← Κύπρος

ORHTODOXOU SKEVI'S BAZAAR LIMITED ν. A ELIA CONSTRUCTIONS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14520/09, 20.10.11

ORHTODOXOU SKEVI'S BAZAAR LIMITED ν. A ELIA CONSTRUCTIONS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14520/09, 20.10.11 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B189 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14520/09 ORHTODOXOU SKEVI'S BAZAAR LIMITED v.

  1. A. ELIA CONSTRUCTIONS LTD
  2. ΑΝΔΡΕΑΣ ΗΛΙΑ Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διαταγής Δικαστηρίου ημερομηνίας 18.04.11 ORHTODOXOU SKEVI'S BAZAAR LIMITED v.
  3. ΝΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΡΟΥΣΣΟΣ Παραλήπτης/Διαχειριστής της εταιρείας A. Elia Constructions Ltd υπό διαχείριση
  4. ΑΝΔΡΕΑΣ ΗΛΙΑ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 20.10.11 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Χρ. Χατζηλοΐζου Για Κατηγορούμενο 1: κος Α. Κυριάκου Για Κατηγορούμενο 2: κος Ν. Νικολάου Κατηγορούμενος 2: παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Κατά τη διάρκεια της κυρίως εξέτασης της δεύτερης μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής, η οποία εργάζεται ως λειτουργός στο τμήμα Εφόρου Εταιρειών, επιχειρήθηκε η κατάθεση εγγράφου στο οποίο υποτίθεται ότι σημειωνόταν η επωνυμία της παραπονούμενης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου 2 έφερε ένσταση στην κατάθεση του εγγράφου ισχυριζόμενος ότι το εν λόγω έγγραφο ουδεμία σχέση είχε με την υπόθεση αυτή επειδή το όνομα που σημειωνόταν στο έγγραφο ήταν διαφορετικό από αυτό που εμφανιζόταν για την παραπονούμενη εταιρεία στον τίτλο του κατηγορητηρίου. Συγκεκριμένα, ενώ στον τίτλο του κατηγορητηρίου εμφανίζεται ως παραπονούμενη εταιρεία η 'Orhtodoxou Skevi's Bazaar Limited' στο επίδικο έγγραφο σημειωνόταν το όνομα της εταιρείας 'Orthodoxou Skevi's Bazaar Limited'. Αναγνωρίζοντας τη διάσταση των ονομάτων ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου όπως προχωρήσει με σχετική τροποποίηση του ονόματος της παραπονούμενης εταιρείας διορθώνοντας το έτσι που να είναι το ίδιο με αυτό που εμφανίζεται στο έγγραφο του Εφόρου Εταιρειών, δηλαδή από 'Orhtodoxou Skevi's Bazaar Limited' σε 'Orthodoxou Skevi's Bazaar Limited'. Επειδή το αίτημα αυτό προσέκρουσε στην ένσταση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του κατηγορουμένου 2, η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις επί του νομικού αυτού σημείου. Επιχειρηματολογώντας ενώπιον του Δικαστηρίου και με αναφορά σε νομολογία και σε νομικά συγγράμματα, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου 2 ισχυρίστηκε ότι η υποχρέωση αναγραφής ονόματος κατηγόρου υπέχει ουσιαστικής σημασίας εφόσον η ιδιότητα του είναι διττή. Ειδικότερα, όπως εξήγησε ο κύριος Νικολάου, από τη μία είναι το θύμα και από την άλλη ο κατήγορος, ιδιότητα την οποίαν αντλεί από το γεγονός ότι προσωπικά συμφέροντα του έχουν θιγεί. Σύμφωνα με τον εν λόγω συνήγορο, προκύπτει ότι η εσφαλμένη αναφορά κατηγόρου στερεί την ποινική δίωξη έννομου συμφέροντος καθιστώντας έτσι τη διαδικασία void ab initio. Είναι επίσης η θέση του κυρίου Νικολάου ότι παρόλο ότι το όνομα του κατηγόρου εμπίπτει στον τύπο του κατηγορητηρίου εντούτοις η θεσμοθετημένη τροποποίηση, δυνάμει του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155, αφορά μόνο την έκθεση αδικήματος και τις συναφείς τούτης λεπτομέρειες. Διαφοροποίησε την παρούσα περίπτωση από αυτή στην υπόθεση Ταμείο Προνοίας Προσωπικού Βιομηχανιών Συνομοσπονδίας Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου v. Samoa Clothing Industry και άλλου (Αρ.1)

(2000)2 Α.Α.Δ. 289 όπου επιτράπηκε η τροποποίηση τίτλου κατηγορητηρίου με την συμπερίληψη του ονόματος του Επίσημου Παραλήπτη σε κατηγορούμενη εταιρεία που τελούσε υπό εκκαθάριση επειδή ενέπιπτε στις πρόνοιες του άρθρου 220 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113 στη βάση του οποίου δίδεται άδεια από το Δικαστήριο για συνέχιση της ποινικής διαδικασίας. Καταλήγοντας, ο κύριος Νικολάου ανάφερε πως εφόσον η παρούσα περίπτωση δεν καλύπτεται από τη θεσμοθετημένη τροποποίηση που το Κεφ.155 προνοεί και ταυτόχρονα ούτε από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου ειδικού νόμου καθίσταται αντιληπτό πως η αιτούμενη τροποποίηση δεν θεμελιώνεται δικονομικά και ως εκ τούτου θα πρέπει να οδηγηθεί σε απόρριψη. Την αγόρευση του κυρίου Νικολάου υιοθέτησε για σκοπούς εξέτασης του υπό κρίση αιτήματος ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου 1 χωρίς να προσθέσει οτιδήποτε. Αντίθετα, στη δική του επιχειρηματολογία, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής υπέδειξε πως με βάση το άρθρο 38 του Κεφ.155 το όνομα της παραπονούμενης περιέχεται στον τύπο του κατηγορητηρίου στο οποίο και ανήκει. Είναι η θέση του κυρίου Χατζηλοΐζου ότι πρόκειται καθαρά για τυπογραφικό λάθος και επικαλούμενος το άρθρο 83 του Κεφ.155 αλλά και νομολογία κάλεσε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια του εγκρίνοντας την αιτούμενη τροποποίηση. Παράλληλα, ο ευπαίδευτος συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η υπεράσπιση θα έπρεπε να είχε εγείρει το σημείο αυτό πριν την απάντηση των κατηγορουμένων κάτι το οποίο δεν έπραξε. Προτάσσοντας τη θέση ότι η παρούσα περίπτωση αφορά τυπικό ελάττωμα σε κατηγορητήριο, ο κύριος Χατζηλοΐζου ανάφερε στο Δικαστήριο ότι το γεγονός αυτό ουδεμία βλάβη ή παραπλάνηση έχει προκαλέσει στους κατηγορουμένους αλλά ούτε και επέφερε οποιοδήποτε επηρεασμό στα συμφέροντα τους. Έχω ακούσει με προσοχή τις επιχειρηματολογίες των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Το νομικό ερώτημα που το Δικαστήριο καλείται εδώ να απαντήσει είναι κατά πόσο δύναται να τροποποιηθεί το όνομα κατηγόρου σε ποινική υπόθεση. Η ταυτότητα και ο ρόλος του ιδιώτη κατηγόρου είναι στοιχεία πολύ σημαντικά για την νόμιμη καταχώρηση και υγιή πορεία μίας ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης όπως είναι η παρούσα. Δικαίωμα άσκησης ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης δεν έχουν όλοι. Συγκεκριμένα, είναι ο ιδιώτης κατήγορος που έχει τέτοιο δικαίωμα εάν και εφόσον τα δικαιώματα του επηρεάζονται άμεσα και απευθείας από την παράνομη πράξη. Είναι ο ιδιώτης κατήγορος, ως θύμα των κατ' ισχυρισμό αδικημάτων τα οποία περιέχονται στο κατηγορητήριο, που έχει δικαίωμα να καταχωρήσει τέτοιου είδους υπόθεση και να προσαγάγει πρόσωπο ενώπιον της δικαιοσύνης (βλέπε Panayiotis Ttofinis ν. Loizos Theocharides and Another
(1983)2 C.L.R. 363 και Αίπεια Λτδ v. Sirocco Estates Co Ltd και άλλων
(1997)2 Α.Α.Δ. 434). Συνεπώς, η ορθή και ακριβής ονομασία ενός φυσικού προσώπου ή επωνυμία ενός νομικού προσώπου που φέρει την ιδιότητα του κατηγόρου είναι παράγοντας άρρηκτα συνυφασμένος με την ύπαρξη του ως πρόσωπο αλλά και με το δικαίωμα του να καταχωρήσει τέτοιου είδους ποινική υπόθεση. Είναι η θέση του εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής ότι το όνομα του ιδιώτη κατηγόρου αποτελεί μέρος του κατηγορητηρίου με αποτέλεσμα εφόσον πρόκειται για τυπικό ελάττωμα να μπορεί να τροποποιηθεί με βάση το άρθρο 83 του Κεφ.155. Κατ' αρχήν, το άρθρο 38 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155 μετά των συναφών τροποποιήσεων κάνει λόγο για καθορισμένο τύπο κατηγορητηρίου και περιγράφει το θεσμοθετημένο περιεχόμενο που αυτό θα πρέπει να έχει (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας v. Σάββα
(1998)2 Α.Α.Δ. 224). Με το συγκεκριμένο άρθρο σε συνδυασμό με το παράρτημα D των Θεσμών Περί Ποινικής Δικονομίας (Index to forms under Criminal Procedure Rules 1953) καθιερώθηκε συγκεκριμένος τύπος κατηγορητηρίου (Δ.32) σύμφωνα με τον οποίον συντάσσεται και καταχωρείται στα πλαίσια συνοπτικής εκδίκασης του. Μέσα από το ερμηνευτικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, Β' Έκδοση και ειδικότερα στη σελίδα 1816 αυτού η λέξη 'τύπος' αποκτά την έννοια και σημασία του 'προτύπου', του 'δείγματος', του 'σχεδίου' και της 'φόρμουλας'. Επομένως, δια του άρθρου 38 του Κεφ.155 έχει θεσμοθετηθεί ένα πρότυπο στη βάση του οποίου γράφεται το κατηγορητήριο, πράγμα που όλοι γνωρίζουμε από την καθημερινή ενασχόληση μας με ποινικές υποθέσεις συνοπτικής εκδίκασης. Ο ορθός τρόπος σύνταξης κατηγορητηρίου σε ποινικές υποθέσεις περιγράφεται μέσα από τις διατάξεις του άρθρου 39 του Κεφ.155. Στη δε υπόθεση Κυριάκου v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458 επισημάνθηκαν τα ακόλουθα τα οποία πραγματεύονται το ίδιο ζήτημα: "Σύμφωνα με το άρθρο 38(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, το κατηγορητήριο πρέπει να περιλαμβάνει, εκτός από το ποινικό αδίκημα ή τα ποινικά αδικήματα για τα οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, και τις λεπτομέρειες που εκτίθενται στο άρθρο 39 του ίδιου Νόμου. Η παράγραφος (γ) του άρθρου 39 προνοεί ότι κάθε κατηγορία στο κατηγορητήριο πρέπει να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, σύντομη και σε κοινή γλώσσα περιγραφή του ποινικού αδικήματος με το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος· η χρήση τεχνικών όρων πρέπει να αποφεύγεται όσο είναι δυνατό· δεν είναι δε απαραίτητο να εκτίθενται όλα τα ουσιώδη στοιχεία του ποινικού αδικήματος." Παράλληλα, ένα καίριο ερώτημα το οποίο χρήζει απάντησης είναι ο προσδιορισμός της νομικής έννοιας του όρου 'κατηγορητηρίου' που γίνεται συνεχώς επίκληση μέσα από τις πρόνοιες του Κεφ.155. Ανατρέχοντας στο άρθρο 2 του Κεφ.155 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου παρατηρώ ότι παρέχεται ο νομικός ορισμός του 'κατηγορητηρίου' που είναι 'η γραπτή κατηγορία για ποινικό αδίκημα για το οποίο κατηγορείται κάποιος κατηγορούμενος σε συνοπτική δίκη ή προανάκριση.' Το δε άρθρο 14
(1)του Περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1, προνοεί τα εξής: " Όταν ορίζονται όροι στο Νόμο, οι όροι αυτοί στο Νόμο που ορίζονται, θα έχουν την έννοια που αποδίδεται σε αυτούς από το Νόμο εκείνο, εκτός αν υπάρχει οτιδήποτε στο θέμα ή το κείμενο αντίθετο ή ασυμβίβαστο με τέτοια ερμηνεία." Η συνδυασμένη ερμηνεία των πιο πάνω άρθρων καθιστά αντιληπτό ότι στον όρο 'κατηγορητήριο' περιλαμβάνονται μόνο η έκθεση και οι λεπτομέρειες του αδικήματος και όχι το όνομα του ιδιώτη κατηγόρου ή το όνομα του κατηγορουμένου ή το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα εκδικαστεί. Αυτά απλά σημειώνονται στον τύπο του κατηγορητηρίου αλλά δεν αποτελούν μέρη του κατηγορητηρίου υπό τη νομική έννοια του, όπως αυτό προκύπτει μέσα από το άρθρο 2 του Κεφ.155. Το κατηγορητήριο είναι το έγγραφο που περιέχει τις κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στη βάση του οποίου προσάγεται ενώπιον της δικαιοσύνης για ν' απαντήσει. Σκοπός του κατηγορητηρίου είναι να θέσει το πλαίσιο της δίκης (βλέπε Γεώργιος Ιωσηφίδης (Ππαϊλα) ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 204). Στο κυπριακό νομικό σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των Λοΐζου και Πική, έκδοση 1975, σελίδα 46 αναφέρεται ότι το κατηγορητήριο διαιρείται σε δύο μέρη, ήτοι την έκθεση του αδικήματος και τις λεπτομέρειες του αδικήματος. Αυτό αντιδιαστέλλεται με αυτά που αναφέρονται στα αγγλικά νομικά συγγράμματα Halsbury's Laws of England, Fourth Edition, Volume 11, σελίδα 124 παράγραφος 202 κάτω από τον τίτλο 'Form of Indictment-Necessary Contents of Indictment' και Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice, έκδοση 2009, σελίδα 85, παράγραφος 114 κάτω από τον τίτλο 'Contents' όπου υποδεικνύεται ότι το κατηγορητήριο αποτελείται από τρία μέρη τα οποία είναι το εναρκτήριο (commencement), η έκθεση αδικήματος (statement of offence) και οι λεπτομέρειες αδικήματος (particulars of offence) με το τελευταίο αγγλικό νομικό σύγγραμμα (Archbold) να προσθέτει ως μέρη την υπογραφή και την ημερομηνία. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται τον ισχυρισμό του κυρίου Χατζηλοΐζου ότι το όνομα του κατηγόρου αποτελεί μέρος του κατηγορητηρίου. Είναι επίσης η θέση του εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής ότι το όνομα της κατηγόρου μπορεί να διορθωθεί σύμφωνα με το άρθρο 83 του Κεφ.155. Ένα ελάττωμα που εντοπίζεται σε κατηγορητήριο δύναται υπό προϋποθέσεις να διορθωθεί με τροποποίηση έτσι ώστε ποινικές υποθέσεις να μην χάνονται αδίκως. Το Δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να μεταβάλει ένα ελαττωματικό κατηγορητήριο, είτε τυπικά είτε ουσιαστικά, ακόμη και αυτεπάγγελτα χωρίς όμως να είναι υποχρέωση του (βλέπε άρθρο 83 του Κεφ.155, Λουκά v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 64). Αυτό, ανάμεσα σ' άλλα, περιλαμβάνει διόρθωση επί υφιστάμενης κατηγορίας καθώς και πρόσθεση κατηγοριών (βλέπε Lanitis Bros Ltd v. Iατρικών Yπηρεσιών & Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1995)2 Α.Α.Δ. 266). Τυπικό ελάττωμα σε κατηγορητήριο μπορεί να είναι ένα λάθος σε ημερομηνία ή ποσό ενώ ουσιαστικό ελάττωμα όταν η μαρτυρία που προσκομίζεται από την κατηγορούσα αρχή να μην συνάδει με το αναφερθέν αδίκημα και με τις λεπτομέρειες του, είτε μερικώς είτε στο σύνολο τους, ή όταν οι λεπτομέρειες αδικήματος δεν αποκαλύπτουν διάπραξη του κατ' ισχυρισμό αδικήματος. Στο κυπριακό νομικό σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των Λοΐζου και Πική, έκδοση 1975, σελίδα 71 αναφέρεται ότι οι εξουσίες που παρέχονται στο Δικαστήριο από το Κεφ.155 σε περίπτωση που το κατηγορητήριο κριθεί ελαττωματικό είτε τυπικά είτε ουσιαστικά περιορίζονται σε τροποποίηση είτε της έκθεσης του αδικήματος ή και των δύο και μπορούν να επεκταθούν σε αντικατάσταση ή προσθήκη νέας κατηγορίας όπως το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο για να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης. Όπως εξηγείται μέσα από το εν λόγω σύγγραμμα, η αναγκαιότητα για τροποποίηση μπορεί να προκύψει είτε για να θεραπευθεί τυχόν διάσταση ανάμεσα σε μία κατηγορία και τη μαρτυρία που προσκομίστηκε είτε για να δοθούν περισσότερες ή ακριβέστερες λεπτομέρειες σε κατηγορούμενο ώστε αυτός να προετοιμάσει καλύτερα την υπεράσπιση του είτε για να προστεθεί νέα κατηγορία ώστε να συμπεριληφθεί στο κατηγορητήριο αδίκημα το οποίο έχει αποκαλυφθεί από την προσκομισθείσα μαρτυρία. Η έννοια του όρου «ελλατωματικό» έχει ερμηνευθεί στην υπόθεση Pouris and Others v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 148. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του αναφέρθηκε στην αγγλική νομολογία, υιοθετώντας την ερμηνεία που έχει δοθεί στον όρο αυτό. Έτσι στην υπόθεση R v. Smith and Others 34 Cr. App. R. 168, το επιχείρημα ότι για να είναι το κατηγορητήριο ελαττωματικό πρέπει να είναι τέτοιο που νομικά να μην αποκαλύπτει την ύπαρξη αδικήματος, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, που τόνισε ότι μπορεί να γίνει οποιαδήποτε μεταβολή του κατηγορητηρίου σε θέματα όπως την περιγραφή και πιθανώς και πολλά άλλα, ούτως ώστε να ανταποκρίνεται στη διαθέσιμη μαρτυρία στην υπόθεση, πάντοτε κάτω από την προϋπόθεση ότι η τροποποίηση δεν προκαλεί αδικία στον κατηγορούμενο. Παραθέτω πιο κάτω το σχετικό απόσπασμα από την αγγλική υπόθεση R v. Smith and Others 34 Cr. App. R. 168 η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Pouris and Others v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 148 στη σελίδα 163 της τελευταίας υπόθεσης: "The agreement for the appellants appeared to involve the proposition that an indictment, in order to be defective, must be one which in law did not charge any offence at all and therefore is bad on the face of it. We do not take that view. In our opinion, any alteration in matters of description, and probably in many others respects, may be made in order to meet the evidence in the case so long as the amendment causes no injustice to the accused person...." Στην υπόθεση Leonidou v. Police
(1987)2 C.L.R.96 γίνεται ανάλυση της έννοιας «ελαττωματικό κατηγορητήριο». Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση αυτή, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "An indictment is defective not only when it is bad on the face of it, but also: (
  1. i)When it does not accord with the evidence before the committing magistrates, either because of inaccuracies or deficiencies in the indictment or because the indictment charges offences not disclosed in that evidence or fails to charge an offence which is disclosed therein, (
  2. ii)When for such reasons it does not accord with the evidence given at the trial: R. v. Hall [1968] 52 Cr. App. R. 528, R. v. Johal and Ram [1972] 56 Cr. App. R. 348 (A passage from Archbold's Criminal Pleading, Evidence and Practice, 40th Ed., p. 52 para. 53 adopted)." Στη βάση των πιο πάνω, καθίσταται σαφές ότι το ελαττωματικό κατηγορητήριο, το οποίο μπορεί να μεταβάλει το Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 83, δεν είναι βεβαίως ο τύπος, δηλαδή το σχέδιο ή η φόρμουλα ή το πρότυπο με το οποίο αυτό συντάσσεται και γράφεται, αλλά η γραπτή κατηγορία, στην οποία περιλαμβάνονται μόνο η έκθεση και οι λεπτομέρειες του αδικήματος. Σε καμία περίπτωση θα μπορούσε να θεωρηθεί το όνομα του ιδιώτη κατηγόρου, ως μέρος της γραπτής κατηγορίας, έτσι ώστε, εφόσον διαπιστωθεί λανθασμένη αναγραφή του στο έντυπο του κατηγορητηρίου, να δύναται να τροποποιηθεί, κατ' επίκληση της δικονομικής διάταξης του άρθρου 83 του Κεφ.155. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο απορρίπτει και αυτή τη θέση του εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής ως ανεδαφική. Η παρούσα περίπτωση διαφοροποιείται από αυτή που υπήρχε στην υπόθεση Ταμείο Προνοίας Προσωπικού Βιομηχανιών Συνομοσπονδίας Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου v. Samoa Clothing Industry και άλλου (Αρ.1)
(2000)2 Α.Α.Δ. 289 στην οποίαν το Ανώτατο Δικαστήριο χορήγησε άδεια για συνέχιση της διαδικασίας της έφεσης από τον Επίσημο Παραλήπτη και εκκαθαριστή της εταιρείας και διάταγμα για τροποποίηση του τίτλου της έφεσης με την αντικατάσταση της εταιρείας που τελούσε υπό εκκαθάριση από τον Επίσημο Παραλήπτη και εκκαθαριστή της (βλέπε επίσης Επίσημος Παραλήπτης και Εκκαθαριστής της Εταιρείας Ch. Zakakiotis (Disco) Ltd v. Kalavas & Associates Ltd κ.α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 523). Στις προαναφερόμενες υποθέσεις αυτό δικαιολογείτο επειδή υπήρχε το κατάλληλο θεσμοθετημένο δικονομικό υπόβαθρο που επέτρεπε κάτι τέτοιο. Το άρθρο 220 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113 μετά των συναφών τροποποιήσεων αναφέρει ρητά ότι στην περίπτωση που έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης ή έχει διοριστεί προσωρινός εκκαθαριστής απαιτείται η άδεια του Δικαστηρίου για συνέχιση της διαδικασίας και με τέτοιος όρους που το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει, με την έννοια της διαδικασίας, όπως αποφασίστηκε, να πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο ευρύ καλύπτοντας έτσι και την περίπτωση διαδικασίας σε ποινική υπόθεση. Αντίθετα, αντίστοιχο θεσμοθετημένο δικονομικό υπόβαθρο δεν εντοπίζεται μέσα από τις διατάξεις του Κεφ.155, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τη σχετική νομολογία. Για να στηρίξει τις θέσεις του ο κύριος Χατζηλοΐζου παρέπεμψε το Δικαστήριο στην ποινική έφεση Ανδρέας Σ. Κοιλιάρης Λτδ ν. Επarxιακού Λειτουργού Εργασίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 194 και σε δύο αποφάσεις πρωτόδικου δικαστηρίου που αφορούσαν ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις, ήτοι την 10260/08 και την 4405/11 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Ωστόσο οι εν λόγω υποθέσεις αφορούσαν την δυνατότητα τροποποίησης έκθεσης και λεπτομερειών αδικήματος και όχι του ονόματος του κατηγόρου. Κατά συνέπεια, δεν τυγχάνουν εδώ οποιασδήποτε εφαρμογής. Περαιτέρω, ο κύριος Χατζηλοΐζου παραπονιέται ότι η υπεράσπιση θα έπρεπε να είχε υποδείξει τη λανθασμένη επωνυμία του κατηγόρου πριν την απάντηση των κατηγορουμένων στις κατηγορίες του κατηγορητηρίου, κάτι το οποίο δεν έπραξε. Όπως έχω ήδη εξηγήσει ο εντοπισμός λάθους στο όνομα του κατηγόρου δεν εμπίπτει στην κατηγορία ελαττώματος για το οποίο παρέχεται δικονομική δυνατότητα διόρθωσης του. Το άρθρο 66 του Κεφ.155 υποδεικνύει την προβολή οποιουδήποτε τυπικού ελαττώματος επί του κατηγορητηρίου μετά την ανάγνωση στον κατηγορούμενο του κατηγορητηρίου και προτού αυτός απαντήσει αλλά όχι αργότερα. Από τη στιγμή που η δική μας περίπτωση δεν αποτελεί τυπικό μειονέκτημα επί κατηγορητηρίου και για να ακριβολογούμε ούτε καν τίθεται θέμα ελαττωματικότητας κατηγορητηρίου η οποιαδήποτε υποχρέωση των κατηγορουμένων που τυχόν δημιουργείται με βάση το πιο πάνω άρθρο δεν υφίσταται. Θα πρόσθετα ακόμη στην προκείμενη περίπτωση ότι μέσα από την επιχειρηματολογία του κυρίου Χατζηλοΐζου προκύπτει θέμα ανυπαρξίας νομικού προσώπου που φέρει την ιδιότητα του ιδιώτη κατηγόρου, πράγμα που εάν ήταν γνωστό στο Δικαστήριο, όταν στις 30.06.09, διέταξε την καταχώρηση του κατηγορητηρίου, δυνάμει του άρθρου 43
(2)του Κεφ. 155, προδήλως δεν θα επιτρεπόταν κάτι τέτοιο. Με το πιο πάνω σκεπτικό κρίνω ότι το αίτημα της κατηγορούσας αρχής δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό και ως εκ τούτου απορρίπτεται. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/Interim Αναφορά: Ενδιάμεση Απόφαση/Τροποποίηση ονόματος ιδιώτη κατηγόρου /Κεφ.155 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.