← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Eρατώ Πέτρου, Αρ. Υπόθεσης: 22547/09, 19/10/2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Eρατώ Πέτρου, Αρ. Υπόθεσης: 22547/09, 19/10/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B184 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22547/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή ν Eρατώ Πέτρου Κατηγορούμενης ------------------------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 19/10/2011. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Γιασκούρη. Για την Κατηγορούμενη: κα Ηλιάδου μαζί με κ. Κουρίδη. Κατηγορούμενη παρούσα. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει Κατηγορία αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 166/87 και τον Νόμο 80

(1)/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, η κατηγορούμενη στις 25/10/2008, στη διασταύρωση των οδών Θέμιδος - Ανεξαρτησίας στη Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΚNQ 638, δε κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε τρείς μάρτυρες, τον Αστ. 2738 Μάριο Ματθαίου (Μ.Κ.1), την κ. Λευτέρη Μελετίου (ΜΚ.2) και την κα Δέσποινα Καρακάννα (Μ.Κ.3). Η κατηγορούμενη, μετά που κρίθηκε ένοχη εκ πρώτης όψεως με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, και αφού της επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά της, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν παρουσίασε οποιαδήποτε επιπρόσθετη μαρτυρία. Συνοπτικά η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου έχει ως ακολούθως: Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως ο εξεταστής του τροχαίου δυστυχήματος το οποίο επεσυνέβη στις 25/10/2008 στην διασταύρωση της οδού Θέμιδος - Ανεξαρτησίας στη Λεμεσό. Υιοθέτησε στο Δικαστήριο την κατάθεση του (Έγγραφο 1), στην οποία αναφέρει ότι στις 18:50 της πιο πάνω ημερομηνίας, επισκέφθηκε την σκηνή σοβαρού τροχαίου δυστυχήματος που έγινε στην πιο πάνω αναφερόμενη διασταύρωση μεταξύ του σαλούν αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής KNQ 638 και του μοτοποδηλάτου με αριθμούς εγγραφής KUC 864, με οδηγούς την Ερατώ Πέτρου και τον Λευτέρη Μελετίου αντίστοιχα. Κατά την άφιξη του στην σκηνή βρήκε τα ενεχόμενα οχήματα στην τελική τους θέση και την κατηγορούμενη να είναι παρούσα στην σκηνή. Ο οδηγός του μοτοποδηλάτου μαζί με κάποια Δέσποινα Καρακάννα, η οποία ήταν επιβάτιδα στο μοτοποδήλατο είχαν παραληφθεί από ασθενοφόρο για να μεταφερθούν στο Γενικό Νοσοκομείο. Στη σκηνή του δυστυχήματος έλαβε τα απαραίτητα μέτρα και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής (τεκμήριο 1), το οποίο υπέγραψε ως ορθό η κατηγορούμενη και αργότερα και ο οδηγός του μοτοποδηλάτου. Μεταγενέστερα, ετοίμασε και συμμετρικό σχέδιο (τεκμήριο 3). Επίσης, στη σκηνή του δυστυχήματος έλεγξε και τις ζημιές των ενεχομένων οχημάτων και διαπίστωσε ότι το όχημα της κατηγορουμένης είχε ζημιά στο μπροστινό αριστερό φανάρι και σημείο επαφής στη μπροστινή αριστερή πλευρά προφυλακτήρα. Υπήρχε ελαφρύ βούλωμα προς τα μέσα. Κατέθεσε στο Δικαστήριο έντυπο περιγραφής ζημιών ως τεκμήριο
  2. Επίσης, το μοτοποδήλατο έφερε σημείο επαφής - βούλωμα στη δεξιά πλευρά της σέλας, ζημιές στα πλαστικά και εκδορές στην αριστερή πλευρά του. Κατέθεσε στο Δικαστήριο έντυπο περιγραφής ζημιών του μοτοποδηλάτου ως τεκμήριο
  3. Στις 27/10/2008 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Λευτέρη Μελετίου κατά την οποία διαπίστωσε ότι αυτός οδηγούσε το μοτοποδήλατο με αρ. εγγραφής KUC 864 1) εναντίον μονοδρόμου, 2) μετέφερε επιβάτη ενώ ήταν κάτοχος μαθητική άδειας οδηγού και 3) χωρίς κράνος. Την ίδια ημέρα τον κατηγόρησε γραπτώς και απάντησε «Παραδέχομαι και Απολογούμαι». Επίσης, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τη Δέσποινα Καρακάννα και διαπίστωσε ότι αυτή ενώ ήταν επιβάτιδα στο μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο Μελετίου δεν έφερε κράνος ασφαλείας και εξέδωσε εξώδικο πρόστιμο, το οποίο πλήρωσε. Περαιτέρω, στις 21/11/2008 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη (τεκμήριο 6) και την ίδια ημερομηνία την κατηγόρησε γραπτώς για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης και απάντησε «Δεν παραδέχομαι ήμουν προσεκτική» (τεκμήριο 8). Σε περαιτέρω εξέταση του, ανέφερε ότι το όχημα της κατηγορουμένης, ήρθε σε επαφή με τη μπροστινή αριστερή γωνιά του με το δεξιό πόδι της επιβάτιδας του μοτοποδηλάτου. Από το ιατρικό πιστοποιητικό της επιβάτιδας που έλαβε έδειχνε κάταγμα στο δεξιό πόδι. Ακολούθως, επεξήγησε το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος που ετοίμασε. Κατ' αρχή σε αυτό δεικνύεται με το γράμμα Α η πορεία της κατηγορούμενης πριν το δυστύχημα. Αυτή είναι στην οδό Θέμιδος με ανατολική κατεύθυνση προς τη διασταύρωση με την οδό Ανεξαρτησίας. Στην πορεία της κατηγορουμένης, πριν τη συμβολή με την οδό Ανεξαρτησίας υπάρχει σήμα «STOP» και πιο κάτω μια ζωγραφισμένη μαύρη γραμμή, στην οποία πρέπει να σταματήσουν τα οχήματα πριν εισέλθουν στη συμβολή. Την πορεία αυτή του την υπέδειξε η κατηγορούμενη. Με το γράμμα Β δεικνύεται η πορεία του μοτοποδηλάτου, η οποία ήταν στην οδό Ανεξαρτησίας με κατεύθυνση νότια προς βόρεια. Το σημείο σύγκρουσης δεικνύεται με το γράμμα Χ και βρίσκεται εντός της διασταύρωσης των πιο πάνω οδών. Απέχει 4,90 μέτρα από την μαύρη γραμμή «STOP» και 1,20 μέτρα από την βασική γραμμή που σημείωσε ο μάρτυρας επί του σχεδίου. Η βασική γραμμή είναι παράλληλη με την οδό Θέμιδος και βρίσκεται στην αριστερή άκρη της εν λόγω οδού σύμφωνα με την πορεία της κατηγορουμένης και εκτείνεται απέναντι από τη διασταύρωση. Η ορατότητα από το σημείο του «STOP» προς τα αριστερά, δηλαδή προς τη πορεία του μοτοποδηλάτου είναι περιορισμένη, σχεδόν μηδαμινή λόγω της ύπαρξης στύλων που στηρίζουν τα καταστήματα της «Αγοράς Ανεξαρτησίας». Για να έχει ορατότητα ο οδηγός που βρίσκεται στο «STOP» πρέπει η θέση του οδηγού να βρίσκεται ένα μέτρο πιο μπροστά από το πιο πάνω σημείο. Σε αυτό το σημείο η ορατότητα είναι περί τα 100 μέτρα. Επίσης, ο μάρτυρας ανέφερε ότι κατά την ώρα του δυστυχήματος άρχισε να σουρουπώνει αλλά ήταν ακόμη μέρα και είχε φως. Περαιτέρω, ο μάρτυρας αυτός αναφέρθηκε στην ταχύτητα του μοτοποδηλάτου. Είπε ότι αυτό ήταν 49 cc και στο μιλίμετρο του αναγράφει 70 χ.α.ω. Δεν το έλεγξε για το πόση ταχύτητα μπορούσε να αναπτύξει ερχόμενο από νότια προς βόρεια στην οδό Ανεξαρτησίας έχοντας σε αυτό δύο επιβαίνοντες. Γνωρίζει όμως, από πάμπολες φορές που οδήγησε τέτοια μοτοποδήλατα στα πλαίσια των καθηκόντων του ότι δεν μπορεί να αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα λόγο του μικρού κυβισμού του και ότι πηγαίνει πιο σιγά όταν υπάρχει και δεύτερος επιβαίνοντας σε αυτό και όταν ο δρόμος είναι ανηφορικός όπως ήταν το σημείο εκεί στην οδό Ανεξαρτησίας. Ο Μ.Κ.2 υιοθέτησε την γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (Έγγραφο 2) ως μέρος της κυρίως του εξέτασης. Σε αυτή αναφέρει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το μοτοποδήλατο του με αρ. εγγραφής KUC 864 με συνεπιβάτιδα τη φίλη του Δέσποινα Καρακάννα στην οδό Ανεξαρτησίας από νότια προς βόρεια. Όταν έφτασε στη συμβολή της οδού Ανεξαρτησίας με την οδό Θέμιδος, περίπου 4 μέτρα πριν τη βασική γραμμή επί του σχεδίου της σκηνής, είδε να ξεπροβάλουν από τα δεξιά του τα μούτρα κάποιου οχήματος και χωρίς να προλάβει να αντιδράσει λόγο της μικρής απόστασης, το εν λόγω όχημα τους κτύπησε στη δεξιά πλευρά του μοτοποδηλάτου με τα μούτρα και έπεσαν στα αριστερά του. Αναφέρει επίσης, ότι εκείνη την ώρα είχε αναμμένα τα φώτα του μοτοποδηλάτου του και η ταχύτητα που μπορεί να αναπτύξει με δύο επιβαίνοντες σε αυτό δεν μπορεί να ξεπεράσει τα 40 - 50 χ.α.ω. Περαιτέρω, ανέφερε ότι όταν είδε για πρώτη φορά το όχημα από τα δεξιά του, αυτό είχε περάσει το άλτ και ήταν σε κίνηση, προσπάθησε να πάει λίγο αριστερά αλλά δεν τα κατάφερε λόγο της μικρή απόστασης. Η Μ.Κ.3 υιοθέτησε τη γραπτή κατάθεση της που έδωσε στην Αστυνομία (Έγγραφο 3). Σε αυτή αναφέρει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, επέβαινε στο μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο Λευτέρης Μελετίου και κατευθύνονταν από νότια προς βόρεια στην οδό Ανεξαρτησίας. Φθάνοντας στην διασταύρωση με την οδό Θέμιδος, λίγα μέτρα πριν εισέλθουν σε αυτή, δεν είδε κανένα αυτοκίνητο να περιμένει στο «STOP» της εν λόγω οδού με δυτική κατεύθυνση. Μόλις μπήκαν στη διασταύρωση, είδε να έρχεται από τα δεξιά της ένα σαλούν αυτοκίνητο σκούρου χρώματος και χωρίς να σταματήσει ήρθε και της κτύπησε με το μπροστινό προφυλακτήρα πάνω στο δεξιό της πόδι και τους έσπρωξε και έπεσαν προς τα αριστερά της πορεία τους. Η κατηγορούμενη στην ένορκη μαρτυρία που έδωσε ενώπιον του Δικαστηρίου υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως της εξέτασης τη κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (τεκμήριο 6). Σε αυτή αναφέρει ότι στις 25/10/2008 περί ώρα 18:05 οδηγούσε το αυτοκίνητο της με αρ. εγγραφής ΚΝQ 638 με δυτική πορεία στην οδό Θέμιδος και τηρούσε χαμηλή ταχύτητα. Εκείνη τη στιγμή σουρούπωνε αλλά η ορατότητα ήταν καλή διότι είχε ακόμη φως. Φθάνοντας στη διασταύρωση με την οδό Ανεξαρτησίας σταμάτησε στο «STOP» της πορείας της πρώτα στη γραμμή αναμονής. Από δεξιά της έρχονταν ακόμη οχήματα με νότια πορεία στην οδό Ανεξαρτησίας και περίμενε να καθαρίσει ο δρόμος με σκοπό να προχωρήσει ευθεία στην οδό Θέμιδος. Όταν καθάρισε ο δρόμος από τα δεξιά της και λόγω του ότι στα αριστερά της υπήρχαν κολώνες καταστήματος, βγήκε λίγο πιο έξω και όταν είδε ότι και από τα αριστερά της δεν έρχονταν οχήματα, ξεκίνησε για να διασταυρώσει. Μόλις μπήκε στη διασταύρωση είδε αστραπιαία από τα αριστερά της να έρχεται με βόρεια πορεία στην οδό Ανεξαρτησίας ένα μοτοποδήλατο με δύο επιβαίνοντες με μεγάλη ταχύτητα και χωρίς να προλάβει να αντιδράσει, κτύπησαν στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου της και ανατράπηκαν μπροστά από αυτό. Περαιτέρω, ανέφερε στο Δικαστήριο κατά την προφορική της μαρτυρία ότι το μοτοποδήλατο το είδε για πρώτη φορά ένα περίπου λεπτό πριν από τη σύγκρουση. Κτύπησε αστραπιαία πάνω της πριν προλάβει να αντιδράσει. Επίσης, ανέφερε ότι όταν βγήκε έξω από το «STOP» έβλεπε καθαρά και δεξιά και αριστερά αλλά δεν είδε να έρχεται το μοτοποδήλατο. Όταν το πρωτοείδε ήταν γύρω στο ένα μέτρο στα αριστερά της και το κτύπησε. Περαιτέρω, αντεξεταζόμενη επέμενε ότι το μοτοποδήλατο κτύπησε πάνω της και όχι αυτή το μοτοποδήλατο. Επίσης, ανέφερε ότι υπολογίζει ότι πρέπει να έτρεχε το μοτοποδήλατο από την βιαιότητα της σύγκρουσης καθότι πριν δεν το είχε δει να διανύει κάποια απόσταση για να μπορεί να υπολογίσει την ταχύτητα του. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία. Ο Μ.Κ.1 μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι μοναδικό σκοπό και στόχο είχε να διαφωτίσει το Δικαστήριο αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη του επίδικο δυστύχημα. Κατέθεσε στο Δικαστήριο σχετικά σχεδιαγράμματα της σκηνής του δυστυχήματος τα οποία ετοίμασε ο ίδιος κατά την επίσκεψη του στη σκηνή και αφού έλαβε τις απαραίτητες μετρήσεις και προέβηκε στις σχετικές ενέργειες. Τόσο το πρόχειρο όσο και το συμμετρικό σχέδιο δεν αμφισβητήθηκαν από την κατηγορούμενη στο Δικαστήριο. Να σημειωθεί επίσης , ότι η κατηγορούμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο υπέγραψε το πρόχειρο σχεδιάγραμμα ως ορθό. Επομένως, δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος να μην αποδεκτώ το εν λόγω σχέδιο. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος αποτελεί πραγματική μαρτυρία και ο μάρτυρας θεωρείται εμπειρογνώμονας που σκοπό έχει να διαφωτίσει το Δικαστήριο αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη ένα δυστύχημα. Να διευκρινιστεί ότι το σχέδιο από μόνο του δεν αποδεικνύει τον τρόπο που έγινε ένα δυστύχημα αλλά αποτελεί σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας της υπόλοιπης μαρτυρίας για την εξαγωγή των ορθών συμπερασμάτων. (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 307, Γιαννάκης Σοφοκλέους v. Aστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 218, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1362, Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1388). Περαιτέρω, ο μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο και τα τεκμήρια 4 και 5 τα οποία είναι τα έντυπα ζημιών στα ενεχόμενα οχήματα. Ούτε τα τεκμήρια αυτά έχουν αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση και ως εκ τούτου τα αποδέχομαι. Εκείνο το οποίο αμφισβητήθηκε από την μαρτυρία του μάρτυρα αυτού ήταν η αναφορά του ότι το δυστύχημα επεσυνέβη η ώρα 18:05 και ότι εκείνη την ώρα παρόλο που άρχισε να σουρουπώνει υπήρχε ακόμη φως. Παρά την υποβολή της συνηγόρου της κατηγορούμενης ότι την ώρα του δυστυχήματος ήταν νύκτα, εντούτοις τη θέση που πρόβαλε ο μάρτυρας αυτός την επιβεβαιώνει και η κατηγορούμενη τόσο στην κατάθεση της στην Αστυνομία αλλά και την προφορική της μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης, ο μάρτυρας αυτός αντεξετάστηκε και σε σχέση με την ταχύτητα που οδηγείτο το μοτοποδήλατο του παραπονουμένου. Απάντησε ευθέως ότι δεν μπορεί να γνωρίζει αλλά ούτε και έλεγξε πόση ταχύτητα μπορεί να αναπτύξει ένα μοτοποδήλατο όπως αυτό που οδηγείτο από τον παραπονούμενο. Εκείνο που ανέφερε είναι ότι από την πείρα του και λόγω των καθηκόντων του οδηγεί συχνά τέτοιου είδους μοτοποδήλατα, αυτά δεν μπορούν να αναπτύξουν μεγαλύτερη ταχύτητα από 50 χ.α.ω. ειδικότερα όταν σε αυτά επιβαίνει και δεύτερο άτομο. Δεν υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι το συγκεκριμένο μοτοποδήλατο ή ένα μοτοποδήλατο της ίδιας μάρκας και των ίδιων κυβικών μπορεί να αναπτύξει ταχύτητα πέραν από αυτή που ανέφερε ο μάρτυρας στο Δικαστήριο. Επίσης, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία περί του αντιθέτου. Ως εκ τούτου αποδέχομαι τη θέση που εξέφρασε ο μάρτυρας στο Δικαστήριο επί του ζητήματος αυτού. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και γενικά τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, προφορική και έγγραφη, την αποδέχομαι στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.2, οδηγός του μοτοποδηλάτου ανέφερε στο Δικαστήριο τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν πριν και κατά την ώρα της σύγκρουσης με τον τρόπο τον οποίο ο ίδιος τα έζησε και τα αντιλήφθηκε. Βασική του θέση ήταν ότι περίπου 4 μέτρα πριν από τη βασική γραμμή επί του σχεδίου, δηλαδή πριν από την αρχή της διασταύρωσης είδε να ξεπροβάλουν στα δεξιά του από την οδός Θέμιδος, τα «μούτρα» κάποιου οχήματος και χωρίς να προλάβει να αντιδράσει λόγο της μικρής απόστασης, το εν λόγω όχημα τους κτύπησε με τα «μούτρα» του και έπεσε μαζί με την συνεπιβάτιδα του, στα αριστερά. Η θέση αυτή του μάρτυρα αναφέρεται στην κατάθεση του στην Αστυνομία (Έγγραφο 1) την οποία υιοθέτησε ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά την ανέφερε και στο Δικαστήριο στα πλαίσια της κυρίως του εξέτασης. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας ήταν σταθερός στη θέση του αυτή και σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του. Ρωτήθηκε κατά πόσο έκανε οποιεσδήποτε ενέργειες για να αποφύγει τη σύγκρουση και ανέφερε ότι προσπάθησε να σταματήσει και να πάει αριστερότερα αλλά δεν πρόλαβε λόγω της μικρής απόστασης που είδε το όχημα της κατηγορουμένης. Η θέση του αυτή δεν συγκρούεται με την αρχική του θέση που είπε στην Αστυνομία ότι δεν πρόλαβε να κάνει οποιαδήποτε ενέργεια. Άλλωστε και ο ίδιος κατά την αντεξέταση του διευκρίνησε ότι προσπάθησε να σταματήσει αλλά δεν είχε το χρόνο. Επίσης, ο μάρτυρας σε κάποιο στάδιο της μαρτυρίας του ανέφερε ότι η κατηγορούμενη επιχειρούσε να εισέλθει στα αριστερά σύμφωνα με την πορεία της. Στην πορεία όμως, διευκρίνησε ότι εννοούσε ότι η κατηγορούμενη ήταν στην αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία της προς τα πάνω του. Είναι φανερό από την όλη μαρτυρία του μάρτυρα ότι η πρώτη αναφορά του οφείλεται στο ότι ίσως να μην κατανόησε την ερώτηση που του υποβλήθηκε αλλά στην πορεία ήταν κατηγορηματικός ότι δεν εννοούσε αυτό. Δεν θεωρώ ότι η πιο πάνω αναφορά του μάρτυρα αυτού επί του σημείου αυτού είναι ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία του από τη στιγμή που διευκρίνησε το θέμα αυτό και εξήγησε τι εννοούσε. Αναφορικά τώρα με την απόσταση που είδε το όχημα της κατηγορούμενης ενώ ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι το είδε σε απόσταση γύρω στα 4 περίπου μέτρα πριν τη σύγκρουση, κατά την αντεξέταση του έδειξε το πλάτος της αίθουσας του Δικαστηρίου το οποίο είναι ελαφρώς μεγαλύτερη η απόσταση από αυτή που ανέφερε αρχικά. Δεν θεωρώ ότι η θέση του αυτή μπορεί να κλονίσει την αξιοπιστία του. Κατ' αρχή δεν ρωτήθηκε ο μάρτυρας κατά πόσο μπορεί να υπολογίζει την απόσταση με το μάτι και δεύτερο δεν μπορεί να αναμένεται από ένα μάρτυρα να θυμάται και να μπορεί να καθορίζει επ' ακριβώς αποστάσεις υπό τον κίνδυνο μιας ενδεχόμενης σύγκρουσης η οποία στο τέλος επέρχεται. Ως εκ τούτου η πιο πάνω αναφορά του δεν μπορεί να κλονίσει την αξιοπιστία του. Πέραν τούτου, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι είναι το όχημα της κατηγορουμένης που κτύπησε επί του μοτοποδηλάτου του και όχι το αντίστροφο. Η θέση του αυτή συνάδει με την πραγματική μαρτυρία που το Δικαστήριο έκανε αποδεκτή. Η τελική θέση του μοτοποδηλάτου βρίσκεται αριστερότερα και προς τα βόρεια από το σημείο σύγκρουσης και το σημείο που υπήρχαν οι ζημιές στο εν λόγω μοτοποδήλατο ήταν κάτω από τη σέλα η οποία βρίσκεται στο μέσο και προς τα πίσω της μοτοσυκλέτας. Επίσης, ο Μ.Κ.
  1. ανέφερε ότι από τις ζημιές, τα ίχνη τριβής επί του δρόμου και την τελική θέση του μοτοποδηλάτου προκύπτει ότι το μοτοποδήλατο σπρώχθηκε προς τα αριστερά. Επομένως, η θέση αυτή του μάρτυρα συνάδει και με την πραγματική μαρτυρία. Έχοντας υπόψη όλη τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ σε αυτή και να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα, γι αυτό και την αποδέχομαι. Η Μ.Κ.2 ήταν εμφανώς συγχυσμένη κατά την κατάθεση της στο Δικαστήριο και δεν μπορούσε να δώσει μια σαφή εικόνα αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα και τι προηγήθηκε πριν από τη σύγκρουση. Στην κατάθεση της στην Αστυνομία (Έγγραφο 3) το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε στο Δικαστήριο αναφέρει ότι μόλις μπήκαν στην διασταύρωση είδε να έρχεται από τα δεξιά της ένα όχημα σκούρου χρώματος και χωρίς να σταματήσει ήρθε και τους κτύπησε. Κατά την προφορική της μαρτυρία στο Δικαστήριο ανέφερε ότι το όχημα της κατηγορουμένης το είδε για πρώτη φορά όταν τους κτύπησε και ότι πριν δεν το είχε δει. Με αυτές τις αναφορές της μάρτυρας αυτής δεν μπορεί να εξαχθεί οποιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα αναφορικά με το πότε η ίδια είδε το όχημα της κατηγορουμένης και την κίνηση που έκανε πριν τη σύγκρουση. Δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής. Από την αντίπερα όχθη, η κατηγορούμενη κατέθεσε ενόρκως στο Δικαστήριο και πρόβαλε στη δική της εκδοχή. Βασική της θέση ήταν ότι όταν έφθασε στη διασταύρωση με την οδό Ανεξαρτησίας σταμάτησε στο αλτ, ακολούθως βγήκε ένα μέτρο πιο μπροστά για να βλέπει το δρόμο από τα αριστερά της, λόγω των εμποδίων που υπήρχαν και αφού ο δρόμος ήταν καθαρός εκκίνησε και εισήλθε στη διασταύρωση. Η ορθότητα της θέσης αυτής της μάρτυρος θα πρέπει να ελεχθεί και με την πραγματική μαρτυρία που το Δικαστήριο έχει ενώπιον του. Στην περίπτωση που το όχημα της κατηγορουμένης βρισκόταν ένα μέτρο η θέση του οδηγού μπροστά από το σήμα «STOP», τότε η ορατότητα της προς τα αριστερά εκτείνεται σε μια απόσταση γύρω στα 100 μέτρα σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Κ.
  2. Επίσης, η ίδια η κατηγορούμενη είπε ότι από το σημείο εκείνο μπορούσε να δει καθαρά και από δεξιά και από αριστερά. Περαιτέρω, προκύπτει ότι από το σήμα «STOP» μέχρι το σημείο σύγκρουσης Χ, υπάρχει μια απόσταση 4,90 μέτρα και από το σημείο που έπρεπε να βρίσκεται η θέση του οδηγού του οχήματος της κατηγορουμένης έτσι ώστε να μπορεί να έχει ορατότητα, 3,90 μέτρα. Όσον αφορά τις διαστάσεις του οχήματος της κατηγορουμένης, αυτό είχε μήκος 3,80 μέτρα. Το όχημα και οι ζημιές που προκλήθηκαν σε αυτό φαίνονται στο τεκμήριο
  3. Αν λοιπόν η θέση του συνοδηγού έπρεπε να βρίσκεται ένα μέτρο πιο μπροστά από το σημείο «STOP» έτσι ώστε η κατηγορούμενη να είχε ορατότητα προς τα αριστερά, σημαίνει ότι το μπροστινό μέρος του οχήματος της κατηγορουμένης, δηλαδή από την πόρτα του συνοδηγού και μπροστά, βρισκόταν εντός της διασταύρωσης πριν ακόμη εκκινήσει σύμφωνα με την εκδοχή της. Αυτό σημαίνει ότι η απόσταση μέχρι το σημείο Χ μικραίνει ακόμη περισσότερο. Άρα όταν η κατηγορούμενη εκκίνησε από το σημείο που βρισκόταν όπως η ίδια ανέφερε, είχε διανύσει μια απόσταση περίπου 2 μέτρα μέχρι το σημείο σύγκρουσης. Δηλαδή, αμέσως μόλις εκκίνησε το όχημα της και αυτό εισήλθε ολόκληρο εντός της διασταύρωσης, όπως ήταν η θέση της, επήλθε η σύγκρουση. Έχοντας υπόψη μου αυτά τα δεδομένα δεν μπορεί να ευσταθεί η θέση της κατηγορούμενης, ότι πριν εισέλθει στη διασταύρωση δεν ερχόταν οποιοδήποτε όχημα από τα αριστερά της ούτε και η μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο Μ.Κ.
  4. Η απόσταση που φαίνεται να διάνυσε η κατηγορουμένη από την ώρα που εκκινεί το όχημα της μέχρι τη σύγκρουση είναι πολύ μικρή. Επομένως, είναι αδύνατο να μην οδηγείτο το μοτοποδήλατο στην οδό Ανεξαρτησίας από νότια προς βόρεια, κατά την ώρα που η κατηγορούμενη επιχειρούσε να διασχίσει τη διασταύρωση, αν λάβουμε υπόψη και την ταχύτητα με την οποία δύναται να αναπτύξει το εν λόγω μοτοποδήλατο. Με αυτά τα δεδομένα δεν είναι λογικό το μοτοποδήλατο να εμφανίστηκε ασπραπιαία στο δρόμο μετά που η κατηγορούμενη εκκίνησε, ούτε προκύπτει ότι αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει μια πιθανότητα. Πέραν των πιο πάνω, η κατηγορούμενη ισχυρίστηκε ότι είναι το μοτοποδήλατο το οποίο κτύπησε στο όχημα της και όχι το όχημα της το μοτοποδήλατο. Αν λάβουμε υπόψη τις πορείες των δύο οχημάτων, τις ζημιές που υπέστηκαν, την τελική θέση της μοτοσικλέτας και τη θέση του Μ.Κ.1 ότι αυτά υποδηλώνουν ότι η εν λόγω μοτοσικλέτα σπρώχτηκε προς τα αριστερά, τότε ούτε η θέση αυτή της μάρτυρος μπορεί να ευσταθεί. Ένα άλλο σημείο της μαρτυρίας της κατηγορούμενης είναι η αναφορά στην κατάθεση της ότι μόλις μπήκε στη διασταύρωση είδε αστραπίαια ένα μοτοποδήλατο να έρχεται με μεγάλη ταχύτητα και να κτυπά πάνω της. Αντεξεταζόμενη από ποια απόσταση είδε το μοτοποδήλατο να έρχεται κατά πάνω της απάντησε ότι το είδε από απόσταση ενός μέτρου. Άρα από αυτή την απόσταση δεν μπορεί να υπολογίσει με ποια ταχύτητα οδηγείτο το εν λόγω όχημα και ούτε ότι αυτό εμφανίστηκε αστραπιαία μπροστά της. Όταν της τέθηκε το ζήτημα αυτό, ανέφερε ότι υπολόγισε ότι το μοτοποδήλατο κινείτο με μεγάλη ταχύτητα από τη σύγκρουση που ακολούθησε και το θόρυβο που ακούστηκε. Έπεται ότι η θέση της κατηγορουμένης ότι το μοτοποδήλατο εμφανίστηκε αστραπιαία μπροστά της και οδηγείτο με μεγάλη ταχύτητα, δεν μπορεί να ευσταθεί. Η ίδια δεν το είδε προηγουμένως. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία της κατηγορούμενης αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη η επίδικη σύγκρουση. Η θέση και οι ισχυρισμοί που προέβαλε συγκρούονται με την πραγματική μαρτυρία που το Δικαστήριο έχει ενώπιον του και ούτε μπορεί να αποτελέσουν ένα πιθανόν ενδεχόμενο. Ως εκ τούτου απορρίπτεται στην ολότητα της. Δεδομένης της ανωτέρω αξιολόγησης, τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Στις 25/10/2008 και περί ώρα 18:05, η κατηγορούμενη οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής KNQ 638 στην οδό Θέμιδος με δυτική κατεύθυνση. Σε κάποιο σημείο, η εν λόγω οδός συμβάλλεται με την οδό Ανεξαρτησίας. Πριν τη συμβολή των εν λόγω οδών, στην κατεύθυνση της κατηγορουμένης, υπάρχει σήμα «STOP» και οι οδηγοί πρέπει να σταματήσουν προτού εισέλθουν στη διασταύρωση. Ο ΜΚ.2 Λευτέρης Μελετίου, μαθητής στην Γ' τάξη Λυκείου τότε, κατά τον ίδιο χρόνο, οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα με αρ. εγγραφής KUC 864 με συνεπιβάτιδα τη φίλη του Δέσποινα Καρακάννα, μαθήτρια της Γ' τάξης Γυμνασίου τότε, στην οδό Ανεξαρτησίας με κατεύθυνση από νότια προς βόρεια. Η εν λόγω μοτοσυκλέτα οδηγείτο από τον Μ.Κ.2 εναντίον μονόδρομης κατεύθυνσης, οι δε επιβαίνοντες σε αυτή δεν φορούσα προστατευτικό κράνος. Επίσης, ο Μ.Κ.2 μετέφερε επιβάτη ενώ ήταν κάτοχος μαθητικής άδειας οδηγού. Για τα πιο πάνω αδικήματα και τα δύο αυτά πρόσωπα κατηγορήθηκαν από την Αστυνομία. Εισερχόμενο το μοτοποδήλατο στη διασταύρωση των οδών Ανεξαρτησίας και Θέμιδος κτυπήθηκε από το όχημα της κατηγορουμένης και σύρθηκε βορειοδυτικά όπου και κατέληξε στην τελική του θέση. Το μοτοποδήλατο κτυπήθηκε με το αριστερό μπροστινό φανάρι και προφυλακτήρα του οχήματος της παραπονουμένης στο δεξιό μέρος του κάτω από τη σέλα εκεί που ήταν το πόδι της Μ.Κ.
  5. Το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται 1,20 μέτρα εντός της διασταύρωσης σύμφωνα με την πορεία του Μ.Κ.2 και 4,90 μέτρα σύμφωνα με την πορεία της κατηγορουμένης. Πριν τη σύγκρουση, ο Μ.Κ.2 είδε το όχημα της κατηγορουμένης να είχε περάσει τη γραμμή του άλτ σε μια απόσταση γύρω στα 4 περίπου μέτρα και λόγω της μικρής απόστασης δεν πρόλαβε να λάβει οποιαδήποτε αποτρεπτικά μέτρα. Η ταχύτητα με την οποία κινείτο το μοτοποδήλατο κατά την ώρα της σύγκρουσης ήταν γύρω στα 40 - 50 χ.α.ω. Από τη σύγκρουση τραυματίστηκαν ο οδηγός και ο επιβάτης της μοτοσυκλέτας οι οποίοι μεταφέρθηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια ( βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78 και Ανδρέας Νεοφύτου v. Aστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 217/09, Ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2011). Επίσης, αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας (βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1696). Δεδομένων των πιο πάνω νομικών αρχών και των ευρημάτων του Δικαστηρίου, εκείνο που προκύπτει είναι ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν κάθε λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούμενη όφειλε προτού εισέλθει στη διασταύρωση των οδών Θέμιδος και Ανεξαρτησίας να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να το πράξει, καταβάλλοντας τη δέουσα παρατηρητικότητα τόσο προς τα δεξιά της αλλά και προς τα αριστερά της. Παρά τα εμπόδια που υπήρχαν στην γραμμή του «STOP» εντούτοις προκύπτει ότι σε περίπτωση που η θέση του συνοδηγού του οχήματος της κατηγορουμένης βρισκόταν ένα μέτρο πιο μπροστά από αυτή, τότε υπήρχε ορατότητα προς την κατεύθυνση που οδηγείτο το μοτοποδήλατο. Η κατηγορούμενη έπρεπε να προχωρήσει προσεκτικά εντός της διασταύρωσης έτσι ώστε να έχει ορατότητα προς τα αριστερά της και αφού βεβαιωνόταν ότι ο δρόμος προς τη κατεύθυνση αυτή ήταν καθαρός, τότε να προχωρήσει και να διασχίσει την εν λόγω διασταύρωση. Είναι φανερό από τα σχετικά ευρήματα ότι την ώρα που η κατηγορούμενη προσπάθησε να διασχίσει τη διασταύρωση των πιο πάνω οδών, το μοτοποδήλατο βρισκόταν πολύ πλησίον της εν λόγω διασταύρωσης κατευθυνόμενο από νότια προς βόρεια στην οδό Ανεξαρτησίας, με μια ταχύτητα γύρω στα 40 - 50 χ.α.ω. Τούτων δεδομένων, προκύπτει ότι η κατηγορούμενη προτού εισέλθει στη διασταύρωση παρέλειψε να ασκήσει τη δέουσα παρατηρητικότητα προς τα αριστερά της και να αντιληφθεί την παρουσία του μοτοποδηλάτου στο δρόμο με αποτέλεσμα να το κτυπήσει, όταν αυτό είχε ήδη εισέλθει εντός της διασταύρωσης. Η οδήγηση του μοτοποδηλάτου εναντίον μονόδρομης κατεύθυνσης δεν αφαιρεί τίποτε από την υποχρέωση της κατηγορουμένης να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές προτού εισέλθει στην εν λόγω διασταύρωση υπό τις περιστάσεις. Η μοτοσυκλέτα του Μ.Κ.2 βρισκόταν πολύ πλησίον της διασταύρωσης και ήταν ορατή ή θα μπορούσε να ήταν ορατή από την κατηγορουμένη. Η παράβαση σήματος τροχαίας και του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας από μόνη της δεν αναιρεί την υποχρέωση της κατηγορουμένης να τηρεί τη δέουσα παρατηρητικότητα κατά την οδήγηση του οχήματος της και να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να διασχίσει την εν λόγω διασταύρωση (βλ. Omiros Dionyssiou v. Paraschos Metaxas
(1986)1 C.L.R. 60 και Κythreotis v. Constantinou
(1984)1 C.L.R. 811). Η παράλειψη της αυτή συνιστά αμέλεια. Ολοκληρώνοντας, σημειώνω ότι για την διάγνωση της ποινικής ευθύνης της κατηγορουμένης είναι αδιάφορο κατά πόσο υπάρχει συντρέχουσα ευθύνη έστω και μεγάλη του άλλου εμπλεκόμενου στο ατύχημα οδηγού, δηλαδή του Μ.Κ.2 (βλ. Νικολάου ν. Αστυνομίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. 748). Σημασία για την παρούσα ποινική υπόθεση έχει το γεγονός ότι η κατηγορούμενη παρέλειψε να αντιληφθεί την παρουσία του μοτοποδηλάτου στο δρόμο την ώρα που επιχείρησε να διασχίσει τη διασταύρωση. Δεδομένων όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην κατηγορία που αντιμετωπίζει για αμελή οδήγηση. (Υπ.) ............ Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final (Αναφορά: amelia) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.