Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Κωνσταντίνας Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης: 4982/2011, 5.10.11 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B177 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4982/2011 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Κωνσταντίνας Κωνσταντίνου, Λεμεσός Κατηγορούμενης Ημερομηνία: 5.10.11 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αργυρού Κατηγορούμενη παρούσα, γι' αυτήν: κα Α. Ιωάννου Π Ο Ι Ν Η Η κατηγορουμένη, με την παραδοχή της, κρίνεται ένοχη σε δύο κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, η κατηγορουμένη, κατά τον μήνα Δεκέμβριο 2008, εξέδωσε στον Θάσο Βασιλειάδη τις επιταγές της Τράπεζας Κύπρου με αριθμούς 79158866 και 79158865 για το ποσό των 1,334.80 ευρώ η καθεμιά, πληρωτέες στις 16.3.2009 και 16.2.2009 αντίστοιχα, οι οποίες όταν παρουσιάστηκαν στις 17.6.2009 στην τράπεζα από την οποία εκδόθηκαν δεν ξοφλήθηκαν λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη τους και παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση τους. Τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, είναι τα ακόλουθα. Στις 12.12.2008, ο παραπονούμενος, ο οποίος ασχολείται με τις εισαγωγές αντικειμένων για καταστήματα για ζώα και τη φροντίδα τους, πούλησε στην κατηγορουμένη που διατηρούσε κατάστημα 'Pet Shop' στην οδό Γεωργίου Α΄ εμπορεύματα, και έλαβε μεταξύ άλλων τις δύο επίδικες επιταγές για εξόφληση. Περί τα μέσα Ιουνίου 2009, ο παραπονούμενος κατέθεσε τις εν λόγω επιταγές στον λογαριασμό του στη Λαϊκή Τράπεζα, αυτές παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου και επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη 'Ακάλυπτη επιταγή' και δόθηκαν τη Λαϊκή Τράπεζα στον παραπονούμενο. Στις 20.7.2009 ο παραπονούμενος μετέβη στον αστυνομικό σταθμό Γερμασόγειας όπου υπέβαλε γραπτό παράπονο εναντίον της κατηγορουμένης, η οποία αναζητήθηκε επανειλημμένα χωρίς να εντοπιστεί. Στις 11.3.2010 εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον της και τα στοιχεία της τοποθετήθηκαν στο Στοπ Λιστ μέχρι τον εντοπισμό της. Στις 20.10.2010 η κατηγορουμένη εντοπίστηκε και κλήθηκε στον σταθμό, όπου συνελήφθη και αφού της επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, απάντησε 'Απολογούμαι'. Ακολούθως λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορουμένη, στην οποία αναφέρει ότι δεν κατάφερε να ξοφλήσει τις επιταγές που εξέδωσε στον παραπονούμενο λόγω οικονομικών δυσκολιών και προβλημάτων υγείας. Η κατηγορουμένη κατηγορήθηκε γραπτώς και αφού της επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, απάντησε και πάλι 'Απολογούμαι'. Τέλος, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι η κατηγορουμένη δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Κατά την αγόρευση της για μετριασμό της ποινής, η συνήγορος της κατηγορουμένης κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη την άμεση παραδοχή της, το λευκό ποινικό μητρώο της και να εξατομικεύσει την ποινή λόγω των προσωπικών συνθηκών της κατηγορουμένης, όπως αυτές διαφαίνονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, Τεκμήριο Α, και στο Πιστοποιητικό του Δρος Ηλία Νικολαίδη, νευρολόγου - ψυχιάτρου, ημερ. 21.9.2011, Τεκμήριο Β. Η κα Ιωάννου εισηγήθηκε ότι συντρέχουν οι λόγοι για την αναστολή έκτισης τυχόν ποινής φυλάκισης ήθελε επιβληθεί στην κατηγορουμένη, καθότι η άμεση φυλάκιση της θα έχει δυσμενείς συνέπειες στην ίδια αλλά και στα παιδιά της. Στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αναφέρονται τα ακόλουθα. Η κατηγορουμένη είναι ηλικίας 44 ετών, ασθενής, λήπτρια δημόσιου βοηθήματος. Ο εν διαστάσει σύζυγος της διατηρεί γραφείο ενοικιάσεως αυτοκινήτων και μαζί έχουν αποκτήσει 4 παιδιά. Ο μεγάλος γιος, ηλικίας 22 ετών, εργάζεται με τον πατέρα του και διαμένει σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο στο κατάστημα του πατέρα του. Η δεύτερη κόρη, ηλικίας 19 ετών, τώρα διαμένει με τους γονείς της μητέρας της στην Αυστραλία όπου σπουδάζει ψυχολόγος. Τα άλλα δύο παιδιά, είναι ηλικίας 18 και 16 ετών αντίστοιχα, μαθητές του Λυκείου και διαμένουν με τη μητέρα τους. Η κατηγορουμένη λαμβάνει δημόσιο βοήθημα ύψους 1,356 ευρώ μηνιαίως, ενώ πληρώνει ενοίκιο 750 μηνιαίως. Έχει δάνειο ύψους 60,000 ως εγγυήτρια και πρέπει να καταβάλλει μηνιαία δόση 200 ευρώ, ενώ έχει χρέη ύψους 10,000 ευρώ σε ακάλυπτες επιταγές. Η κατηγορούμενη γεννήθηκε στη Λεμεσό και σε ηλικία 7 ετών μετανάστευσε με την οικογένεια της στην Αυστραλία. Αποφοίτησε από το Γυμνάσιο και εργάστηκε σε γραφείο. Ο πατέρας της διατηρούσε εργοστάσιο ρούχων και η μητέρα της ήταν οικοκυρά. Έχει δύο αδέλφια που είναι εγκατεστημένα στην Αυστραλία. Σε ηλικία 19 ετών, κατά τη διάρκεια διακοπών της στην Κύπρο, γνώρισε τον σύζυγο της και μετέβησαν μαζί στην Αυστραλία όπου το 1988 παντρεύτηκαν. Το 1992 επέστρεψαν στην Κύπρο. Η κατηγορουμένη εργαζόταν σε τουριστικό γραφείο και ο σύζυγος της στην επιχείρηση ενοικιάσεων αυτοκινήτων. Από τον γάμο τους απέκτησαν τα 4 παιδιά, και λόγω προβλημάτων στη σχέση τους το ζεύγος ήρθαν σε διάσταση το 2000 χωρίς μέχρι σήμερα να πάρουν διαζύγιο. Οι σχέσεις μεταξύ των γονέων αλλά και με τα παιδιά τους είναι πολύ καλές. Μετά τον χωρισμό της, η κατηγορουμένη εργάστηκε για 7 χρόνια σε εταιρεία και αργότερα άνοιξε Pet Shop, το οποίο ήταν επικερδές. Για ενάμιση μήνα χρειάστηκε να μεταβεί στην Αυστραλία όπου η αδελφή της είχε πάθει σοβαρό δυστύχημα και ήταν κλινικά νεκρή. Στην επιχείρηση άφησε υπεύθυνο άνδρα με τον οποίο διατηρούσε σχέση για 4 χρόνια. Αυτός ο άνδρας εκμεταλλεύτηκε την απουσία της, ξόδεψε τα χρήματα της, έβαλε υποθήκη την κατοικία της, την οποία τελικά αναγκάστηκε να πουλήσει, και οδηγήθηκε σε πλήρη οικονομική καταστροφή. Η ίδια δεν προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία. Με την έναρξη της οικονομικής της καταστροφής, και μέχρι να αντιληφθεί την κατάσταση, η κατηγορουμένη εξέδιδε ακάλυπτες επιταγές. Παράλληλα παρουσίασε ψυχολογικά προβλήματα για τα οποία μέχρι σήμερα παρακολουθείται από ψυχίατρο και λαμβάνει φαρμακοθεραπεία. Η ίδια βρίσκεται σε απελπιστική κατάσταση και δεν έχει υποστηρικτικό περιβάλλον. Ο σύζυγος της ενισχύει οικονομικά κάποτε τα παιδιά τους για να καλύπτουν τις βασικές τους ανάγκες. Οι γονείς της είναι στην Αυστραλία και η αδελφή της που υπέστη το δυστύχημα επέζησε αλλά είναι σε πολύ άσχημη κατάσταση και τη φροντίζουν οι γονείς της. Στη Βεβαίωση του Δρος Νικολαίδη, αυτός αναφέρει ότι εξέτασε την κατηγορουμένη για πρώτη φορά στις 10.11.2010, και πρόκειται για άτομο που κάνει κατάχρηση αλκοόλ και έχει δυσθυμική - χρόνια κατάθλιψη. Το βασικό της πρόβλημα είναι ο χαρακτήρας της που τη δυσκολεύει να χειρίζεται τις πιέσεις και τα δικά της θέματα. Ο χωρισμός της το 2001 και οι πολλές δυσκολίες που προέκυψαν από την ανατροφή των 4 παιδιών της είχαν αρνητική καταλυτική επίδραση στον χαρακτήρα της. Πιθανή φυλάκιση της θα έχει αλυσιδωτές συνέπειες σε αυτή. Αναφορικά με τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και τον τρόπο αντιμετώπισης τους, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Λεωνίδου v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663: «Στην περίπτωση των αδικημάτων τα οποία εξετάζουμε η νομολογία τονίζει την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών φυλάκισης ακριβώς για το σκοπό που η ποινή φυλάκισης σε τέτοιες περιπτώσεις επιδιώκει να εξυπηρετήσει, όπως είπε ο Βασιλειάδης, Π., δηλαδή την καταστολή της ευρύτατης εκδήλωσης τέτοιων αδικημάτων τα οποία και πλήττουν τη θεμελιακή ασφάλεια και εντιμότητα των συναλλαγών (ίδε Ισιδώρου ν. Christofi Enterprises Ltd κ.ά. ανωτέρω, Παπαντωνίου ν. D.K. Andreou Co. Ltd.
(2002)2 Α.Α.Δ. 368). Να αναφερθούμε όμως και ιδιαιτέρως στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Νικολάου ν. Rolandos Enterprises Ltd.
(2004)2 Α.Α.Δ. 546 και στα λεχθέντα από τον Αρτεμίδη Π., ο οποίος έδωσε την απόφαση (σελίδα 548): «Δεν θα επαναλάβουμε αυτά που κατά κόρον έχουν ειπωθεί. Να σημειώσουμε μόνο πως για την αντιμετώπιση της πλημμυρίδας των ποινικών υποθέσεων, με κατηγορίες που αφορούν την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα, έχει γίνει ειδικό πρόγραμμα εργασίας των δικαστών ώστε αυτές να εκδικάζονται κατά αποκλειστικότητα από συγκεκριμένο δικαστή κατά επαρχία. Τούτο από μόνο μου δεν περιποιεί τιμή στη χώρα μας. Η συνεχιζόμενη παρανομία, που πλήττει άμεσα στις καθημερινές συναλλαγές των ανθρώπων, που αναμένεται να διεξάγονται στη βάση της νομιμότητας και τιμιότητας, πρέπει να σταματήσει, ιδιαίτερα τώρα που η χώρα μας έγινε μέλος της μεγάλης οικογένειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν συνεχιστεί η συγκεκριμένη παρανομία, τότε βεβαίως και τα Δικαστήρια θα την αντιμετωπίσουν με πιο αυστηρές ποινές. Ενόψει δε της φύσης του αδικήματος και της συχνότητας, που ακόμη παρατηρείται στη διάπραξη του, δεν θα υπάρχει άλλη επιλογή. Ο ίδιος ο νομοθέτης με πρόσφατη τροποποίηση του νόμου (Ν.25
(1)/2003) αύξησε τη χρηματική ποινή που προβλεπόταν στον προηγούμενο νόμο από £1500 σε £5000 και τη φυλάκιση από 2 σε 3 χρόνια.» Χρήσιμη αναφορά γίνεται επίσης είναι στην υπόθεση Λούτσιου v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ.
- Στρεφόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνω υπόψη ότι η κατηγορουμένη εξέδωσε δύο επιταγές και οι οποίες δεν τιμήθηκαν, και χωρίς η κατηγορουμένη να έχει σε οποιοδήποτε στάδιο αποζημιώσει τον παραπονούμενο με το εν λόγω ποσό, έτσι ώστε τελικά ο παραπονούμενος να έχει υποστεί τη ζημιά του ποσού των 2,669.60 ευρώ. Επίσης λαμβάνω υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προέκυψε η διάπραξη των επίδικων αδικημάτων, σε μία δύσκολη οικογενειακή περίοδο της κατηγορουμένης, για την οποία αναγκάστηκε να απουσιάσει στην Αυστραλία και να εμπιστευτεί την επιχείρηση της σε άλλο άτομο, το οποίο την εκμεταλλεύτηκε οικονομικά αλλά φαίνεται επίσης ότι την οδήγησε και στην επαγγελματική αλλά και την οικονομική καταστροφή της. Αυτό βέβαια ουδόλως υποβαθμίζει τη σοβαρότητα των αδικημάτων. Δεν παραγνωρίζω τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων καθώς επίσης το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από τη διάπραξη αυτών μέχρι το στάδιο επιβολής ποινής στην κατηγορουμένη. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν στα τέλη του 2008, ενώ η υπόθεση καταγγέλθηκε περί τα μέσα Ιουλίου 2009, η κατηγορουμένη αναζητείτο για περισσότερο του ενός έτους, εντοπίστηκε τον Οκτώβριο του 2010 και η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 29.3.
- Δεν έχει διαφανεί από τα γεγονότα της υπόθεσης ο λόγος για την καθυστέρηση εντοπισμού της κατηγορουμένης, και επομένως αδυνατώ να αποδώσω ευθύνη σε αυτή για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης, και στην οποία αυτή προέβη σε άμεση παραδοχή. Το εν λόγω χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα είναι παράγοντας που θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, εν όψει και του γεγονότος ότι η κατηγορουμένη δεν έχει προβεί σε άλλη αξιόποινη συμπεριφορά από τότε. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας κ.ά. v. Πότση
(2000)2 Α.Α.Δ. 252, Γενικός Εισαγγελέας v. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355 και Γενικός Εισαγγελέας v. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71. Ως ελαφρυντικούς παράγοντες για την κατηγορουμένη λαμβάνω υπόψη την άμεση παραδοχή και απολογία της προς την αστυνομία, την άμεση παραδοχή της ενώπιον του Δικαστηρίου, που δείχνει την αντίληψη της για τη σοβαρότητα των αδικημάτων αλλά και την έμπρακτη μεταμέλεια της, και το λευκό ποινικό μητρώο της. Τέλος, λαμβάνω υπόψη τις προσωπικές συνθήκες της κατηγορουμένης, όπως αυτές περιέχονται στα Τεκμήρια Α και Β. Ειδικότερα λαμβάνω υπόψη ότι η κατηγορουμένη είναι μητέρα 4 παιδιών, την ανατροφή των οποίων έχει αναλάβει η ίδια από τότε που βρίσκεται σε διάσταση με τον σύζυγο της, με αρκετές δυσκολίες, ενώ παράλληλα η κατηγορουμένη φαίνεται ότι δεν μπόρεσε να ανταπεξέλθει οικονομικά. Επιπλέον, χωρίς να έχει οποιαδήποτε στήριξη για να μπορέσει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, αντιμετωπίζει διάφορα προβλήματα ψυχολογικής φύσης, με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να χειριστεί τα προσωπικά της αλλά και άλλα θέματα και να παρακολουθείται από ψυχίατρο. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω δεδομένα και με κύριο γνώμονα το στοιχείο της αποτροπής που προέχει σε τέτοιας φύσης υποθέσεις, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή υπό τις περιστάσεις είναι η ποινή φυλάκισης. Ως εκ τούτου στην κατηγορουμένη επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στην πρώτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Στη δεύτερη κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης θα συντρέχουν. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω την εισήγηση της συνηγόρου υπεράσπισης για αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στην κατηγορούμενη. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από την τελευταία τροποποίηση του Νόμου 95/72 με τον τροποποιητικό Νόμο 186(Ι)/03, όπου το νέο άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου». Θεωρώ χρήσιμο ν' αναφερθώ αρχικά στις υποθέσεις Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 240 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Βασιλείου
(2003)2 Α.Α.Δ. 21 , στις οποίες η ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί αναστάληκε ενόψει των ιδιαιτέρων περιστάσεων των εν λόγω υποθέσεων κατά χρόνο μάλιστα που η ευχέρεια του Δικαστηρίου ήταν πολύ πιο περιορισμένη. Σε σχέση με το άρθρο 3
(2)του τροποποιητικού Νόμου 186 (Ι)/03, αντλώ καθοδήγηση αναφορικά με την εφαρμογή του από τις υποθέσεις Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 323 και ειδικότερα Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327. Χρήσιμη αναφορά γίνεται επίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο ο συνήγορος του κατηγορούμενου, και στο ακόλουθο απόσπασμα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)». Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, ικανοποιούμαι ότι οι προσωπικές συνθήκες της κατηγορουμένης είναι τέτοιες που δικαιολογούν την αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί σε αυτή. Αυτές ουσιαστικά συνίστανται στο ότι είναι μητέρα 4 παιδιών, των οποίων εδώ και 10 χρόνια έχει αναλάβει εξ ολοκλήρου τη φροντίδα, καθότι είναι σε διάσταση με τον σύζυγο της, οι δύο μικρότεροι γιοι της φοιτούν ακόμα σε σχολείο, και η ίδια αντιμετωπίζει πρόβλημα κατάχρησης αλκοόλ, που είναι απότοκο της δυσθυμικής - χρόνιας κατάθλιψης από την οποία πάσχει, και γενικά της αδυναμίας της να ανταπεξέλθει σε συνθήκες πίεσης ή στις προσωπικές της υποχρεώσεις. Παρακολουθείται από ψυχίατρο και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, ενώ η άμεση φυλάκιση της θα έχει δυσμενείς αλυσιδωτές συνέπειες στην ίδια, εν όψει της κατάστασης στην οποία βρίσκεται και για την οποία δεν έχει υποστηρικτικό περιβάλλον. Αυτοί οι παράγοντες σε συνδυασμό με το λευκό ποινικό μητρώο της και την συμπεριφορά της μετά τη διάπραξη των αδικημάτων, δικαιολογεί την αναστολή έκτισης της ποινής για να δώσει την ευκαιρία στην κατηγορουμένη να συνεχίσει τη φροντίδα των δύο μικρότερων παιδιών της αλλά και τη δική της θεραπεία με στόχο την καταπολέμηση των προβλημάτων της και τη δυνατότητα στήριξης τόσο του εαυτού της όσο και των παιδιών της. Ως εκ τούτου η έκτιση της ποινής φυλάκισης αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. (Υπ.) ............. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Ποινή Αναφορά: Έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο