← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ηaebar Shahbazei, Αρ. Υπόθ. 6556/11, 30 Σεπτεμβρίου, 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ηaebar Shahbazei, Αρ. Υπόθ. 6556/11, 30 Σεπτεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B174 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθ. 6556/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ηaebar Shahbazei, από τo Iράν Κατηγορούμενου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30 Σεπτεμβρίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Αβρααμίδης Για τον Κατηγορούμενο: κα. Α. Ιωαννου Κατηγορούμενος παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της παραμονής στη Δημοκρατία της Κύπρου μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 19

(1)(λ) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας: «Ο κατηγορούμενος μεταξύ της 11ης Μαρτίου, 2011 και της 27ης Απριλίου, 2011, στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ ήταν αλλοδαπός, δηλαδή Ιρανός υπήκοος και ευρίσκετο στην Κύπρο ως αιτητής πολιτικού ασύλου μέχρι την 25/01/06 οπόταν και απορρίφθηκε η αίτηση του από την Αναθεωρητική Αρχή, στη συνέχεια του παραχωρήθηκε ειδική άδεια από τον Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών και στις 11/03/2011 η Διευθύντρια του Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης δήλωσε ότι ο αλλοδαπός διαμένει στην Δημοκρατία μετά την λήξη της προσωρινής άδειας του, χωρίς να έχει εξασφαλίσει την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης.» Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της κατηγορίας παρουσίασε ως μάρτυρες τους Davood Zare (Μ.Κ.1) και Χρ. Σταύρου (Μ.Κ.2). Σε σχέση με τον πρώτο, δηλώνω από τώρα ότι δεν αποδίδω καθόλου σημασία στη μαρτυρία του, αφού αυτή είναι σαφώς αντινομική. Ο συγκεκριμένος μάρτυρας, που υποτίθεται ότι στον ουσιώδη χρόνο πρόσφερε τις υπηρεσίες του ως διερμηνέας, για τη λήψη κατάθεσης από τον κατηγορούμενο (βλ. το τεκμήριο 1), όταν κατά το στάδιο αντεξέτασης τού υποβλήθηκε πως δεν ξέρει, ούτε να γράφει μα ούτε και να μιλά ελληνικά, μεταξύ άλλων, ανάφερε και το εξής: «Α και Β γράμματα μεγάλα, ξέρω και να μιλώ και να γράφω.». Εκτός του ότι θεωρό ακατανόητο τι ήθελε να πει με την παραπάνω φράση, η αδυναμία του να αντιλαμβάνεται το νόημα των ερωτήσεων που του υποβάλλονταν κατά το στάδιο που έδινε μαρτυρία, ήταν εμφανέστατη. Εν πάση περιπτώσει, η ουσιαστική μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή προέρχεται από τη Μ.Κ.2, η οποία, καθώς έχει αναφέρει εργάζεται στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Η κυρίως εξέταση της μάρτυρος αναλώθηκε στο ιστορικό παραμονής του κατηγορούμενου στην Κύπρο, σύμφωνα με τα στοιχεία του σχετικού του φακέλου, από τον οποίο η μάρτυρας άντλησε τις σχετικές πληροφορίες που μετέφερε στο Δικαστήριο. Η ουσία όσων ανάφερε έγκειται στα εξής: Στις 25.2.2009 παραδόθηκε επιστολή στον κατηγορούμενο για να διευθετήσει την παραμονή του στην Κύπρο με όρους (βλ. το τεκμήριο 3), ενώ, στις 24.2.2011, όπως είπε κατά λέξη η μάρτυρας: «του εκδόθηκε τελική απορριπτική (απόφαση ήθελε να πει) η οποία τον καλούσε να εγκαταλείψει την Κύπρο.» Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας, ουσιαστικά, άφησε να νοηθεί, πως δε γνωρίζει κατά πόσο ο κατηγορούμενος εκπλήρωσε τους όρους που του είχαν τεθεί με την επιστολή - τεκμήριο 3, ως επίσης και κατά πόσο του στάλθηκε ταχυδρομικώς, η απορριπτική απόφαση η οποία τον καλούσε να εγκαταλείψει την Κύπρο. Είναι η θέση του κατηγορούμενου πως δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του στη σχετική κατηγορία, βασικά, επειδή δεν έχει αποδειχθεί κατά πόσο του επιδόθηκαν, είτε η δήλωση της Διευθύντριας του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης της 11ης.3.2011, σύμφωνα με την οποία αυτός διαμένει παράνομα στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της προσωρινής άδειάς του (βλ. τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας) είτε η τελική απορριπτική απόφαση, ημερομηνίας 24.2.2011, η οποία τον καλούσε να εγκαταλείψει την Κύπρο. Ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, σε σχέση με την παραπάνω εισήγηση της υπεράσπισης περιορίστηκε να με παραπέμψει στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 3. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της μαρτυρίας στο σύνολό του και το ίδιο ισχύει για το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης δικηγόρου του κατηγορούμενου. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Καθώς έχει νομολογηθεί, η απαλλαγή του κατηγορούμενου σ' αυτό το στάδιο, δικαιολογείται όταν: (α) δε στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας, λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και, (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο, δε θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση, το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αφού το μέτρο, δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου (δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης) αλλά, εκείνες του νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Αζίνας ν. Αστυνομίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Ευγένιος Παναγιώτου & Ηλίας Μίτσιγγας ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 199, Νικολαϊδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 271 κ.λ.π.). Περαιτέρω, όπως αναφέρεται συναφώς στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευσταθίου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9: «Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιαστεί αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορούμενου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Και λίγο παρακάτω: «Στην υπόθεση R. v. Hipson
(1969)Cr.L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα Αρχή.». Παρατηρώ τα εξής: Έχοντας υπόψη ότι ουσιώδης χρόνος, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, είναι η περίοδος 11.3.2011 και 27.4.2011, αλλά και όπως είναι δομημένες οι λεπτομέρειες αδικήματος είναι σαφές, ότι, σύμφωνα με αυτές αποτελεί θέση της κατηγορούσας αρχής, ότι ο κατηγορούμενος διαμένει στη Δημοκρατία παράνομα, από τις 11.3.2011 και μετέπειτα. Επομένως, το πρώτο που θα μπορούσε να λεχθεί είναι ότι, οτιδήποτε έχει αναφερθεί είτε για τον ίδιο είτε για το καθεστώς παραμονής του στο έδαφος της Δημοκρατίας μέχρι και τις 11.3.2011 αποτελεί στοιχείο αδιάφορο για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Ούτε και νομιμοποιούμαι να αποφασίσω για τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου, με αναφορά σε χρόνο προγενέστερο, από ό,τι εκείνου για τον οποίο εγκαλείται. Όμως, επειδή μπορεί να θεωρηθεί, ότι η αναφορά - σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος - στην 11η.3.2011, ως της ημερομηνίας όπου η Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης προέβη στην σχετική παραπάνω δήλωση, υπαινίσσεται ή παραπέμπει στην απορριπτική απόφαση ημερομηνίας 24.2.2011, βάση της οποίας η Διευθύντρια προέβη στη σχετική δήλωση, ανακύπτει το ερώτημα, κατά πόσο ο κατηγορούμενος έλαβε τουλάχιστον γνώση με οποιοδήποτε τρόπο, είτε της απόφασης ημερομηνίας 24.2.2011 είτε της δήλωσης ημερομηνίας 11.3.2011. Σε κάθε περίπτωση η πρώτη, αλλά και η δεύτερη, στο βαθμό που μπορεί να θεωρηθεί απόφαση, αποτελούν ασφαλώς ατομικές διοικητικές πράξεις, των οποίων, ενώ η εγκυρότητά τους ελέγχεται στο πλαίσιο της Αναθεωρητικής Δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος, η οριστικοποίησή τους κατά τα θέσμια του διοικητικού δικαίου αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση της ποινικής ευθύνης, συναφώς με το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, στη βάση των συγκεκριμένων λεπτομερειών αδικήματος της κατηγορίας. Για να το πω διαφορετικά, αποτελεί ακόμη ένα συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Στην υπόθεση Κυριακίδης κ.α. ν. Εφόρου Προστιθέμενης Αξίας
(1999)2 Α.Α.Δ.75, οι εφεσείοντες διώχτηκαν για την παράλειψή τους να καταβάλουν το Φόρο Προστιθέμενης Αξίας εκ μέρους του δικηγορικού συνεταιρισμού που είχαν συστήσει. Το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στην υπόθεση Μηλιώτης Λτδ & άλλοι ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ.12, επισημαίνει τα εξής: «.. στην ποινική δίκη, δεν αποτελεί επίδικο θέμα η στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης που επιβάλλεται από διοικητική απόφαση, για την παράλειψη εκπλήρωσης της οποίας διώκεται ο κατηγορούμενος. Η οριστικοποίηση της υποχρέωσης, κατά τα θέσμια του διοικητικού δικαίου, αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση της ποινικής ευθύνης. Η ύπαρξή της αποτελεί βασικό συστατικό στοιχείο της κατηγορίας. Το άλλο είναι η παράλειψη εκπλήρωσής της. Η εγκυρότητα της υποχρέωσης δεν ελέγχεται από το ποινικό δικαστήριο. Το μόνο πλαίσιο, στο οποίο μπορεί να αμφισβητηθεί, είναι εκείνο της Αναθεωρητικής Δικαιοδοσίας, που καθορίζεται στο Άρθρο 146 του Συντάγματος.» Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Επάρχου Λεμεσού
(2000)2 Α.Α.Δ.128, ο εφεσείων καταδικάστηκε πρωτόδικα για το αδίκημα της παράλειψης καταβολής φόρου κατόχου ακίνητης ιδιοκτησίας, παρά τον ισχυρισμό του ότι η φορολογία για το συγκεκριμένο έτος, ουδέποτε του γνωστοποιήθηκε. Το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού αποδέχθηκε τον ισχυρισμό του, προφανώς, θεωρώντας ότι αποτελούσε συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ότι η ειδοποίηση επιβολής φορολογίας περιήλθε σε γνώση του ή ότι λήφθηκαν τα αναγκαία μέτρα για γνωστοποίησή της σ' αυτόν, αποδέχθηκε την έφεση και ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Ακολουθεί το σκεπτικό: «Η δικαιοδοσία του ποινικού δικαστηρίου για αξιόποινες παραλείψεις καταβολής φορολογίας προϋποθέτει το ανέκκλητο της φορολογίας, με μόνο παρεπόμενο την είσπραξή της. Προσλαμβάνει αυτό το χαρακτήρα η επιβληθείσα φορολογία, εφόσον περιέλθει σε γνώση του διοικουμένου και αφού παρέλθει ο χρόνος για την προσβολή της ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Προϋπόθεση για το ανέκκλητο της υποχρέωσης καταβολής της φορολογίας αποτελεί η γνωστοποίησή της στο διοικούμενο ή, έστω, η λήψη γνώσης του περιεχομένου της εκ μέρους του και η πάροδος, από την ημέρα εκείνη, του χρονικού διαστήματος των 75 ημερών για την άσκηση προσφυγής - (Άρθρο 146.3 του Συντάγματος).» Στην προκειμένη περίπτωση, ίχνος μαρτυρίας υπάρχει, που να αποδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος έλαβε με οποιοδήποτε τρόπο γνώση, είτε της απόφασης ημερομηνίας 24.2.2011 που ανάφερε η Μ.Κ.2 είτε της δήλωσης ημερομηνίας 11.3.2011 που αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος, πολύ περισσότερο δε, ότι του γνωστοποιήθηκαν αυτές και ότι παρήλθε έκτοτε το χρονικό διάστημα των 75 ημερών, για άσκηση προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο, κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 146.3 του Συντάγματος, για να θεωρούνται οι εν λόγω πράξεις ανέκκλητες και εκτελεστέες. Επομένως, δεν τίθεται θέμα γένεσης ποινικής ευθύνης, αφού, ένα βασικό συστατικό στοιχείο της κατηγορίας δεν έχει αποδειχθεί. Τέλος, ούτε κι έχουν τεθεί ενώπιόν μου υπό μορφή εγγράφου, είτε η απόφαση ημερομηνίας 24.2.2011 είτε η δήλωση ημερομηνίας 11.3.2011. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους, χωρίς να χρειάζεται να επεκταθώ ότι η κατηγορούσα αρχή απότυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου στη σχετική κατηγορία. Ακολουθεί ότι ο κατηγορούμενος αθωώνεται . (Υπ.)................... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΜΠ Αναφορά: Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/παράνομη παραμονή στο έδαφος της Δημοκρατίας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.