Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ανδρέα Κοσμά κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15989/11, 14 Οκτωβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B182 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15989/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν.
- Ανδρέα Κοσμά
- Nguyen Thi Ha
- Le Thi Na Κατηγορουμένων ----------------------- Ημερομηνία: 14 Οκτωβρίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αργυρού Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 παρόντες, γι' αυτούς: κ. Β. Πουργουρίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο πρώτος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την πρώτη κατηγορία για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών, και συγκεκριμένα των κατηγορουμένων 2 και 3, και οι κατηγορούμενες 2 και 3 αντιμετωπίζουν αντίστοιχα τη δεύτερη και την τέταρτη κατηγορία που αφορά το αδίκημα της διεξαγωγής επαγγέλματος χωρίς τη γραπτή άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, κατά παράβαση του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε. Η τρίτη κατηγορουμένη αντιμετώπιζε επίσης την πέμπτη κατηγορία για το αδίκημα της παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής της, στην οποία παραδέχθηκε ενοχή πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης. Η δεύτερη κατηγορουμένη αντιμετωπίζει αντίστοιχη κατηγορία, την τρίτη κατηγορία, στην οποία παρέμεινε στη μη παραδοχή της, και έτσι η υπόθεση προχώρησε σε ακροαματική διαδικασία αναφορικά με τις κατηγορίες 1 μέχρι και
- Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, ο συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον όλων των κατηγορουμένων αναφορικά με όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν καθότι δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Αντίθετη ήταν η θέση του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής. Πριν προχωρήσω να εξετάσω την εισήγηση της υπεράσπισης, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τις νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Τα κριτήρια που διέπουν το ζήτημα απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι πολύ γνωστά. Όπως υποδηλώνει ο όρος «εκ πρώτης όψεως» η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης απαιτείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση - βλ. Re In Κάκος
(1985)1 C.L.R. 250. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, στην οποία αναλύονται οι αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορούσα Αρχή έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η απαλλαγή του κατηγορούμενου στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) όταν η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Ο Δικαστής δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά η απόφαση του περιορίζεται σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης - βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στ. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Με μιαν αντικειμενική θεώρηση του συνόλου της μαρτυρίας που προσάχθηκε για την Κατηγορούσα Αρχή, και χωρίς να υπεισέρχομαι σε υποκειμενική αξιολόγηση αυτής ή σε οποιαδήποτε συμπεράσματα ή ευρήματα, αρχικά ικανοποιούμαι ότι η Κατηγορούσα Αρχή κατάφερε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1,2 και 3 αναφορικά με τις κατηγορίες 1, 2 και 4 αντίστοιχα. Αναφορικά τώρα με την τρίτη κατηγορία, αυτή στηρίζεται στα άρθρα 2 και 19
(1)(λ) του Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, η δεύτερη κατηγορουμένη, μεταξύ των ημερομηνιών 27.1.2011 και 8.9.2011, στη Λεμεσό, ενώ ήταν αλλοδαπή, δηλαδή Βιετναμέζα υπήκοος, και βρισκόταν στην Κύπρο ως αιτήτρια πολιτικού ασύλου μέχρι τις 26.1.2011, όταν και η αίτηση της απορρίφθηκε από την Αναθεωρητική Αρχή, αυτή παρέμεινε στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής της χωρίς να έχει εξασφαλίσει την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Η μοναδική μαρτυρία που προσκομίστηκε σε σχέση με την εν λόγω κατηγορία προέρχεται από την Α/Αστ. Χριστιάνα Αντωνίου, της ΥΑΜ Λεμεσού, Μ.Κ.3, μέσω της κατάθεσης της η οποία αποτέλεσε μέρος της κύριας εξέτασης της, και στην οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στις 8.9.2011, εντόπισε την κατηγορουμένη 2 εντός του καφενείου με την ονομασία «Ανόρθωση- Επιστροφή Αμμοχώστου» και από έλεγχο που διενήργησε διαπίστωσε ότι αυτή κατάγεται από το Βιετνάμ, ήταν αιτήτρια πολιτικού ασύλου, το αίτημα της απορρίφθηκε από την Αναθεωρητική Αρχή στις 26.1.2011 και έκτοτε διαμένει παράνομα στην Κύπρο και τα στοιχεία της εντοπίζονται στο Στοπ Λιστ ως αναζητούμενο πρόσωπο. Αυτή η μαρτυρία συμπληρώθηκε με τη δήλωση ως παραδεκτού γεγονότος, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου, ότι η απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής στάληκε στον δικηγόρο της κατηγορουμένης 2 στις 8.2.2011 και στις 9.3.2011 καταχωρήθηκε ιεραρχική προσφυγή εναντίον της εν λόγω απόφασης στο Ανώτατο Δικαστήριο, με αριθμό 320/11, η οποία εκκρεμεί προς εκδίκαση. Το άρθρο 19(λ) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί ότι πρόσωπο το οποίο, αφού έχει εισέλθει στη Δημοκρατία ως προσωρινός κάτοικος για περιορισμένη περίοδο, παραμένει στη Δημοκρατία μετά την εκπνοή της περιόδου αυτής χωρίς να έχει εξασφαλίσει άδεια από τον Διευθυντή, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος. Ο Διευθυντής, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου, είναι ο Διευθυντής του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αναφορικά με την καταχώρηση αίτησης από την κατηγορουμένη 2 για πολιτικό άσυλο και την απόρριψη αυτής από την Αναθεωρητική Αρχή, τίθεται σε εφαρμογή ο περί Προσφύγων Νόμος του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, όπως τροποποιήθηκε. Το άρθρο 8 του Ν. 6(Ι)/2000 προβλέπει τα ακόλουθα: «8. -
(1)(α) Ο αιτητής έχει, αποκλειστικά για το σκοπό της διαδικασίας, δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία, το οποίο δικαίωμα ισχύει από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης του μέχρι και τη μεταγενέστερη από τις ακόλουθες ημερομηνίες: (i) την ημερομηνία κατά την οποία καθίσταται εκτελεστή η εκδιδόμενη απόφαση του Προισταμένου επί της αίτησης του αιτητή, σύμφωνα με το εδάφιο
(10)του άρθρου 18, (ii) την ημερομηνία αποστολής της απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής στον αιτητή, σύμφωνα με το εδάφιο
(6)του άρθρου 28Θ, αναφορικά με την ενώπιον της διοικητική προσφυγή του αιτητή κατά της απόφασης του Προισταμένου επί της αίτησης του αιτητή. .... (γ) Το προβλεπόμενο στην παράγραφο (α) δικαίωμα παραμονής δεν θεμελιώνει δικαίωμα για χορήγηση της άδειας παραμονής.» Με βάση το άρθρο 28Θ
(6)(α) που παραπέμπει μεταξύ άλλων στο άρθρο 18(7Β) του Νόμου, κάθε αρνητική απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής, πλην αυτών που αναφέρονται στο άρθρο 28(Θ)
(6)(β) για τα οποία δεν υπάρχει μαρτυρία ότι τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση, πρέπει να αναφέρει τους λόγους, νομικούς και πραγματικούς, της απόρριψης, και να ενημερώνει τον αιτητή περί του δικαιώματος του να προσφύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος, καθώς και για τη φύση και μορφή αυτών των προσφυγών και για τις προθεσμίες άσκησής τους σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις. Το άρθρο 31 Γ του Νόμου περιέχει πρόνοια για τον τρόπο χειρισμού της προσφυγής σε σχέση με τον προσφεύγοντα. Από τη στιγμή που η αρνητική απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής υπόκειται σε έλεγχο από το Ανώτατο Δικαστήριο με την άσκηση προσφυγής, είναι αυτόδηλο ότι η εν λόγω απόφαση δεν έχει καταστεί τελεσίδικη και κατά συνέπεια εκτελεστή. Αυτό επιβεβαιώνεται από τον ίδιο το Νόμο, στο ερμηνευτικό άρθρο 2, αν ανατρέξει κανείς στην ερμηνεία του όρου «αιτητής» που «σημαίνει αλλοδαπό, ο οποίος έχει υποβάλει αίτηση και η ιδιότητα αυτή ισχύει για την περίοδο από την ημερομηνία υποβολή της αίτησης μέχρι τη λήψη τελικής απόφασης σε σχέση με την αίτηση αυτή». Ο όρος «τελική απόφαση» και πάλι ερμηνεύεται στο ίδιο άρθρο ως «απόφαση η οποία ορίζει κατά πόσον ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο ανιθαγενής αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή πρόσωπο στο οποίο παραχωρείται καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του παρόντος Νόμου και - (α) έχει παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για άσκηση προσφυγής δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος κατά της εν λόγω απόφασης, ή (β) σε περίπτωση που ασκήθηκε η προαναφερόμενη προσφυγή και εκδόθηκε απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου επ΄ αυτής - (i) έχει παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για άσκηση έφεσης κατά της εν λόγω δικαστική απόφασης, ή (ii) ασκήθηκε εμπρόθεσμα έφεση κατά της εν λόγω δικαστικής απόφασης και εκδόθηκε η κατ΄ εφέση απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ανεξάρτητα από το αν μέσω της άσκησης τέτοιας προσφυγής ή έφεσης οι αιτητές αποκτούν τη δυνατότητα να παραμένουν στη Δημοκρατία μέχρις ότου εκδοθεί η σχετική δικαστική απόφαση.» Με αυτή την πρόνοια, και ανεξάρτητα από το περιεχόμενο του άρθρου 8
(1)(α), η ιδιότητα του αιτητή εξακολουθεί να υπάρχει μέχρι και την τελική απόφαση σε έφεση κατά της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε προσφυγή εναντίον της απορριπτικής απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής, που συνεπάγεται ότι από τη στιγμή που η απόφαση επί της αίτησης του δεν είναι τελική, παρέχεται στον αιτητή, υπό αυτή την ιδιότητα του, το δικαίωμα παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία. Επομένως, με βάση τη μαρτυρία ότι η αρνητική απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής κοινοποιήθηκε στη δεύτερη κατηγορουμένη, η οποία εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας καταχώρησε προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο, η οποία ακόμα εκκρεμεί, αυτή θεωρείται ότι εξακολουθεί να έχει ακόμα την ιδιότητα της αιτήτριας, και πριν την έκδοση τελικής απόφασης αυτή έχει το δικαίωμα να παραμένει νόμιμα στη Δημοκρατία. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι ελλείπει μαρτυρία η οποία να στοιχειοθετεί το συστατικό του καθεστώτος της παράνομης παραμονής της δεύτερης κατηγορουμένης στη Δημοκρατία. Επομένως, η Κατηγορούσα Αρχή δεν κατάφερε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της δεύτερης κατηγορουμένης αναφορικά με την τρίτη κατηγορία. Ως εκ τούτου η δεύτερη κατηγορουμένη απαλλάσσεται και αθωώνεται στην τρίτη κατηγορία. Αντίθετα, όπως αναφέρεται και πιο πάνω, ικανοποιούμαι ότι η Κατηγορούσα Αρχή κατάφερε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1, 2 και 3 αναφορικά με τις κατηγορίες 1, 2 και 4 αντίστοιχα, και ο καθένας καλείται να προβάλει την υπεράσπιση του σε σχέση με την αντίστοιχη κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Ενδιάμεση Απόφαση Αναφορά: Παράνομη εργοδότηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο