← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ανδρέα Χρυσάνθου, Αρ. Υπόθεσης: 13011/11, 20 Οκτωβρίου, 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ανδρέα Χρυσάνθου, Αρ. Υπόθεσης: 13011/11, 20 Οκτωβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B188 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13011/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή - ν - Ανδρέα Χρυσάνθου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 20 Οκτωβρίου, 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Δ. Ναπολέοντος Για τον Κατηγορούμενο: κα. Ιωάννου Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος, στην 2η κατηγορία κατηγορείται ότι δια ψευδών παραστάσεων απέσπασε από τον Ανδρέα Αντωνίου το χρηματικό ποσό των €70.000, κατά παράβαση των Άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα. Ο κατηγορούμενος αρχικά αντιμετώπιζε άλλες δύο κατηγορίες (1η και 3η) από τις οποίες απαλλάχθηκε από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Η κατηγορούσα αρχή, για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της αναφορικά με την 2η κατηγορία, παρουσίασε δύο μάρτυρες και δη, τον ΜΚ.5, Αντρέα Αντωνίου (παραπονούμενο στην 2η κατηγορία) και τον ΜΚ.6, Α/Αστ. 2129 Κ. Γιωργούδη. Στα πλαίσια της ακρόασης της όλης υπόθεσης, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε και άλλους τέσσερις μάρτυρες και δη τους Μ.Κ. 1-4, πλην όμως η μαρτυρία των εν λόγω μαρτύρων δεν υπέχει οποιασδήποτε ουσιαστικής σημασίας αναφορικά με το κατά πόσο ο κατηγορούμενος διέπραξε ή όχι το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας. Ο κατηγορούμενος, αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά, λαμβάνεται σοβαρότατα υπόψη από το Δικαστήριο και κρίνω ότι δεν είναι αναγκαία η λεπτομερής παράθεση της στα πλαίσια της σύνταξης της παρούσας απόφασης. Κάτι τέτοιο δεν θα εξυπηρετούσε κατά τη γνώμη μου κανένα πρακτικό σκοπό. Αναφορά στη μαρτυρία θα γίνεται στο στάδιο της αξιολόγησης της όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο. Σε γενικές γραμμές, είναι η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος, περί τον Μάρτιο του 2010, υποσχόμενος στον Μ.Κ.5 ότι θα αγόραζε για λογαριασμό του δύο αυτοκίνητα τύπου τζιπ μάρκας BMW, απέσπασε από αυτόν το ποσό των €70.000, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι η εν λόγω υπόσχεση του ήταν ψευδής ή μη πιστεύοντας ότι τούτη ήταν αληθής. Ο Μ.Κ.

  1. είναι ο αστυφύλακας που έλαβε τόσο την κατάθεση-παράπονο του Μ.Κ5 όσο και την ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου. Ο εν λόγω μάρτυρας, στην ουσία, δεν αντεξετάστηκε αλλά ούτε και αμφισβητήθηκε (ως προς την ειλικρίνεια του) από την υπεράσπιση. Στο βαθμό που αφορά στον κατηγορούμενο, η σχετική με την 2η κατηγορία μαρτυρία του, περιορίζεται στο γεγονός λήψης της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου. Σε αυτή ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση. Όσο αφορά στο Μ.Κ.5, ο Μ.Κ.6, στην γραπτή του κατάθεση, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του και η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο 8Α, επαναλαμβάνει ισχυρισμούς του Μ.Κ.5 που του έθεσε κατά την λήψη του παραπόνου του. Ο Μ.Κ.6, μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι είπε στο δικαστήριο την αλήθεια. Τη μαρτυρία του την αποδέχομαι στο σύνολο της. Ο Μ.Κ. 5 δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Η μαρτυρία του παρουσιάζει ουσιώδεις αντιφάσεις καθώς και ισχυρισμούς που συγκρούονται με την κοινή λογική. Επίσης, ο εν λόγω μάρτυρας χωρίς καμία δυσκολία, άλλαζε θέσεις ανάλογα με το τι θεωρούσε ότι τον συνέφερε την δεδομένη στιγμή. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ήρθε στο δικαστήριο με σκοπό να ψευσθεί. Ενδεικτικά και όχι καταλυτικά, παραθέτω τα ακόλουθα. Ήταν από την αρχή η θέση του ότι ο κατηγορούμενος του ανάφερε ότι υπήρχαν δύο συγκεκριμένα αυτοκίνητα για πώληση και ότι στοιχίζανε €100.
  2. Επίσης ότι κατά την δοσοληψία του με τον κατηγορούμενο, είχε πλήρη εμπιστοσύνη σε αυτόν, καθότι ουδέποτε στο παρελθόν τον είχε εξαπατήσει καθ' οιονδήποτε τρόπο. Ουδέποτε ο Μ.Κ.5 ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος θα επιδίωκε να αγοράσει άλλα από τα δύο συγκεκριμένα αυτοκίνητα, ούτε και ισχυρίστηκε ότι η τιμή αγοράς τους ήταν υπό διαπραγμάτευση. Ούτε ανάφερε ότι σκοπούσε να δώσει στο κατηγορούμενο οποιοδήποτε έτερο ποσό. Πως τότε μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του ότι έδωσε στο κατηγορούμενο €70.000 για την αγορά των δύο αυτών αυτοκινήτων. Ποιος θα κατέβαλε τα υπόλοιπα €30.000; Βρισκόμενος αντιμέτωπος με την θέση της υπεράσπισης ότι δεν είναι λογικό να δίδει κάποιος €70.000 σε μετρητά απλά με μια υπόσχεση του λήπτη, απάντησε ότι τούτο έγινε γιατί είχε πλήρη εμπιστοσύνη στο κατηγορούμενο ο οποίος ουδέποτε τον ξεγέλασε στο παρελθόν. Η εν λόγω θέση του όμως και δη ότι είχε εμπιστοσύνη στο κατηγορούμενο, έρχεται σε σύγκρουση με άλλους δικούς του ισχυρισμούς, όπως ότι ο κατηγορούμενος στο παρελθόν κινδύνεψε να πάει φυλακή για έκδοση επιταγών από κλειστό λογαριασμό, αλλά και ότι ο κατηγορούμενος του ανάφερε, πριν του δώσει τα χρήματα, ότι εκκρεμούν εντάλματα εναντίον του και αναγκάζεται να έρχεται στην Κύπρο μέσω κατεχομένων. Πως είναι δυνατόν να γνώριζε ο Μ.Κ.5 αυτά τα γεγονότα για τον κατηγορούμενο και παρά ταύτα να θέλει να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του ότι είχε εμπιστοσύνη στο κατηγορούμενο. Όπως και να διαβαστεί το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του Μ.Κ.5, της οποίας το περιεχόμενο υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, προκύπτει ότι αποτελεί θέση του μάρτυρα ότι η επίσκεψη του κατηγορούμενου στα γραφεία του μάρτυρα και η παράδοση σε αυτόν του ποσού των €70.000, λαμβάνει χώρα την ίδια μέρα. Εντούτοις όταν στη αντεξέτασή του βρίσκεται αντιμέτωπος με το που βρήκε τόσα χρήματα τοις μετρητοίς, αλλάζει αμέσως θέση και ισχυρίζεται ότι τα χρήματα τα εκταμίευσε «εκείνες τις ημέρες», για το συγκεκριμένο σκοπό, από την τράπεζα. Σε μεταγενέστερο στάδιο της αντεξέτασης του και ερωτηθείς σχετικά με το γεγονός ότι έδωσε το συγκεκριμένο ποσό στο κατηγορούμενο σε μετρητά, ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν δυνατό να δοθεί με άλλο τρόπο, γιατί όταν το επισκέφθηκε ο κατηγορούμενος ήταν ήδη μεσημέρι, και οι τράπεζες θα έκλειναν και επειδή οι πωλητές ήθελαν τα χρήματα σε μετρητά, έπρεπε «όλα (να γίνουν) πολύ γρήγορα» και επομένως την ίδια ημέρα. Η αντίφαση αλλά και η ευκολία με την οποία αλλάζει θέσεις ο μάρτυρας, είναι εμφανείς. Στη γραπτή του κατάθεση αναφέρει ότι σε κάποιο στάδιο επικοινώνησε μαζί του ο κατηγορούμενος και του ανάφερε ότι ήταν έτοιμος για την αγορά των δύο αυτοκινήτων. Συνεπεία τούτου, ως αναφέρει στη κατάθεση του, έστειλε τον «φίλο» του τον Λούκα ο οποίος «είναι της πλήρης (προφανώς εννοούσε πλήρους) εμπιστοσύνης του» να πάει να ελέγξει την κατάσταση των εν λόγω αυτοκινήτων. Στην δια ζώσης μαρτυρία του όμως, όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με την θέση της υπεράσπισης ότι ουδέποτε ο ίδιος έδωσε χρήματα στο κατηγορούμενο και ότι χρήματα ο κατηγορούμενος έλαβε μόνο από αυτό το πρόσωπο που ονομάζεται Λούκας, αλλάζει 180° θέση και ισχυρίζεται ότι με τον Λούκα δεν έχει προσωπική επικοινωνία και ούτε συνεργάστηκε ποτέ μαζί του, ότι μιλά με αυτόν μέσο άλλου προσώπου και ότι δεν γνωρίζει καν τι επαγγέλλεται το εν λόγω πρόσωπο. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να παραθέσω και άλλες αντιφάσεις που παρουσιάζει η μαρτυρία του Μ.Κ.5 για να δικαιολογήσω του λόγου του αληθές της πιο πάνω αναφερόμενης κρίσης μου αναφορικά με την αξιοπιστία του εν λόγω μάρτυρα. Προκύπτει επομένως ότι η μαρτυρία του απορρίπτεται στο σύνολο της. Από την στιγμή που ο Μ.Κ.5 κρίθηκε αναξιόπιστος, καμία βαρύτητα δεν μπορεί να δοθεί στη, από αυτόν πηγάσουσα, εξ ακοής μαρτυρία του Μ.Κ.
  3. Έχοντας κατά νου την πιο πάνω αξιολόγηση μου της ενώπιον μου μαρτυρίας, εκείνο που προκύπτει είναι ότι ελλείπει οποιαδήποτε αποδεκτή μαρτυρία επί της οποία να μπορώ να βασίσω οποιαδήποτε ευρήματα αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν στην παρούσα υπόθεση. Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβη ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με την νομολογία, εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια του να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. Γενικά, η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία ή αξία. Δεν πρέπει, βεβαίως, να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής από την επιλογή αυτή. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic

(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές και το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου, αδυνατώ επ' αυτής να βασίσω οποιαδήποτε ευρήματα αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Συνεπεία όλων των πιο πάνω, προκύπτει ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στην 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει και επομένως, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από αυτή. (Υπ.) ........................................... Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Proper/Final (anafora: psevdeis parastaseis) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.