Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Romeo Salvaziou κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 22344/10, 12 Οκτωβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B180 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22344/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν.
- Romeo Salvaziou, Λευκωσία
- Θεόκλητου Αλεξάνδρου, Λεμεσός Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 12 Οκτωβρίου, 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αργυρού Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Χρ. Νεοφύτου Κατηγορούμενος 2 παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο δεύτερος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά 10 κατηγορίες, τις κατηγορίες 2 - 11, που αφορούν το αδίκημα της προσβολής υφιστάμενου δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4, 5, 6, 7, 12, 13, 14
(1)(γ), 14 Α
(1)(β)
(2)και 22 του περί Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας Νόμου του 1976, Ν. 59/76, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των εν λόγω κατηγοριών, ο κατηγορούμενος, στις 19.12.2008, στη Λεμεσό, εν γνώσει του κατείχε ένα πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή με τίτλο WINDOWS XP Professional 2002 Service Pack 2 και ένα πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή Office Professional Edition 2003, της εταιρείας MICROSOFT, σε 10 ηλεκτρονικούς υπολογιστές που βρίσκονταν εγκατεστημένοι στο υποστατικό με την ονομασία «Andreas Internet Cafe» που διατηρούσε στην οδό Βασιλέως Μακεδόνος, τα οποία ενέχουν προσβολή του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, είτε με σκοπό την εμπορία τους είτε σε τέτοια έκταση ώστε να επηρεάζει επιζήμια τους δικαιούχους πνευματικής ιδιοκτησίας των έργων αυτών. Το σύνολο της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής κατατέθηκε υπό τη μορφή εγγράφων ως παραδεκτών γεγονότων, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με την κατάθεση του αστ. 145 Μ. Αντωνίου, του ΟΠΕ Λεμεσού, Τεκμήριο 1, στις 19.12.2008, αυτός, δυνάμει δικαστικού εντάλματος έρευνας, μαζί με άλλους αστυνομικούς εισήλθε εντός του επίδικου υποστατικού, όπου, σύμφωνα με πληροφορία, υπήρχαν εγκατεστημένοι ηλεκτρονικοί υπολογιστές οι οποίοι μετατρέπονταν σε μηχανές ηλεκτρονικού τζόγου καθώς επίσης ότι τα προγράμματα που ήταν εγκατεστημένα σε αυτούς είναι αντίτυπα λογισμικών προγραμμάτων χωρίς την εξουσιοδότηση του δημιουργού τους. Εντός του υποστατικού βρισκόταν ένας νεαρός άνδρας που καθόταν πίσω από ένα γραφείο, στον οποίο ο αστ. 145 υπέδειξε το ένταλμα έρευνας και του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, και αυτός απάντησε «Ok», ανέφερε το όνομα του, ότι είναι από τη Ρουμανία και είναι ο υπεύθυνος του υποστατικού. Αφού του επιστήθηκε εκ νέου η προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε «Do your job». Ο αστ. 145 παρέλαβε ως τεκμήρια, μεταξύ άλλων, 10 οθόνες ηλεκτρονικών υπολογιστών, οι 7 με ενσωματωμένο πύργο, 10 πληκτρολόγια, 10 ηλεκτρονικά ποντίκια και 3 ξεχωριστούς πύργους ηλεκτρονικών υπολογιστών. Ο αστ. 145 επέστησε εκ νέου την προσοχή του υπευθύνου του μέρους στο Νόμο, και αυτός απάντησε «Ok». Οι εν λόγω ηλεκτρονικοί υπολογιστές φωτογραφήθηκαν από τον αστ 2061 Δ. Σαζό, του ΤΑΕ Λεμεσού, πριν την παραλαβή τους. Οι 17 φωτογραφίες κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
- Όλοι οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές είχαν επικολλημένη ετικέτα λογισμικού αλλά ο υπεύθυνος δεν υπέδειξε στον αστ. 145 οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο για τη γνησιότητα του λογισμικού. Τα τεκμήρια παραδόθηκαν στον αστ. 1871 που ανέλαβε τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Ο αστ. 1817 Σ. Μητροφάνους, του τμήματος μικροπαραβάσεων Λεμεσού, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 2, ιδιοκτήτη του επίδικου υποστατικού, στις 17.1.2009, Τεκμήριο
- Στις 22.1.2009 ο Χάρη Γουάιλντεμποερ εξέτασε τους 10 επίδικους ηλεκτρονικούς υπολογιστές στο τμήμα μικροπαραβάσεων της αστυνομικής διεύθυνσης Λεμεσού, και ετοίμασε σχετική Δήλωση με Αρ. Αν. CR 39/7, ημερ. 22.1.2009, Τεκμήριο
- Σε αυτή αναφέρει ότι είναι υπάλληλος της εταιρείας CYFACT, η οποία μεταξύ άλλων προσφέρει υπηρεσίες έρευνας και αναγνώρισης σε υποθέσεις που αφορούν παραβίαση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Ο ίδιος εργοδοτείται τα τελευταία 5 χρόνια ως διερευνητής στη CYFACT και έτυχε εκπαίδευσης στην αναγνώριση μη εξουσιοδοτημένων αναπαραγωγών ταινιών και προγραμμάτων λογισμικού. Λόγω της εκπαίδευσης και της πείρας του είναι σε θέση να αναγνωρίζει μη εξουσιοδοτημένες αναπαραγωγές ταινιών και προγραμμάτων λογισμικού. Έτυχε επίσης εξειδικευμένης εκπαίδευσης από υπάλληλο της Λιβανέζικης θυγατρικής εταιρείας Microsoft Inc από ΗΠΑ, και από ανεξάρτητο σύμβουλο που χρησιμοποιείται από τη Microsoft για να παρέχει μαρτυρία στο Δικαστήριο για την αναγνώριση προιόντων για την Ελλάδα. Ο κ. Γουάιλντεμποερ εξέτασε τους 10 επίδικους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και τους βρήκε ότι είχαν φορτωθεί με τα προγράμματα WINDOWS XP Professional 2002 SP 2 και Office Professional Edition
- Στο Τεκμήριο 2, ο κ. Γουάιλντεμποερ καταλήγει ως εξής: «
(8)Γνωρίζω ότι η κατοχύρωση πνευματικής ιδιοκτησίας στο πιο πάνω πρόγραμμα λογισμικού ανήκει στη Microsoft κι αυτό μπορεί να επαληθευθεί από το γεγονός ότι η σχετική σημείωση περί κατοχύρωσης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας αναφέρει τη Microsoft ως τον ιδιοκτήτη και τα σχετικά εμπορικά σήματα και εμπορικά ονόματα για το λειτουργικό σύστημα και τις εφαρμογές είναι ευρέως γνωστά, παρουσιάζονται στο συνήθη τους τύπο και όντως ανήκουν στη Microsoft.
(9)Πιστεύω ότι τα προαναφερθέντα προϊόντα της Microsoft είναι μη εξουσιοδοτημένες αναπαραγωγές διότι, μεταξύ άλλων, ΔΕΝ υπήρχε:
- i)End-User License Agreement (EULA)
- ii)Σωστό Certificate of Authenticity (CoA) Label για τους 2 από τους 10 υπολογιστές iii) Installation CD
- iv)Κανένα τιμολόγιο ή/και απόδειξη των προαναφερθέντων λειτουργικών συστημάτων της Microsoft.»
(10)Επιπλέον, σημειώνω ότι ο Α.Τ. προϊόντος για τις εφαρμογές είναι ο ίδιος στους 7 (επτά) από τους 11 (δέκα) ηλεκτρονικούς υπολογιστές που έχω εξετάσει και αυτό επιβεβαιώνει την πιο πάνω μου δήλωση αφού ο Α.Τ. προϊόντος είναι μοναδικός για τον κάθε ηλεκτρονικό υπολογιστή. Η μόνη πιθανότητα αυτό να γίνει είναι μέσω άδειας αριθμού (volume license) από την Microsoft και καμία τέτοια δεν μου έχει παρουσιαστεί.» Στις 14.4.2010 ο δεύτερος κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, απάντησε ότι ό,τι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή ο συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε εισήγηση προς το Δικαστήριο ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, παραπέμποντας το Δικαστήριο σε αρκετές προγενέστερες αποφάσεις του επί ακριβώς των ίδιων επίδικων θεμάτων. Πράγματι το Δικαστήριο έχει ασχοληθεί εκτεταμένα με τέτοιας φύσης υποθέσεις και είχε την ευκαιρία να αναλύσει τη νομική πτυχή αυτών και την προσαχθείσα μαρτυρία που είναι πάντα της ίδιας ακριβώς φύσης και προέρχεται από τον Χάρη Γουάιλντεμποερ. Κρίνω σκόπιμο αρχικά να παραθέσω τις νομικές αρχές αναφορικά με το ζήτημα απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Τα κριτήρια που διέπουν το ζήτημα απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι πολύ γνωστά. Όπως υποδηλώνει ο όρος «εκ πρώτης όψεως» η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης απαιτείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση - βλ. Re In Κάκος
(1985)1 C.L.R. 250. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, στην οποία αναλύονται οι αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορούσα Αρχή έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η απαλλαγή του κατηγορούμενου στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) όταν η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Ο Δικαστής δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά η απόφαση του περιορίζεται σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης - βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στ. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
- Έχοντας κατά νου την προσαχθείσα μαρτυρία και τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, θα εξετάσω τώρα κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Βασικό συστατικό στοιχείο των αδικημάτων που αφορούν τις κατηγορίες 1-4 είναι το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας το οποίο προστατεύεται από το Νόμο και η μη εξουσιοδότηση χρήσης αυτού στο πρόγραμμα των επίδικων ηλεκτρονικών υπολογιστών που ανευρέθηκαν και παραλήφθηκαν από το υποστατικό του κατηγορούμενου. Ο όρος «δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας» ερμηνεύεται στο άρθρο 2 του Νόμου 59/76, όπως έχει τροποποιηθεί, ως «το υπό του παρόντος Νόμου προβλεπόμενο δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας». Το Δικαστήριο οφείλει επίσης να ανατρέξει στις πρόνοιες των άρθρων 3 - 7Β του Νόμου που προσδιορίζουν τη φύση, τον τρόπο και τη διάρκεια προστασίας του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας επί προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή. Ο τρόπος χρήσης του εν λόγω δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας και η προσβολή αυτού προνοούνται στα άρθρα 12 και 13 του Νόμου, ενώ το άρθρο 14Α είναι ειδική διάταξη για την προστασία προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών. Η μοναδική μαρτυρία που προσκομίστηκε για την Κατηγορούσα Αρχή που σκοπεί να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων είναι αυτή του Χάρη Γουάιλντεμποερ, όπως περιέχεται στο Τεκμήριο
- Με βάση την εν λόγω μαρτυρία και χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε υποκειμενική αξιολόγηση αυτής, καταλήγω ότι αυτή η μαρτυρία δεν είναι ικανή να στοιχειοθετήσει τα συστατικά των αδικημάτων που αφορούν το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας και την προσβολή αυτού. Η απλή αναφορά του κ. Γουάιλντεμποερ στην παράγραφο
(8)της Έκθεσης του, Τεκμήριο 2, που εκτίθεται αυτούσια πιο πάνω, στη γνώση του για την κατοχύρωση πνευματικής ιδιοκτησίας στο εν λόγω πρόγραμμα λογισμικού που ανήκει στη Microsoft, δεν είναι ικανοποιητική μαρτυρία για να αποδείξει τον τρόπο κατοχής του εν λόγω δικαιώματος από τη Microsoft, τη φύση του δικαιώματος και πώς αυτό προστατεύεται από το Νόμο. Ούτε και η αναφορά του στην παράγραφο
(10)δεν προσθέτει οτιδήποτε, είναι εντελώς γενική και αόριστη, και ως τέτοια δεν είναι ικανή να στοιχειοθετήσει τα συστατικά των αδικημάτων που αναφέρονται πιο πάνω. Τώρα επιθυμώ να ανατρέξω στην κατάθεση του δεύτερου κατηγορούμενου, Τεκμήριο 5, η οποία δεν περιέχει οποιαδήποτε σχετική αναφορά και η οποία εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ενοχοποιητική για τον ίδιο. Για τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι η μαρτυρία που προσάχθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή δεν είναι ικανή να στοιχειοθετήσει τα συστατικά των αδικημάτων που αφορούν όλες τις κατηγορίες. Ως εκ τούτου καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του δεύτερου κατηγορούμενου σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, και στις οποίες απαλλάσσεται και αθωώνεται. (Υπ.) ........... Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Ποινή Αναφορά: Προσβολή δικαιώματος πνευματικής ιδιοκησίας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο