, είναι αυτές που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, ως Τεκμήρια 6, 7 και 8 και ότι οι απομαγνητοφωνημένες καταθέσεις των ανηλίκων Ανδρέα και Παναγιώτας Φρίξου που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια 6Β και 8Β αντίστοιχα αποδίδουν πιστά τις οπτικογραφημένες καταθέσεις που λήφθηκαν από τους μάρτυρες αυτούς και ότι τίποτε δεν έχει αφαιρεθεί ή προστεθεί σε αυτές. Ως μάρτυρες για την κατηγορούσα αρχή, κλήθηκαν και κατέθεσαν στο Δικαστήριο, ο λοχ. 2474 Μ. Χαραλάμπους (Μ.Κ.1) η Γ/ αστυφ. 4793 Χριστίνα Μακρυγιάννη (Μ.Κ.2), η Χριστιάνα Ιακώβου (Μ.Κ.3), ο Νίκος Φρίξου (Μ.Κ.4), η Χαραλαμπία Χαραλάμπους (Μ.Κ.5), ο ανήλικος Ανδρέας Φρίξου (Μ.Κ.6) και η επίσης ανήλικη Παναγιώτα Φρίξου (Μ.Κ.7), οι οποίοι αφού κρίθηκαν ως μάρτυρες που έχρηζαν βοήθειας λόγω της ηλικίας τους που κατά το χρόνο της κατάθεσης τους στο Δικαστήριο ήταν 8 και 12 χρόνων αντίστοιχα, με βάση το Νόμο 95(Ι)/2001, έδωσαν τη μαρτυρία τους μέσω κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης, στην παρουσία κοινωνικής λειτουργού. Κατέθεσε επίσης ως Μ.Κ.8 ο ιατροδικαστής Σ. Σοφοκλέους, ενώ μετά την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία, αυτός επέλεξε και κατάθεσε ενόρκως, καλώντας επίσης ως Μ.Υ.1 τον Ανδρέα Σολωμού. Η υπόθεση βασίσθηκε κατά κύριο λόγο στην μαρτυρία των ανήλικων αδελφιών Ανδρέα και Παναγιώτας και κατ' ακολουθία στη μαρτυρία των γονιών τους, Μ.Κ.4 και
  2. Αυτοί υποστήριξαν ότι ο κατηγορούμενος συνάντησε τον ανήλικο Ανδρέα στο σχολείο του, του επιτέθηκε προκαλώντας του πραγματική σωματική βλάβη και τον απείλησε. Αντίθετα ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι η καταγγελία εναντίον του δεν ήταν γνήσια, αλλά αποσκοπούσε στην εξασφάλιση οικονομικού οφέλους και ότι οι ενέργειες του περιορίζονταν σε μια απλή επίπληξη που πράγματι έκαμε στον μικρό Ανδρέα τη συγκεκριμένη ημέρα. Αυτές ήταν σε γενικές γραμμές οι εκδοχές των εμπλεκομένων οι οποίες παρουσιάσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία. Mεταξύ των δύο αυτών εκδοχών, επιλέγω ως αξιόπιστη αυτή του κατηγορούμενου. Και αυτό γιατί η προσκομισθείσα από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρία παρουσίαζε σε πολλά και ουσιαστικά σημεία ασάφειες, αντιφάσεις και κενά που δεν μου επιτρέπουν να την αποδεχθώ, σε αντίθεση με τις θέσεις της υπεράσπισης που προβλήθηκαν με σταθερότητα και σαφήνεια. Πιο συγκεκριμένα ασάφεια στην μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, παρουσιάσθηκε ως προς τα πρόσωπα που ήταν παρόντα κατά το περιστατικό, ως προς τις συγκεκριμένες ενέργειες και τρόπο συμπεριφοράς του κατηγορούμενου σε σχέση με το αδίκημα της 1ης κατηγορίας, όσον αφορά το πρόσωπο προς το οποίο εκστόμισε την απειλή σε σχέση με το αδίκημα της 2ης κατηγορίας και σε σχέση με τους τραυματισμούς που ο μικρός Ανδρέας υπέστη από την ισχυριζόμενη επίθεση. Εν πάση περιπτώσει όλα τα κενά που παρουσιάζονται στην εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής προσκομισθείσα μαρτυρία αναλύονται πιο κάτω, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά και στην αξιολόγηση της οποίας θα προχωρήσω αμέσως χωρίς να παραθέσω την προσκομισθείσα μαρτυρία αφού αυτή είναι καταγραμμένη στα πρακτικά. Οι Μ.Κ. 1 και 2, υπηρετούν και οι δύο στην αστυνομία και ήταν ο μεν πρώτος, το πρόσωπο που απομαγνητοφώνησε τις οπτικογραφημένες καταθέσεις των ανηλίκων και τις κατέγραψε και η Μ.Κ.2, αυτή η οποία τις έλαβε. Και οι δύο, μου έκαμαν πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρες της αλήθειας, αφού μαρτύρησαν με σταθερό και θετικό τρόπο τα όσα περιήλθαν σε γνώση τους μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων τους και γι' αυτό αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία τους, συμπεριλαμβανομένης και της εξ' ακοής που προσήγαγε ο Μ.Κ.
  3. Η εξ' ακοής μαρτυρία που προσήγαγε ο Μ.Κ.1 ήταν τα όσα του είχε αναφέρει η Σοφία Μιχαήλ, η οποία κατά το χρόνο που έλαβε χώρα το περιστατικό εργαζόταν ως σχολική τροχονόμος κοντά στο σχολείο των παιδιών και από την οποία έλαβε σχετική κατάθεση. Η εξ' ακοής μαρτυρία που προσήγαγε η Μ.Κ.2 ήταν τα όσα είχε προβάλει σε αυτήν η ανήλικη Χρύσω, αδελφή του μικρού Ανδρέα στην οπτικογραφημένη κατάθεση της. Μετά την τροποποίηση του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 με το Νόμο 32

(1)/04, η εξ' ακοής μαρτυρία, δεν αποκλείεται πλέον γι' αυτό μόνο το λόγο. Η βαρύτητα όμως που θα της προσδοθεί, εναπόκειται στο Δικαστήριο το οποίο κατά την κρίση του, μπορεί να λάβει υπόψη του διάφορους παράγοντες οι οποίοι ενδεικτικά και μόνο εκτίθενται στο Νόμο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίνεται ότι θα πρέπει να προσδοθεί στην εξ' ακοής μαρτυρία που προσήχθη από τον Μ.Κ.1, πλήρης βαρύτητα. Και αυτό λόγω της καλής εντύπωσης που σχημάτισα για τον μάρτυρα, ο οποίος κατάθεσε με σταθερό και θετικό τρόπο τα όσα έπραξε και τα όσα του γνωστοποιήθηκαν μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του από τρίτο πρόσωπο το οποίο δεν προέκυψε να έχει οποιαδήποτε σχέση με την υπόθεση ή οποιονδήποτε εμπλεκόμενο, αλλά και γιατί η μαρτυρία της τροχονόμου προσήχθη επίσης ως εξ' ακοής μαρτυρία και από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, ο οποίος επίσης την επικαλέσθηκε. Αντίθετα δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στην εξ' ακοής μαρτυρία που προσήχθη από τη Μ.Κ.2 και αυτό παρά την καλή εντύπωση που σχημάτισα για τη μάρτυρα. Αυτό οφείλεται κύρια ότι υπό τις περιστάσεις δεν διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της μαρτυρίας, αφού αυτή προέρχεται από την αδελφή του παραπονούμενου, ένα ανήλικο παιδί, το οποίο δεν έχει κληθεί ως μάρτυρας στο Δικαστήριο ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της αξιοπιστίας της, ενώ η αποδοχή της μαρτυρίας αυτής χωρίς το πρόσωπο που προέβη στην αρχική δήλωση να υποστεί τη βάσανο της αντεξέτασης θα καθόριζε χωρίς άλλο την πορεία της υπόθεσης. Η Μ.Κ.3 ήταν η λειτουργός του γραφείου ευημερίας η οποία κατά το χρόνο που έγινε το ισχυριζόμενο συμβάν, ήταν τοποθετημένη στον τομέα άμεσης παρέμβασης και η οποία μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων της, συνάντησε στις 10/4/2009 τον ανήλικο Ανδρέα Χρίστου και τους γονείς του για το ισχυριζόμενο επεισόδιο. Στη συνέχεια και για κάποιο μικρό χρονικό διάστημα, παρακολούθησε την οικογένεια. Παρά το ότι αυτή θεωρώ ότι είχε την πρόθεση να μαρτυρήσει την αλήθεια, εν τούτοις δεν μπορούσε να θυμηθεί διάφορα γεγονότα σχετικά με την υπόθεση, με αποτέλεσμα σε κάποιες περιπτώσεις να μην είναι σταθερή στη μαρτυρία της. Δεν μπορούσε π.χ. να πει με βεβαιότητα, εάν μετά το ισχυριζόμενο συμβάν, ο μικρός Ανδρέας παρακολουθήθηκε ή όχι από ψυχολόγο, ούτε και αν αυτή η συνεργασία με τον ψυχολόγο είχε ξεκινήσει από προηγουμένως. Παρά τα πιο πάνω, είπε στη συνέχεια ότι η παραπομπή του παιδιού σε ψυχολόγο έγινε κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους, μη μπορώντας όμως και πάλι να θυμηθεί το όνομα του ψυχολόγου. Άλλο γεγονός που επίσης δεν μπορούσε να θυμηθεί είναι εάν μετά την αποχώρηση της ίδιας, συνεχίσθηκε η συνεργασία άλλου λειτουργού με την οικογένεια, όπως επίσης και το όνομα της λειτουργού αυτής. Ενόψει του ότι η μάρτυρας αυτή δεν μπορούσε και δεν ήταν σε θέση να απαντήσει επί των πιο πάνω γεγονότων με σταθερότητα και βεβαιότητα, δεν μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία της. Για τον λόγο αυτό, από τη μαρτυρία της αποδέχομαι μόνο όσα ανέφερε στην γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, την ίδια δηλαδή μέρα που συνάντησε τον μικρό Ανδρέα και τους γονείς του. Η υπόλοιπη μαρτυρία της δεν γίνεται αποδεκτή. Όπως προαναφέρθηκε οι Μ.Κ.4 και 5 ήταν οι γονείς του μικρού Ανδρέα. Και οι δύο δεν ήταν παρόντες κατά το ισχυριζόμενο περιστατικό και με το μεγαλύτερο και ουσιαστικότερο μέρος της μαρτυρίας τους, μετέφεραν στο Δικαστήριο τα όσα τους ανέφεραν τα παιδιά τους και στον Μ.Κ.4 και η πρώην σύζυγος του Μ.Κ.
  1. Αυτά βεβαίως αποτελούν εξ' ακοής μαρτυρία, για την οποία ισχύουν τα όσα προαναφέρονται και δεν θα τα επαναλάβω. Μ.Κ.4 ήταν ο πατέρας του μικρού Ανδρέα. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει, παρακολουθώντας το ύφος, την όλη στάση και συμπεριφορά του, στοιχεία βέβαια που δεν προκύπτουν από τα στυγνά πρακτικά, δεν με έπεισε για την ειλικρίνεια και τη γνησιότητα των προθέσεων του, ενώ η γενικότερη στάση και συμπεριφορά του, μου δημιούργησαν διάφορα ερωτηματικά. Ένα τέτοιο στοιχείο, είναι η προσπάθεια που κατέβαλε να δώσει άλλη εικόνα για την κατάσταση του ίδιου και της οικογένειας του από αυτήν που ίσχυε στην πραγματικότητα. Πιο συγκεκριμένα, στην αρχή της εξέτασης του στο Δικαστήριο, αλλά και όπως προκύπτει από την κατάθεση του που έδωσε στην αστυνομία, προσπάθησε να αποσιωπήσει το γεγονός το οποίο όμως παραδέχθηκε κατά την εξέλιξη της αντεξέτασης ότι, από καιρό πριν το ισχυριζόμενο επεισόδιο δεν διέμενε με τα παιδιά του, αφού με τη σύζυγο του, έχει διαζευχθεί από το
  2. Ήταν περαιτέρω, σε βαθμό πολύ εμφανή ότι, σε πολλές ερωτήσεις που του υποβάλλονταν κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης, καθυστερούσε να απαντήσει, προφανώς σκεπτόμενος την απάντηση που θα έπρεπε να δώσει, σε σημείο μάλιστα που όταν η καθυστέρηση αυτή του υποδείχθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου, ο μάρτυρας δεν την αρνήθηκε αλλά προσπαθώντας να την δικαιολογήσει απάντησε, «δεν σκέφτομαι..., αλλά προσπαθώ πως θα σας τα πω......». Σε πολλά δε σημεία περιέπεσε σε αντιφάσεις οι οποίες σε συνάρτηση με τη γενικότερη εντύπωση που σχημάτισα γι' αυτόν, δεν μου επιτρέπουν να αποδεχθώ τη μαρτυρία του. Μια τέτοια περίπτωση είναι αυτή όπου ενώ στην προφορική του μαρτυρία ισχυρίσθηκε ότι ο μικρός Ανδρέας του ανέφερε μόνον ότι «έδερεν με ένας αστυνομικός» και ότι, εάν αυτός του είχε αναφέρει και άλλα πράγματα «πιθανόν» θα τα θυμόταν, στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία προβάλλει άλλους ισχυρισμούς και συγκεκριμένα ότι ο ίδιος ο Αντρέας του περιέγραψε κάποια τουλάχιστον από τα γεγονότα. Όταν δε, του διαβάστηκε η κατάθεση του αυτή και ρωτήθηκε ποιός τελικά του ανέφερε αυτά που καταγράφονται στην κατάθεση του και την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο και υιοθέτησε το περιεχόμενο της ως μέρος της κύριας του εξέτασης, είπε ότι του τα είπε η θυγατέρα του. Ενώ αρχικά είπε ότι σύμφωνα με τα όσα του είπαν τα παιδιά του, το περιστατικό το είδαν και κάποια άλλα παιδιά, δεν μπορούσε να θυμηθεί αν τα άλλα αυτά παιδιά, ήταν ένα ή περισσότερα, ούτε και μπορούσε να θυμηθεί το όνομα τους. Όλα τα πιο πάνω σε συνάρτηση με τη γενικότερη εντύπωση που σχημάτισα για τον μάρτυρα, δεν μου επιτρέπω να αποδεχθώ τη μαρτυρία του, συμπεριλαμβανομένης και της εξ' ακοής, την οποία και απορρίπτω, εκτός μόνο και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από τη νομολογία από τα ακόλουθα σημεία. Ότι έδωσε τη συγκατάθεση του στη λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης από τον μικρό Ανδρέα και στην εξέταση του παιδιού του από ιατροδικαστή. Μ.Κ.5 ήταν η μητέρα του ανήλικου Ανδρέα. Ούτε αυτή κατάφερε να μου δημιουργήσει τέτοια θετική εντύπωση που να μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία της. Παρακολουθώντας της να καταθέτει δεν με έπεισε ότι αυτά που προέβαλε στο Δικαστήριο ήταν η αλήθεια, ενώ διέκρινα επίσης να υπάρχει στα λεγόμενα της μια τάση υπερβολής. Κάποιες δε αντιφάσεις που εντοπίζονται μεταξύ της μαρτυρίας της και των ανηλίκων παιδιών της, Ανδρέα και Παναγιώτας, ενισχύουν την άποψη μου αυτή. Ενώ η ίδια η μητέρα υποστήριξε ότι την ημέρα του επεισοδίου η ίδια είχε μεταβεί στο σχολείο για να παραλάβει τα τρία παιδιά της και ότι έξω από το σχολείο τα συνάντησε μαζί με άλλα δύο παιδιά, ο Ανδρέας και η Παναγιώτα, προέβαλαν διαφορετικούς ισχυρισμούς σε σχέση με το θέμα. Ο μεν Ανδρέας είπε ότι επέστρεψαν μόνα τους στο σπίτι όπου και βρήκαν την μητέρα τους να μαγειρεύει, ενώ η Παναγιώτα σε ερώτηση αν τελικά η μητέρα τους ήλθε και τους παρέλαβε από το σχολείο τη συγκεκριμένη ημέρα, απάντησε αρνητικά προσθέτοντας ότι τους βρήκε στο δρόμο ενώ κατευθύνονταν προς το σπίτι. Ασάφεια επίσης παρατηρείται και στους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν ως προς τα πρόσωπα που ήταν παρόντα κατά την ώρα που έγινε το περιστατικό. Ενώ η μητέρα στην κατάθεση της (Τεκμήριο Ε) αναφέρει ότι και τα τρία παιδιά της, δηλαδή ο Ανδρέας και οι δύο μεγαλύτερες της θυγατέρες, η Παναγιώτα και η Χρύσω, ήταν παρούσες κατά την ώρα του επεισοδίου μαζί με άλλα δύο παιδιά, η Παναγιώτα στην οπτικογραφημένη κατάθεση της και σε απάντηση που έδωσε όταν κατέθετε στο Δικαστήριο εάν την ώρα του επεισοδίου είχε άλλο πρόσωπο μαζί τους απάντησε κατά λέξη «ναι ήταν μια κορούα, φίλη μου, η Χρυσοβαλάντω, η αδελφή μου εν είδε την στιγμή που του έκανε έτσι. Ήρτε μετά η αδελφή μου». Ο δε Ανδρέας, στην οπτικογραφημένη κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία ανέφερε ότι όταν έγινε το επεισόδιο ήταν με τις δύο αδελφές του τη Χρύσω και τη Γιώτα, ενώ στο Δικαστήριο είπε ότι εκείνη την ημέρα, βρισκόταν μόνος του με την αδελφή του την Γιώτα και ότι η Χρύσω πήγε και τους βρήκε στη συνέχεια. Ενώ τα παιδιά ανέφεραν ότι ο κατηγορούμενος απευθύνθηκε στον ίδιο τον Ανδρέα θυμώνοντας και εκφοβίζοντας τον, η μητέρα τους προέβαλε στη γραπτή της κατάθεση ότι ο κατηγορούμενος απευθύνθηκε στην Παναγιώτα λέγοντας της «σύναξε τον αρφό σου, τσιαι τζιαμέ που θα τον κόψω μόνο του στην Αθηνά, θα του σπάσω τις μασέλλες του», κάτι το οποίο προέβαλε και ο Μ.Κ.
  3. Ενώ ο μικρός Ανδρέας είπε ότι λόγω του επεισοδίου και επειδή φοβήθηκε έβρεξε το εσώρουχο του μία μόνο φορά, η Μ.Κ.5 επέμενε ότι τούτο επαναλήφθηκε και μετά το επεισόδιο 2 ή 3 φορές. Η δε Παναγιώτα στην οπτικογραφημένη της κατάθεση αναφέρει ότι τούτο συνέβη τρείς φορές, λέγοντας επίσης ότι το ξέρει γιατί της το είπαν τόσο η μητέρα της όσο και ο αδελφός της ο Ανδρέας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, δεν μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία της, η οποία και όπως προαναφέρεται ήταν σε πάρα πολλά σημεία εξ' ακοής και την απορρίπτω, εκτός μόνο από ότι έδωσε τη συγκατάθεση της στη λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων από τα παιδιά της Χρύσω και Παναγιώτα. Όπως προαναφέρθηκε οι μοναδικοί μάρτυρες εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής που παρουσιάσθηκαν στο Δικαστήριο για να εκθέσουν τα γεγονότα κατά την ώρα του επεισοδίου, γεγονότα για τα οποία είχαν προσωπική γνώση, ήταν τα ανήλικα αδέλφια Ανδρέας και Παναγιώτα. Αυτοί κατέθεσαν στο Δικαστήριο χωρίς όρκο λόγω της ηλικίας τους και αφού ενεργοποιήθηκαν οι πρόνοιες του Ν.95(Ι)/
  4. Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τη μαρτυρία τους και έχω συνυπολογίσει ότι πρόκειται για δύο παιδιά τρυφερής ηλικίας, ιδιαίτερα αυτή του μικρού Ανδρέα, από τους οποίους βέβαια δεν είναι αναμενόμενο ότι θα μπορούσαν να εκθέσουν τα γεγονότα με τον τρόπο που αναμένεται από ενήλικες μάρτυρες. Από την άλλη όμως καταλήγω στο ότι δεν μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία τους με ασφάλεια, γι' αυτό και την απορρίπτω. Και αυτό γιατί σε πολλά σημεία η μαρτυρία τους ήταν διαφορετική τόσο μεταξύ τους όσο και με τους γονείς τους και ιδιαίτερα με τη μητέρα τους Μ.Κ.
  5. Ουσιαστικό σημείο είναι εκείνο στο οποίο τα δύο παιδιά περιέγραψαν τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου κατά το επεισόδιο. Ενώ ο Ανδρέας, σε κανένα απολύτως σημείο ούτε της οπτικογραφημένης κατάθεσης του, ούτε και αυτής στο Δικαστήριο ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος τον έπιασε από το λαιμό, αντίθετα τόσο οι γονείς του, όσο και η αδελφή του Παναγιώτα προέβαλαν τον ισχυρισμό αυτό, προσδιορίζοντας όμως και πάλι σε διαφορετική χρονική στιγμή την ενέργεια αυτή του κατηγορούμενου. Ενώ η Παναγιώτα αναφέρει στην οπτικογραφημένη κατάθεση της ότι επειδή ο Ανδρέας κατέβασε κάτω το κεφάλι, ο κατηγορούμενος τον έπιασε από κάποιο σημείο του σώματος του και στη συνέχεια, τον έπιασε και από τον λαιμό, οι γονείς του Ανδρέα στις καταθέσεις που έδωσαν στην αστυνομία, προσδιόρισαν την ενέργεια αυτή του κατηγορούμενου ως την αρχική, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος, πρώτα έπιασε τον Ανδρέα από τον λαιμό και αφού το παιδάκι έσκυψε κάτω το κεφάλι, τότε τον έπιασε από το πηγούνι αναγκάζοντας τον να σηκώσει το κεφάλι του ψηλά. Άλλη διαφορά που επίσης υπάρχει ως προς τις ενέργειες που αποδίδονται στον κατηγορούμενο είναι ως προς το πρόσωπο που αυτός, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, απηύθυνε την απειλή. Ενώ οι δύο γονείς ισχυρίσθηκαν ότι ο κατηγορούμενος απευθύνοντας την απειλή αυτή μιλούσε στην Παναγιώτα, τα δύο παιδιά είπαν ότι αυτήν την εκστόμισε απευθυνόμενος στον Ανδρέα. Οι διαφορές αυτές που εντοπίζονται ως προς τις ενέργειες που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, είναι τέτοιες που μου δημιουργούν αμφιβολίες και ερωτηματικά για την συμπεριφορά που πράγματι επέδειξε ο κατηγορούμενος. Σημαντικό στοιχείο επίσης που μου δημιουργεί αμφιβολίες για το τι πραγματικά συνέβη, είναι η θετική απάντηση που έδωσε ο Ανδρέας στην ερώτηση που του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση, «Ανδρέα, είπε σου η μάμμα σου να πεις τούτα τα πράματα στην αστυνομία που είπες;». Η απάντηση του Ανδρέα που ήταν ένα μονολεκτικό «ναι», δημιουργεί εντονότατες αμφιβολίες ποιά πράγματα η μητέρα είπε στον Ανδρέα να αναφέρει, αν αυτά ήταν η αλήθεια, πως τον συμβούλευσε και εάν τελικά αυτά που ο Ανδρέας ανέφερε στην αστυνομία ήταν αυτά που του είπε η μητέρα του ή αυτά που πραγματικά συνέβησαν ή οτιδήποτε άλλο. Και τούτο χωρίς να μου διαφεύγει ότι η απάντηση αυτή επιδέχεται πολλών ερμηνειών, ειδικότερα στην παρούσα περίπτωση που τη δίδει ένα μικρό ανήλικο παιδί. Υπάρχουν περαιτέρω και άλλες διαφορές στη μαρτυρία τους, είτε μεταξύ τους, είτε μεταξύ των οπτικογραφημένων καταθέσεων τους και των όσων προφορικά ανέφεραν στο Δικαστήριο, οι οποίες σε συνάρτηση με τα πιο πάνω δεν μου επιτρέπουν να αποδεχθώ τη μαρτυρία τους και μερικές από τις οποίες θα αναφέρω ενδεικτικά. Ο μικρός Ανδρέας στην οπτικογραφημένη κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία ανέφερε ότι όταν έγινε το επεισόδιο ήταν με τις δύο αδελφές του τη Χρύσω και τη Γιώτα. Αντίθετα στο Δικαστήριο είπε ότι εκείνη την ημέρα, βρισκόταν μόνος του με την αδελφή του την Γιώτα και ότι η Χρύσω πήγε και τους βρήκε στη συνέχεια. Η Παναγιώτα (Γιώτα) αντίθετα στην οπτικογραφημένη κατάθεση της είπε ότι κατά την ώρα του επεισοδίου μαζί τους ήταν και μια φίλη της η Χρυσοβαλάντω και ότι η αδελφή τους η Χρύσω ήλθε στη συνέχεια. Ενώ και ο Ανδρέας και η Παναγιώτα δέχθηκαν κατά την αντεξέταση τους στο Δικαστήριο ότι ποτέ δεν είδαν τον κατηγορούμενο στο μπακάλικο της Αθήνας, σε άλλο σημείο της προφορικής της κατάθεσης η Παναγιώτα επέμενε ότι ο Ανδρέας της είπε ότι ο ίδιος είδε τον κατηγορούμενο στο μπακάλικο 1, 2 φορές. Και τούτο παρά το ότι στην οπτικογραφημένη κατάθεση της και σε απάντηση που της υπέβαλε η Μ.Κ.2 «ποιά είναι η Αθηνά;» απάντησε κατά λέξη «εν μπακάλαινα».....τσιαι επειδή πάμε τσαι ...τσείνος μαζί με τις κόρες του....». Ως Μ.Κ.8, παρουσιάσθηκε ο ιατροδικαστής Σ. Σοφοκλέους, ο οποίος εξέτασε τον Ανδρέα στις 10/4/2009, δύο δηλαδή μέρες μετά το ισχυριζόμενο επεισόδιο. Αυτός διαπίστωσε ότι το παιδί την ημέρα της εξέτασης, παρουσίαζε στην μεσότητα της γενειακής χώρας, κυκλοτερή θλαστική εκχύμωση 1,5 Χ 2 εκατοστά. Σε ερώτηση που του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση αν το τραύμα αυτό που είχε ο Ανδρέας, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως πετέχεια, απάντησε αρνητικά και εξήγησε ότι οι πετέχειες, είναι αιμορραγικές μικρές κηλίδες, ενώ αυτό που διαπίστωσε να υπάρχει στον Ανδρέα ήταν εκχύμωση. Ο μάρτυρας αυτός, μου έκαμε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας αφού ήταν ένας ανεξάρτητος επιστήμονας που κατέθεσε ότι προέκυψε από την εξέταση που έκαμε στο ανήλικο παιδί μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του και γι' αυτό αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι η αποδοχή της μαρτυρίας αυτής του ιατροδικαστή Σοφοκλέους, επιτείνει ακόμα περισσότερο στο μυαλό του Δικαστηρίου τις ήδη υπάρχουσες αμφιβολίες για τη γνησιότητα της υπόθεσης. Και αυτό γιατί δημιουργείται το ερώτημα πως γίνεται ο μικρός Ανδρέας να παρουσιάζει την ημέρα του ισχυριζόμενου επεισοδίου, δηλαδή στις 8/4/2009, πετέχειες και δύο μέρες αργότερα στις 10/4/2009 όταν τον εξέτασε ο ιατροδικαστής, να παρουσιάζει στο ίδιο σημείο θλαστική εκχύμωση, τραύμα μάλιστα που σύμφωνα με το μάρτυρα δεν είναι το ίδιο με τις πετέχειες που εντοπίσθηκαν στον μικρό Ανδρέα δύο μέρες προηγουμένως όταν έγινε το περιστατικό. Ιδιαίτερα μάλιστα όταν καμία μαρτυρία δεν έχει προσκομισθεί από την κατηγορούσα αρχή η οποία να δίδει κάποια εξήγηση επί τούτου. Μετά την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία αυτός επέλεξε και κατέθεσε ενόρκως προβάλλοντας τη δική του εκδοχή. Παρατηρώντας την όλη στάση και συμπεριφορά του και παρακολουθώντας τον να καταθέτει από το εδώλιο του μάρτυρα με τρόπο που ήταν και σταθερός και θετικός, μου έκαμε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας και γι' αυτό αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του. Την ίδια καλή εντύπωση μου έκαμε και ο Μ.Υ.1 ο οποίος επίσης κατάθεσε με αμεσότητα και ευθύτητα και γι' αυτό αποδέχομαι επίσης πλήρως τη μαρτυρία του. Δεδομένων των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων και της αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 8/4/2009, γύρω στις 1 το μεσημέρι, ο κατηγορούμενος, πήγε στο δημοτικό σχολείο Λινόπετρας να παραλάβει τις θυγατέρες του που εκείνη την ώρα σχολνούσαν, μαζί με τα άλλα παιδιά του σχολείου. Η μέρα ήταν βροχερή και ο κατηγορούμενος ο οποίος προηγουμένως βρισκόταν σε υπηρεσία, ήταν με πολιτική περιβολή, γιατί η αστυνομική στολή που φορούσε κατά την ώρα της υπηρεσίας του, είχε βραχεί και γι' αυτό ο κατηγορούμενος πήγε στο σπίτι του και άλλαξε ρούχα. Ο κατηγορούμενος ανέμενε τα παιδιά του έξω από το σχολείο, δίπλα από υπάρχουσα στο μέρος διάβαση πεζών που βρίσκεται πολύ κοντά στην κεντρική είσοδο του σχολείου. Η κόρη του Άντρια, κατευθύνθηκε προς το μέρος του μαζί με άλλα 3, 4 παιδιά και του έδειξε το ένα από αυτά υποδεικνύοντας τον στον πατέρα της, ως τον Ανδρέα. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για κάποιον Ανδρέα για τον οποίο η θυγατέρα του, του είχε κάμει αναφορά σε προηγούμενο χρόνο ότι είχαν τσακωθεί, έσκυψε προς το μέρος του Ανδρέα και του είπε σε ήπιο τόνο, να μην ξαναπειράξει την θυγατέρα του την Άντρια. Ο μικρός Ανδρέας του απάντησε ότι δεν την πείραξε, ο κατηγορούμενος του είπε εντάξει και έφυγε με την θυγατέρα του. Γυναίκα τροχονόμος που βρισκόταν στο μέρος και βοηθούσε τα παιδιά να διασταυρώσουν το δρόμο μέσω της διάβασης πεζών, δεν αντιλήφθηκε οτιδήποτε και δεν είδε αστυνομικό με στολή να πλησιάζει το μέρος. Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος, καταγγέλθηκε από τον πατέρα του Ανδρέα, τον Νίκο Φρίξου για τα υπό εξέταση αδικήματα. Την ίδια μέρα ο Ανδρέας παραπέμφθηκε για εξέταση στο τμήμα επειγόντων περιστατικών του γενικού νοσοκομείου Λεμεσού, όπου εξετάσθηκε από τον ιατρικό λειτουργό Δρ Α. Κυριάκου, ο οποίος και διαπίστωσε ότι ο μικρός Ανδρέας έφερε στην κάτω επιφάνεια του πώγωνος, πετέχειες. Δόθηκε από τον ιατρό παραπεμπτικό όπως ο μικρός Ανδρέας εξετασθεί από παιδοψυχίατρο την επόμενη ημέρα. Λήφθηκαν καταθέσεις από τους γονείς του ανήλικου Ανδρέα και στις 10/4/2009, λήφθηκαν με συγκαταθέσεις και των δύο γονέων, οπτικογραφημένες καταθέσεις από τον Ανδρέα Φρίξου, ηλικίας 7 χρόνων και τις αδελφές του Χρύσω και Παναγιώτα, ηλικίας 8 και 9 χρόνων αντίστοιχα. Οι καταθέσεις αυτές λήφθηκαν από την Μ.Κ.2 στην παρουσία της λειτουργού του γραφείου ευημερίας Χρ. Ιακώβου με χειριστή των μηχανημάτων, τον αστυφ. 2141 Ν. Θεοδοσίου. Οι καταθέσεις αυτές παραδόθηκαν από τον τελευταίο στον Μ.Κ.1 ο οποίος τις απομαγνητοφώνησε και τις κατέγραψε σε έντυπη μορφή. Την ίδια ημέρα, 10/4/2009, ο ιατροδικαστής Σ. Σοφοκλέους, εξέτασε στον αστυνομικό σταθμό Γερμασόγειας τον ανήλικο Ανδρέα, στην παρουσία του λοχία 2474 Μ. Χαραλάμπους, του φωτογράφου αστυφ. 2061 Δ. Σαζού και του πατέρα του ανηλίκου, μετά από γραπτή συγκατάθεση του και ο αστυφ. 2061 Δ. Σαζός, έλαβε αριθμό φωτογραφιών. Το παιδί τη συγκεκριμένη ημέρα παρουσίαζε κυκλοτερή θλαστική εκχύμωση 1,5 Χ 2 εκατοστά στην μεσότητα της γενειακής χώρας. Στις 12/4/2009 ο Μ.Κ.1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο και στη συνέχεια τον κατηγόρησε γραπτώς για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει και αυτός δεν παραδέχθηκε. Οπτικογραφημένη κατάθεση λήφθηκε στις 24/4/09 και από την Χρυσοβαλάντω Κωνσταντίνου, ηλικίας 8 χρόνων. Όπως προαναφέρεται η ουσιαστική μαρτυρία για την υπόθεση προήλθε από τα δύο ανήλικα παιδιά Ανδρέα και Παναγιώτα Φρίξου. Σε σχέση με τη μαρτυρία παιδιού εφαρμογή έχει το άρθρο 9 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.
  6. Στην υπόθεση Σωφρόνη Κλείτου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 173/09, ημερομ. 29/3/2011, εξετάσθηκε η εφαρμογή του άρθρου αυτού, που εισήχθηκε στο βασικό Νόμο με τον τροποποιητικό Νόμο 14
(1)/09. Με τον τροποποιητικό αυτό Νόμο καταργήθηκε το παλαιότερο άρθρο 9 του Νόμου και αντικαταστάθηκε με το ακόλουθο: «Για την απόδειξη οποιουδήποτε αδικήματος δεν είναι απαραίτητη η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας της ένορκης ή ανώμοτης μαρτυρίας παιδιού, ούτε η αυτοπροειδοποίηση του δικαστηρίου για τον κίνδυνο καταδίκης με μόνη την ένορκη ή ανώμοτη μαρτυρία παιδιού». Ο τροποποιητικός αυτός νόμος, τέθηκε σε ισχύ στις 6/3/09, πριν τη διάπραξη των αδικημάτων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο (8/4/2009) και πριν επίσης την καταχώρηση της υπόθεσης (7/12/2009). Δεν τίθεται συνεπώς οποιοδήποτε αμφιβολία για εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση του τροποποιητικού αυτού νόμου, σύμφωνα με τις πρόνοιες του οποίου δεν είναι απαραίτητη η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας για απόδειξη οποιουδήποτε αδικήματος με μόνη την ένορκη ή ανώμοτη μαρτυρία παιδιού, ούτε η αυτοπροειδοποίηση του Δικαστηρίου για τον κίνδυνο καταδίκης με μόνη τη μαρτυρία αυτή. Είναι συνεπώς δυνατή η καταδίκη κατηγορούμενου με μόνη την ένορκη ή ανώμοτη μαρτυρία παιδιού. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσον η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποσείσει, όπως και σε κάθε ποινική υπόθεση, το βάρος για απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, το οποίο βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18). Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου, 2002
(2)ΑΑΔ 246: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την εκδοχή των μαρτύρων κατηγορίας. Η Κατηγορούσα Αρχή έχει την υποχρέωση να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου. Το Δικαστήριο, πολύ ορθά, μετά την απόρριψη της εκδοχής της Κατηγορούσας Αρχής, δεν μπορούσε να προσπαθήσει μέσα από τη συμπεριφορά του εφεσίβλητου να αντλήσει συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να στοιχειοθετούσαν την ενοχή του...... Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσείοντα εγείρει, δεν θα ήταν δυνατό να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι αυτές, δεν επιτρέπονται (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363).» Είναι προφανές ότι από τη στιγμή που η ουσιαστική μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής σε σχέση με την υπόθεση έχει απορριφθεί, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Η επίπληξη που σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος έκαμε στον μικρό Ανδρέα δεν μπορεί να θεωρηθεί επίθεση και κατά συνέπεια κρίνεται ότι δεν έχει αποδειχθεί το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ούτε βέβαια και τα λοιπά συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού. Από τη στιγμή δε που η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής δεν έχει γίνει αποδεκτή, ούτε και το αδίκημα της 2ης κατηγορίας έχει στοιχειοθετηθεί. Με βάση όλα τα πιο πάνω, κρίνεται ότι η κατηγορούσα αρχή, απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό, που είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τα αδικήματα που καταλογίζονται στον κατηγορούμενο. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.)................. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.