Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ιωάννη Στυλιανού, Αρ. Υπόθεσης 4996/09, 20.10.11 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B191 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 4996/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ιωάννη Στυλιανού, από τη Λεμεσό Κατηγορούμενου ------------------------------- 20.10.11 Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αργυρού Κατηγορούμενος παρών, γι' αυτόν: κ. Ρ. Ερωτοκρίτου Π Ο Ι Ν Η Με βάση την απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 26.9.2011, ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος σε δύο κατηγορίες που αφορούν τα αδικήματα της βαριάς σωματικής βλάβης και της επίθεσης προκαλούσας πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση των άρθρων 231 και 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, αντίστοιχα. Τα γεγονότα της υπόθεσης εκτίθενται αναλυτικά στην εν λόγω απόφαση του Δικαστηρίου. Για τον σκοπό επιβολής ποινής, κρίνεται σκόπιμο να αναφέρω ότι την επίδικη ημερομηνία, 22.8.2007, ο παραπονούμενος, Ιωάννης Μεταξάς, συναντήθηκε τυχαία με τον πατέρα του κατηγορούμενου στην είσοδο της πολυκατοικίας στην οδό Πολυδεύκη αρ.2, στην οποία διαμένουν και οι δύο, και άρχισαν συζήτηση για την πληρωμή των κοινοχρήστων και ασφαλίστρων της πολυκατοικίας που όφειλε ο παραπονούμενος. Ας σημειωθεί ότι ο πατέρας του κατηγορούμενου διαδέχθηκε τον παραπονούμενο ως διαχειριστή της πολυκατοικίας και μεταξύ τους είχαν διαφορές και διαφωνίες αναφορικά με τον τρόπο της διαχείρισης. Ενώ συζητούσαν, πήγαν εκεί ο κατηγορούμενος μαζί με την αδελφή του, η οποία σε κάποια φάση επενέβη στη συζήτηση και είπε στον παραπονούμενο να προσέχει πώς μιλά στον πατέρα του και ότι δεν του επιτρέπει να του μιλά με τέτοιο τρόπο. Τότε ο παραπονούμενος της είπε ότι είχε πολύ ψηλά τον πατέρα της αλλά τώρα έπεσε από τα μάτια του, και αμέσως επενέβη ο κατηγορούμενος, ο οποίος άρχισε να τον σπρώχνει στο στήθος και ταυτόχρονα να του δίνει γροθιές, με αποτέλεσμα ο παραπονούμενος να πέσει στο έδαφος και του έπεσαν τα γυαλιά που φορούσε. Ενώ ο παραπονούμενος βρισκόταν στο έδαφος με το κεφάλι γυρισμένο προς τα κάτω, ο κατηγορούμενος συνέχισε να τον κτυπά, τον πίεζε, τον κτυπούσε με γροθιές πίσω στο κεφάλι, και του έδωσε μία γροθιά η οποία τον βρήκε στο αριστερό μάτι. Ενόσω τον κτυπούσε, ο κατηγορούμενος φώναζε ουρλιαχτά ότι δεν του επιτρέπει να μιλά έτσι για τον πατέρα του. Όταν ο κατηγορούμενος σταμάτησε να τον κτυπά, στάθηκαν και οι 3 τους λίγο πιο κάτω από τον παραπονούμενο, ενώ ο τελευταίος ένιωσε αφόρητο πόνο στο μάτι, ένιωθε σαν να έχανε το φως του, και έτρεχαν υγρά και αίματα από το μάτι του. Ο παραπονούμενος φώναζε ότι έχασε το μάτι του, βγήκε έξω, και εκεί υπήρχε κόσμος, μία κοπέλα του έφερε νερό, και όταν ηρέμησε, ειδοποίησε ασθενοφόρο, το οποίο τον μετέφερε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Κατά την εξέταση του παραπονούμενου από τον Δρα Ευθυμίου, Βοηθό Διευθυντή του Τμήματος Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών, Μ.Κ.5, διαπιστώθηκε ότι αυτός έφερε επιφανειακό τραύμα στο μέτωπο, κεντρικά πάνω από το αριστερό μάτι, κάκωση στο αριστερό μάτι και οίδημα/μώλωπα. Επειδή ο παραπονούμενος είχε ήδη υποβληθεί σε μεταμόσχευση κερατοειδούς, παραπέμφθηκε στην οφθαλμίατρο χειρούργο και διαπιστώθηκε ότι αυτός παρουσίαζε ρήξη του μοσχεύματος του κερατοειδούς με αποτέλεσμα την ολική μετατόπιση του από τη θέση του. Συγκεκριμένα, ο παραπονούμενος υπέστη αποκόλληση του μοσχεύματος και η ίριδα και ο φακός χάθηκαν εντελώς με αποτέλεσμα να μην μπορούν να αντικατασταθούν. Ο παραπονούμενος οδηγήθηκε στο χειρουργείο, όπου του έγινε αποκατάσταση μετατόπισης του κερατοειδούς από τον Δρα Χρίστο Μαυρομμάτη, χειρούργο οφθαλμίατρο, υπεύθυνο του οφθαλμολογικού τμήματος του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, Μ.Κ.
- Στις 18.30 της επίδικης μέρας ο αστ. 68 Γιακουμής Γιακουμή, του ΤΑΕ Λεμεσού, Μ.Κ.2, συνέλαβε τον κατηγορούμενο στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού, δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε «Δεν τον κτύπησα». Ακολούθως, λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος τέθηκε υπό κράτηση. Την επομένη, 23.8.2007, ο αστ. 68 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε ότι δεν παραδέχεται. Ακολούθως ο κατηγορούμενος αφέθηκε ελεύθερος. Το ιατρικό πιστοποιητικό που ετοίμασε ο Δρ. Μαυρομμάτης, ημερ. 8.10.2007, το οποίο αποτελεί Τεκμήριο 9, περιγράφει με λεπτομέρεια τι έγινε στον παραπονούμενο την επίδικη μέρα και τη μετέπειτα πορεία του. Ειδικότερα, ο παραπονούμενος προσήλθε στο ΤΕΠΑ του Γενικού Νοσοκομείου με καθολική ρήξη του μοσχεύματος κερατοειδούς του αριστερού οφθαλμού. Κατά την εξέταση το μόσχευμα παρουσιαζόταν ανεστραμμένο κάτωθεν του κάτω βλεφάρου και παρουσίαζε απώλεια ίριδος, ψευδοφακού και υαλοειδούς. Ο παραπονούμενος οδηγήθηκε αυθημερόν στο χειρουργείο όπου, υπό γενική αναισθησία, έγινε συρραφή του μοσχεύματος με διακεκομμένες ραφές κατά 360ο περίμετρο. Ο παραπονούμενος μετεγχειρητικά παρουσίαζε θόλωση του μοσχεύματος και του δέκτη κερατοειδούς. Η ενδοφθάλμια πίεση είναι σε πολύ χαμηλά επίπεδα και παρουσιάζει επίσης πτώση του βλεφάρου και σμίκρυνση του βολβού. Στον αριστερό οφθαλμό υπάρχει μόνο αντίληψη του φωτός ενώ αυτός βρίσκεται σε πορεία βολβικής φθίσης. Ο δεξιός οφθαλμός παρουσιάζει αστιγματισμό ψηλού βαθμού και η οπτική οξύτητα του είναι 8/10 με γυαλιά. Ο παραπονούμενος είχε ιστορικό με το αριστερό του μάτι και αντιμετώπιζε πρόβλημα με το εν λόγω μάτι του από μικρή ηλικία και συγκεκριμένα είχε κερατόκωνο. Στις 9.4.2002 ο παραπονούμενος υποβλήθηκε σε εγχείρηση για μεταμόσχευση κερατοειδούς στη Λάρνακα. Το μάτι του παρουσίασε βελτίωση, όμως υπήρχε ακόμα θολούρα. Στις 7.9.2003, κατόπιν κάποιου μικρού ατυχήματος από τη σύζυγο του, ο παραπονούμενος υπέστη δεύτερη χειρουργική επέμβαση στο ίδιο μάτι από τον Δρα Μαυρομμάτη, λόγω αποκόλλησης του αμφισβληστροειδούς και του έγιναν συρραφές στο μάτι. Ειδικότερα, ο παραπονούμενος υπέστη μερική ρήξη του κερατοειδούς μοσχεύματος και τραυματισμό κρυσταλλοειδούς φακού του ματιού. Έγινε αποκατάσταση της ρήξης χειρουργικά και επανασυρραφή του μοσχεύματος, και καθαρισμός του κρυσταλλοειδούς φακού που είχε τραυματιστεί. Η κατάσταση του επιδεινώθηκε, και συγκεκριμένα ο παραπονούμενος έβλεπε πιο θολά, και έτσι στις 10.2.2005 ο παραπονούμενος υπέστη νέα επέμβαση από τον Δρα Μαυρομμάτη για την εμφύτευση φακού. Στις 12.4.2007 έγινε νέα επέμβαση από τον Δρα Μαυρομμάτη και πάλι για την αφαίρεση της μεμβράνης. Μετά την τελευταία αυτή επέμβαση, η κατάσταση του ματιού ήταν πιο ευαίσθητη όμως η όραση του παραπονούμενου βελτιώθηκε και άρχισε να βλέπει και μπορούσε να διαβάσει. Μετά τον τραυματισμό του ματιού του, στις 22.8.2007, και σύμφωνα με την πρόγνωση για βολβική φθίση, ο παραπονούμενος έχασε τη δυνατότητα να βλέπει, είχε μόνο αντίληψη φωτός και σταδιακά θα χάσει και την αντίληψη φωτός από το εν λόγω μάτι. Ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, ο συνήγορος του κατηγορούμενου αρχικά έκανε αναφορά στο μέρος της απόφασης του Δικαστηρίου όπου σχολιάζεται η αξιοπιστία του Δρα Μαυρομμάτη, με έμφαση στην παρατήρηση του Δικαστηρίου για το σημείωμα το οποίο τελικά δεν παρουσιάστηκε ποτέ στην υπεράσπιση. Συναφώς, ο κ. Ερωτοκρίτου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη την αδυναμία της υπεράσπισης να ενημερωθεί για τη μετεγχειρητική πορεία του παραπονούμενου και έτσι δεν υπήρχε ισότητα των όπλων στις δύο πλευρές εφόσον αυτό το σημείωμα βρισκόταν στην κατοχή του μάρτυρα ενόσω προέβαινε στην κύρια εξέταση του, και αυτό το γεγονός πρέπει να προσμετρήσει υπέρ του κατηγορούμενου. Ακολούθως ο συνήγορος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι στην υπό κρίση περίπτωση και με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, υπήρχε πρόκληση εκ μέρους του παραπονούμενου προς τον πατέρα του κατηγορούμενου, και ακόμα ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε υπό το καθεστώς έντονης συναισθηματικής φόρτισης και στην αγωνία της στιγμής, χωρίς οποιοδήποτε προσχεδιασμό. Ακόμα ο συνήγορος του κατηγορούμενου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει σοβαρά υπόψη τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, παράγοντα τον οποίο η νομολογία αναγνωρίζει ότι επηρεάζει το είδος της ποινής. Ο κ. Ερωτοκρίτου εισηγήθηκε ότι ο κατηγορούμενος έμπρακτα έχει δείξει τη μεταμέλεια του με την προσφορά προς τον παραπονούμενο αποζημίωσης για τα τραύματα που του προκάλεσε, ποσού 50,000 ευρώ, στο πλαίσιο αγωγής που αυτός καταχώρησε εναντίον του κατηγορούμενου. Η εν λόγω προσφορά όμως δεν τελεσφόρησε λόγω μη ικανοποίησης του παραπονούμενου με την πρόταση αποπληρωμής του ποσού και της απαίτησης του για την εγγύηση πληρωμής του ποσού, κάτι το οποίο δεν έγινε κατορθωτό από πλευράς κατηγορούμενου λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετωπίζει. Προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών του, ο κ. Ερωτοκρίτου κατέθεσε Δήλωση που να περιέχει αυτή την πρόταση η οποία όμως είναι ανυπόγραφη λόγω μη υλοποίησης της, Τεκμήριο Β. Τέλος, ο κ. Ερωτοκρίτου υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, Τεκμήριο Α, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα. Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 49 ετών, έγγαμος, αυτοεργοδοτούμενος. Η σύζυγος του είναι ηλικίας 48 ετών, ιδιωτική υπάλληλος και διαμένει στη Γερμανία. Πριν τη σύλληψη του ο κατηγορούμενος διέμενε στη Γερμανία μαζί με τη σύζυγο του. Ο κατηγορούμενος είχε μηνιαίο εισόδημα από την εργασία του ύψους 3,500 ευρώ, ενώ οι μόνες καταθέσεις είναι το ποσό των 500 ευρώ σε Γερμανική τράπεζα. Ο κατηγορούμενος κατάγεται από την Αμμόχωστο. Προέρχεται από οικογένεια μέτριας κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Οι γονείς του είναι συνταξιούχοι και ο ίδιος είναι το δεύτερο από τα τρία παιδιά της οικογένειας. Μετά την ολοκλήρωση της σχολικής του φοίτησης υπηρέτησε στην Εθνική Φρουρά. Ακολούθως πήγε στη Γερμανία για σπουδές όπου απέκτησε πτυχίο στη μεθοδική μηχανολογία. Έκτοτε ζει και εργάζεται στη Γερμανία. Διατηρεί δική του εταιρεία που ασχολείται με θέματα πιστοποίησης ασφάλειας διαφόρων προϊόντων. Το 1996 ο κατηγορούμενος τέλεσε γάμο με τη σύζυγο του η οποία κατάγεται από τη Γερμανία. Δεν απόκτησαν παιδιά λόγω ιατρικών προβλημάτων. Οι σχέσεις του ζεύγους είναι άριστες. Ο κατηγορούμενος πάσχει από μία σπάνια ασθένεια που χρήζει περαιτέρω διερεύνησης. Η κράτηση του στις Φυλακές τον έχει συγκλονίσει και βρίσκεται σε άσχημη συναισθηματική κατάσταση. Επιθυμία του είναι μετά την ολοκλήρωση της δικαστικής διαδικασίας να επιστρέψει στη Γερμανία κοντά στη σύζυγο του. Ο κ. Ερωτοκρίτου πρόσθεσε ότι όταν ο κατηγορούμενος βρίσκεται κάτω από έντονες ψυχικές πιέσεις, πάσχει από κράμπες στα πόδια και χέρια, πονοκέφαλο, ρίγος και εμετούς, και οι γιατροί στη Γερμανία δεν κατάφεραν ακόμα να τον βοηθήσουν και η περίπτωση του χρήζει διερεύνησης. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης στον κατηγορούμενο, συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αναστολή έκτισης της ποινής. Αυτές συνίστανται στο λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, τη διαγωγή του μετά τη διάπραξη των αδικημάτων, την ένδειξη έμπρακτης μεταμέλειας και τα κίνητρα διάπραξης των αδικημάτων. Κατά τη μέρα επιβολής ποινής στον κατηγορούμενο, ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ήγειρε κάποιον ισχυρισμό σε σχέση με τη θέση της υπεράσπισης αναφορικά με το θέμα της προσφοράς του κατηγορούμενου για αποζημίωση του παραπονούμενου, που οδήγησε αρχικά στη διαφωνία των δύο πλευρών επί των συναφών γεγονότων. Τελικά η υπεράσπιση ζήτησε λίγο χρόνο για να μπορέσει να υλοποιήσει την πρόταση της για αποζημίωση του παραπονούμενου στο πλαίσιο της πολιτικής αγωγής που εκκρεμεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Πράγματι, αυτή η πρόταση τελικά υλοποιήθηκε, και προς τούτο αγόρευσε εκ νέου ο συνήγορος υπεράσπισης, καταθέτοντας σχετική ενυπόγραφη Δήλωση από τον παραπονούμενο και δύο μάρτυρες, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο Γ. Σε αυτή αναφέρεται ότι ο παραπονούμενος εισέπραξε το ποσό των 20,000 ευρώ ως μέρος της αποζημίωσης των 50,000 ευρώ, που συμφωνήθηκε στο πλαίσιο της αγωγής αρ. 3568/2009, και στην οποία εκδόθηκε απόφαση για το εναπομείναν ποσό των 30,000 ευρώ με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, με δήλωση για την πληρωμή του ποσού των 20,000, στις 17.10.
- Περαιτέρω, την ίδια ημερομηνία, πληρώθηκε επίσης το ποσό των 3,000 ευρώ ως δικηγορικά έξοδα στο πλαίσιο της αγωγής. Στην εν λόγω Δήλωση ο παραπονούμενος αναφέρει επίσης ότι έχει συμφιλιωθεί με τον κατηγορούμενο, δεν έχει κανένα παράπονο ή απαίτηση εναντίον του, τον έχει συγχωρέσει και δέχεται ακόμα ότι το όλο πλέγμα των γεγονότων που αφορούν τις δύο υποθέσεις, ποινική και πολιτική, αφορούσε έντονη στιγμιαία συναισθηματική φόρτιση που δημιουργήθηκε μεταξύ τους αμέσως πριν ή κατά την εξέλιξη των εν λόγω γεγονότων. Με δεδομένη αυτή την εξέλιξη, ο συνήγορος του κατηγορούμενου κάλεσε το Δικαστήριο να δώσει μία ευκαιρία στον κατηγορούμενο, αναστέλλοντας την ποινή φυλάκισης που ήθελε επιβληθεί σε αυτόν, τονίζοντας ότι ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου. Η σοβαρότητα του αδικήματος της βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, αντικατοπτρίζεται από το ανώτατο όριο ποινής όσο και από τη σχετική νομολογία που εισηγείται την επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε αδικήματα χρήσης βίας κατά των ανθρώπων. Το Ανώτατο Δικαστήριο σε αρκετές αποφάσεις του έχει χαρακτηρίσει τη χρήση βίας εναντίον ανθρώπων ως αδίκημα «ιδιάζουσας σοβαρότητας» που «πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς.» Αυτά λέχθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τόκκαλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95. Θεώρηση της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου δείχνει ότι τέτοιας φύσης αδίκημα αντιμετωπίζεται με αυστηρή και αποτρεπτική ποινή, που είναι συνήθως η ποινή φυλάκισης, η οποία κυμαίνεται από μερικούς μήνες μέχρι και 6 χρόνια, χωρίς να μου διαφεύγει ότι η παρούσα υπόθεση εκδικάζεται συνοπτικά. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Αεροπόρος v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 275, Ηλιάδης v. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 6, Θεοκλείτου v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 164, Χαραλάμπους v.Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 241, Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 463, και Γενικός Εισαγγελέας v. Evans
(2005)2 Α.Α.Δ. 639 και στην πιο πρόσφατη υπόθεση Σακαρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 21/2011 και 25/2011, ημερ. 14.7.2011. Όπως σε κάθε περίπτωση, βέβαια, το ορθό μέτρο τιμωρίας συναρτάται πάντοτε με τις συνθήκες και περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Σχετικά παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 143, το οποίο είναι αρκετά διαφωτιστικό: «Δεν υποστηρίζεται από τη νομολογία η άποψη ότι για το αδίκημα του άρθρου 231 υπάρχει η οροφή των 3 ή 4 ετών. Ας σημειωθεί ότι, κατ΄ ανώτατο όριο, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 7 χρόνων. Για παράδειγμα, στην υπόθεση Demetris M. Kontos v. The Police
(1965)2 C.L.R.115, που ήταν περίπτωση διανοητικά ανισόρροπου εγκληματήσαντος με προηγούμενα, επικυρώθηκε φυλάκιση 6 ετών. Από ένα γενικό βλέμμα στη νομολογία, μπορεί να διαπιστωθεί πως οι ποινές φυλάκισης κυμαίνονται από μερικούς μήνες μέχρι 6 χρόνια. Υπήρχαν περιπτώσεις που αγγίζουν ουσιαστικά το ανώτατο όριο. Σημασία για το μέγεθος της ποινής έχουν οι συνθήκες και περιστάσεις της κάθε υπόθεσης...» Παρόλο που υπάρχει η ανάγκη απόδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή σε τέτοιας φύσης αδίκημα, το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί. Το Δικαστήριο έχει καθήκον, ακόμα και σε τέτοιες περιπτώσεις, να εξισορροπήσει και να εξατομικεύσει την ποινή κατά τρόπο ούτως ώστε αυτή να συνάδει με το πρόσωπο του δράστη και των ιδιαίτερων περιστάσεων του. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Φιλίππου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245. Στρεφόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, αρχικά λαμβάνω υπόψη τη φύση της αξιόποινης συμπεριφοράς του κατηγορούμενου. Ειδικότερα λαμβάνω υπόψη ότι ο κατηγορούμενος αρχικά επιτέθηκε στον παραπονούμενο σπρώχνοντας τον και δίνοντας του γροθιές, με αποτέλεσμα ο παραπονούμενος να πέσει στο έδαφος. Τότε ο κατηγορούμενος συνέχισε να κτυπά τον παραπονούμενο, ενώ αυτός ήταν γυρισμένος προς τα κάτω, πιέζοντας τον, κτυπώντας τον με γροθιές πίσω στο κεφάλι μέχρι τη γροθιά που τον βρήκε στο αριστερό μάτι, φωνάζοντας του ταυτόχρονα ουρλιακτά ότι δεν του επέτρεπε να μιλά με αυτό τον τρόπο στον πατέρα του. Θεωρώ ότι αυτή η συμπεριφορά είναι απαράδεκτη καθότι όχι μόνο ο κατηγορούμενος κτύπησε τον παραπονούμενο, αλλά δεν σταμάτησε την ώρα πλέον που αυτός βρισκόταν στο έδαφος και μάλιστα με το κεφάλι προς τα κάτω, συνεχίζοντας με τον ίδιο βίαιο και ανελέητο τρόπο να τον κτυπά μέχρι τη γροθιά που επέφερε τέτοιο τραυματισμό στον παραπονούμενο που δεν υπήρχε πλέον άλλο περιθώριο για τον κατηγορούμενο να συνεχίσει. Ακόμα, ενώ ήταν εμφανές τότε ότι ο παραπονούμενος υπέστη βλάβη στο μάτι, ο κατηγορούμενος παρέμεινε εκεί σαν θεατής και δεν προσέτρεξε προς βοήθεια του παραπονούμενου. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι το όλο επεισόδιο άρχισε με τη συνομιλία μεταξύ του παραπονούμενου και του πατέρα του κατηγορούμενου, σε μία τυχαία συνάντηση τους στην είσοδο της πολυκατοικίας, η οποία όμως συνομιλία κορυφώθηκε και δημιούργησε ένταση εν όψει των διαφορών που είχαν οι δύο αναφορικά με τη διαχείριση της πολυκατοικίας. Κατά τη διάρκεια της έντασης, βρέθηκαν στη σκηνή ο κατηγορούμενος και η αδελφή του, οι οποίοι θορυβήθηκαν με τον τρόπο που ο παραπονούμενος μιλούσε στον πατέρα τους, ηλικίας τότε 77 ετών. Η παρέμβαση της αδελφής του κατηγορούμενου προκάλεσε περαιτέρω την όξυνση της όλης κατάστασης από πλευράς παραπονούμενου, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να εκστομίσει λόγια προς τον πατέρα του κατηγορούμενου, που έθιγαν την αξιοπρέπεια του και εδώ ακριβώς αντέδρασε ο κατηγορούμενος με την αξιόποινη συμπεριφορά του. Υπό αυτές τις περιστάσεις, θεωρώ ότι ο κατηγορούμενος είχε δεχθεί κάποιου είδους πρόκληση από τον παραπονούμενο, και αντέδρασε με αυτό τον τρόπο. Η πρόκληση αποτελεί μετριαστικό παράγοντα της σοβαρότητας του αδικήματος. Στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342, η απώλεια αυτοελέγχου κάτω από το βάρος της πρόκλησης, προσδιορίστηκε ως μετριαστικός παράγοντας κατά την επιβολή ποινής. Βέβαια, η πρόκληση που εδώ δέχθηκε ο κατηγορούμενος δεν ήταν τέτοια που να δικαιολογεί την όλη αντίδραση του κατηγορούμενου όπως αυτή εξελίχθηκε μέχρι το τέλος, καθότι ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να σταματήσει να κτυπά τον παραπονούμενο όταν αυτός έπεσε στο έδαφος. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρώ σημαντικό το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος αντίδρασε στιγμιαία και χωρίς οποιοδήποτε προσχεδιασμό, εν όψει της κατάστασης όπως εξελίχθηκε μεταξύ του πατέρα του και του παραπονούμενου. Δυστυχώς βέβαια, ο αυθορμητισμός του κατηγορούμενου κατέληξε στην όλη συμπεριφορά του, όπως περιγράφεται πιο πάνω. Το δε αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου είχε σοβαρότατες συνέπειες στον παραπονούμενο. Ο παραπονούμενος είχε ιστορικό με το εν λόγω μάτι και μάλιστα υποβλήθηκε σε διάφορες επεμβάσεις, με αποτέλεσμα να ήταν σε θέση να βλέπει και να διαβάζει από το εν λόγω μάτι, το οποίο ήταν ευαίσθητο, όμως με τον τραυματισμό που του προκάλεσε ο κατηγορούμενος, ο παραπονούμενος απώλεσε τη δυνατότητα όρασης του οριστικά και είχε μόνο αντίληψη φωτός ενώ ταυτόχρονα παρουσίασε φθίση η οποία τελικά θα του προκαλέσει και την απώλεια αντίληψης φωτός. Επομένως, η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορούμενου κόστισε το αριστερό μάτι του παραπονούμενου. Οι συνέπειες στον παραπονούμενο από την αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορούμενου είναι τέτοιες που προσδίδουν ιδιαίτερη σοβαρότητα στο αδίκημα της βαριάς σωματικής βλάβης. Στο σημείο αυτό, επισημαίνω ότι η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης αναφορικά με τη μη παρουσίαση από τον Δρα Μαυρομμάτη του σημειώματος που κατείχε και επομένως η εισήγηση του περί μη ισότητας των όπλων και μη δίκαιης δίκης, δεν έχει βάση αλλά ούτε και θέση στο παρόν στάδιο κατά την επιβολή ποινής. Ως ελαφρυντικούς παράγοντες για τον κατηγορούμενο, λαμβάνω υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του και τη μεταγενέστερη συμπεριφορά του μέχρι σήμερα, καθότι αυτός δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε άλλη αξιόποινη συμπεριφορά. Ο δε χρόνος που έχει παρέλθει από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή στον κατηγορούμενο είναι παράγοντας που πρέπει να ληφθεί υπόψη. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν στις 22.8.2007, η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 27.2.2009, χωρίς να προβληθεί λόγος γι' αυτή την καθυστέρηση, και, εφόσον ο κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή, η υπόθεση εκδικάστηκε. Το Δικαστήριο καλείται να του επιβάλει ποινή 4 και πλέον χρόνια μετά τη διάπραξη των αδικημάτων. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρουν οι υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας v. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71, Γενικός Εισαγγελέας v. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 252, Γενικός Εισαγγελέας κ.ά. v. Πότση κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 252, και Γενικός Εισαγγελέας v. Πεγειώτη κ.ά. (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v.Τέλλα (ανωτέρω), λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι καθήκον των Δικαστηρίων να προστατεύσουν αποτελεσματικά το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής των πολιτών και το απαραβίαστο της κατοικίας τους. Πράξεις όπως αυτή του παρόντα εφεσίβλητου τείνουν να παραβιάσουν τα δικαιώματα αυτά και θα πρέπει, ως εκ τούτου, να τιμωρούνται με την αρμόζουσα αυστηρότητα, κατά κανόνα με ποινές φυλάκισης. Με μεγάλο δισταγμό αποφασίσαμε να μην καταφύγουμε στην ποινή φυλάκισης και να περιοριστούμε στην αύξηση του ποσού του προστίμου. Η απόφασης μας αυτή οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι παρήλθαν περίπου 18 μήνες από τη διάπραξη του αδικήματος και πλησιάζει η συμπλήρωση ενός χρόνου από την ημέρα που επιβλήθηκε στον εφεσίβλητο η προσβαλλόμενη ποινή. Εκτός στις περιπτώσεις που το θεωρούμε απόλυτα αναγκαίο, πιστεύουμε ότι είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση τόσου μακρού χρόνου από την ημέρα που το πρωτόδικο Δικαστήριο επέλεξε να επιβάλει σε κατηγορούμενο πρόσωπο ποινή άλλη από φυλάκιση. Κρίνουμε ότι δεν είναι απόλυτα απαραίτητο στην παρούσα υπόθεση να παρεκκλίνουμε από την πιο πάνω αρχή και να επιβάλουμε ποινή φυλάκισης. Ο σκοπός του νόμου μπορεί να ικανοποιηθεί με την επιβολή επαρκούς ποσού προστίμου. » Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας κ.ά. v. Πότση κ.ά., (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο είπε τα εξής για το ίδιο θέμα: «Έχει νομολογηθεί ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής. (Βλέπε: Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης (πιο πάνω)). Η πάροδος μακρού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την ανάγκη για αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Στην παρούσα υπόθεση είχαν παρέλθει σχεδόν τέσσερα χρόνια, όταν επεβλήθη η ποινή από τη διάπραξη του αδικήματος. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι η καταδιωκτική αρχή καθυστέρησε ανεπίτρεπτα επί ένα χρόνο στην καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης στο Δικαστήριο. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω καθώς και όλες τις προσωπικές περιστάσεις του εφεσίβλητου όπως αναφέρθησαν προηγουμένως και το λευκό ποινικό του μητρώο έχουμε καταλήξει, ότι η επιβληθείσα ποινή της φυλάκισης από το πρωτόδικο Δικαστήριο, αν και επιεικής, δεν αντιστρατεύεται τις νομολογιακές αρχές επί του θέματος και δεν παρέχεται πεδίο για επέμβαση μας.» Τέλος, το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Πεγειώτη κ.ά. (Αρ. 2) (ανωτέρω) είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό: «Στην παρούσα υπόθεση οι εκκαλούμενες ποινές έχουν επιβληθεί 40 μήνες μετά τη διάπραξη των αδικημάτων. Αυτός ο παράγων είναι μεταξύ των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Μάλιστα έχει νομολογηθεί ότι εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, 10, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 77, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, 361, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267, 271, Γενικός Εισαγγελέας κ.ά. ν. Πότση κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 252, Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272).» Ας σημειωθεί ότι στην εν λόγω υπόθεση οι ποινές φυλάκισης που είχαν επιβληθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν διαφοροποιήθηκαν, παρόλο που χαρακτηρίστηκαν ως επιεικείς. Ακόμα λαμβάνω σοβαρά υπόψη την έμπρακτη μεταμέλεια του κατηγορούμενου που διαφάνηκε μέσα από την αποζημίωση του παραπονούμενου προς πλήρη ικανοποίηση του για τη ζημιά που υπέστη και ακόμα τη συμφιλίωση του κατηγορούμενου και του παραπονούμενου, ενώ μάλιστα ο τελευταίος αναγνωρίζει ότι το όλο συμβάν οφειλόταν στην έντονη συναισθηματική φόρτιση και ένταση της στιγμής. Τέλος, λαμβάνω υπόψη τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου όπως αυτές περιέχονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και εκτίθενται πιο πάνω. Ειδικότερα λαμβάνω υπόψη ότι ο κατηγορούμενος προέρχεται από μία συγκροτημένη οικογένεια, είναι κάτοχος πανεπιστημιακού πτυχίου και διατηρεί τη δική του επιχείρηση στη Γερμανία, όπου διαμένει μόνιμα με τη σύζυγο του. Στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας γίνεται αναφορά σε μία σπάνια ασθένεια από την οποία πάσχει ο κατηγορούμενος, και σχετική αναφορά έγινε επίσης από τον συνήγορο του κατηγορούμενου κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής. Πέραν της γενικής περιγραφής των συμπτωμάτων της ασθένειας του κατηγορούμενου, δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε άλλα στοιχεία σε σχέση με αυτό το θέμα, χωρίς να παραγνωρίζω ότι η περίπτωση του κατηγορούμενου χρήζει περαιτέρω διερεύνησης. Με έχει προβληματίσει ο χρόνος που έχει παρέλθει από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα, σε συνδυασμό με τη διαγωγή του κατηγορούμενου από τότε μέχρι σήμερα. Καταλήγω ότι η φύση της υπόθεσης και η βλάβη που προκλήθηκε στον παραπονούμενο και γενικά όλες οι περιστάσεις που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση είναι τέτοιες που καθιστούν απολύτως αναγκαία την αντιμετώπιση του κατηγορούμενου με τη δέουσα αυστηρότητα που επιβάλλει η χρήση της βίας από αυτόν και η πρόκληση απώλειας του αριστερού ματιού του παραπονούμενου που χρόνια τώρα προσπαθούσε να περισώσει. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω δεδομένα, και με κύριο γνώμονα τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και κυρίως τις συνέπειες προς τον παραπονούμενο, καταλήγω ότι η μόνη κατάλληλη ποινή φυλάκισης απολήγει αναπόφευκτη. Όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες που αναφέρονται πιο πάνω δεν είναι ικανοί να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής αλλά θα αντανακλούνται στην έκταση αυτής. Επειδή τα γεγονότα που αφορούν τις δύο κατηγορίες στις οποίες ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος είναι αλληλένδετα ως μέρος ενός συνεχόμενου επεισοδίου και η πρώτη κατηγορία αφορά αδίκημα σοβαρότερο από αυτό που περιέχεται στη δεύτερη κατηγορία, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως επιβάλω ποινή στον κατηγορούμενο στην πρώτη κατηγορία μόνο και μην επιβάλω ποινή σε αυτόν στη δεύτερη κατηγορία. Ως εκ τούτου στον κατηγορούμενο στην πρώτη κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 10 μηνών. Στη δεύτερη κατηγορία δεν επιβάλλεται ποινή. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης για την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από την τελευταία τροποποίηση του Νόμου 95/72 με τον τροποποιητικό Νόμο 186(Ι)/03, όπου το νέο άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου». Θεωρώ χρήσιμο ν' αναφερθώ αρχικά στις υποθέσεις Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 240 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Βασιλείου
(2003)2 Α.Α.Δ. 21, στις οποίες η ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί αναστάληκε ενόψει των ιδιαιτέρων περιστάσεων των εν λόγω υποθέσεων κατά χρόνο μάλιστα που η ευχέρεια του Δικαστηρίου ήταν πολύ πιο περιορισμένη. Σε σχέση με το άρθρο 3
(2)του τροποποιητικού Νόμου 186(Ι)/03, αντλώ καθοδήγηση αναφορικά με την εφαρμογή του από τις υποθέσεις Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 323 και ειδικότερα Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327. Χρήσιμη αναφορά γίνεται επίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο ο συνήγορος του κατηγορούμενου, και στο ακόλουθο απόσπασμα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)». Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, ικανοποιούμαι ότι οι συνθήκες που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση είναι τέτοιες που να δικαιολογούν την αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Αυτές είναι κυρίως η διαγωγή του κατηγορούμενου τόσο πριν όσο και μετά τη διάπραξη των αδικημάτων, καθότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και στη χρονική περίοδο των 4 ετών που έχει διαρρεύσει από τότε μέχρι και σήμερα ο κατηγορούμενος δεν επέδειξε άλλη αξιόποινη συμπεριφορά. Μάλιστα ο κατηγορούμενος εκδήλωσε την έμπρακτη του μεταμέλεια με την πλήρη αποζημίωση του παραπονούμενου και τη συμφιλίωση πλέον μεταξύ τους, έτσι ώστε τελικά το επίδικο συμβάν να αποτελεί ένα τραγικό επεισόδιο αλλά του παρελθόντος. Επίσης ο κατηγορούμενος φαίνεται να είναι γενικά ένα φιλήσυχο άτομο που αντιμετωπίζει κάποια προβλήματα οικογενειακά στην απόκτηση παιδιών αλλά και πάσχει από μία σπάνια ασθένεια η οποία ακόμα δεν έχει εξακριβωθεί ως προς τη φύση και τη θεραπεία της. Θεωρώ ότι αυτές οι συνθήκες είναι τέτοιες που να δικαιολογούν την αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου η έκτιση της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. (Υπ.) ............ Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Ποινή Αναφορά: Βαριά σωματική βλάβη cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο