Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ανδρέα Κοσμά κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15989/11, 21 Οκτωβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B192 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15989/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν.
- Ανδρέα Κοσμά
- Nguyen Thi Ha
- Le Thi Na Κατηγορουμένων ----------------------- Ημερομηνία: 21 Οκτωβρίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αργυρού Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 παρόντες, γι' αυτούς: κ. Β. Πουργουρίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Με βάση την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 14.10.2011, ο πρώτος κατηγορούμενος κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπιση του στην πρώτη κατηγορία για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών, και οι κατηγορούμενες 2 και 3 κλήθηκαν να προβάλουν την υπεράσπιση τους στη δεύτερη και την τέταρτη κατηγορία αντίστοιχα, που αφορά το αδίκημα της διεξαγωγής επαγγέλματος χωρίς τη γραπτή άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Η τρίτη κατηγορουμένη αντιμετώπιζε την πέμπτη κατηγορία για το αδίκημα της παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής της, στην οποία παραδέχθηκε ενοχή πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης. Η δεύτερη κατηγορουμένη αντιμετώπιζε αντίστοιχη κατηγορία, την τρίτη κατηγορία, στην οποία απαλλάγηκε και αθωώθηκε με βάση την εν λόγω ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου. Επομένως, η μαρτυρία που αφορά την εν λόγω κατηγορία δεν θα ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της ακρόασης της υπόθεσης για τον σκοπό έκδοσης της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου. Η μαρτυρία που προσφέρθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή παρατίθεται με τη χρονολογική σειρά των γεγονότων αντί με τη σειρά των μαρτύρων. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της Α/Αστ. 75 Χριστιάνας Αντωνίου, της ΥΑΜ Λεμεσού, Μ.Κ.3, στις 8.9.2011 και περί ώρα 20.45, κατόπιν πληροφορίας ότι στο καφενείο με την ονομασία «Ανόρθωση - Επιστροφή Αμμοχώστου», που βρίσκεται στο χωριό Αυδήμου, εργάζονται παράνομα αλλοδαπές, αυτή μετέβη στο μέρος μαζί με τους Λοχ. 4702 και αστ. 2148 για έλεγχο της πληροφορίας. Κατόπιν δεκάλεπτης παρακολούθησης, αντιλήφθηκαν μία αλλοδαπή να σερβίρει ποτά στους θαμώνες του καφενείου και μία αλλοδαπή να βρίσκεται εντός της κουζίνας και να πλένει πιάτα. Ενώ η αλλοδαπή που σέρβιρε τους θαμώνες κατευθυνόταν προς την κουζίνα μεταφέροντας διάφορα ποτήρια σε δίσκο, η Μ.Κ.3 την ακολούθησε και αφού εισήλθε και αυτή εντός της κουζίνας, η μάρτυρας της αποκάλυψε την αστυνομική της ταυτότητα και ζήτησε και από τις δύο αλλοδαπές τα στοιχεία τους. Από τον έλεγχο που διενήργησε η Μ.Κ.3, διαπιστώθηκε ότι οι δύο αλλοδαπές είναι οι κατηγορούμενες 2 και 3, και ότι η τρίτη κατηγορουμένη ήταν αιτήτρια πολιτικού ασύλου, η αίτηση της απορρίφθηκε από την Αναθεωρητική Αρχή στις 21.3.2011 και έκτοτε παραμένει παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία και τα στοιχεία της εντοπίζονται στο Στοπ Λιστ ως αναζητούμενο πρόσωπο. Η Μ.Κ.3 τις πληροφόρησε για τα αδικήματα που διέπρατταν, δηλαδή της παράνομης παραμονής για την τρίτη κατηγορουμένη και της παράνομης απασχόλησης και για τις δύο κατηγορούμενες, και αφού τους επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτές δεν απάντησαν. Στις 21.00 η Μ.Κ.3 τις συνέλαβε και αφού τους επέστησε εκ νέου την προσοχή στο Νόμο, αυτές πάλι δεν έδωσαν απάντηση. Ενημερώθηκαν για τα δικαιώματα τους, και κατονόμασαν ως εργοδότη τους τον Ανδρέα Κοσμά, πρώτο κατηγορούμενο, ιδιοκτήτη του καφενείου, ο οποίος δεν βρισκόταν στο μέρος και κλήθηκε να παρουσιαστεί στον αστυνομικό σταθμό Αυδήμου. Ακολούθως οι κατηγορούμενες 2 και 3 μεταφέρθηκαν στον αστυνομικό σταθμό Αυδήμου για περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Η Μ.Κ.3 πρόσθεσε ότι αυτή ρώτησε τις κατηγορούμενες ποιος είναι ο εργοδότης τους και αυτές κατονόμασαν τον κ. Ανδρέα και έδωσαν το τηλέφωνο του, και αυτός αναζητήθηκε από άλλο συνάδελφο που ήταν εκεί και κλήθηκε να μεταβεί στον σταθμό. Κατά την αντεξέταση της η Μ.Κ.3 είπε ότι στο καφενείο υπήρχαν γύρω στους 30 θαμώνες και η δεύτερη κατηγορουμένη κρατούσε διάφορα ποτά σε δίσκο και τους σέρβιρε ποτά και καφέδες. Η τρίτη κατηγορουμένη δεν έπλενε τα πιάτα στα οποία έφαγε, ως ήταν η εισήγηση της υπεράσπισης, αλλά τα πιάτα και τα ποτήρια που χρησιμοποιούσαν οι θαμώνες και τα οποία μετέφερε η δεύτερη κατηγορουμένη. Η Μ.Κ.3 μίλησε στα Ελληνικά και στα Αγγλικά στις δύο κατηγορούμενες, και τις ρώτησε και στις δύο γλώσσες «ποιος είναι ο εργοδότης» και «who is your boss or employer» και κατονόμασαν τον κ. Ανδρέα. Ο Λοχ. 4702 Αντώνης Κωνσταντινίδης, Μ.Κ.4, κατέθεσε επίσης για τις συνθήκες παρακολούθησης και σύλληψης των δύο κατηγορουμένων στο καφενείο, όπως αναφέρθηκαν από τη Μ.Κ.3, και πρόσθεσε ότι η μία εξ αυτών τηλεφώνησε στον πρώτο κατηγορούμενο, και μίλησε και ο μάρτυρας με αυτόν για να μεταβεί στον σταθμό, αφού προηγουμένως τις ρώτησε ποιος είναι ο υπεύθυνος/ιδιοκτήτης του καφενείου. Στον σταθμό, ο Μ.Κ.4 τις ρώτησε αν αυτός είναι ο ιδιοκτήτης του καφενείου και «ο μάστρος» τους και απάντησαν θετικά. Ακολούθως ο Μ.Κ.4 ρώτησε τον πρώτο κατηγορούμενο για τις κοπέλες, και αυτός αρνήθηκε ότι δούλευαν στο καφενείο, λέγοντας ότι η μία πήγε για να φάει εκεί ενώ η άλλη είναι φιλενάδα του. Αργότερα την ίδια μέρα ο αστ. 3731 Ηλίας Μιχαήλ, του αστυνομικού σταθμού Αυδήμου, Μ.Κ.1, που ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον πρώτο κατηγορούμενο, Τεκμήριο 2, και ακολούθως τον κατηγόρησε γραπτώς και απάντησε ότι δεν παραδέχεται ότι εργοδότησε τις δύο κοπέλες. Η γραπτή κατηγορία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ο Α/Αστ. 445 Μιχάλης Ευθυμίου, επίσης του αστυνομικού σταθμού Αυδήμου, Μ.Κ.2, έλαβε ανακριτικές καταθέσεις από τις δύο κατηγορούμενες. Η κατάθεση της τρίτης κατηγορουμένης κατατέθηκε στη μητρική της γλώσσα ως Τεκμήριο 3 Α, η πιστή μετάφραση αυτής στα Αγγλικά ως Τεκμήριο 3 Β, και η πιστή μετάφραση αυτής στα Ελληνικά ως Τεκμήριο 3 Γ. Η κατάθεση της δεύτερης κατηγορουμένης κατατέθηκε στη μητρική της γλώσσα ως Τεκμήριο 4 Α, η πιστή μετάφραση αυτής στα Αγγλικά ως Τεκμήριο 4 Β, και η πιστή μετάφραση αυτής στα Ελληνικά ως Τεκμήριο 4 Γ. Αφού το Δικαστήριο κάλεσε τους κατηγορούμενους να προβάλουν την υπεράσπιση τους και τους εξήγησε τα δικαιώματα τους, αυτοί επέλεξαν τη σιωπή. Κατά την αγόρευση του ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε ότι με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αποδεικνύονται στον απαιτούμενο βαθμό οι κατηγορίες 1, 2 και
- Ο κ. Αργυρού απέδωσε σημασία στη μαρτυρία των Μ.Κ.3 και 4 αναφορικά με τη συμπεριφορά των κατηγορουμένων 2 και 3 στο καφενείο, και κυρίως το γεγονός ότι αυτές κατονόμασαν ως εργοδότη τους τον πρώτο κατηγορούμενο. Ακόμα, ο κ. Αργυρού παρέπεμψε το Δικαστήριο στην κατάθεση του πρώτου κατηγορούμενου, στην οποία ο ίδιος αναφέρει ότι παρούσες στο καφενείο ήταν και οι δύο κατηγορούμενες, 2 και 3, πριν φύγει από εκεί, κάτι που προσδίδει γνώση στον ίδιο ότι αυτές θα εξυπηρετούσαν τους πελάτες του καφενείου ενόσω αυτός θα έλειπε από εκεί. Αντίθετη ήταν η εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης, ο οποίος κάλεσε το Δικαστήριο να εξετάσει και αποφασίσει επί της σχέσης εργοδότησης του πρώτου κατηγορούμενου με τις δύο κατηγορούμενες, 2 και 3, ξεχωριστά και ανεξάρτητα. Ο κ. Πουργουρίδης εξέφρασε τη θέση ότι η παραδοχή των κατηγορουμένων 2 και 3 ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είναι ο εργοδότης τους θα πρέπει να αξιολογηθεί και ειδωθεί μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας, από την οποία διαφαίνεται ότι αυτές είχαν αδυναμία στην αντίληψη της γλώσσας και στις καταθέσεις τους δεν παραδέχονται σχέση εργοδότησης τους με τον πρώτο κατηγορούμενο, έτσι ώστε να μην αποδοθεί βαρύτητα σε αυτή. Ακόμα ο κ. Πουργουρίδης αναφέρθηκε στο περιεχόμενο των καταθέσεων των κατηγορουμένων από τις οποίες διαφαίνεται η σχέση της δεύτερης κατηγορουμένης με τον πρώτο και επομένως αυτή πρόσφερε οικιοθελώς τις υπηρεσίες της στο καφενείο, ενώ η τρίτη κατηγορουμένη πήγε στο καφενείο για να δει τη φίλη της, τη δεύτερη κατηγορουμένη, και επομένως δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε γνώση του πρώτου κατηγορούμενου για τις ενέργειες της στο καφενείο ενόσω αυτός απουσίαζε. Στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, αναφέρω ότι όλοι οι μάρτυρες που κατέθεσαν για την Κατηγορούσα Αρχή κρίνονται αξιόπιστοι από το Δικαστήριο, το οποίο αποδέχεται τη μαρτυρία τους στο σύνολο της. Αρχικά αναφέρω ότι οι Μ.Κ.3 και 4 παρουσίασαν μία καθ' όλα συνεπή και σταθερή εκδοχή αναφορικά με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, και η οποία ουδόλως αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, και ο Μ.Κ.4 δεν αντεξετάστηκε καν. Επίσης, οι Μ.Κ.1 και 2 περιορίστηκαν σε τυπικές ενέργειες στο πλαίσιο διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Στο σημείο αυτό οφείλω να επισημάνω ότι από τη στιγμή που οι κατηγορούμενοι επέλεξαν να μην αναφέρουν οτιδήποτε στο Δικαστήριο, οι καταθέσεις των κατηγορουμένων έχουν κατατεθεί για τον σκοπό λήψης αυτών από τους μάρτυρες κατηγορίας, και ουδόλως αποτελούν η εξομοιώνονται με μαρτυρία εφόσον αυτές ουδέποτε υιοθετήθηκαν από τους κατηγορούμενους στο πλαίσιο της δίκης, αφού παρέμειναν σιωπηλοί, και επομένως λαμβάνονται μόνο υπόψη στον βαθμό που περιέχουν παραδοχές. Η ίδια διαπίστωση ισχύει και για τις προφορικές δηλώσεις των κατηγορουμένων. Επομένως τα ευρήματα του Δικαστηρίου αναφορικά με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, σύμφωνα με τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, είναι τα ακόλουθα. Στις 8.9.2011 και περί ώρα 20.45, κατόπιν πληροφορίας ότι στα καφενείο με την ονομασία «Ανόρθωση - Επιστροφή Αμμοχώστου», που βρίσκεται στο χωριό Αυδήμου, εργάζονται παράνομα αλλοδαπές, η Α/Αστ. 75 Χριστιάνα Αντωνίου, της ΥΑΜ Λεμεσού, Μ.Κ.3, μετέβη στο μέρος μαζί με τους Λοχ. 4702 και αστ. 2148 για έλεγχο της πληροφορίας. Κατόπιν δεκάλεπτης παρακολούθησης, αντιλήφθηκαν εκεί να υπάρχουν γύρω στους 30 θαμώνες, μία αλλοδαπή να σερβίρει ποτά και καφέδες σε δίσκο στους θαμώνες του καφενείου και μία αλλοδαπή να βρίσκεται εντός της κουζίνας και να πλένει πιάτα και ποτήρια που χρησιμοποιούσαν οι θαμώνες και τα οποία μετέφερε η πρώτη αλλοδαπή στην κουζίνα. Ενώ η αλλοδαπή που σέρβιρε τους θαμώνες κατευθυνόταν προς την κουζίνα μεταφέροντας διάφορα ποτήρια σε δίσκο, η Μ.Κ.3 την ακολούθησε και αφού εισήλθε και αυτή εντός της κουζίνας, η μάρτυρας της αποκάλυψε την αστυνομική της ταυτότητα και ζήτησε και από τις δύο αλλοδαπές τα στοιχεία τους. Από τον έλεγχο που διενήργησε η Μ.Κ.3, διαπιστώθηκε ότι οι δύο αλλοδαπές είναι οι κατηγορούμενες 2 και 3, και ότι η τρίτη κατηγορουμένη ήταν αιτήτρια πολιτικού ασύλου, η αίτηση της απορρίφθηκε από την Αναθεωρητική Αρχή στις 21.3.2011 και έκτοτε παραμένει παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία και τα στοιχεία της εντοπίζονται στο Στοπ Λιστ ως αναζητούμενο πρόσωπο. Η Μ.Κ.3 τις πληροφόρησε για τα αδικήματα που διέπρατταν, δηλαδή της παράνομης παραμονής για την τρίτη κατηγορουμένη και της παράνομης απασχόλησης και για τις δύο κατηγορούμενες, και αφού τους επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτές δεν απάντησαν. Στις 21.00 η Μ.Κ.3 τις συνέλαβε και αφού τους επέστησε εκ νέου την προσοχή στο Νόμο, αυτές πάλι δεν έδωσαν απάντηση. Ενημερώθηκαν για τα δικαιώματα τους, και κατονόμασαν ως εργοδότη τους τον Ανδρέα Κοσμά, πρώτο κατηγορούμενο, ιδιοκτήτη του καφενείου, ο οποίος δεν βρισκόταν στο μέρος και κλήθηκε να παρουσιαστεί στον αστυνομικό σταθμό Αυδήμου. Συγκεκριμένα η Μ.Κ.3 ρώτησε τις κατηγορούμενες ποιος είναι ο εργοδότης τους στα Ελληνικά και στα Αγγλικά και αυτές κατονόμασαν τον κ. Ανδρέα και έδωσαν το τηλέφωνο του. Η μία εξ αυτών τηλεφώνησε στον πρώτο κατηγορούμενο και ο Λοχ. 4702 Αντώνης Κωνσταντινίδης, Μ.Κ.4, μίλησε με αυτόν για να μεταβεί στον σταθμό, αφού προηγουμένως τις ρώτησε ποιος είναι ο υπεύθυνος/ιδιοκτήτης του καφενείου. Ακολούθως οι κατηγορούμενες 2 και 3 μεταφέρθηκαν στον αστυνομικό σταθμό Αυδήμου, για περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Στον σταθμό, ο Μ.Κ.4 τις ρώτησε αν ο πρώτος κατηγορούμενος είναι ο ιδιοκτήτης του καφενείου και «ο μάστρος» τους και απάντησαν θετικά. Ακολούθως ο Μ.Κ.4 ρώτησε τον πρώτο κατηγορούμενο για τις κοπέλες, και αυτός αρνήθηκε ότι δούλευαν στο καφενείο, λέγοντας ότι η μία πήγε για να φάει εκεί ενώ η άλλη είναι φιλενάδα του. Αργότερα την ίδια μέρα ο αστ.3731 Ηλίας Μιχαήλ, του αστυνομικού σταθμού Αυδήμου, Μ.Κ.1, που ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον πρώτο κατηγορούμενο, Τεκμήριο 2, και ακολούθως τον κατηγόρησε γραπτώς και απάντησε ότι δεν παραδέχεται ότι εργοδότησε τις δύο κοπέλες. Η γραπτή κατηγορία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ο Α/Αστ. 445 Μιχάλης Ευθυμίου, επίσης του αστυνομικού σταθμού Αυδήμου, M.K.2, έλαβε ανακριτικές καταθέσεις από τις δύο κατηγορούμενες. Η κατάθεση της τρίτης κατηγορουμένης κατατέθηκε στη μητρική της γλώσσα ως Τεκμήριο 3 Α, η πιστή μετάφραση αυτής στα Αγγλικά ως Τεκμήριο 3 Β, και η πιστή μετάφραση αυτής στα Ελληνικά ως Τεκμήριο 3 Γ. Η κατάθεση της δεύτερης κατηγορουμένης κατατέθηκε στη μητρική της γλώσσα ως Τεκμήριο 4 Α, η πιστή μετάφραση αυτής στα Αγγλικά ως Τεκμήριο 4 Β, και η πιστή μετάφραση αυτής στα Ελληνικά ως Τεκμήριο 4 Γ. Το αδίκημα της εργοδότησης αλλοδαπού χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια συνιστά αδίκημα αυστηρής ευθύνης (strict liability) και αυτό σημαίνει ότι δεν απαιτείται απόδειξη της υποκειμενικής υπόστασης (mens rea) του αδικήματος, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Πιρίκκη
(2001)2 Α.Α.Δ. 279. Σε τέτοιας φύσης υποθέσεις δεν είναι απαραίτητη η απόδειξη σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου με την αυστηρή έννοια που δίνει στον όρο το αστικό δίκαιο. Η εργοδότηση με την έννοια της ανάληψης εργασίας από αλλοδαπό μπορεί να λάβει χώρα υπό συνθήκες που δεν απαιτούν συμφωνία εργοδότησης, στενό έλεγχο από τον εργοδότη ή την καταβολή μισθού. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, την επίδικη μέρα, και κατά τη δεκάλεπτη παρακολούθηση του επίδικου καφενείου, η δεύτερη κατηγορουμένη βρισκόταν εκεί και σέρβιρε ποτά και καφέδες σε δίσκο στους θαμώνες του καφενείου, που εκείνη την ώρα ήταν γύρω στους 30, και η τρίτη κατηγορουμένη βρισκόταν εντός της κουζίνας και έπλενε πιάτα και ποτήρια που χρησιμοποιούσαν οι θαμώνες και τα οποία μετέφερε η δεύτερη κατηγορουμένη στην κουζίνα. Θεωρώ ότι αυτό αποδεικνύει ότι κατά τον επίδικο χρόνο τόσο η δεύτερη κατηγορουμένη όσο και η τρίτη κατηγορουμένη εκτελούσαν εργασία εντός του επίδικου καφενείου και ότι αυτές διεξήγαγαν επάγγελμα στο επίδικο καφενείο, χωρίς να κατέχουν βέβαια την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια. Παρόλο που το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης είναι αυστηρής ευθύνης και δεν χρειάζεται η απόδειξη σύμβασης με συγκεκριμένους όρους, ούτε ακόμα η πληρωμή, εν τούτοις απαραίτητο συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η εργοδότηση των κατηγορουμένων 2 και 3 από τον πρώτο κατηγορούμενο. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν ο ιδιοκτήτης του επίδικου καφενείου, και ότι κατά την ώρα παρακολούθησης των δύο κατηγορουμένων, 2 και 3, αυτός απουσίαζε από το μέρος. Επομένως ελλείπει άμεση μαρτυρία αναφορικά είτε για την ανάθεση από αυτόν στις δύο κατηγορούμενες οποιουδήποτε είδους εργασία είτε για τη γνώση του πρώτου κατηγορούμενου αναφορικά με τις ενέργειες των κατηγορουμένων 2 και 3 στο καφενείο κατά τον χρόνο της απουσίας του από εκεί. Η μόνη μαρτυρία η οποία υπάρχει και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου είναι ότι κατά τη σύλληψη των κατηγορουμένων 2 και 3 αυτές κατονόμασαν τον πρώτο κατηγορούμενο ως τον εργοδότη τους. Αυτή η δήλωση αποτελεί παραδοχή εκ μέρους των δύο κατηγορουμένων η οποία φαίνεται ότι έγινε στο πλαίσιο ερωτήσεων από τους Μ.Κ.3 και 4 σε διάφορα μάλιστα χρονικά στάδια, τόσο στο καφενείο όσο και στον σταθμό, και δεν έχει διαφανεί ότι οι κατηγορούμενες δεν είχαν αντιληφθεί το περιεχόμενο των συναφών ερωτήσεων επί τούτου, ούτε και τέθηκε τέτοιο θέμα από την πλευρά της υπεράσπισης. Η εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι το γεγονός ότι οι δύο κατηγορούμενες δεν έδωσαν απάντηση κατά την ανακοπή τους για έλεγχο των στοιχείων τους και τη σύλληψη τους μεταγενέστερα θα πρέπει να προβληματίσει το Δικαστήριο αναφορικά με τη δυνατότητα αντίληψης τους για τι τους είχε λεχθεί, δεν με βρίσκει σύμφωνη για τον λόγο ότι αποδέχθηκα τη μαρτυρία των Μ.Κ.3 και 4, οι οποίοι ανέφεραν ότι κατάφεραν να συνεννοηθούν με τις κοπέλες και να πάρουν τις εν λόγω απαντήσεις, και αυτή η θέση τους παρέμεινε αναντίλεκτη. Από τη στιγμή που οι δύο κατηγορούμενες αντιλήφθηκαν τι ρωτήθηκαν και μάλιστα απάντησαν αυθόρμητα και άμεσα, και επιβεβαίωσαν αυτή τη θέση τους και μεταγενέστερα στον σταθμό με τον ίδιο τρόπο, καταλήγω ότι μπορώ να αποδεχθώ αυτή τη δήλωση τους ως παραδοχή τους για τη διεξαγωγή επαγγέλματος στο καφενείο του πρώτου κατηγορούμενου κατά τον επίδικο χρόνο. Όπως αναφέρεται πιο πάνω, για την στοιχειοθέτηση του εν λόγω αδικήματος δεν απαιτείται εργοδότηση με την αυστηρή έννοια του όρου, ούτε ακόμα και συμφωνία για πληρωμή, επομένως αυτή η παραδοχή των κατηγορουμένων 2 και 3 είναι ικανή από μόνη της να αποδείξει τις εν λόγω κατηγορίες εναντίον της καθεμιάς αναφορικά με τη διεξαγωγή επαγγέλματος στον πρώτο κατηγορούμενο, και μάλιστα χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια. Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι η εν λόγω μαρτυρία αξιολογείται ξεχωριστά για καθεμιά των κατηγορουμένων 2 και 3 και η παραδοχή της καθεμιάς αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία και δεσμεύει μόνο την ίδια. Είναι πολύ καλά γνωστή η νομική αρχή ότι μαρτυρία ενός κατηγορούμενου δεν αποτελεί μαρτυρία εναντίον του συγκατηγορούμενου του, όταν αυτός δεν δίνει προφορική μαρτυρία. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Ευριπίδου κ.ά. v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337 και Νεάρχου v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 38. Ακόμα ήταν η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι οι δύο κατηγορούμενες αρνήθηκαν την αξιόποινη συμπεριφορά που τους καταλογίζεται στις γραπτές τους καταθέσεις. Η δεύτερη κατηγορουμένη στην κατάθεση της, Τεκμήριο 4 Γ, παραδέχεται ότι κάποτε πήγαινε στο καφενείο μαζί με τον πρώτο κατηγορούμενο με τον οποίο διατηρούσε ερωτικό δεσμό και τον βοηθούσε, χωρίς να κάνει αναφορά στα γεγονότα της επίδικης μέρας. Αυτό, κατά την άποψη μου, δεν αποτελεί άρνηση της προγενέστερης παραδοχής της, αλλά μάλλον τείνει να την επιβεβαιώσει, ότι δηλαδή όταν πήγαινε στο καφενείο, βοηθούσε εκεί. Η σχέση που προβάλλει ότι είχε με τον πρώτο κατηγορούμενο παραμένει ένας ισχυρισμός της ο οποίος δεν αποτελεί μαρτυρία για να μπορέσει να τύχει αξιολόγησης από το Δικαστήριο. Η τρίτη κατηγορουμένη στη δική της κατάθεση, Τεκμήριο 3 Γ, αναφέρει απλώς ότι πήγε στο καφενείο για να επισκεφθεί τη φίλη της, ισχυρισμός ο οποίος παρέμεινε και πάλι μετέωρος και δεν αποτελεί μαρτυρία, επομένως και πάλι δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Ο τρόπος αξιολόγησης από το Δικαστήριο της προφορικής δήλωσης καθεμιάς των κατηγορουμένων ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είναι ο εργοδότης τους προκύπτει από τις αποφάσεις επί του θέματος αποδοχής παραδοχής σε κατάθεση κατηγορούμενου ως μαρτυρίας εναντίον του, που ισχύει και για προφορική ομολογία, Καυκαρής v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203 και Ανδρέου v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166, στην οποία γίνεται αναφορά στην υπόθεση R. v. Sfongaras 22 C.L.R. 13. Όπως ήδη αναφέρεται πιο πάνω, η μαρτυρία που υπάρχει και αφορά καθεμιά των κατηγορουμένων 2 και 3, ικανή να στοιχειοθετήσει τα αδικήματα που αυτές αντιμετωπίζουν, δεν αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία εναντίον του συγκατηγορούμενου τους, του πρώτου κατηγορούμενου. Αυτός σε κανένα στάδιο δεν παραδέχθηκε ότι εργοδότησε τις δύο κοπέλες. Επομένως το Δικαστήριο καλείται να συμπεράνει κατά πόσο τα γεγονότα είναι ικανά να αποδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό την πρώτη κατηγορία που αντιμετωπίζει. Οι δύο κοπέλες διεξήγαγαν επάγγελμα εντός του καφενείου κατά τον επίδικο χρόνο. Ο πρώτος κατηγορούμενος είναι ο ιδιοκτήτης του επίδικου καφενείου και δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ότι υπήρχε άλλο άτομο είτε ως συνιδιοκτήτης του επίδικου καφενείου είτε ως ο υπεύθυνος αυτού κατά τον επίδικο χρόνο. Ακόμα, κατά τον ουσιώδη χρόνο, το καφενείο ήταν ανοικτό και λειτουργούσε κανονικά, εξυπηρετώντας τους πελάτες του, και ο κατηγορούμενος απουσίαζε από αυτό. Θεωρώ ότι αυτές οι συνθήκες κάτω από τις οποίες οι κατηγορούμενες βρέθηκαν εκεί να ασχολούνται η καθεμιά με την εν λόγω εργασία της οδηγεί στο μόνο λογικό συμπέρασμα ότι οι δύο κατηγορούμενες εξυπηρετούσαν τις ανάγκες του καφενείου στην απουσία του κατηγορούμενου, εν γνώσει του τελευταίου. Επαναλαμβάνω ότι οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα με βάση αυτά τα δεδομένα δεν ανταποκρίνεται στη λογική. Ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής στηρίχθηκε στην κατάθεση του πρώτου κατηγορούμενου, για να καταδείξει τη γνώση του περί της παρουσίας και των δύο κατηγορουμένων όταν αυτός έφυγε από το καφενείο και ενώ αυτό ήταν εν ώρα λειτουργίας. Πράγματι αυτή η αναφορά του προσδίδει γνώση εκ μέρους του για την παρουσία των δύο κοπέλων στο καφενείο όταν αυτός αποφάσισε να φύγει από εκεί και να αφήσει το καφενείο ανοικτό. Στο σημείο αυτό επαναλαμβάνω ότι η αναφορά στη σχέση μεταξύ του πρώτου κατηγορούμενου και της δεύτερης κατηγορουμένης, η οποία βέβαια περιγράφεται με διαφορετικό τρόπο στην προφορική θέση του πρώτου κατηγορούμενου προς τον Μ.Κ.4 και την κατάθεση του, και η θέση της δεύτερης κατηγορουμένης επί τούτου στην κατάθεση της, παραμένουν απλοί ισχυρισμοί οι οποίοι δεν εξομοιώνονται με μαρτυρία, και επομένως δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη και τύχουν αξιολόγησης από το Δικαστήριο. Θεωρώ ότι με αυτά τα δεδομένα, η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής είναι ικανή να αποδείξει το συστατικό του αδικήματος της σύνδεσης του πρώτου κατηγορούμενου με την ανάθεση εργασίας στις κατηγορούμενες 2 και 3 ξεχωριστά την επίδικη μέρα, όσον αφορά την πρώτη κατηγορία. Εκείνο που παραμένει προς εξέταση είναι το καθεστώς της παραμονής της τρίτης κατηγορουμένης στην Κυπριακή Δημοκρατία κατά τον επίδικο χρόνο. Η παραδοχή της τρίτης κατηγορουμένης στην πέμπτη κατηγορία πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ουδόλως αποτελεί μαρτυρία στο πλαίσιο της ακρόασης της υπόθεσης, και δη εναντίον του πρώτου κατηγορούμενου. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η τρίτη κατηγορουμένη κατάγεται από το Βιετνάμ, ήταν αιτήτρια πολιτικού ασύλου, η αίτηση της απορρίφθηκε από την Αναθεωρητική Αρχή στις 21.3.2011 και έκτοτε παραμένει παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία και τα στοιχεία της εντοπίζονται στο Στοπ Λιστ ως αναζητούμενο πρόσωπο. Το άρθρο 19(λ) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί ότι πρόσωπο το οποίο, αφού έχει εισέλθει στη Δημοκρατία ως προσωρινός κάτοικος για περιορισμένη περίοδο, παραμένει στη Δημοκρατία μετά την εκπνοή της περιόδου αυτής χωρίς να έχει εξασφαλίσει άδεια από τον Διευθυντή, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος. Ο Διευθυντής, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου, είναι ο Διευθυντής του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αναφορικά με την καταχώρηση αίτησης από την κατηγορουμένη 3 για πολιτικό άσυλο και την απόρριψη αυτής από την Αναθεωρητική Αρχή, τίθεται σε εφαρμογή ο περί Προσφύγων Νόμος του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τα άρθρα 28Θ
(6)(α) και 18
(7)του Ν.6(Ι)/2000, η απορριπτική απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής θα πρέπει να κοινοποιείται στον αιτητή με τον τρόπο που προνοείται στο άρθρο 18 του εν λόγω Νόμου, εκτός στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 28Θ
(6)(β). Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με τη φύση της απορριπτικής απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής ή το γεγονός κατά πόσο η εν λόγω απορριπτική απόφαση έχει κοινοποιηθεί και με ποιον τρόπο στην αιτήτρια, κατηγορουμένη 3, για να διαφανεί η διαδικασία που ακολουθήθηκε στην προκειμένη περίπτωση. Περαιτέρω, η γνωστοποίηση στον ενδιαφερόμενο της απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής, η οποία αποτελεί διοικητική πράξη, είναι προϋπόθεση για να καταστεί αυτή εκτελεστή και να αρχίσει να μετρά ο χρόνος για την άσκηση του δικαιώματος προσφυγής. Σχετική είναι η υπόθεση Χριστοδούλου ν. Επάρχου Λεμεσού
(2000)2 Α.Α.Δ. 128. Η αναφορά της Μ.Κ.3 ότι με την απόρριψη της αίτησης η κατηγορουμένη 3 έκτοτε παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία, έστω και αν έμεινε αναντίλεκτη, στηρίζεται στα στοιχεία που εντόπισε κατόπιν του ελέγχου που διενήργησε, όμως δεν βρίσκει έρεισμα στις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας η ικανοποίηση των οποίων είναι προϋπόθεση για τον καθορισμό του καθεστώτος παραμονής της κατηγορουμένης 3 μετά την απόρριψη της αίτησης. Επομένως, για σκοπούς της παρούσας απόφασης του Δικαστηρίου αναφορικά με το καθεστώς της παραμονής της τρίτης κατηγορουμένης, δεν έχει αποδειχθεί ότι αυτή, κατά τον επίδικο χρόνο, δηλαδή στις 8.9.2011, διέμενε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή κατάφερε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τις κατηγορίες 1, 2 και 4 εναντίον των κατηγορουμένων 1, 2 και 3 αντίστοιχα. Ως εκ τούτου ο πρώτος κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην πρώτη κατηγορία, η δεύτερη κατηγορουμένη κρίνεται ένοχη στη δεύτερη κατηγορία και η τρίτη κατηγορουμένη κρίνεται ένοχη στην τέταρτη κατηγορία. (Υπ.) ............. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Απόφαση Αναφορά: Παράνομη εργοδότηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο