Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Nikolay Harizanov, Αρ. Υπόθεσης 7092/11, 7.10.11 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B178 ΣTO ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 7092/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Nikolay Harizanov, από τη Βουλγαρία Κατηγορούμενου -------------------------------- 7.10.11 Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αργυρού Κατηγορούμενος παρών, γι' αυτόν: κ. Καραϊσκος Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά 156 κατηγορίες που αφορούν τα αδικήματα της πλαστογραφίας τραπεζικών πιστωτικών καρτών, της κυκλοφορίας των εν λόγω πλαστών εγγράφων, της απόπειρας κλοπής, της κλοπής, της λήψης γνώσης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα χωρίς δικαίωμα και της συγκάλυψης. Μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, και στο στάδιο της κατάθεσης του αστ. 3498 Φώτη Οντέτση, του ΤΑΕ Λεμεσού, Μ.Κ.1, όταν ο εν λόγω μάρτυρας επιχείρησε να καταθέσει την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο, ο συνήγορος υπεράσπισης έφερε ένσταση στην κατάθεση του για τους ακόλουθους λόγους. Μεταξύ των ημερομηνιών 8 - 9 Μαίου 2011, όταν ο κατηγορούμενος ανακόπηκε σε περιοχή της Λεμεσού, συνελήφθη παράνομα καθότι δεν προέβαινε σε οποιαδήποτε αξιόποινη ενέργεια, ούτε συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, ούτε και για αυτόφωρο αδίκημα. Επομένως τόσο η σύλληψη όσο και η έρευνα που έγιναν στον κατηγορούμενο είναι παράνομες. Επίσης, η κατάθεση που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο, στον βαθμό που περιέχει ομολογίες, λήφθηκε κατόπιν κακοποίησης του. Συγκεκριμένα, ο κ. Καραίσκος εισηγήθηκε ότι όταν ο κατηγορούμενος συνελήφθη, του τοποθετήθηκαν χειροπέδες στο πίσω μέρος του ποδιού, και ακολούθως μεταφέρθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού φέροντας τις χειροπέδες. Οι αστυνομικοί εκεί τον έβαλαν να καθίσει σε μία καρέκλα με τα χέρια δεμένα πίσω με χειροπέδες, του σήκωσαν τα πόδια και ενώ του κρατούσαν τα πόδια γυμνά στο κενό, του κτυπούσαν με ρόπαλα στα πέλματα και το κάτω μέρος των ποδιών του, ενώ άλλοι αστυνομικοί τον κτυπούσαν με γροθιές και τα πόδια τους στον κορμό, το στομάχι και την περιοχή των νεφρών. Οι αστυνομικοί που κτύπησαν τον κατηγορούμενο ήταν γύρω στα 5 άτομα, ο Μ.Κ.1 δεν τον κτύπησε όμως ήταν παρών την ώρα της κακοποίησης του, και παρούσα ακόμα ήταν και η μεταφράστρια. Εν όψει αυτής της εισήγησης της υπεράσπισης, το Δικαστήριο διέταξε τη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης. Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι η ίδια ένσταση αφορά και την απάντηση του κατηγορούμενου κατά την σύλληψη του από τον Μ.Κ.1 δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού, πριν τη λήψη της ανακριτικής του κατάθεσης, ότι δηλαδή αυτή είναι προιόν της κακοποίησης του κατηγορούμενου. Έτσι και η δεκτότητα του εντάλματος σύλληψης και της απάντησης που έδωσε ο κατηγορούμενος θα αποφασιστεί στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης. Ο πρώτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή στη δίκη εντός δίκης ήταν ο αστ. 3498 Φώτης Οντέτσης. Ο Μ.Κ.1 υιοθέτησε την κατάθεση του ως μέρος της κύριας εξέτασης του, Τεκμήριο 3, στην οποία αναφέρει τα ακόλουθα. Ο Μ.Κ.1 είναι απεσπασμένος στο Γραφείο Διερεύνησης Οικονομικού Εγκλήματος του ΤΑΕ Λεμεσού. Στις 9.5.2011 και ώρα 01.00 κλήθηκε από τον Υπαστυνόμο Σωτηριάδη να μεταβεί στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού και να αναλάβει καθήκον για διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης που αφορούσε τα προαναφερόμενα αδικήματα. Στις 03.10 στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού, δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, με τη βοήθεια της διερμηνέα Μαρίας Γεωργίου, ο Μ.Κ.1 συνέλαβε τον κατηγορούμενο. Ο όρκος που συνόδευε το ένταλμα σύλληψης και συντάχθηκε από τον μάρτυρα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4 και το ένταλμα σύλληψης του κατηγορούμενου δυνάμει του οποίου αυτός συνελήφθηκε κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Μεταξύ των ωρών 03.30 - 05.45, στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού, με τη βοήθεια της διερμηνέα, ο Μ.Κ.1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο. Η εν λόγω κατάθεση του κατηγορούμενου στη μητρική του γλώσσα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 και η πιστή μετάφραση αυτής στα Ελληνικά ως Τεκμήριο
- Ακολούθως ο Μ.Κ.1 ασχολήθηκε με τη λήψη τεκμηρίων και την παράδοση κάποιων εξ αυτών στον κατηγορούμενο, τη λήψη καταθέσεων και τη διενέργεια διαφόρων άλλων εξετάσεων. Ο Μ.Κ.1 περιέγραψε τα γεγονότα της νύκτας εκείνης ως ακολούθως. Όταν πήγε στα γραφεία του ΤΑΕ, για πρώτη φορά είδε τον κατηγορούμενο στο γραφείο παραπόνων, και αυτός ήταν «μια χαρά». Ο κατηγορούμενος φορούσε χειροπέδες επειδή ήταν υπό σύλληψη, και αυτές ήταν πίσω συμφώνα με τις αστυνομικές οδηγίες. Εκεί ήταν ο υπεύθυνος κ. Σωτηριάδης και ο αστ. 3990 Ζωνάκης Γεωργίου ο οποίος είχε συλλάβει τον κατηγορούμενο, καθώς επίσης κάποιοι άλλοι συνάδελφοι. Αφού ενημερώθηκε από τον αστ. 3990 ότι ο κατηγορούμενος εντοπίστηκε να κατέχει και να κάνει χρήση πλαστών πιστωτικών καρτών, ο Μ.Κ.1 πήρε τον κατηγορούμενο στο γραφείο του. Εν τω μεταξύ είχε λάβει οδηγίες από τον υπεύθυνο κ Σωτηριάδη και ο Μ.Κ.1 συνέταξε τον όρκο και το ένταλμα σύλληψης, Τεκμήρια 4 και 5, και άλλος συνάδελφος ανέλαβε την αίτηση για έκδοση του εντάλματος σύλληψης από το Δικαστήριο. Στις 03.10 ο Μ.Κ.1 εκτέλεσε το ένταλμα σύλληψης και συνέλαβε τον κατηγορούμενο με τη βοήθεια της διερμηνέα. Ο Μ.Κ.1 ενημέρωσε τη διερμηνέα για τη φύση της υπόθεσης, και μάλιστα διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος κούτσαινε ελαφρώς και τον ρώτησε μέσω της διερμηνέα τι είχε, και αυτός είπε ότι δεν είχε κάτι και ότι είναι εντάξει. Η πόρτα του γραφείου του μάρτυρα ήταν ανοικτή, αλλά δεν υπήρχαν άλλα άτομα μέσα. Ακολούθως ο Μ.Κ.1, με τη βοήθεια της διερμηνέα, πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για τα δικαιώματα του και αυτός υπέγραψε το έντυπο στα Βουλγάρικα, χωρίς να ασκήσει οποιοδήποτε δικαίωμα του ούτε ήθελε να επικοινωνήσει με δικηγόρο. Τα έντυπο «Δικαιώματα προσώπων που τελούν υπό σύλληψη, Ν. 163(Ι)/2008, επικοινωνία με δικηγόρο και συγγενείς» στα Ελληνικά κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6 και η μετάφραση του εν λόγω εντύπου στα Βουλγάρικα, που φέρει την υπογραφή του κατηγορούμενου, κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Στο διάστημα από την σύλληψη του κατηγορούμενου μέχρι την έναρξη της λήψης της κατάθεσης του πέρασαν περίπου 20 λεπτά. Κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, ο κατηγορούμενος δεν εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο. Κατά τη διάρκεια της λήψης της κατάθεσης του κατηγορούμενου, αυτός πήγε δύο φορές στην τουαλέτα και ζήτησε κάτι να φάει, και ο Μ.Κ.1 του πρόσφερε μπισκότα και γάλα που είχε στο γραφείο του. Η διαδικασία λήψης της κατάθεσης του κατηγορούμενου γινόταν ως ακολούθως. Ο Μ.Κ.1 κατέγραφε και υπέβαλλε ερωτήσεις στον κατηγορούμενο μέσω της διερμηνέα, η οποία τις κατέγραφε, ακολούθως αυτή τις μετάφραζε στον κατηγορούμενο, ο κατηγορούμενος απαντούσε, η διερμηνέας κατέγραφε και μετάφραζε την απάντηση του και ο Μ.Κ.1 κατέγραφε την απάντηση στα Ελληνικά. Ο κατηγορούμενος δεν έφερε οποιαδήποτε αντίρρηση κατά τη διάρκεια της λήψης της κατάθεσης του και μάλιστα συμφώνησε με όσα αναγράφονται σε αυτή και την υπέγραψε. Ο Μ.Κ. 1 πρόσθεσε ότι αργότερα ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να δώσει δείγματα γραφής για τη διενέργεια γραφολογικών εξετάσεων επί των πλαστών πιστωτικών καρτών, όμως δεν αποτάθηκε στο Δικαστήριο για σχετικό διάταγμα, καθότι και πάλι λογικά ο κατηγορούμενος δεν θα έδινε. Ο Μ.Κ.1 πρόσθεσε ότι κατά τη διάρκεια λήψης της κατάθεσης του κατηγορούμενου, εισήλθε στο γραφείο ο κ. Σωτηριάδης, συνομίλησε με τον μάρτυρα και έφυγε. Στις 9.5.2011 ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού για αίτηση διατάγματος προσωποκράτησης του από άλλο συνάδελφο, όμως δεν υποβλήθηκε κανένα παράπονο εκ μέρους του κατηγορούμενου. Εκδόθηκε διάταγμα προσωποκράτησης του κατηγορούμενου για 8 μέρες. Ο Μ.Κ.1 είχε επικοινωνία με τον δικηγόρο του κατηγορούμενου 2 - 3 μέρες μετά τη λήψη της κατάθεσης του, και πάλι δεν υποβλήθηκε οποιοδήποτε παράπονο εκ μέρους του κατηγορούμενου από τον δικηγόρο του. Κατόπιν έρευνας του Μ.Κ.1, αυτός εξασφάλισε και κατέθεσε στο Δικαστήριο αντίγραφο του Ατομικού Δελτίου Κρατουμένου, Τεκμήριο 8, στο οποίο αναφέρεται ότι κατά την κράτηση του στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού, στις 9.5.2011 και ώρα 00.23, ο κατηγορούμενος κούτσαινε λίγο στο δεξιό πόδι και όπως ανέφερε ο ίδιος, τραυματίστηκε λόγω πτώσης από μοτοσικλέτα, φέρει ελαφρύ κοκκίνισμα στο πόδι, αλλά δεν ζήτησε ιατρική περίθαλψη. Ο κατηγορούμενος δεν δήλωσε οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας. Επίσης ο Μ.Κ.1 εξασφάλισε και κατέθεσε στο Δικαστήριο αντίγραφο του εντύπου «Καταχωρήσεις επισκέψεων κρατούμενου σε κρατικό νοσοκομείο» Τεκμήριο 9, στο οποίο αναγράφεται ότι ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο στις 10.5.2011 και ώρα 10.20, μέχρι τις 01.00, λόγω κρίσης πανικού και συνεστήθη όπως τύχει ιατρικής εξέτασης και ψυχιατρικής εκτίμησης στις 11.5.2011 το πρωί. Το πρωί της 11.5.2011 και ώρα 10.00 εξετάστηκε από τον Δρα Αργύρη Αργυρίου, ψυχίατρο, λόγω αγχωδών εκδηλώσεων και αυτός διαπίστωσε διαταραχή. Επίσης ο Μ.Κ.1 κατέθεσε την κατάθεση της διερμηνέα, ημερ. 16.5.2011, Τεκμήριο
- Ακόμα, ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως τεκμήρια για αναγνώριση αντίγραφα του ημερολογίου σταθμού και έντυπο από ηλεκτρονικό υπολογιστή του σταθμού όπου κρατείτο ο κατηγορούμενος. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι δεν κατέγραψε στην κατάθεση του κατηγορούμενου ότι αυτή διακόπηκε για να πάει τουαλέτα ο κατηγορούμενος, επειδή ήταν πολύ σύντομη η διακοπή. Ως ανακριτής της υπόθεσης, πληροφορήθηκε ότι ο κατηγορούμενος συνελήφθη κατόπιν συντονισμένης επιχείρησης με την εταιρεία JCC λόγω του ότι τις δύο προηγούμενες νύκτες έγινε χρήση πλαστών πιστωτικών καρτών. Την επίδικη νύκτα υπήρχε περίπολο της αστυνομίας στην περιοχή και όταν ο κατηγορούμενος πήγε στην αυτόματη ταμειακή μηχανή και έκανε χρήση πλαστής πιστωτικής κάρτας, η JCC ενημέρωσε ταυτόχρονα την αστυνομία και έγινε η σύλληψη του κατηγορούμενου. Με αυτά τα δεδομένα ο Μ.Κ. 1 ισχυρίστηκε ότι η σύλληψη του κατηγορούμενου έγινε για αυτόφωρο αδίκημα, και αρνήθηκε την υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η σύλληψη του κατηγορούμενου έγινε καθ΄ ον χρόνο αυτός δεν διέπραττε αδίκημα. Ο Μ.Κ.1 αρνήθηκε επίσης την εκδοχή της υπεράσπισης σε σχέση με τις συνθήκες κακοποίησης και κατά συνέπεια λήψης της κατάθεσης από τον κατηγορούμενο, επισημαίνοντας ότι όλα έγιναν κανονικά και μάλιστα εξέφρασε την απορία του γιατί τέτοιος ισχυρισμός να προβληθεί 2 μήνες μετά την σύλληψη του. Η επόμενη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν η διερμηνέας Μαρία Γεωργίου, η οποία υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης της, Τεκμήριο 10, στην οποία αναφέρει ότι εκτελούσε χρέη διερμηνέα στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, με μία διόρθωση στην ώρα που αναγράφεται σε αυτή. Η Μ.Κ.2 αναγνώρισε τις καταθέσεις του κατηγορούμενου, Τεκμήρια 1 και 2, και επανέλαβε τη διαδικασία λήψης αυτών όπως την περιέγραψε ο Μ.Κ.
- Η ίδια πήγε στα γραφεία του ΤΑΕ γύρω στις 01.00 όπου βρήκε τον κατηγορούμενο σε ένα δωμάτιο μαζί με τον κ. Σωτηριάδη και τον αστ. Ζωνάκη Γεωργίου και 2 - 3 άλλους αστυνομικούς. Ο κατηγορούμενος καθόταν μπροστά από το γραφείο, ήταν σε καλή κατάσταση, ήσυχος και σκεπτικός, και φορούσε παπούτσια και κάλτσες. Ακολούθως ήρθε ο Μ.Κ.1, ενημέρωσε τη μάρτυρα για την υπόθεση, πήγε στο γραφείο του γιατί ήθελε να μιλήσει με την JCC, και μετά από λίγη ώρα φώναξε τη μάρτυρα και τον κατηγορούμενο να πάνε στο γραφείο του. Οι δύο τελευταίοι πήγαν στο γραφείο του μαζί με τον κ. Γεωργίου. Στο γραφείο του Μ.Κ.1 η Μ.Κ.2 καθόταν μπροστά από ένα γραφείο, ο κατηγορούμενος καθόταν απέναντι σε καρέκλα με τις χειροπέδες πίσω, και ο Μ.Κ.1 μπροστά σε άλλο γραφείο. Η Μ.Κ.2 επεξήγησε την όλη διαδικασία από την σύλληψη του κατηγορούμενου μέχρι και την ολοκλήρωση της κατάθεσης του όπως την είχε περιγράψει στο Δικαστήριο ο Μ.Κ.
- Αναγνώρισε την παράγραφο που ο ίδιος ο κατηγορούμενος έγραψε στο τέλος της κατάθεσης του και μάλιστα υπέγραψε χωρίς να εκφράσει οποιοδήποτε παράπονο. Η Μ.Κ.2 αναφέρθηκε ακόμα και στην ερώτηση του Μ.Κ.1 προς τον κατηγορούμενο γιατί κούτσαινε και αυτός απάντησε ότι προέρχεται από τροχαίο και ότι είναι μια χαρά. Κατά την αντεξέταση της η Μ.Κ.2 είπε ότι βρισκόταν συνεχώς με τον κατηγορούμενο στα γραφεία του ΤΑΕ, και επέμενε ότι ο κατηγορούμενος φορούσε παπούτσια και όχι παντόφλες, όπως ήταν η εισήγηση της υπεράσπισης. Επίσης η Μ.Κ.2 αρνήθηκε ότι ο κατηγορούμενος κακοποιήθηκε και ότι έδωσε την κατάθεση του λόγω του ότι ήταν φοβισμένος συνεπεία της κακοποίησης που υπέστη. Ακόμα η Μ.Κ.2 αρνήθηκε την υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η ίδια είπε στον κατηγορούμενο πριν τη λήψη της κατάθεσης του ότι είναι προς το συμφέρον του να μιλήσει για να μην τον ξανακτυπήσουν. Τέλος, η Μ.Κ.2 αρνήθηκε τη θέση της υπεράσπισης ότι η μαρτυρία της έχει σκοπό να εξυπηρετήσει και βοηθήσει την αστυνομία. Ο Λοχ.2982 Νίκος Γιάννακας ήταν ο επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή. Ο Μ.Κ.3 είναι υπεύθυνος αλλαγής στα κρατητήρια και αναγνώρισε και επεξήγησε τα τεκμήρια για αναγνώριση που κατέθεσε ο Μ.Κ.
- Το Τεκμήριο 11 είναι αντίγραφο της σελίδας του ημερολογίου του σταθμού για τη μεταφορά του κρατούμενου, του κατηγορούμενου, στο Νοσοκομείο, κατόπιν απαίτησης του δικηγόρου του επειδή ένιωθε δύσπνοια. Αυτό έγινε στις 10.5.2011 και ώρα 20.
- Έτσι ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο για εξετάσεις. Αυτή είναι η καταγραφή στο Τεκμήριο
- Ο δικηγόρος του κατηγορούμενου περιορίστηκε στην αναφορά σε δύσπνοια εκ μέρους του πελάτη του. Στο Τεκμήριο 12, που είναι και πάλι αντίγραφο της σελίδας του ημερολογίου του σταθμού για τη μεταφορά του κρατούμενου, του κατηγορούμενου, αναφέρεται ότι στις 10.5.2011 και ώρα 01.15 ο κρατούμενος, κατηγορούμενος, επέστρεψε από το Νοσοκομείο, αφού εξετάστηκε από τον γιατρό Τρύφωνα Τρύφωνος, του έγιναν ακτινογραφίες και δεν βρέθηκε να πάσχει από οτιδήποτε. Οι καταχωρήσεις στα Τεκμήρια 11 και 12 έγιναν από τον μάρτυρα. Το Τεκμήριο 13 είναι έντυπο του ηλεκτρονικού υπολογιστή που έγινε κατά την εισαγωγή του κρατούμενου, κατηγορούμενου, στον σταθμό. Ο Μ.Κ.3 επεξήγησε ότι για κάθε κρατούμενο γίνεται καταχώρηση τόσο στο βιβλίο υποδίκων/κρατουμένων του σταθμού όσο και στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Τα στοιχεία που καταχωρήθηκαν στον ηλεκτρονικό υπολογιστή καταχωρούνται κατόπιν οδηγιών του Μ.Κ.3 και υπό την επίβλεψη του. Σε αυτό αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι στις 9.5.2011 και ώρα 08.00 ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στον σταθμό και κουτσαίνει στο δεξί πόδι και αφού ρωτήθηκε, ισχυρίστηκε ότι του προκλήθηκε από πέσιμο από μοτοσικλέτα. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Κ.3 είπε ότι η καταχώρηση στο βιβλίο υποδίκων/κρατουμένων του σταθμού περιέχει λιγότερα στοιχεία από την καταχώρηση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, και δεν ενδείκνυται να αναφέρεται στο βιβλίο οποιοδήποτε πρόβλημα του κρατούμενου. Ο Μ.Κ.3 κατέθεσε αντίγραφο των σελίδων του βιβλίου ως Τεκμήριο 14 και αντίγραφο του εντύπου «Καταχωρήσεις επισκέψεων δικηγόρου κρατουμένου», Τεκμήριο 15, στο οποίο φαίνονται οι επισκέψεις του δικηγόρου του κατηγορούμενου στις 10.5.2011 και ώρα 20.00 και στις 19.5.2011 και ώρα 15.
- Ο Μ.Κ.3 είπε ότι η πρώτη επίσκεψη του δικηγόρου του κατηγορούμενου έγινε με την συνοδεία διερμηνέα, της κας Μαριλένας Χατζηβαρνάβα. Ο Μ.Κ.3 αρνήθηκε την υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης ότι κατά την εν λόγω επίσκεψη ο δικηγόρος του κατηγορούμενου κάλεσε τον μάρτυρα στο δωμάτιο επισκέψεων όπου ο κατηγορούμενος του έδειξε σημάδια που κτυπήθηκε, κοκκίνισμα και μαύρισμα, λέγοντας ότι μίλησε με τον δικηγόρο και κατέγραψε όλα όσα έγιναν. Ακόμα ο Μ.Κ.3 αρνήθηκε τη θέση της υπεράσπισης ότι η καταχώρηση των Τεκμηρίων 11 και 12 είναι πλαστή. Ακόμα ήταν η θέση του κ. Καραίσκου ότι το παράπονο γράφηκε εν μέρει, καθότι η δύσπνοια προήλθε από τα κτυπήματα, και η αναφορά στα κτυπήματα παραλείπεται. Ο Μ.Κ3 επέμενε ότι δεν έγινε οποιοδήποτε παράπονο για κακοποίηση είτε από τον κρατούμενο είτε από τον δικηγόρο του. Τέλος, ο Μ.Κ.3 είπε ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει να χειρίζεται το σύστημα του ηλεκτρονικού υπολογιστή και ότι αυτό δεν δέχεται επεμβάσεις ή αλλοιώσεις. Όταν γίνεται μία καταχώρηση, ο αστυνομικός που την κάνει λέει προφορικά στον μάρτυρα το περιεχόμενο της καταχώρησης και αφού ο μάρτυρας συμφωνεί, κλείνει η καταχώρηση και όταν ο μάρτυρας το ζητήσει, εκτυπώνεται η καταχώρηση. Ο αστ. 3990 Ζωνάκης Γεωργίου, του ΤΑΕ Λεμεσού, ήταν ο τελευταίος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή. Ο Μ.Κ.4 υιοθέτησε με την σειρά του την κατάθεση του, Τεκμήριο 16, ημερ. 9.5.
- Σε αυτή αναφέρει ότι στις 9.5.2011 και ώρα 23.30 μετέβη μαζί με άλλους αστυνομικούς στη Λεωφόρο Μακαρίου παρά τα φώτα τροχαίας Αριέλ για ειδικό καθήκον κατόπιν πληροφορίας ότι θα γινόταν ανάληψη χρημάτων από την ταμειακή μηχανή της Λαικής Τράπεζας με τη χρήση πλαστών καρτών. Η ώρα 00.23 ο Μ.Κ.4 έλαβε τηλεφώνημα από τον Κωνσταντίνο Αδάμου, υπάλληλο της JCC, ότι την ίδια ώρα γινόταν απόπειρα ανάληψης χρημάτων με τη χρήση πλαστής πιστωτικής κάρτας της Λαικής Τράπεζας στη Λεωφόρο Μακαρίου. Ο Μ.Κ.4 πλησίασε μαζί με άλλο αστυνομικό το πρόσωπο που βρισκόταν εκείνη την ώρα στην ταμειακή μηχανή το οποίο φορούσε στο κεφάλι τζόκει χρώματος μαύρου με χρυσό. Αφού ο Μ.Κ.4 του υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα, του ζήτησε στα Αγγλικά τα στοιχεία του. Αυτό ανέφερε ότι ονομάζεται Nikolay Harizanov από τη Βουλγαρία και του υπέδειξε το Βουλγάρικο δελτίο ταυτότητας του. Σε σωματική έρευνα που του έγινε, ο Μ.Κ.4 βρήκε στην κατοχή του ένα πορτοφόλι στο οποίο υπήρχαν μεταξύ άλλων πιστωτικές κάρτες και χρήματα. Η ώρα 00.28 ο Μ.Κ.4 τον συνέλαβε για το αυτόφωρο αδίκημα της κατοχής πλαστών πιστωτικών καρτών και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο στα Αγγλικά, δεν έδωσε απάντηση. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.4 μετέφερε τον κατηγορούμενο στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού, και η ώρα 02.00 παρέδωσε τα τεκμήρια στον Μ.Κ.1 που ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης. Ο Μ.Κ. 4 πρόσθεσε ότι η όλη διαδικασία από την ώρα που είδε τον κατηγορούμενο στην περιοχή μέχρι την έφοδο του διήρκησε 3 - 4 λεπτά. Εξ όσον θυμόταν, ο κατηγορούμενος πλησίασε την ταμειακή μηχανή από χωράφι που ήταν απέναντι από τα φώτα της Λεωφόρου Μακαρίου και πρόσεξε ότι δεν περπατούσε καλά και φορούσε παντόφλες. Ο Μ.Κ.4 μαζί με τον αστ. 2129 και ακόμα ένα συνάδελφο του μετέφεραν τον κατηγορούμενο στα γραφεία του ΤΑΕ, και παρέμειναν στο γραφείο παραπόνων όπου ήταν εκεί ο Υπαστυνόμος Νικολάου και άλλοι αστυνομικοί. Πριν φθάσουν στα γραφεία του ΤΑΕ, ο Μ.Κ.4 ενημέρωσε τους συναδέλφους του για να ειδοποιήσουν διερμηνέα, η οποία έφθασε λίγο μετά την άφιξη τους στον σταθμό. Εκεί στα γραφεία του ΤΑΕ, ο κατηγορούμενος δεν εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο στη διερμηνέα. Αφού πέρασε πάνω από μία ώρα, έφθασε ο Μ.Κ.1 τον οποίο ο μάρτυρας ενημέρωσε για την σύλληψη του κατηγορούμενου, και ο Μ.Κ.1 παρέλαβε τον κατηγορούμενο και τον οδήγησε στο γραφείο του. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Κ.4 επανέλαβε ότι όταν έλαβε το τηλεφώνημα από τον Κωνσταντίνο Αδάμου, ο ίδιος βρισκόταν ακριβώς απέναντι από την εν λόγω τράπεζα που τέθηκε υπό παρακολούθηση μαζί με άλλους συναδέλφους του ΤΑΕ και του κλιμακίου πληροφοριών. Ο λόγος που η συγκεκριμένη αυτόματη ταμειακή μηχανή τέθηκε υπό παρακολούθηση ήταν η ενημέρωση από την JCC ότι γίνονταν επανειλημμένα προσπάθειες, απόπειρες απόσπασης χρημάτων από την εν λόγω μηχανή με πλαστές κάρτες. Το επίδικο βράδυ ο Μ.Κ.4 έλαβε τηλεφώνημα ότι εκείνη την στιγμή γινόταν απόπειρα εξασφάλισης χρημάτων από την εν λόγω αυτόματη ταμειακή μηχανή, και εφόσον δεν υπήρχε άλλο πρόσωπο πλησίον της μηχανής να επεξεργάζεται αυτή πλην του κατηγορούμενου, ο Μ.Κ.4 τον ανέκοψε και ερεύνησε, καθότι είχε εύλογη υποψία ότι κατείχε πλαστές πιστωτικές κάρτες. Την στιγμή της ανακοπής του, ο κατηγορούμενος γύριζε να φύγει και έβαζε πίσω την κάρτα στο πορτοφόλι του. Ο Μ.Κ.4 αρνήθηκε την υποβολή της υπεράσπισης ότι δεν είχε εξουσία να συλλάβει τον κατηγορούμενο για το αυτόφωρο αδίκημα της κατοχής πλαστών πιστωτικών καρτών, λέγοντας ότι είχε καθόλα νόμιμη εξουσία να το πράξει. Ο Μ.Κ.4 οδήγησε τον κατηγορούμενο στα γραφεία του ΤΑΕ, μαζί με τον αστ. 2129, και με την συνοδεία ακόμα ενός αυτοκινήτου με συναδέλφους του ΓΣΠ, και εκεί ήταν ο υπεύθυνος αλλαγής Υπαστυνόμος Μιχάλης Νικολάου, ο Παναγιώτης Κωνσταντίνου και άλλοι συνάδελφοι. Ο συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε στον Μ.Κ.4 ότι εκεί στα γραφεία του ΤΑΕ, ο κατηγορούμενος κτυπήθηκε σε διάφορα μέρη του σώματος του και ειδικά ο εν λόγω μάρτυρας τον πίεζε και κτυπούσε με τα γόνατα στα πόδια του, το σώμα και τον κορμό. Ακόμα ήταν η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ενώ ο Μ.Κ.4 κρατούσε τον κατηγορούμενο, άλλοι αστυνομικοί τον κτυπούσαν με ρόπαλα στον αστράγαλο και τα πέλματα, σε μία φάση μπήκε ο Μ.Κ.1 και η διερμηνέας και οι υπόλοιποι τους είπαν να βγουν έξω. Ο Μ.Κ.4 ήταν κατηγορηματικός ότι σε καμία περίπτωση δεν έγιναν όλα αυτά και ο κατηγορούμενος ουδέποτε κτυπήθηκε. Ο κατηγορούμενος με την σειρά του είπε τα ακόλουθα στο Δικαστήριο. Τις πρωινές ώρες, ενώ περπατούσε στη Λεωφόρο Μακαρίου στη Λεμεσό, στον δρόμο, ήρθε μπροστά του ένας άνθρωπος με πολιτικά ρούχα, ο Μ.Κ.4, μαζί με ακόμα ένα πρόσωπο, του είπαν ότι είναι αστυνομικοί και του ζήτησαν την ταυτότητα του. Ο κατηγορούμενος τους έδωσε την ταυτότητα του, και αυτοί την πήραν, του έβαλαν χειροπέδες, του έκανα έλεγχο, πήραν το πορτοφόλι του και τον έβαλαν στο αυτοκίνητο. Στο αυτοκίνητο ήταν 4 άτομα και τον πήραν στο αστυνομικό τμήμα. Στο πρώτο γραφείο στον σταθμό, ήταν 5-6 αστυνομικοί, όλοι όσοι ήταν μάρτυρες στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης, τον έβαλαν να καθίσει σε μία καρέκλα με τα πόδια του μπροστά και ψηλά, του κατέβασαν τις παντόφλες που φορούσε, του έβαλαν τα πόδια του σε άλλη καρέκλα, και άρχισαν να του πιέζουν τα πόδια, και ο Μ.Κ.4 του πίεζε τα πόδια με τα γόνατα του. Τον κτυπούσαν στα νεφρά με μπουνιές, και πάλι ο Μ.Κ.4 το έκανε αυτό, ενώ 4-5 άτομα του έδιναν χαστούκια. Τον κτυπούσαν στα πόδια, τα νεφρά, την κοιλιά και τις πατούσες των ποδιών του με ρόπαλο. Σε κάποια στιγμή μπήκε ο Διοικητής με τη διερμηνέα, άρχισε να φωνάζει, μιλούσαν αλλά ο κατηγορούμενος δεν καταλάβαινε τι έλεγαν, κάτι είπαν στη διερμηνέα και αυτή βγήκε έξω από το γραφείο. Όταν η διερμηνέας μπήκε στο γραφείο, τον κτυπούσαν. Σε κάποια φάση πήγε ο Μ.Κ.1 και τον μετέφερε στο γραφείο του. Όταν μπήκε ο Μ.Κ.1 στο πρώτο γραφείο, οι αστυνομικοί κτυπούσαν τον κατηγορούμενο, αλλά αυτός δεν τον κτύπησε. Αργότερα ήρθαν στο γραφείο ο Διοικητής και η διερμηνέας. Ο κατηγορούμενος καθόταν σε μία καρέκλα με τα χέρια πίσω δεμένα με χειροπέδες, και ο υπεύθυνος άρχισε να φωνάζει και να του δίνει χαστούκια. Η διερμηνέας είπε στον κατηγορούμενο να τους πει ό, τι θέλουν να τους πει αλλιώς θα τον κτυπούσαν ως το πρωί. Άρχισαν να γράφουν και του έδωσαν να υπογράψει, και αυτός υπέγραψε επειδή φοβόταν χωρίς να γνωρίζει τι υπέγραφε. Υπέγραψε και κάθε σελίδα του Τεκμηρίου 1, επειδή του είπε η διερμηνέας να το πράξει, διαφορετικά του είπε ότι θα τον έδερναν. Ο κατηγορούμενος αναγνώρισε επίσης την υπογραφή του στο Τεκμήριο 7, λέγοντας ότι και πάλι τον συμβούλευσαν να υπογράψει και ότι ήταν καλύτερα να μην ζητήσει δικηγόρο, και αυτός το έκανε επειδή φοβόταν μήπως τον κτυπούσαν και έδερναν περισσότερο. Ο κατηγορούμενος είπε ότι μιλά και καταλαβαίνει μόνο Βουλγάρικα, και δεν μιλά ούτε καταλαβαίνει Αγγλικά. Ποτέ στη ζωή του οδήγησε μοτοσικλέτα. Πρόσθεσε δε ότι δεν είχε πρόβλημα υγείας, και κούτσαινε λόγω των κτυπημάτων που δέχθηκε. Είπε στη διερμηνέα και τον Μ.Κ.1 για τα κτυπήματα του και τους έδειξε τα πόδια του και άλλα μέρη του σώματος του που είχαν σημάδια, και ο λόγος που τα υπέγραψε όλα ήταν επειδή φοβόταν. Τη δεύτερη μέρα, όταν ήταν λιγότερο φοβισμένος, ζήτησε δικηγόρο, ο οποίος τον επισκέφθηκε στα κρατητήρια μαζί με διερμηνέα, και εκεί τους έδειξε τα σημάδια στα πόδια και τους εξήγησε τι έγινε. Ο δικηγόρος του κατηγορούμενου ζήτησε από τον αστυνομικό να μεταφερθεί στον γιατρό και του έδειξε τα σημάδια στο σώμα και τα πόδια του. Ακολούθως τον πήραν στο Νοσοκομείο, όπου του έκαναν καρδιογράφημα, του πήραν την πίεση, του έβγαλαν ακτινογραφίες πνεύμονα, και τους έδειξε τα πόδια του αλλά ούτε εκεί του έδωσαν σημασία οι γιατροί. Παρών ήταν πάντοτε και ο αστυνομικός. Τέλος, ο κατηγορούμενος είπε ότι δεν υπέγραψε τα Τεκμήρια 1 και 7 με την ελεύθερη βούληση του και το έκανε επειδή θα τον κτυπούσαν. Κατά την αντεξέταση του ο κατηγορούμενος είπε ότι δεν γνωρίζει σε ποια οδό βρισκόταν όταν τον ανέκοψαν οι αστυνομικοί, οι οποίοι του είπαν «Police» και «Document», λέξεις που είναι παρόμοιες στη δική του γλώσσα και έτσι κατάλαβε ότι ήταν αστυνομικοί, αφού του έδειξαν και το σήμα τους και ότι ήθελαν την ταυτότητα του. Αρνήθηκε την υποβολή του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι γνώριζε Αγγλικά από το σχολείο. Ο κατηγορούμενος είπε επίσης ότι κατά την ανακοπή του, του έγινε σωματική έρευνα και συμφώνησε με τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ότι στην κατοχή του στο πορτοφόλι του βρέθηκαν όλα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο ο Μ.Κ.
- Αμέσως μετά ο κατηγορούμενος είπε ότι όταν τον συνέλαβαν δεν του έκαναν σωματικό έλεγχο, αλλά όταν πήγαν στο γραφείο στον σταθμό, άνοιξαν το πορτοφόλι του και τα έβγαλαν όλα από μέσα. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι όταν ανακόπηκε από τον Μ.Κ.4, αυτός βρισκόταν στην αυτόματη ταμειακή μηχανή και έκανε πράξη ανάληψης χρημάτων, λέγοντας ότι ήταν 15 μέτρα μακριά από την μηχανή όταν παρουσιάστηκε ο αστυνομικός. Ο κατηγορούμενος ακολούθως είπε ότι όταν τον συνέλαβαν, τον έβαλαν στο αυτοκίνητο, του πήραν το πορτοφόλι μέσα στο αυτοκίνητο και το άνοιξαν στον σταθμό, ενώ μετά είπε ότι όταν τον συνέλαβαν, έδωσε τα πράγματα του, τον έβαλαν στο αυτοκίνητο και το άνοιξαν στον σταθμό. Ερωτηθείς ο κατηγορούμενος αν ο Μ.Κ.3 ήταν ένας από τους αστυνομικούς που ήταν στο γραφείο, όπως είπε κατά την κύρια εξέταση του, απάντησε ότι αυτός είναι ο μόνος που δεν ήταν εκεί. Ο Μ.Κ.4 τον πίεζε με τα πόδια του στα γόνατα, ενώ ταυτόχρονα ένας τον τραβούσε από τα μαλλιά, άλλος τον κτυπούσε με ρόπαλο στην πατούσα του ποδιού του και άλλος στα νεφρά. Ο Μ.Κ.4 τον κτυπούσε στα νεφρά επίσης καθώς και όπου έβρισκε. Ο κατηγορούμενος δεν θυμόταν ποιος αστυνομικός τον κτυπούσε στις πετούσες, αλλά είπε ότι τον κτύπησαν εκεί 40-50 φορές. Ακόμα τον κτυπούσαν στα νεφρά με μπουνιές όλη την ώρα. Όταν τον κτυπούσαν, αυτός φώναζε επειδή πονούσε, δεν θυμόταν αν η πόρτα του γραφείου ήταν ανοικτή, και μετά πάροδο 40-50 λεπτών, κάποιος αστυνομικός τον κρατούσε για να πάει στο γραφείο του Μ.Κ.1, επειδή δεν μπορούσε να πατήσει τα πόδια του κάτω και κούτσαινε. Στο δεύτερο δωμάτιο, ο υπεύθυνος έδινε χαστούκια στον κατηγορούμενο, στην παρουσία της διερμηνέα και του Μ.Κ.1, και η διερμηνέας του είπε να τους πει ό, τι θέλουν αλλιώς θα τον έδερναν ως το πρωί. Ο υπεύθυνος έδωσε 50-60 χαστούκια στον κατηγορούμενο και τον έδερνε ως το πρωί. Ο επόμενος μάρτυρας για την υπεράσπιση ήταν ο Γιώργος Πολεμιδιώτης, βοηθός διευθυντής του καταστήματος της Λαικής Τράπεζας, Αριέλ, και είναι προιστάμενος του τμήματος εξυπηρέτησης πελατών. Ο Μ.Υ.2 υιοθέτησε την κατάθεση του προς την αστυνομία, ημερ. 12.5.2011, Τεκμήριο 17, στην οποία αναφέρει τις συναλλαγές ανάληψης χρημάτων, επιτυχείς ή μη, με τη χρήση συγκεκριμένων πιστωτικών καρτών, που έγιναν στην αυτόματη ταμειακή μηχανή που βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του κτιρίου της Τράπεζας, από τις 6.5.2011 μέχρι και τις 9.5.
- Αντίγραφα των εν λόγω συναλλαγών παραδόθηκαν στην αστυνομία από τον μάρτυρα και αποτελούν μέρος του Τεκμηρίου 17, ενώ ο ίδιος αναφέρει ακόμα ότι στο εν λόγω κατάστημα υπάρχει κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης το οποίο δεν καλύπτει τον εξωτερικό χώρο όπου βρίσκεται η αυτόματη ταμειακή μηχανή, και ο ίδιος δεν είναι σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο οι κάρτες που χρησιμοποιήθηκαν είναι πλαστές ή ποιος προέβη σε αυτές τις συναλλαγές. Κατά την κύρια εξέταση του έγινε ειδική αναφορά στην ανεπιτυχή συναλλαγή με αριθμό 0351 που φέρεται ότι έγινε στις 9.5.2011 και ώρα 00.30.
- Στο πλαίσιο της αντεξέτασης του ο Μ.Υ.2 είπε ότι η ώρα που αναγράφεται στην κατάσταση των συναλλαγών είναι η ώρα που αναγράφεται στη μηχανή και καταγράφεται στην κατάσταση την ώρα που ο πελάτης πατά το κουμπί με την ένδειξη «enter» για να ολοκληρωθεί η πράξη. Ο ίδιος δεν είναι σε θέση να αναφέρει κατά πόσο η ώρα που αναγράφεται στη μηχανή ταυτίζεται ακριβώς με την ώρα που καταγράφει η JCC. Η τελευταία μάρτυρας για την πλευρά της υπεράσπισης ήταν η Μαριλένα Χατζηβαρνάβα. Η Μ.Υ.3 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι είδε μόνο μία φορά τον κατηγορούμενο στον κεντρικό αστυνομικό σταθμό Λεμεσού πριν από 5 μήνες περίπου, τον Μάιο. Η μάρτυρας κατάγεται από τη Βουλγαρία αλλά διαμένει στην Κύπρο γιατί είναι παντρεμένη εδώ, για 15 χρόνια, και επομένως γνωρίζει και μιλά καλά την Ελληνική γλώσσα. Κλήθηκε να πάει στον σταθμό για να μιλήσει με τον κατηγορούμενο ο οποίος είχε πρόβλημα αλλά δεν μιλούσε ούτε Ελληνικά ούτε Αγγλικά. Η Μ.Υ.3 είδε τον κατηγορούμενο στην παρουσία του δικηγόρου του και ενός αστυνομικού. Αυτός παραπονέθηκε ότι τον κτύπησαν οι αστυνομικοί και η μάρτυρας είδε τα πόδια του κάτω χαμηλά που ήταν φουσκωμένα και μαύρα. Επίσης ο κατηγορούμενος είπε ότι του είχαν τις χειροπέδες πολύ σφικτά, όμως την συγκεκριμένη ώρα δεν ήταν δεμένα με χειροπέδες, και έτσι η μάρτυρας είδε ότι στα χέρια του είχε σημάδια και ήταν μαύρα. Ο κατηγορούμενος έκλαιγε και έλεγε ότι δεν νιώθει καλά, αυτή μετάφρασε τα όσα της είχε πει ο κατηγορούμενος στον δικηγόρο του και τότε ήρθε ο αστυνομικός και η μάρτυρας είπε και σε αυτόν τι της είπε ο κατηγορούμενος. Κατά την αντεξέταση της η μάρτυρας τοποθέτησε χρονικά την συνάντηση της με τον κατηγορούμενο αρχές Μαίου, γύρω στις 5 - 6 του μήνα, καθότι μετά έφυγε για τη Βουλγαρία. Η ίδια έλαβε τηλεφώνημα από τον αδελφό του συζύγου της που ήταν αστυνομικός και φίλος του δικηγόρου του κατηγορούμενου για να πάει στον σταθμό. Όταν είδε τον κατηγορούμενο, αυτός δεν μπορούσε να περπατήσει και η μάρτυρας του είπε να καθίσει και τον ρώτησε τι έπαθε, και τότε αυτός της είπε ότι τον κτύπησαν και ότι του έδωσαν παπούτσια από τον αστυνομικό σταθμό αλλά δεν μπορούσε να τα φορέσει και εξείχε η φτέρνα του. Η μάρτυρας επανέλαβε ότι τα πόδια του κατηγορούμενου ήταν φουσκωμένα και μαύρα, ενώ μετά είπε ότι δεν είχαν πληγές, ήταν κόκκινα και φουσκωμένα. Ερωτηθείσα κατά πόσο τα πόδια του κατηγορούμενου ήταν μαύρα ή κόκκινα, αυτή είπε ότι ήταν μαύρα, κόκκινα και φουσκωμένα, και ότι ήταν λίγο μαύρα στις φτέρνες, στο εσωτερικό πλαϊνό τους. Είδε και τα πέλματα του κατηγορούμενου, τα οποία ήταν φουσκωμένα και πολύ κόκκινα. Η μάρτυρας είπε αυτά στον αστυνομικό, τον κ. Μάριο, και αυτός είπε εντάξει και ότι θα τον έπαιρναν στο Νοσοκομείο. Ο κατηγορούμενος επίσης της είπε ότι δεν αναπνέει και ότι νιώθει πίεση και άγχος. Η Μ.Υ.3 είπε ακόμα ότι ο κατηγορούμενος της είπε ότι τον κτύπησαν παντού με σιδερένιο ρόπαλο, και ότι τον κτύπησαν ακόμα και όταν τον συνέλαβαν, ενώ δεν της ανέφερε ότι κτύπησε επειδή έπεσε από τη μοτόρα. Τέλος, η μάρτυρας περιέγραψε τι της είπε ο κατηγορούμενος ως ακολούθως. Όταν αυτός δεν ήθελε να δώσει κατάθεση, δεν μιλούσε Ελληνικά και Αγγλικά και δεν καταλάβαινε τι του έλεγαν, τον κτυπούσαν κάθε φορά που δεν ήθελε να μιλήσει και δεν ήξερε τι να πει, και κάθε φορά που τον ρωτούσαν κάτι τον κτυπούσαν. Τον κτύπησαν πριν δώσει την κατάθεση του και ενώ έδινε την κατάθεση του, ενώ μετά η μάρτυρας είπε ότι τον κτύπησαν πριν δώσει την κατάθεση του και μία φορά ενώ έδινε την κατάθεση του, κάθε φορά που έρχονταν για να του πάρουν κατάθεση τον κτυπούσαν και η ίδια δεν θυμόταν κατά πόσο ο κατηγορούμενος της είπε ότι τον κτύπησαν και μετά που έδωσε την κατάθεση του. Κατά την αγόρευση του ο συνήγορος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας παρουσιάζει σοβαρές αντιφάσεις έτσι ώστε αυτή να μην μπορεί να κριθεί αξιόπιστη από το Δικαστήριο, το οποίο επίσης θα πρέπει να διατηρεί αμφιβολίες αναφορικά με τη γνησιότητα και την αλήθεια του περιεχομένου των Τεκμηρίων 8, 13 και 14, επισημαίνοντας ακόμα ότι αυτοί που τα συνέταξαν δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο για να δώσουν μαρτυρία. Ο κ. Καραϊσκος αμφισβήτησε τη νομιμότητα της σύλληψης του κατηγορούμενου, καθότι η μαρτυρία του Μ.Κ.4 αναφορικά με την ώρα της σύλληψης του έρχεται σε αντίφαση με τη μαρτυρία του Μ.Υ.2 και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 17, έτσι ώστε η θέση του Μ.Κ.4 για την σύλληψη του κατηγορούμενου για αυτόφωρο αδίκημα δεν ευσταθεί και η σύλληψη του κατηγορούμενου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως νόμιμη. Ήταν η τελική εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η σύλληψη του κατηγορούμενου δεν ήταν νόμιμη και η κατάθεση του ήταν προιόν κακοποίησης του, όπως περιέγραψε ο ίδιος στο Δικαστήριο κατά τη δική του μαρτυρία. Αντίθετη ήταν η θέση του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ο οποίος ανέφερε ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.4 και του Μ.Υ.2 δεν αντικρούονται και η σύλληψη του κατηγορούμενου για το αυτόφωρο αδίκημα της κατοχής πλαστών πιστωτικών καρτών είναι καθόλα νόμιμη. Επίσης ο κ. Αργυρού είπε ότι η όλη διαδικασία περιγράφηκε με ολοκληρωμένο τρόπο από όλους τους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής, οι οποίοι έδωσαν αξιόπιστη μαρτυρία και παρουσίασαν μία συνεπή εκδοχή. Τέλος, ο κ. Αργυρού έκανε αναφορά στη μαρτυρία τόσο του κατηγορούμενου όσο και της Μ.Υ.3 για να καταδείξει ότι αυτές έχουν αντιφάσεις τόσο η καθεμία ξεχωριστά στο σύνολο της όσο και οι δύο μεταξύ τους, και κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής και να κρίνει την κατάθεση του κατηγορούμενου αποδεκτή ως προιόν της ελεύθερης βούλησης του. Όταν η Κατηγορούσα Αρχή επιχειρεί να παρουσιάσει στο Δικαστήριο ως μαρτυρία μια κατάθεση κατηγορούμενου, τότε φέρει το βάρος απόδειξης ότι αυτή είναι θεληματική πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Επομένως, η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει ότι η ομολογία είναι το αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης του κατηγορούμενου και ότι δεν λήφθηκε κάτω από συνθήκες που επέδρασαν δυσμενώς στη βούληση του κατηγορούμενου, όπως η άσκηση εξουσίας αστυνομικού οργάνου που έκδηλα θέτει τον κατηγορούμενο σε δυσμενή θέση έναντι αυτού, η άσκηση άμεσης ή έμμεσης βίας ή απειλής ή η άμεση ή έμμεση υπόσχεση για αποκόμιση πλεονεκτήματος. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις R. v. Sfongaras 22 C.L.R. 113, Kokkinos v. Police
(1967)2 C.L.R. 217, Petri v. The Police
(1968)2 C.L.R. 1, Ioannides v. The Republic
(1968)2 C.L.R. 169 και Psaras & Another v. Police
(1987)2 C.L.R. 132. H υπόθεση Fournides v. The Republic
(1986)2 C.L.R. 73, συνοψίζει τις αρχές που διέπουν τη δεκτότητα μιας κατάθεσης στο ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα: «Είναι αλήθεια ότι σειρά αποφάσεων της Κυπριακής Νομολογίας αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να απορρίψει μια κατάθεση αν λήφθηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες. Η ουσία αυτών των αποφάσεων έγκειται εις το ότι ένα Δικαστήριο που καλείται να αποφασίσει τη δεκτότητα μιας κατάθεσης πρέπει να υιοθετεί μια ευρεία θεώρηση των γεγονότων που περιβάλλουν και συνθέτουν τη λήψη της κατάθεσης και δεν πρέπει να διστάζει να απορρίψει μια κατάθεση αν λήφθηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες. Αυτές οι αρχές, αντανακλούν τη δέσμευση μας για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τη διατήρηση του κράτους δικαίου. Ωστόσο καμιά από αυτές τις αυθεντίες στοχεύει στην αλλαγή της βασικής αρχής ότι η θεληματικότητα είναι το κριτήριο της δεκτότητας. Αυτό επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 ΑΑΔ. Επίσης οι Δικαστικοί Κανόνες, όπως έχει τονισθεί, δεν αποτελούν από μόνοι τους Κανόνες Δικαίου, παράβαση των οποίων καθιστά μη αποδεκτή την κατάθεση. Αποτελούν, ωστόσο, σημαντικά βοηθήματα για να αποφασισθεί κατά πόσο μια κατάθεση είναι θεληματική.». Παρόλο που επίσης πρέπει να καταδεικνύεται ότι η κατάθεση λήφθηκε σύμφωνα με τους Δικαστικούς Κανόνες, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεκτεί κατάθεση όπου υπήρξε παρέκκλιση από τους κανόνες, η οποία ασκείται με γνώμονα τη θεληματικότητα αυτής, όπως αναφέρεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Ονησίλλου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 556: «Παρέκκλιση από τους Δικαστικούς Κανόνες κατά τη λήψη κατάθεσης υπόπτου από τις αστυνομικές αρχές, δε συνεπάγεται και την απόρριψη της κατάθεσης ως μαρτυρίας. Η αρχή δικαίου η οποία ισχύει είναι τούτη: Παρέκκλιση από τους Δικαστικούς Κανόνες παρέχει διακριτική ευχέρεια στο εκδικάζον την υπόθεση δικαστήριο να τις απορρίψει με έρεισμα τις επιπτώσεις που ενέχει άμεσα ή έμμεσα στο εκούσιο της κατάθεσης που συνιστά και το κύριο εχέγγυο για την ορθότητα και την ακρίβεια του περιεχομένου της .». Το Δικαστήριο οφείλει να αποδεχθεί κατάθεση όταν είναι βέβαιο στον απαιτούμενο βαθμό ότι οι συνθήκες που περιβάλλουν τη λήψη της κατάθεσης είναι ελεύθερες από κάθε υποψία και οποιονδήποτε βαθμό καταπίεσης. Η λέξη «καταπίεση» επεξηγήθηκε στην υπόθεση R. v. Priestley
(1965)51 Cr. App. R. 1 ως: «.to my mind this word, in the context of the principles under consideration, imports something which tends to sap, and has sapped, that free will which must exist before a confession is voluntary .. Whether or not there is oppression in an individual case depends upon many elements. I am not going into all of them. They include such things as the length of time of any individual period of questioning, the length of time intervening between periods of questioning, whether the accused person had been given proper refreshment or not, and the characteristics of the person who makes the statement. What may be oppressive as regards a child, an invalid, or an old man, or somebody inexperienced in the ways of this world may turn out not to be oppressive when one finds that the accused person is of a tough character and an experienced man of the world». Στην υπόθεση R. v. Prayer
(1972)56 Cr. App. R. 151, αποφασίστηκε ότι «καταπιεστική ανάκριση» είναι ανάκριση που από τη φύση της, τη διάρκεια της ή άλλα περιστατικά (περιλαμβανομένης και της κράτησης) δημιουργεί ελπίδες (όπως την ελπίδα απόλυσης) ή φόβους ή επηρεάζει με τέτοιο τρόπο το μυαλό του κατηγορουμένου έτσι που η θέση του να μειώνεται και να ανοίγει το στόμα του όταν στην αντίθετη περίπτωση θα έμενε σιωπηλός. Στην υπόθεση R. v. Houghton
(1979)68 Cr. App. R. 197 έχει λεχθεί ότι το Δικαστήριο πρέπει να θέσει το ερώτημα τι οδήγησε τον κατηγορούμενο να πει αυτά που είπε. Αναμφίβολα, η θεληματικότητα μιας κατάθεσης οδηγεί στη διαπίστωση ευρημάτων. Η αξιολόγηση όμως της μαρτυρίας σε μια δίκη εντός δίκης πρέπει να περιορίζεται σε όσο το δυνατό στενότερα πλαίσια για να καλύψουν μόνο τα επίδικα θέματα της δίκης εντός δίκης. Δεν πρέπει να εξάγονται συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να επηρεάσουν δυσμενώς την υπεράσπιση του κατηγορούμενου. Έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας που προσκομίστηκε στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης, και χωρίς να μου διαφεύγει ότι το θέμα της αξιοπιστίας των μαρτύρων, και ειδικότερα του κατηγορούμενου, πρέπει να παραμείνει ανοικτό, αρχικά κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή, μέσω των 4 μαρτύρων, παρουσίασε μία γενικά ολοκληρωμένη, σταθερή και συνεπή εκδοχή των γεγονότων αναφορικά τόσο με τις συνθήκες σύλληψης του κατηγορούμενου όσο και με τις συνθήκες λήψης της επίδικης κατάθεσης. Ο Μ.Κ.1 περιέγραψε τα επίδικα γεγονότα δίνοντας μία ολοκληρωμένη εικόνα η οποία παρουσιάζει συνοχή. Απαντούσε με αμεσότητα και μάλιστα ήταν σε θέση να δώσει επαρκείς εξηγήσεις για κάποιες ενέργειες του, όπως τη μη καταγραφή της διακοπής της κατάθεσης του κατηγορούμενου για να πάει στην τουαλέτα. Ακόμα ο Μ.Κ.1 αναφέρθηκε σε γεγονότα για τα οποία ο ίδιος δεν είχε προσωπική γνώση ή εμπλοκή, όμως η μαρτυρία του επί τούτων συνάδει πλήρως με τα όσα κατέθεσαν οι υπόλοιποι μάρτυρες κατηγορίας, και γενικά η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από συνέπεια και σταθερότητα. Ήταν χαρακτηριστική η επιμονή του ότι ο κατηγορούμενος σε καμία περίπτωση κακοποιήθηκε ή ότι αυτός εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο, εκφράζοντας μάλιστα την έκπληξη του που ο κατηγορούμενος προβάλλει τέτοιον ισχυρισμό τόσο καθυστερημένα και μόνο κατά την ακρόαση της παρούσας υπόθεσης. Η Μ.Κ.2 γενικά δημιούργησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία της ήταν σαφής και ολοκληρωμένη. Η περιγραφή της μάρτυρα αναφορικά με την κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο κατηγορούμενος, τον τρόπο με τον οποίο αυτός περπατούσε και για τον οποίο μάλιστα ρωτήθηκε από την ίδια στην παρουσία του Μ.Κ.1, και την όλη διαδικασία από την ώρα που ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε στο γραφείο του Μ.Κ.1 μέχρι την ολοκλήρωση της κατάθεσης του, παρουσιάζει συνοχή με όσα ανέφερε ο Μ.Κ.1, ακόμα σχετικά και με κάποιες λεπτομέρειες, όπως πού βρισκόταν ο καθένας στο γραφείο του Μ.Κ.1 και τι του πρόσφερε ο Μ.Κ.1 να φάει και να πιει κατά τη διάρκεια λήψης της κατάθεσης του. Ο Μ.Κ.3, με την σειρά του, κατέθεσε με σαφήνεια και συνέπεια, τόσο με αναφορά στην προσωπική του γνώση για τα επίδικα γεγονότα όσο και στα σχετικά Τεκμήρια. Δεν υιοθετώ την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο εν λόγω μάρτυρας ήταν αντιφατικός για το θέμα της γνώσης του για ηλεκτρονικούς υπολογιστές καθότι ο μάρτυρας ήταν σαφής για το θέμα και επεξήγησε πώς γίνεται η καταχώρηση των στοιχειών στον ηλεκτρονικό υπολογιστή αρνούμενος ότι τόσο το Τεκμήριο 13 όσο και η μαρτυρία του είναι πλαστά. Αυτή η εισήγηση της υπεράσπισης παρέμεινε μετέωρη και ατεκμηρίωτη. Ακόμα, ο συνήγορος υπεράσπισης προσπάθησε να πλήξει την ακρίβεια του Τεκμηρίου 8 με τη διαγραφή της λέξης «ΤΙΠΟΤΕ» όμως δεν διαφάνηκε οτιδήποτε το μεμπτό αναφορικά με αυτό το θέμα. Θεωρώ ότι ήταν χαρακτηριστική η θετική και άμεση ανταπόκριση του Μ.Κ.3 στο αίτημα του συνηγόρου υπεράσπισης για την επίσκεψη του κατηγορούμενου σε γιατρό επειδή ένιωθε δύσπνοια και η επιμονή του ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε εξέφρασε παράπονο περί κακοποίησης του, και μάλιστα ο ίδιος δεν δίστασε να αναφέρει ότι αυτός δεν έχει δει τις ακτινογραφίες του κατηγορούμενου, έτσι ώστε να διαφαίνεται ότι ο εν λόγω μάρτυρας ήθελε να αποδώσει την πραγματική εικόνα των γεγονότων. Τέλος, ο Μ.Κ.4 ήταν άμεσος, σαφής και συνεπής καθ΄ όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του. Ο Μ.Κ.4 έδωσε πλήρη και σταθερή περιγραφή των γεγονότων τόσο κατά την σύλληψη του κατηγορούμενου όσο και κατά την παραμονή τους στον σταθμό μέχρι την άφιξη του Μ.Κ.1, ο οποίος ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης. Ο εν λόγω μάρτυρας έδωσε ολοκληρωμένες απαντήσεις σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, κυρίως κατά την αντεξέταση του, και μάλιστα κάποιες αναφορές του επιβεβαιώθηκαν από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όπως ότι αυτός φορούσε παντόφλες και ότι στο πορτοφόλι του υπήρχαν τα τεκμήρια τα οποία παρέλαβε και κατέγραψε ο Μ.Κ.4 στην κατάθεση του, Τεκμήριο 16, που αποτέλεσε μέρος της κύριας εξέτασης του. Η εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.4 παρουσιάζει αντίφαση αναφορικά με το κατά πόσο η σύλληψη του κατηγορούμενου έγινε για αυτόφωρο αδίκημα ή λόγω ύπαρξης εύλογης υποψίας για διάπραξη αδικήματος, δεν με βρίσκει σύμφωνη καθότι ο μάρτυρας ήταν σαφής και σταθερός ότι η σύλληψη του κατηγορούμενου έγινε για αυτόφωρο αδίκημα. Στο σημείο αυτό επιθυμώ να σχολιάσω τη θέση του κατηγορούμενου ότι δεν γνωρίζει Αγγλικά, θέση η οποία αναφέρθηκε και από τη Μ.Υ.3, και ότι αυτός αντιλήφθηκε μόνο δύο λέξεις από όσα του είπε ο Μ.Κ.4 και κατάλαβε ότι πρόκειται για αστυνομία. Αυτή η θέση δεν υποβλήθηκε στον Μ.Κ.4, παρά μόνο προβλήθηκε για πρώτη φορά κατά τη μαρτυρία της υπεράσπισης, κάτι το οποίο δημιουργεί αμφιβολίες για την αλήθεια του εν λόγω ισχυρισμού. Ο συνήγορος υπεράσπισης, κατά την αγόρευση του, παρέπεμψε το Δικαστήριο σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας για να εισηγηθεί ότι αυτή είναι αντιφατική και δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, ο κ. Καραϊσκος ανέφερε ότι παρουσιάζεται κενό χρονικά μεταξύ της ώρας της σύλληψης του κατηγορούμενου και της ώρας έναρξης λήψης της κατάθεσης του, ενώ τόσο ο Μ.Κ.4 όσο και οι Μ.Κ.1 και 2 προσδιόρισαν χρονικά την εξέλιξη των γεγονότων και υπάρχει συνοχή και δεν παρουσιάζεται ανεξήγητο κενό μεταξύ των ενεργειών των δύο αυτών αστυνομικών. Επίσης ο κ. Καραϊσκος ανέφερε ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 αναφορικά με τον ποιος οδήγησε τον κατηγορούμενο στο γραφείο του Μ.Κ.1, και μεταξύ των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.4 αναφορικά με το τι φορούσε ο κατηγορούμενος την επίδικη νύκτα. Θεωρώ ότι η περιγραφή του τρόπου μεταφοράς του κατηγορούμενου από το ένα γραφείο στο άλλο δεν ενέχει τόση σημασία εφόσον και ο ίδιος ο κατηγορούμενος δέχεται ότι μεταφέρθηκε από το ένα γραφείο στο άλλο αφότου παρουσιάστηκε ο Μ.Κ.1 εκεί. Όσον αφορά το τι φορούσε ο κατηγορούμενος, πράγματι η Μ.Κ.2 είπε ότι αυτός φορούσε παπούτσια ενώ ο Μ.Κ.4 είπε ότι αυτός φορούσε παντόφλες, όμως και πάλι σημασία στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης έχει το τι συνέβη εκείνο το βράδυ και αν ο κατηγορούμενος κακοποιήθηκε, θέμα στο οποίο όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας παρουσίασαν μία συνεπή εκδοχή, και συμφώνησαν ακόμα και για το πώς περπατούσε, επομένως αυτή η διαφοροποίηση από μόνη της δεν είναι τέτοια που να επηρεάζει τη γενική θετική εντύπωση που προκάλεσαν στο Δικαστήριο οι μάρτυρες κατηγορίας. Αντίθετα, η μαρτυρία του κατηγορούμενου δεν χαρακτηρίζεται από μία συνεπή και σταθερή εκδοχή για τα επίδικα γεγονότα. Αρχικά επισημαίνω ότι ο βασικός ισχυρισμός του συνηγόρου υπεράσπισης που έθεσε και το πλαίσιο της δίκης εντός δίκης όσον αφορά την ισχυριζόμενη κακοποίηση του κατηγορούμενου είναι εντελώς διαφορετική από την εκδοχή του ίδιου του κατηγορούμενου στο Δικαστήριο, ο οποίος μάλιστα περιέπεσε σε πάμπολλες αντιφάσεις κατά τη μαρτυρία του. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου ισχυρίστηκε ότι όταν ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ, του τοποθετήθηκαν χειροπέδες στο πίσω μέρος του ποδιού, τον έβαλαν να καθίσει σε μία καρέκλα με τα χέρια δεμένα με χειροπέδες πίσω, του σήκωσαν τα πόδια σε άλλη καρέκλα και οι αστυνομικοί του κρατούσαν τα πόδια στο κενό και του κτυπούσαν τα πέλματα με ρόπαλα ενώ άλλοι αστυνομικοί τον κτυπούσαν με γροθιές και με τα πόδια τους στον κορμό, το στομάχι και την περιοχή των νεφρών. Οι αστυνομικοί ήταν 5 - 6, η κακοποίηση έγινε στην παρουσία του Μ.Κ.1, ο οποίος όμως δεν τον κτύπησε, και στην παρουσία της διερμηνέα. Ο κατηγορούμενος, κατά την κύρια εξέταση του, πρόβαλε κάπως διαφορετική εκδοχή. Συγκεκριμένα, αυτός είπε ότι ο Μ.Κ.4 τον πίεζε με τα πόδια του και τον κτύπησε στα νεφρά με μπουνιές, και ακόμα 4 - 5 άτομα του έδιναν χαστούκια, ενώ τον κτύπησαν στα πόδια, τα νεφρά και την κοιλιά με ρόπαλο, και όχι ρόπαλα ως ήταν η εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης. Αμέσως μετά διευκρίνισε ότι τον κτύπησαν στην κοιλιά με μπουνιές. Σε κάποιο στάδιο ήρθε η διερμηνέας, είδε ότι τον κτυπούσαν και πέρασε έξω. Στο εν λόγω γραφείο πήγε και ο Μ.Κ.1, ενώ οι υπόλοιποι αστυνομικοί τον κτυπούσαν. Αφού μεταφέρθηκε σε άλλο γραφείο, κάτι που δεν ανέφερε ο συνήγορος υπεράσπισης, ο υπεύθυνος του φώναζε και του έδινε χαστούκια, ενώ ο συνήγορος υπεράσπισης ουδεμία αναφορά έκανε σε χαστούκια, και η μεταφράστρια του είπε να τους πει ό,τι θέλουν γιατί θα τον έδερναν ως το πρωί, και έτσι αυτός τους τα είπε και υπέγραψε, χωρίς να ξέρει τι υπογράφει και ακόμα ούτε ζήτησε δικηγόρο επειδή έτσι τον συμβούλευσαν και το έκανε επειδή φοβήθηκε. Κατά την αντεξέταση του, οι αντιφάσεις έγιναν ακόμη πιο πολλές και έντονες. Ενώ στην κύρια εξέταση του είπε ότι όλοι όσοι κατέθεσαν στο Δικαστήριο ήταν εκεί στα γραφεία του ΤΑΕ, κατά την αντεξέταση του είπε ότι ο Μ.Κ.3 δεν ήταν παρών. Για πρώτη φορά στην αντεξέταση του ο κατηγορούμενος είπε ότι ο Μ.Κ.4 τον πίεζε με τα πόδια στο γόνατο, χωρίς αναφορά ότι αυτός τον κτύπησε, ενώ άλλος τον τραβούσε από τα μαλλιά, άλλος τον κτυπούσε με ρόπαλο στην πατούσα των ποδιών του και άλλος στα νεφρά. Αμέσως μετά είπε ότι αυτός που του κτυπούσε στα νεφρά ήταν ο Μ.Κ.4, για να πει τελικά ότι όποιος, όπου τον έβρισκε, τον κτυπούσε. Ο κατηγορούμενος δεν θυμόταν ποιος τον κτύπησε με το ρόπαλο, ενώ είπε ότι τον κτύπησαν στις πατούσες 30 - 40 φορές, για να πει μετά ότι ο υπεύθυνος τον κτύπησε με χαστούκια 50 - 60 φορές, και μάλιστα τον έδερναν ως το πρωί. Ακολούθως, ερωτηθείς ξανά πόσα χαστούκια του έδωσαν, ο κατηγορούμενος είπε ότι δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί. Θεωρώ ότι το γεγονός ότι η μαρτυρία του κατηγορούμενου δεν παρουσιάζει συνοχή αλλά μάλιστα είναι αντικρουόμενη με την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης η οποία καθόρισε το πλαίσιο της δίκης εντός δίκης πλήττει καίρια την αξιοπιστία του και καταδεικνύει ότι η υπεράσπιση δεν παρουσίασε μία συνεπή και σταθερή εκδοχή αναφορικά με το εν λόγω θέμα. Επιπλέον οι πάμπολλες προαναφερόμενες αντιφάσεις του κατηγορούμενου κατά την προφορική του μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου κρίνονται ουσιώδεις εφόσον άπτονται ακριβώς των επιδίκων γεγονότων της ισχυριζόμενης κακοποίησης του κατηγορούμενου, έτσι ώστε το Δικαστήριο να αδυνατεί να αποδεχθεί την εκδοχή του κατηγορούμενου. Στο σημείο αυτό δεν μου διαφεύγει ότι ο κατηγορούμενος, σε κάποια σημεία, επιβεβαιώνει τη θέση των μαρτύρων κατηγορίας, όπως αναφέρεται και πιο πάνω, και ειδικότερα στο θέμα κατοχής των τεκμηρίων που παρέλαβε ο Μ.Κ.4, τη μεταφορά του από το ένα γραφείο στο άλλο ενώ βρισκόταν στο ΤΑΕ, την προσφορά από τον Μ.Κ.1 φαγητού και ποτού, και τέλος την αναφορά στον Μ.Κ.3 ότι ο κατηγορούμενος ένιωθε δύσπνοια. Ο κατηγορούμενος περιέπεσε σε αντιφάσεις αναφορικά με ακόμα ένα θέμα. Αυτό αφορά τον τρόπο ανεύρεσης του πορτοφολιού του και παραλαβής του περιεχομένου του. Ενώ αρχικά συμφώνησε με τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ότι μετά την ανακοπή του από την αστυνομία, του έγινε σωματική έρευνα και στην κατοχή του βρέθηκε το πορτοφόλι με το περιεχόμενο του, ακολούθως πρόβαλε διαφορετική εκδοχή. Συγκεκριμένα αρνήθηκε ότι όταν τον συνέλαβαν του έκαναν σωματική έρευνα, αλλά είπε ότι άνοιξαν το πορτοφόλι του και τα έβγαλαν όλα από μέσα όταν πήγαν στο γραφείο στον σταθμό. Ακολούθως, είπε ότι του πήραν το πορτοφόλι όταν οι αστυνομικοί τον έβαλαν στο αυτοκίνητο και το άνοιξαν στον σταθμό, για να πει αμέσως μετά ότι τον συνέλαβαν, αυτός έδωσε τα πράγματα του, μετά τον έβαλαν στο αυτοκίνητο και άνοιξαν το πορτοφόλι του στον σταθμό. Ακόμα, έκπληξη προκάλεσε η αναφορά του κατηγορούμενου ότι ακόμα και στο Νοσοκομείο που πήγε δεν του έδωσαν την απαραίτητη σημασία σε σχέση με την κατάσταση του λόγω της κακοποίησης που υπέστη, ισχυρισμός ο οποίος δεν μπορεί να γίνει πιστευτός. Η αστυνομία ανταποκρίθηκε άμεσα στο αίτημα του να πάει σε γιατρό, και μάλιστα του έγιναν όλες οι απαραίτητες εξετάσεις, ακόμα και ακτινογραφίες, χωρίς καταγραφή οποιωνδήποτε τραυματισμών του, και είναι ιδιαίτερα δύσκολο να δεχθώ ότι οι γιατροί διαπίστωσαν αλλά απέκρυψαν την κακοποίηση του κατηγορούμενου και αρνήθηκαν να του προσφέρουν κάποια περίθαλψη ή βοήθεια για τα τραύματα του. Επομένως, δεν μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του κατηγορούμενου επί τούτου. Ο Μ.Υ.2 ήταν αντικειμενικός και ανεξάρτητος μάρτυρας και κατέθεσε με ειλικρίνεια και αμεροληψία στο Δικαστήριο. Περιορίστηκε στα στοιχεία που ήταν καταχωρημένα σε σχέση με τις επίδικες συναλλαγές, τα οποία παρουσίασε στο Δικαστήριο ενώ ήταν ξεκάθαρος ότι δεν έχει άλλη γνώση ή εμπλοκή στην υπόθεση. Η μαρτυρία του συνάδει με αυτή του Μ.Κ.4, καθότι ο εντοπισμός του κατηγορούμενου έγινε κατόπιν της πληροφόρησης από την JCC για την απόπειρα χρήσης πλαστής πιστωτικής κάρτας από την συγκεκριμένη ταμειακή μηχανή, και οι ώρες συνάδουν μεταξύ τους καθότι κατά τον χρόνο 00.23 έγινε συναλλαγή από την εν λόγω ταμειακή μηχανή, όπως επιβεβαιώνει το Τεκμήριο 17 αλλά και ο Μ.Κ.4,ενώ μετά από αυτό, ο Μ.Κ.4 προέβη στην ανακοπή του κατηγορούμενου. Η ένδειξη για τη μετέπειτα συναλλαγή και η ώρα αυτής τοποθετούν τη μεταγενέστερη πράξη πολύ κοντά χρονικά, η ώρα της καταγραφής των πράξεων από την JCC και από το σύστημα αυτόματης ταμειακής μηχανής δεν ταυτίζονται απόλυτα, επομένως θεωρώ ότι δεν παρουσιάζεται αδυναμία στον χρονικό συγχρονισμό της μαρτυρίας του Μ.Κ.4 και του Μ.Υ.2, και των ενεργειών του Μ.Κ.4 και του κατηγορούμενου. Τέλος, η Μ.Υ.3 δεν δημιούργησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μάρτυρας είπε ότι γνωρίζει και μιλά πολύ καλά την Ελληνική γλώσσα, εξ ου και κλήθηκε να επισκεφθεί τον κατηγορούμενο για να μιλήσει με αυτόν και μεταφράσει στον δικηγόρο του τι έλεγε, ενώ κατά τη μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου δεν ήταν σε θέση να περιγράψει στα Ελληνικά ουσιώδη θέματα που αφορούσαν τον τραυματισμό και την κατάσταση του κατηγορούμενου, έτσι ώστε να δημιουργούνται αμφιβολίες στο Δικαστήριο για την ικανότητα της να προβεί σε πιστή μετάφραση των όσων της είπε ο κατηγορούμενος αλλά και των όσων η ίδια μετέφερε στον δικηγόρο του και στον αστυνομικό εκεί. Επίσης, η μάρτυρας τοποθέτησε χρονικά την επίσκεψη της περί τις 5 - 6 Μαϊου, ενώ αυτή έγινε αργότερα, και ακόμα η ίδια ήταν αντιφατική αναφορικά με τους τραυματισμούς του κατηγορούμενου. Ενώ αρχικά η ίδια είπε ότι τα πόδια του κατηγορούμενου ήταν μαυρισμένα και φουσκωμένα, τελικά είπε ότι ήταν κόκκινα και φουσκωμένα για να πει ότι ήταν και κόκκινα και μαύρα. Η θέση της ότι ο κατηγορούμενος έφερε τραύματα στο εσωτερικό πλαινό των ποδιών του δεν επιβεβαιώθηκε από τον ίδιο, αλλά πρώτη φορά προβλήθηκε από τη μάρτυρα, όπως επίσης η θέση της για τα παπούτσια που φορούσε ο κατηγορούμενος τα οποία του έδωσε η αστυνομία. Ακόμα η αναφορά της στα μαυρισμένα χέρια του κατηγορούμενου από τις χειροπέδες και το κλάμα αυτού στον σταθμό και πάλι ακούστηκαν για πρώτη φορά από την ίδια στο Δικαστήριο ενώ ουδεμία αναφορά έγινε από τον κατηγορούμενο γι΄ αυτό. Η αναφορά της μάρτυρα στο τι της είπε ο κατηγορούμενος για την κακοποίηση του διαφέρει σε σημαντικό βαθμό από την εκδοχή του κατηγορούμενου. Συγκεκριμένα, η μάρτυρας περιορίστηκε σε κακοποίηση στα πέλματα με σιδερένιο ρόπαλο, και είπε ότι ο κατηγορούμενος δεν της είπε ότι κτυπήθηκε και στο σώμα, ούτε της έκανε αναφορά σε μεταφορά του σε άλλο γραφείο και της είπε ότι τον κτύπησαν πριν δώσει κατάθεση, κάθε φορά που τον ρωτούσαν κάτι και δεν καταλάβαινε τον κτυπούσαν, και τον κτύπησαν τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της κατάθεσης του, ενώ δεν θυμόταν αν της είπε ότι τον κτύπησαν μετά που έδωσε την κατάθεση του. Ακόμα, η Μ.Υ.3 έκανε αναφορά σε κακοποίηση του κατηγορούμενου και κατά την ώρα της σύλληψης του, κάτι που δεν αναφέρθηκε ούτε από τον κατηγορούμενο ούτε από τον συνήγορο του. Με βάση όσα αναφέρονται πιο πάνω, αδυνατώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία που δόθηκε τόσο από τον κατηγορούμενο όσο και από τη Μ.Υ.3. Με βάση όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι οι συνθήκες σύλληψης του κατηγορούμενου και οι συνθήκες λήψης της κατάθεσης του είναι όπως αυτές αναφέρθηκαν από τους μάρτυρες κατηγορίας. Στις 8.5.2011 και ώρα 23.30 ο Μ.Κ.4 μετέβη μαζί με άλλους αστυνομικούς στη Λεωφόρο Μακαρίου παρά τα φώτα τροχαίας Αριέλ για ειδικό καθήκον κατόπιν πληροφορίας ότι θα γινόταν ανάληψη χρημάτων από την ταμειακή μηχανή της Λαικής Τράπεζας με τη χρήση πλαστών καρτών. Η επιχείρηση ήταν συντονισμένη λόγω ενημέρωσης από την JCC ότι γίνονταν επανειλημμένα προσπάθειες, απόπειρες απόσπασης χρημάτων από την εν λόγω μηχανή με πλαστές κάρτες. Περί ώρα 00.23 της 9.5.2011 ο Μ.Κ.4 έλαβε τηλεφώνημα από τον Κωνσταντίνο Αδάμου, υπάλληλο της JCC, ότι την ίδια ώρα γινόταν απόπειρα ανάληψης χρημάτων με τη χρήση πλαστής πιστωτικής κάρτας της Λαικής Τράπεζας στη Λεωφόρο Μακαρίου. Ο Μ.Κ.4 πλησίασε μαζί με άλλο αστυνομικό το μοναδικό πρόσωπο που βρισκόταν εκείνη την ώρα στην ταμειακή μηχανή το οποίο φορούσε στο κεφάλι τζόκει χρώματος μαύρου με χρυσό. Μετά πάροδο 3 - 4 λεπτών, ο Μ.Κ.4 το πλησίασε, του υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα και του ζήτησε στα Αγγλικά τα στοιχεία του. Εν τω μεταξύ, μέχρι να τον πλησιάσει ο Μ.Κ.4, το εν λόγω πρόσωπο φαίνεται να έκανε ακόμα μία ανεπιτυχή προσπάθεια ανάληψης χρημάτων με τη χρήση πιστωτικής κάρτας από την εν λόγω ταμειακή μηχανή. Την στιγμή που ο Μ.Κ.4 το ανέκοψε, το εν λόγω πρόσωπο γύριζε να φύγει και έβαζε πίσω την κάρτα στο πορτοφόλι του. Αυτό ανέφερε ότι ονομάζεται Nikolay Harizanov από τη Βουλγαρία, είναι ο κατηγορούμενος, και του υπέδειξε το Βουλγάρικο δελτίο ταυτότητας του. Σε σωματική έρευνα που του έγινε, ο Μ.Κ.4 βρήκε στην κατοχή του ένα πορτοφόλι στο οποίο υπήρχαν μεταξύ άλλων πιστωτικές κάρτες και χρήματα, τα οποία περιγράφονται στην κατάθεση του μάρτυρα, Τεκμήριο 16. Τότε ο Μ.Κ.4 τον συνέλαβε για το αυτόφωρο αδίκημα της κατοχής πλαστών πιστωτικών καρτών και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο στα Αγγλικά, ο κατηγορούμενος δεν έδωσε απάντηση. Ο κατηγορούμενος φορούσε παντόφλες και κούτσαινε ελαφρώς. Στην συνέχεια ο Μ.Κ.4, μαζί με τον αστ. 2129 και ακόμα ένα συνάδελφο του, μετέφεραν τον κατηγορούμενο στα γραφεία του ΤΑΕ, και παρέμειναν στο γραφείο παραπόνων όπου ήταν εκεί ο Υπαστυνόμος Σωτηριάδης, ο Υπαστυνόμος Μιχάλης Νικολάου, ο Παναγιώτης Κωνσταντίνου και άλλοι αστυνομικοί. Πριν φθάσουν στα γραφεία του ΤΑΕ, ο Μ.Κ.4 ενημέρωσε τους συναδέλφους του για να ειδοποιήσουν διερμηνέα, η οποία έφθασε λίγο μετά την άφιξη τους στον σταθμό. Η διερμηνέας ήταν η Μ.Κ.2. Εκεί στα γραφεία του ΤΑΕ, ο κατηγορούμενος δεν εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο στη Μ.Κ.2. Αφού πέρασε πάνω από μία ώρα, γύρω στις 01.00, έφθασε ο Μ.Κ.1, αφού ο τελευταίος κλήθηκε από τον Υπαστυνόμο Σωτηριάδη να μεταβεί στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού και να αναλάβει καθήκον για διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Ο Μ.Κ.4 ενημέρωσε τον Μ.Κ.1 για την σύλληψη του κατηγορούμενου, και ο Μ.Κ.1 παρέλαβε τον κατηγορούμενο και τα τεκμήρια και τον οδήγησε στο γραφείο του. Ο κατηγορούμενος συνέχιζε να είναι δεμένος με χειροπέδες στα χέρια πίσω. Η Μ.Κ.2 καθόταν μπροστά από ένα γραφείο, ο κατηγορούμενος κάθισε σε μία καρέκλα απέναντι, και ο Μ.Κ. 1 καθόταν μπροστά σε άλλο γραφείο. Ο Μ.Κ.1 ενημέρωσε τη διερμηνέα για τη φύση της υπόθεσης, και μάλιστα διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος κούτσαινε ελαφρώς και τον ρώτησε μέσω της διερμηνέα τι είχε, και αυτός είπε ότι δεν είχε κάτι και ότι είναι εντάξει. Η πόρτα του γραφείου του μάρτυρα ήταν ανοικτή, αλλά δεν υπήρχαν άλλα άτομα μέσα. Στις 03.10 στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού, δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, με τη βοήθεια της διερμηνέα Μαρίας Γεωργίου, ο Μ.Κ.1 συνέλαβε τον κατηγορούμενο. Ο όρκος που συνόδευε το ένταλμα σύλληψης και συντάχθηκε από τον μάρτυρα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4 και το ένταλμα σύλληψης του κατηγορούμενου δυνάμει του οποίου αυτός συνελήφθηκε κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5. Άλλοι συνάδελφοι του μάρτυρα ανέλαβαν την αίτηση για έκδοση του εντάλματος σύλληψης. Αφού του εξηγήθηκαν οι λόγοι σύλληψης του και του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, ο κατηγορούμενος απάντησε «Τις κάρτες τις βρήκα στα σκουπίδια και έπιασα λεφτά από ΑΤΜ». Ακολούθως στις 03.15, ο Μ.Κ.1, με τη βοήθεια της διερμηνέα, πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για τα δικαιώματα του και αυτός υπέγραψε τα σχετικά έντυπα, χωρίς να ασκήσει οποιοδήποτε δικαίωμα του ούτε ήθελε να επικοινωνήσει με δικηγόρο. Το έντυπο «Δικαιώματα προσώπων που τελούν υπό σύλληψη, Ν. 163(Ι)/2008, επικοινωνία με δικηγόρο και συγγενείς» στα Ελληνικά και η μετάφραση του εν λόγω εντύπου στα Βουλγάρικα, που φέρουν την υπογραφή του κατηγορούμενου, κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 6 και 7 αντίστοιχα. Κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα από την σύλληψη του κατηγορούμενου μέχρι την έναρξη της λήψης της κατάθεσης του, ο κατηγορούμενος δεν εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο. Μεταξύ των ωρών 03.30 - 05.45, με τη βοήθεια της διερμηνέα, ο Μ.Κ.1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο. Η εν λόγω κατάθεση του κατηγορούμενου στη μητρική του γλώσσα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 και η πιστή μετάφραση αυτής στα Ελληνικά ως Τεκμήριο 2. Κατά τη διάρκεια της λήψης της κατάθεσης του κατηγορούμενου, αυτός πήγε δύο φορές στην τουαλέτα και ζήτησε κάτι να φάει, και ο Μ.Κ.1 του πρόσφερε μπισκότα και γάλα που είχε στο γραφείο του. Η διαδικασία λήψης της κατάθεσης του κατηγορούμενου γινόταν ως ακολούθως. Ο Μ.Κ.1 κατέγραφε και υπέβαλλε ερωτήσεις στον κατηγορούμενο μέσω της διερμηνέα, η οποία τις κατέγραφε, ακολούθως αυτή τις μετάφραζε στον κατηγορούμενο, ο κατηγορούμενος απαντούσε, η διερμηνέας κατέγραφε και μετάφραζε την απάντηση του και ο Μ.Κ.1 κατέγραφε την απάντηση στα Ελληνικά. Ο κατηγορούμενος δεν έφερε οποιαδήποτε αντίρρηση κατά τη διάρκεια της λήψης της κατάθεσης του και μάλιστα συμφώνησε με όσα αναγράφονται σε αυτή και την υπέγραψε. Κατά τη διάρκεια λήψης της κατάθεσης του κατηγορούμενου, εισήλθε στο γραφείο ο κ. Σωτηριάδης, συνομίλησε με τον μάρτυρα και έφυγε. Αργότερα ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να δώσει δείγματα γραφής για τη διενέργεια γραφολογικών εξετάσεων επί των πλαστών πιστωτικών καρτών, όμως δεν αποτάθηκε στο Δικαστήριο για σχετικό διάταγμα. Το Δικαστήριο καταλήγει επίσης ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε κακοποιήθηκε από την αστυνομία, είτε στο πρώτο γραφείο μετά τη μεταφορά του στα γραφεία του ΤΑΕ, είτε κατά την παραμονή του στο γραφείο του Μ.Κ.1, είτε σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο. Στις 9.5.2011 ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού για αίτηση διατάγματος προσωποκράτησης του από άλλο αστυνομικό, όμως δεν υποβλήθηκε κανένα παράπονο εκ μέρους του κατηγορούμενου κατά τη διάρκεια της εν λόγω διαδικασίας. Εκδόθηκε διάταγμα οκταήμερης προσωποκράτησης του κατηγορούμενου. Όπως αναφέρεται στο αντίγραφο του Ατομικού Δελτίου Κρατουμένου, Τεκμήριο 8, κατά την παραλαβή του κατηγορούμενου στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού, στις 9.5.2011 και ώρα 00.23, ο κατηγορούμενος κούτσαινε λίγο στο δεξιό πόδι και όπως ανέφερε ο ίδιος, τραυματίστηκε λόγω πτώσης από μοτοσικλέτα, φέρει ελαφρύ κοκκίνισμα στο πόδι, αλλά δεν ζήτησε ιατρική περίθαλψη. Ο κατηγορούμενος δεν δήλωσε οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας. Η ίδια καταχώρηση έγινε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του σταθμού, όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 13. Στις 10.5.2011, και περί ώρα 20.00, ο δικηγόρος του κατηγορούμενου επισκέφθηκε αυτόν μαζί με τη Μ.Υ.3 και, στην παρουσία του Μ.Κ.3, είδαν και συνομίλησαν με τον κατηγορούμενο. Σχετικό είναι το Τεκμήριο 15. Ο δικηγόρος του κατηγορούμενου υπέβαλε παράπονο ότι αυτός είναι ασθενής και ζήτησε όπως εξεταστεί από γιατρό καθότι ένιωθε δύσπνοια. Ο Μ.Κ.3 ενημέρωσε τον αξιωματικό υπηρεσίας και επιτράπηκε η μεταφορά του κατηγορούμενου στο Νοσοκομείο. Ο κατηγορούμενος εξετάστηκε από γιατρό, ο οποίος διαπίστωσε κρίση πανικού, του έγιναν και ακτινογραφίες και δεν διαπιστώθηκε οτιδήποτε άλλο. Σχετικά είναι τα Τεκμήρια 11 και 12 και το αντίγραφο του εντύπου «Καταχωρήσεις επισκέψεων κρατούμενου σε κρατικό νοσοκομείο», Τεκμήριο 9, στο οποίο αναγράφεται ότι ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο στις 10.5.2011 και ώρα 10.20, μέχρι τις 01.00, λόγω κρίσης πανικού και συνεστήθη όπως τύχει ιατρικής εξέτασης και ψυχιατρικής εκτίμησης στις 11.5.2011 το πρωί. Το πρωί της 11.5.2011 και ώρα 10.00 εξετάστηκε από τον Δρα Αργύρη Αργυρίου, ψυχίατρο, λόγω αγχωδών εκδηλώσεων και αυτός διαπίστωσε διαταραχή. Έχοντας υπόψη τις συνθήκες σύλληψης του κατηγορούμενου, θα προχωρήσω να αποφασίσω επί της νομιμότητας αυτής. Το άρθρο 14
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, προνοεί ότι αστυνομικός μπορεί να συλλάβει, χωρίς ένταλμα, οποιονδήποτε που διαπράττει στην παρουσία του ποινικό αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση. Η έννοια του όρου «αυτόφωρο αδίκημα» δίδεται στην υπόθεση Kyriakides v. Police 1 R.S.C.C. 66, στην οποία αποφασίστηκε ότι η σύλληψη πρέπει να ακολουθεί αμέσως, όσον αφορά τον χρόνο και την σειρά, τη διάπραξη του αδικήματος. Συγκεκριμένα λέχθηκε ότι « "Flagrant" meant that the commission of the offence and arrest of the offender should follow each other directly in point of time and sequence». Επίσης στην υπόθεση R. v. Hadjigeorghiou & Another 6 C.L.R. 6, αναφέρεται ότι η συμπεριφορά του δράστη πρέπει να είναι τέτοια που να μην αφήνει καμία αμφιβολία σε ένα λογικό θεατή ότι το έγκλημα έχει διαπραχθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, στις 9.5.2011 και περί ώρα 00.23, ενώ ο Μ.Κ.4 έθεσε υπό παρακολούθηση το μέρος όπου βρισκόταν η αυτόματη ταμειακή μηχανή της Λαικής Τράπεζας, παρά τα φώτα Αριέλ, στη Λεωφόρο Μακαρίου, έλαβε τηλεφώνημα από τον Κωνσταντίνο Αδάμου, υπάλληλο της JCC, ότι εκείνη την ώρα γινόταν απόπειρα ανάληψης χρημάτων με τη χρήση πλαστής πιστωτικής κάρτας της Λαικής Τράπεζας στην εν λόγω ταμειακή μηχανή. Το μοναδικό πρόσωπο που βρισκόταν εκείνη την στιγμή στην ταμειακή μηχανή ήταν ο κατηγορούμενος, και επομένως ήταν προφανές στον Μ.Κ.4 ότι ο κατηγορούμενος προέβαινε στη διάπραξη του αυτόφωρου αδικήματος της κατοχής πλαστών πιστωτικών καρτών, εφόσον ήταν στην εν λόγω ταμειακή μηχανή από την οποία εκείνη ακριβώς την στιγμή έγινε προσπάθεια ανάληψης μετρητών με τη χρήση κάρτας που, σύμφωνα με την πληροφόρηση του υπάλληλου της JCC, ήταν πλαστή. Ο Μ.Κ.4 ανέκοψε τότε τον κατηγορούμενο ο οποίος έβαζε την κάρτα που κρατούσε στο πορτοφόλι του και του υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα, ζήτησε τα στοιχεία του εν λόγω προσώπου, και αφού αυτό του είπε το όνομα του, την καταγωγή του και του υπέδειξε το δελτίο ταυτότητας του, του έγινε σωματική έρευνα και βρέθηκαν στην κατοχή του μεταξύ άλλων πιστωτικές κάρτες, η μία με αριθμό και χωρίς άλλα στοιχεία και 3 άλλες με ένα αριθμό γραμμένο με μαρκαδόρο. Με τα ακόλουθα δεδομένα, δηλαδή τα ανευρεθέντα, σε συνδυασμό με την παρουσία του κατηγορούμενου εκεί στην ταμειακή μηχανή, την όλη συμπεριφορά του εκεί και την πληροφόρηση του Μ.Κ.4 ότι η απόπειρα ανάληψης μετρητών από την ταμειακή μηχανή έγινε με τη χρήση πλαστής πιστωτικής κάρτας, ο Μ.Κ.4 διαπίστωσε ότι εκείνη την ώρα ο κατηγορούμενος διέπραττε αδίκημα, και δη την κατοχή πλαστών πιστωτικών καρτών, και γι' αυτό τον συνέλαβε. Υπό αυτές τις περιστάσεις, θεωρώ ότι η σύλληψη του κατηγορούμενου έγινε για το αυτόφωρο αδίκημα της κατοχής πλαστών πιστωτικών καρτών, και ήταν πλήρως δικαιολογημένη και νόμιμη εφόσον η σύλληψη έγινε αμέσως μετά την απόπειρα χρήσης πλαστής πιστωτικής κάρτας καθ΄ον χρόνο και σε χώρο όπου ο κατηγορούμενος είχε άμεση σύνδεση και παρουσία. Επομένως, ικανοποιούμαι ότι η σύλληψη του κατηγορούμενου από τον Μ.Κ.4 ήταν καθ΄ όλα νόμιμη. Με βάση την κατάληξη του Δικαστηρίου αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα, ικανοποιούμαι ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε υπέστη κακοποίηση με οποιονδήποτε τρόπο από την αστυνομία σε οποιοδήποτε στάδιο από την στιγμή της ανακοπής του από τον Μ.Κ.4 μέχρι και την ολοκλήρωση της κατάθεσης του προς τον Μ.Κ.1, ούτε κανείς του εκστόμισε οποιαδήποτε απειλή για να τον ωθήσει να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια του. Ο κατηγορούμενος, όταν μεταφέρθηκε στον σταθμό, ήταν ήρεμος και φαινόταν καλά, και έδωσε τις απαντήσεις του τόσο κατά την σύλληψη του από τον Μ.Κ.1 δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης όσο και κατά την ενημέρωση του για τα δικαιώματα του, υπέγραψε τα σχετικά έντυπα, έδωσε την κατάθεση του, έγραψε ό ίδιος την πιστοποίηση και έθεσε τις υπογραφές του χωρίς να του ασκηθεί πίεση με οποιονδήποτε τρόπο. Η συμπεριφορά του κατηγορούμενου στον σταθμό ήταν το προιόν της ελεύθερης του βούλησης. Επομένως, τόσο η απάντηση του προς τον Μ.Κ.1 κατά την σύλληψη του δυνάμει του δικαστικού εντάλματος σύλληψης όσο και η κατάθεση του γίνονται δεκτά ως Τεκμήρια. Το ένταλμα σύλληψης συνοδευόμενο από τον όρκο, ημερ. 9.5.2011, κατατίθεται και σημειώνεται ως Τεκμήριο 3, η κατάθεση που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο στη μητρική του γλώσσα κατατίθεται και σημειώνεται ως Τεκμήριο 4 και η μετάφραση αυτής στα Ελληνικά κατατίθεται και σημειώνεται ως Τεκμήριο 5. (Υπ.) ............ Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal.Final (Αναφορά: Δίκη εντός δίκης) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο