← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Κούλας Λοιζίδου, Αρ. Υπόθεσης: 19383/09, 21/10/2011

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Κούλας Λοιζίδου, Αρ. Υπόθεσης: 19383/09, 21/10/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B193 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 19383/09 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και Κούλας Λοιζίδου Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 21/10/2011 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Α. Αναστασίου Για την κατηγορούμενη: κ. Η. Κονναρής (για την απαγγελία της απόφασης η κα Σταύρου) Κατηγορούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της κλοπής από αντιπρόσωπο (1η Κατηγ.). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, η κατηγορούμενη κατά το έτος 2006 στη Λεμεσό, έκλεψε το χρηματικό ποσό των Λ.Κ.32.000=, περιουσία που της εμπιστεύθηκε ο Νεόφυτος Nεοφύτου από την Πάφο για να του αγοράσει το τεμάχιο γης αρ.7, του φυλ/σχ.53/6 στο Μονάγρι, το οποίο ανήκε στην Χριστίνα Ευστρατίου. Κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας η κατάθεση του αστυφ. 2187 Ν. Πουγιούκκα (Τεκμήριο 1) κατατέθηκε από κοινού και το περιεχόμενο της δηλώθηκε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του. Ως μάρτυρες για την κατηγορούσα αρχή, κλήθηκαν και κατέθεσαν στο Δικαστήριο, η Χριστίνα Ευστρατίου (Μ.Κ.1), ο αστυφ. 4845 Χ. Μπέρος (Μ.Κ.2) και ο Ν. Νεοφύτου (Μ.Κ3), οι οποίοι και σύμφωνα και με τη δυνατότητα που παρέχεται από το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, κατέθεσαν τις γραπτές τους καταθέσεις, τις οποίες και υιοθέτησαν ως μέρος της κύριας τους εξέτασης και στη συνέχεια αντεξετάσθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορούμενης. Μετά δε την κλήση της τελευταίας σε απολογία, αυτή επέλεξε και κατέθεσε ενόρκως χωρίς να προσκομίσει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, η κατηγορούμενη ενεργώντας ως αντιπρόσωπος του Μ.Κ.3, μεσολάβησε και ήλθε σε επαφή με την Μ.Κ.1, έτσι ώστε ο Μ.Κ.3 να αγοράσει από την Μ.Κ.1, συγκεκριμένο ακίνητο και ότι παρά το ότι έλαβε από τον Μ.Κ.3 το ποσό των Λ.Κ. 70.000= για να το καταβάλει στην Μ.Κ.1 για την αγορά του ακινήτου αυτού, η κατηγορούμενη στην Μ.Κ.1 κατέβαλε μόνο ποσό Λ.Κ.38.000=, κατακρατώντας το υπόλοιπο. Αντίθετη βέβαια ήταν η εκδοχή της ίδιας της κατηγορούμενης η οποία υποστήριξε την αθωότητα της και προέβαλε την εκδοχή ότι, η συμφωνία πώλησης του ακινήτου έγινε απευθείας μεταξύ πωλητή και αγοραστή και το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης ήταν Λ.Κ.88.000=. Στην Μ.Κ.1 καταβλήθηκε το ποσό των Λ.Κ.68.000= καθότι το υπόλοιπο ποσό αφαιρέθηκε από τον Μ.Κ.3 για την πληρωμή φόρων που σχετίζονταν με το ακίνητο και για τις προμήθειες των κτηματομεσιτών. Η μαρτυρία όλων όσων παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό και δεν θα την επαναλάβω αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της. Η Μ.Κ.1 κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου με απλό και ανεπιτήδευτο τρόπο. Παρακολουθώντας την να καταθέτει, παρατηρώντας το ύφος, την όλη στάση και συμπεριφορά της που ήταν εντελώς αυθόρμητη και πηγαία, είμαι πεπεισμένη ότι μαρτύρησε μόνο την αλήθεια. Οι κάποιες αντιφάσεις και ασάφειες που παρατηρούνται στην ένορκο μαρτυρία της, είτε μεταξύ αυτής και της κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία, είμαι βέβαιη ότι δεν οφείλονται σε πρόθεση της να παραποιήσει την αλήθεια, αλλά πιθανότατα στο ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί λόγω και της ηλικίας της, είναι 72 χρόνων, αλλά και στην παρέλευση μακρού χρονικού διαστήματος από τότε που διαδραματίσθηκαν τα γεγονότα, αφού ήταν φανερό ότι, σε κάποια σημεία η μάρτυρας συνέχεε τα γεγονότα ή δεν τα αντιλαμβανόταν πλήρως έτσι ώστε να μπορεί να δώσει σαφή και ξεκάθαρη εικόνα στο Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει τίποτε από αυτά δεν κρίνεται ικανό να επηρεάσει την αξιοπιστία της, ενόψει της πραγματικά άριστης εντύπωσης που σχημάτισα γι' αυτήν ως μάρτυρα της αλήθειας. Για τους πιο πάνω λόγους, αποδέχομαι πλήρως τα όσα αναφέρει στην κατάθεση της, αφού όταν την έδιδε ήταν σε θέση και μπορούσε καλύτερα να θυμηθεί τα γεγονότα όπως πραγματικά είχαν εξελιχθεί. Θα πρέπει πάντως να λεχθεί ότι επί των σημαντικών και ουσιαστικών σημείων για την υπόθεση η μάρτυρας παρέμεινε σταθερή και ακλόνητη ακόμα και κατά την πίεση που υπέστη κατά το στάδιο της αντεξέτασης, στοιχείο που καταδεικνύει την ειλικρίνεια της. Τόσο με την κατάθεση της, όσο και με την προφορική της μαρτυρία η μάρτυρας προσήγαγε και εξ' ακοής μαρτυρία σε σχέση με όσα ο Μ.Κ.3 και η κατηγορούμενη της ανέφεραν. Μετά την τροποποίηση του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 με το Νόμο 32

(1)/04, η εξ' ακοής μαρτυρία, δεν αποκλείεται πλέον γι' αυτό μόνο το λόγο. Η βαρύτητα όμως που θα της προσδοθεί, εναπόκειται στο Δικαστήριο το οποίο κατά την κρίση του, μπορεί να λάβει υπόψη του διάφορους παράγοντες οι οποίοι ενδεικτικά και μόνο εκτίθενται στο Νόμο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίνεται ότι στην εξ' ακοής μαρτυρία που συμπεριλαμβάνεται στην κατάθεση που η μάρτυρας έδωσε στην αστυνομία και η οποία προσήχθη ως μέρος της κύριας της εξέτασης, θα προσδοθεί πλήρης βαρύτητα, λόγω της πολύ καλής εντύπωσης που σχημάτισα για την μάρτυρα και για την οποία δεν έχω καμία αμφιβολία ότι είπε μόνο την αλήθεια και γιατί όταν την έδιδε ήταν σε θέση και μπορούσε καλύτερα να θυμηθεί τα γεγονότα όπως πραγματικά είχαν εξελιχθεί. Αντίθετα στην εξ' ακοής μαρτυρία που προσήχθη κατά τη διάρκεια της ένορκης της μαρτυρίας και η οποία είτε δεν περιέχεται στην κατάθεση της αυτή, είτε διαφοροποιείται από αυτήν θεωρώ ότι δεν θα πρέπει να προσδώσω καμία βαρύτητα. Και αυτό γιατί και όπως προαναφέρεται σε κάποια σημεία η μάρτυρας συνέχεε τα γεγονότα ή δεν τα αντιλαμβανόταν πλήρως έτσι ώστε να μπορεί να δώσει σαφή και ξεκάθαρη εικόνα στο Δικαστήριο. Κρίνεται λοιπόν ότι εφόσον δεν ήταν σε θέση να θυμάται με πλήρη ακρίβεια κάποια γεγονότα για τα οποία είχε προσωπική γνώση, θα ήταν πολύ παρακινδυνευμένο να αποδοθεί βαρύτητα στην εξ' ακοής μαρτυρία που προσήγαγε για γεγονότα που της μεταφέρθηκαν από άλλα πρόσωπα, ιδιαίτερα λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που παρήλθε. Αυτό όμως και όπως προαναφέρεται δεν επηρεάζει καθόλου την αξιοπιστία της, αφού είμαι βέβαιη για την ειλικρίνεια της και ότι είπε στο Δικαστήριο μόνο την αλήθεια. Χαρακτηριστικό στοιχείο που καταδεικνύει ότι αυτή δεν μπορούσε να θυμηθεί πλήρως είναι ότι, δεν μπόρεσε να θυμηθεί τουλάχιστον αμέσως ακόμα και την ίδια την ηλικία της. Όταν κατά την επανεξέταση ρωτήθηκε για αυτήν, απάντησε ότι είναι 62 χρόνων, διορθώνοντας όμως ευθύς αμέσως λέγοντας ότι είναι
  1. Ο M.K.2, ήταν ο αστυφύλακας ο οποίος στις 11/12/2008 έλαβε από την κατηγορούμενη ανακριτική κατάθεση. Αυτός δεν αντεξετάσθηκε ουσιαστικά από την υπεράσπιση και η μαρτυρία του για όσα ο ίδιος γνώριζε προσωπικά ήταν τυπική, αφού περιοριζόταν στις ενέργειες που έκαμε. Αναφέρθηκε όμως επίσης ο μάρτυρας και στα όσα είχαν διαδραματισθεί μεταξύ των εμπλεκομένων, όπως βέβαια αυτά του μεταφέρθηκαν και αποτελούν συνεπώς εξ' ακοής μαρτυρία, για την οποία ισχύουν όσα πιο πάνω αναφέρονται και τα οποία δεν θα επαναλάβω. Στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίνεται ότι δεν θα πρέπει να προσδοθεί καμία απολύτως βαρύτητα στην εξ' ακοής αυτή μαρτυρία καθότι υπό τις περιστάσεις, δεν διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της μαρτυρίας αυτής, αφού δεν έχει προσδιορισθεί ο βαθμός της εξ' ακοής μαρτυρίας στην οποία γίνεται αναφορά και έτσι θα ήταν πολύ επικίνδυνη η απόδοση σε αυτήν οποιασδήποτε βαρύτητας η οποία μάλιστα θα καθόριζε την πορεία της υπόθεσης. Για τους πιο πάνω λόγους στην εξ' ακοής αυτή μαρτυρία δεν θα προσδοθεί καμία απολύτως βαρύτητα, ενώ η λοιπή μαρτυρία του που όπως προαναφέρεται ουσιαστικά δεν έχει αμφισβητηθεί και σχετίζεται μόνο με τις ενέργειες που έκαμε ο μάρτυρας αυτός μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του γίνεται πλήρως αποδεκτή. Ο Μ.Κ.3 μου έκαμε επίσης καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει, παρατηρώντας την όλη στάση και συμπεριφορά του που ήταν επίσης γνήσια και ειλικρινής, είμαι πεπεισμένη ότι μαρτύρησε την αλήθεια. Παρόλο που σε κάποια σημεία δεν μπορούσε να εξηγήσει κάποια ποσά ή δεν μπορούσε να δώσει περαιτέρω στοιχεία και εξηγήσεις επί αυτών, είμαι πεπεισμένη ότι τούτο δεν οφείλεται σε πρόθεση του να αποκρύψει ή να παραποιήσει την αλήθεια αλλά θεωρώ ότι επρόκειτο για γνήσια δυσκολία που δυνατόν να οφειλόταν σε άγνοια ή μη ικανή αντίληψη κάποιων θεμάτων, αφού και σύμφωνα με τα όσα δήλωσε δεν είναι μορφωμένος και δεν έχει φοιτήσει σε σχολείο. Κάποιες μικροαντιφάσεις δε που εντοπίζονται στη μαρτυρία του, δεν κρίνονται επίσης ικανές να επηρεάσουν την αξιοπιστία του, ενόψει της θετικής εντύπωσης που σχημάτισα γι' αυτόν και οι οποίες εν πάση περιπτώσει δεν αφορούν ουσιαστικά σημεία της υπόθεσης, επί των οποίων ήταν απόλυτα σταθερός και θετικός. Η γενικότερη εντύπωση που σχημάτισα για αυτόν, ο οποίος μαρτύρησε με απλό και πηγαίο τρόπο, στοιχεία βέβαια που δεν προκύπτουν από τα στυγνά πρακτικά είναι ότι μαρτύρησε μόνο την αλήθεια και γι' αυτό αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του, εκτός μόνο την άποψη που εξέφρασε ότι η κατηγορούμενη του έκλεψε το αγοραπωλητήριο έγγραφο και το πληρεξούσιο που του δόθηκαν αρχικά από την κατηγορούμενη. Και αυτό γιατί σε σχέση με το πρώτο σημείο, αυτός απλώς εξέφρασε μία άποψη που δεν μπορεί για το λόγο αυτό να γίνει αποδεκτή. Ο μάρτυρας προσήγαγε και εξ' ακοής μαρτυρία σε σχέση με την επιταγή που παρέδωσε στην κατηγορούμενη για το ποσό των Λ.Κ.84.100=, αλλά και σε σχέση με διάφορα έγγραφα που ετοίμασαν υπάλληλοι των εταιρειών του. Στο μέρος της μαρτυρίας του που σχετίζεται με την εξαργύρωση της επιταγής που παρέδωσε στην κατηγορούμενη θα προσδώσω πλήρη βαρύτητα λόγω της πολύ καλής εντύπωσης που σχημάτισα για τον μάρτυρα, γιατί αυτό είναι ένα γεγονός που πληροφορήθηκε ο ίδιος από υπαλλήλους του, γιατί αντίγραφο της επιταγής σε φωτοτυπία έχει κατατεθεί ως Τεκμήριο 3 και σε αυτό εμφαίνεται όπως και ο μάρτυρας ανέφερε ότι έχει εξαργυρωθεί και τέλος γιατί η εξαργύρωση της σε κανένα σημείο δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Στην λοιπή όμως εξ' ακοής μαρτυρία που προσήγαγε δεν μπορώ να προσδώσω καμία βαρύτητα. Και αυτό γιατί μέρος της, σχετίζεται με διάφορα έγγραφα που ετοίμασαν υπάλληλοι του, για τα οποία όμως και όπως διαφάνηκε από την μαρτυρία του, ο ίδιος δεν είχε καθόλου γνώση και ούτε μπορούσε να εξηγήσει τι αυτά αντιπροσώπευαν, ενώ άλλο μέρος της, παραμένει αδιευκρίνιστο από πού προήλθε και έτσι με τον τρόπο αυτό δεν μπορεί να γνωρίζει το Δικαστήριο τον βαθμό της εξ' ακοής μαρτυρία και να την αξιολογήσει έχοντας υπόψη του όλα τα στοιχεία και να της προσδώσει την ανάλογη βαρύτητα. Τα στοιχεία όμως αυτά δεν επηρεάζουν καθόλου την αξιοπιστία του ενόψει της γενικότερης πολύ καλής εντύπωσης που σχημάτισα για αυτόν. Παρακολουθώντας την κατηγορούμενη να καταθέτει από το εδώλιο του μάρτυρα, παρατηρώντας την όλη στάση και συμπεριφορά της, στοιχεία βέβαια που δεν εμφαίνονται από τα στυγνά πρακτικά, σχημάτισα την εντύπωση ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Κατά τη διάρκεια της ένορκης κατάθεσης της ήταν εμφανώς αμήχανη και ταραγμένη, ενώ η μαρτυρία της, ήταν συγκεχυμένη, χωρίς σαφήνεια και συνοχή. Σε πολλές περιπτώσεις δεν απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα, σε άλλες δε, καθυστερούσε να απαντήσει και σε άλλες, απέφευγε να δώσει σαφείς και ξεκάθαρες απαντήσεις, στοιχείο που χαρακτηρίζει γενικότερα τη μαρτυρία της. Αξίζει εν πάση περιπτώσει να αναφερθεί ότι τούτο δεν έχει διαφύγει ούτε από τον δικηγόρο της ο οποίος κατά το στάδιο της τελικής του αγόρευσης και προσπαθώντας να καταδείξει ότι η πελάτιδα του ήταν ειλικρινής και ότι δεν είχε οποιαδήποτε πρόθεση να παραποιήσει την αλήθεια, είπε χαρακτηριστικά «όπως τα σαντάνωσε στην κυρίως εξέταση, τα σαντάνωσε και κατά την αντεξέταση». H κατηγορούμενη στην προσπάθεια της να αποφύγει οποιεσδήποτε τυχόν ποινικές της ευθύνες, προσπάθησε να παρουσιάσει τα γεγονότα διαφορετικά από αυτά που ίσχυαν στην πραγματικότητα. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι τα όσα ανέφερε και σχετίζονται με το επάγγελμα το οποίο ασκεί. Ενώ στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία είπε ότι ασκεί το επάγγελμα της συμβολαιογράφου και της μεσίτριας και ότι μάλιστα διατηρεί κτηματομεσιτικό γραφείο στη Λεμεσό με το όνομα Prestige Real Estate Ltd, στην ενώπιον του Δικαστηρίου προφορική της μαρτυρία, έδιδε συγκεχυμένους και ασαφείς ισχυρισμούς. Προέβαλε αρχικά κατά την κύρια της εξέταση ότι η εργασία της περιοριζόταν στην ανεύρεση και ενοποίηση τεμαχίων. Όμως στην αρχή της αντεξέτασης σε ερώτηση που της υποβλήθηκε «δηλαδή δεν είστε κτηματομεσίτρια;», απάντησε λέγοντας κατά λέξη «πάντα ήμουν με την άδεια 165 του Α. Λουκαίδη», διαφοροποιώντας και πάλι στη συνέχεια τα όσα εύλογα δηλώνει η απάντηση της αυτή. Σε μία μάλιστα περίπτωση διαχώρισε την εργασία που εκτελεί κάποιος κτηματομεσίτης από την εργασία που η ίδια ασκούσε λέγοντας κατά λέξη «η αρμοδιότητα του μεσίτη είναι να πουλά και να παίρνει προμήθεια. Εμείς προσφέραμε υπηρεσίες σαν computer στο computer. Παίρναμε οδηγίες και γράφαμε στο computer τα αγοραπωλητήρια έγγραφα». Σε άλλο δε σημείο κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης και όταν ρωτήθηκε ευθέως εάν είναι κτηματομεσίτρια απάντησε ότι δεν είπε κάτι τέτοιο. Σε άλλα δε σημεία, απέφευγε να δώσει σαφείς απαντήσεις επί του συγκεκριμένου, στοιχείο που χαρακτηρίζει γενικότερα τη μαρτυρία της. Ενώ στην κατάθεση της και αναφερόμενη στην σχέση συνεργασίας που είχε με τον παραπονούμενο, αναφέρεται προσωπικά στον ίδιο και σε καμία απολύτως περίπτωση σε οποιαδήποτε από τις εταιρείες του, κατά την κύρια της εξέταση εάν είχε οποιαδήποτε επαγγελματική σχέση με τον Μ.Κ.3 απάντησε κατά λέξη «όχι, μόνο με την εταιρεία του», χωρίς και πάλι να διευκρινίσει με ποιά από όλες τις εταιρείες εννοούσε. Και αυτό προφανώς για να στηρίξει την γραμμή υπεράσπισης που επέλεξε να ακολουθήσει, ότι οι λεπτομέρειες του αδικήματος δεν είναι ορθές αφού παραπονούμενος θα έπρεπε να ήταν όχι ο Μ.Κ.3, αλλά κάποια από τις εταιρείες του. Δεν δίστασε ακόμα να ισχυρισθεί ότι η Μ.Κ.1 όταν η ίδια η κατηγορούμενη την συνάντησε στο χώρο του Δικαστηρίου κατά την διεξαγωγή της παρούσας διαδικασίας και την ρώτησε να της πει γιατί αρνείται ότι έλαβε ολόκληρο το συμφωνηθέν ποσό πώλησης, η Μ.Κ.1 της ανέφερε «έτσι μου είπαν να πω». Αντίθετα όμως με τον ισχυρισμό αυτό της κατηγορούμενης, το στοιχείο αυτό δεν προέκυψε από την ένορκο μαρτυρία της Μ.Κ.1, στην οποία η θέση αυτή ούτε καν υποβλήθηκε. Προσκόμισε περαιτέρω η κατηγορούμενη εξ' ακοής μαρτυρία σε σχέση με κάποιες καταστάσεις που ετοιμάσθηκαν όπως είπε από λογιστές καθώς και έκθεσης, όπως αναφέρεται, λογιστικού ελέγχου της εταιρείας Prestige Development Ltd και της ίδιας της κατηγορούμενης (Τεκμήρια 5 και 6). Κρίνεται ότι στην εξ' ακοής αυτή μαρτυρία, δεν θα πρέπει να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Και αυτό λόγω της αρνητικής εντύπωσης που σχημάτισα για την κατηγορούμενη ως μάρτυρα της αλήθειας, σε συνδυασμό με το ότι το πρόσωπο που τις ετοίμασε μπορούσε να παρουσιασθεί στο Δικαστήριο ως μάρτυρας και να τις εξηγήσει, κάτι που ανέφερε η κατηγορούμενη, ενώ η ίδια δεν ήταν σε θέση και δεν μπορούσε να κάνει. Παρουσίασε περαιτέρω και φωτοτυπία εγγράφου ως το αγοραπωλητήριο έγγραφο που συνομολογήθηκε μεταξύ της Μ.Κ.1 και του Μ.Κ.
  2. Ούτε και στο περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα. Και αυτό γιατί τούτο αποτελεί μια απλή φωτοτυπία που φέρεται να είναι υπογεγραμμένο μόνο από την Μ.Κ.1 και όχι και από τον Μ.Κ.3, ενώ τούτο δεν παρουσιάσθηκε καν στους μάρτυρες αυτούς κατά την αντεξέταση τους έτσι ώστε να μπορέσουν να προβάλουν τις δικές τους θέσεις και ισχυρισμούς σε σχέση με αυτό. (Τεκμ. 7) Ενόψει των πιο πάνω δεν θα μπορούσε να καταλήξει το Δικαστήριο σε βέβαιο συμπέρασμα ότι τούτο είναι πράγματι το συμβόλαιο που υπογράφηκε μεταξύ των δύο εμπλεκομένων, αφού τούτο εκτός του ότι είναι φωτοτυπία, φέρεται να έχει υπογραφεί μόνο από την Μ.Κ.1 και όχι και από τον Μ.Κ.
  3. Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη μου ότι όταν η κατηγορούμενη ρωτήθηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης που βρίσκεται το πρωτότυπο του εγγράφου αυτού, απάντησε «έχω την εντύπωση ότι....μέσα στα έγγραφα του κ. Κονναρή», δημιουργώντας εύλογα το ερώτημα εάν τούτο όντως συνέβαινε τότε γιατί δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο το πρωτότυπο του εγγράφου και επέλεξε να παρουσιάσει αντίγραφο. Και τούτο παρά το ότι στην κύρια της εξέταση ισχυρίσθηκε ότι το πρωτότυπο του εγγράφου αυτού το έλαβε ο Μ.Κ.3, ενώ σε άλλο σημείο είπε ότι πιθανόν το πρωτότυπο να βρίσκεται στο κτηματολόγιο. Κρίνεται λοιπόν ότι η αποδοχή του, δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία της την οποία και απορρίπτω στο σύνολο της, συμπεριλαμβανομένης και της εξ' ακοής μαρτυρίας που αυτή προσήγαγε αφού λόγω και όλων όσων και πιο πάνω αναφέρονται δεν μπορώ να προσδώσω σε αυτήν καμία απολύτως βαρύτητα. Δεδομένων των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων και της αξιολόγησης, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Ο Μ.Κ.3 είναι ιδιοκτήτης και διευθυντής της εταιρείας Alpha Panareti Publi Ltd. Μία από τις 20 θυγατρικές εταιρείες της εταιρείες αυτής, είναι η Golf Club Ltd. Τα γραφεία της Alpha Panareti Publi Ltd, που δημιουργήθηκε το 1988 και ασχολείται με την ανάπτυξη γης, βρίσκονται στην Πάφο. Λόγω της φύσης των εργασιών του ο Μ.Κ.3 είχε και έχει συνεργασία με διάφορους κτηματομεσίτες σε όλες τις πόλεις της Κύπρου. Μεταξύ αυτών διατηρούσε από το 1996 συνεργασία και με την κατηγορούμενη, η οποία διατηρούσε στην Λεμεσό κτηματομεσιτικό γραφείο με την ονομασία Prestige Real Estate. Αυτή εντόπιζε και του πρότεινε ακίνητα για αγορά και όταν ο Μ.Κ.3 συμφωνούσε στην αγορά κάποιου ακινήτου της έδιδε χρήματα για την κράτηση του ακινήτου ή ακόμα και η ίδια η κατηγορούμενη κατέβαλλε δικά της χρήματα για να του τα κρατήσει και ο Μ.Κ.3 της τα έδιδε στη συνέχεια. Όταν η συναλλαγή ολοκληρωνόταν η κατηγορούμενη λάμβανε από τους πωλητές ένα ποσοστό ως προμήθεια. Περί το έτος 2006 η κατηγορούμενη, επισκέφθηκε στο σπίτι της την Μ.Κ.1, της συστήθηκε ως κτηματομεσίτρια και την ρώτησε εάν ενδιαφέρεται να πωλήσει το συγκεκριμένο τεμάχιο γης με αρ.7 στο χωριό Μονάγρι σε μία εταιρεία. Την ίδια ημέρα, η κατηγορούμενη μαζί με την Μ.Κ.1 και τον σύζυγο της τελευταίας, συμφώνησαν για την πώληση του συγκεκριμένου τεμαχίου για το ποσό των Λ.Κ.66.000=. Τις επόμενες μέρες η κατηγορούμενη ανέφερε στην Μ.Κ.1 και το σύζυγο της ότι το ποσό που τελικά θα της καταβαλλόταν για την πώληση του ακινήτου θα ήταν μόνο Λ.Κ.38.000=, γιατί το υπόλοιπο ποσό από τις Λ.Κ.66.000=, θα κρατείτο όπως τους είπε για διάφορους φόρους που σχετίζονταν με το τεμάχιο και για την προμήθεια του γραφείου της. Περί την ίδια χρονική περίοδο, η κατηγορούμενη πρότεινε στον Μ.Κ.3 να αγοράσει το ακινήτου με αρ. 7, στο χωριό Μονάγρι της επαρχίας Λεμεσού, πωλητής του οποίου ήταν η Μ.Κ.1 και για το οποίο είπε στον Μ.Κ.3 ότι, δεν υπήρχε τίτλος ιδιοκτησίας αλλά μόνο πιστοποιητικό από την χωρητική αρχή. Σύμφωνα με τα όσα η κατηγορούμενη ανέφερε στον Μ.Κ.3, η Μ.Κ.1 ήταν η κάτοχος του οικοπέδου και ότι η έκδοση σχετικού τίτλου ιδιοκτησίας ήταν θέμα διαδικαστικό. Ο Μ.Κ.3 δεν έκαμε οποιοδήποτε έλεγχο μέσω του κτηματολογίου γιατί αυτό το έκανε η κατηγορούμενη όπως γινόταν και στο παρελθόν σε προηγούμενες τους συνεργασίες. Ο Μ.Κ.3, συμφώνησε με την κατηγορούμενη να της δώσει το ποσό των Λ.Κ.70.000= για την αγορά του ακινήτου αυτού, ποσό το οποίο σύμφωνα με τα όσα του ανέφερε η κατηγορούμενη, ζητούσε η Μ.Κ.1 για την πώληση του ακινήτου και για να το καταβάλει η κατηγορούμενη στην Μ.Κ.1, ως το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης. Σε μεταγενέστερο στάδιο, ο Μ.Κ.3, μετέβη στο γραφείο που η κατηγορούμενη διατηρούσε στην Λεμεσό, της εξέδωσε και της παρέδωσε μία επιταγή της εταιρείας The Sunset Boulevard Tourist and Estate Company Ltd για ποσό Λ.Κ.84.100=, η οποία και εξαργυρώθηκε. Οι Λ.Κ.70.000= προορίζονταν για την αγορά του τεμαχίου αρ. 7 στο Μονάγρι και η κατηγορούμενη θα τις κατέβαλλε στην Μ.Κ.1 για την αγορά αυτή και το ακίνητο και με την έκδοση του τίτλου στο όνομα της Μ.Κ.1 θα εγγραφόταν στο όνομα μιας των εταιρειών του Μ.Κ.
  4. Το υπόλοιπο ποσό, θα χρησιμοποιείτο για διευθέτηση άλλων εκκρεμοτήτων που υπήρχαν μεταξύ των δύο, δηλαδή της κατηγορούμενης και του Μ.Κ.
  5. Παρόντες στην συνάντηση αυτή ήταν και κάποιοι Κώστας Νικοδήμου, κοινοτάρχης Μοναγριού και ο Χρίστος Δημητριάδης, πρώην διευθυντής του κτηματολογίου Λεμεσού. Την ημέρα εκείνη η κατηγορούμενη παρέδωσε στον Μ.Κ.3 πωλητήριο έγγραφο για το συγκεκριμένο ακίνητο, καθώς επίσης και πληρεξούσιο έγγραφο από την Μ.Κ.1 προς τον Μ.Κ.3 για να μπορεί ο ίδιος ο Μ.Κ.3 να προχωρήσει στην μεταβίβαση του οικοπέδου. Σε μεταγενέστερο στάδιο ο Μ.Κ.3 διαπίστωσε ότι τα έγγραφα αυτά απωλέσθηκαν. Σε άλλη ημέρα η κατηγορούμενη, πήγε στο σπίτι της Μ.Κ.1 και μετέφερε αυτήν και τον σύζυγο της σε κατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας, από όπου η κατηγορούμενη έκαμε ανάληψη του ποσού των Λ.Κ.38.000= το οποίο κατέβαλε στην Μ.Κ.1 και το οποίο η τελευταία κατέθεσε σε κοινό λογαριασμό που διατηρούσε με τον σύζυγο της σε κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου όπου η κατηγορούμενη τους μετέφερε την ίδια ημέρα. Στο μεταξύ και επειδή δεν υπήρχε τίτλος εγγραφής του συγκεκριμένου ακινήτου στο όνομα της Μ.Κ.1, υποβλήθηκε αίτηση στο επαρχιακό κτηματολόγιο Λεμεσού για εγγραφή του ακινήτου επ' ονόματι της και την έκδοση σχετικού τίτλου ιδιοκτησίας, κάτι το οποίο τελικά δεν επιτεύχθηκε επειδή χρειαζόταν η συγκατάθεση των αδελφιών της Μ.Κ.1 την οποία όμως αυτοί δεν έδιδαν. Η συνεργασία μεταξύ της κατηγορούμενης και του Μ.Κ.3 συνεχίσθηκε μέχρι τον Αύγουστο περίπου του 2007, όταν η κατηγορούμενη ζήτησε την πληρωμή από τον Μ.Κ.3 του ποσού των Λ.Κ.80.000= ποσό του οποίου την οφειλή ο τελευταίος αμφισβήτησε οπόταν και δημιουργήθηκε μεταξύ τους παρεξήγηση και διάφορα προβλήματα. Εντός του καλοκαιριού του 2008, ο Μ.Κ.3 πληροφορήθηκε ότι η μεταβίβαση του οικοπέδου αρ. 7 δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί και επισκέφθηκε για πρώτη φορά την Μ.Κ.1 και το σύζυγο της και τους πληροφόρησε ότι ήταν ο ιδιοκτήτης της εταιρείας στην οποία πουλήθηκε το ακίνητο, ότι είχε προβλήματα με την κατηγορούμενη και ζήτησε να μάθει για ποιό ποσό είχε συμφωνηθεί η πώληση και πόσα της έδωσε η κατηγορούμενη. Ο Μ.Κ.3 ζήτησε επίσης από την Μ.Κ.1 και εκείνη του παραχώρησε πληρεξούσιο έγγραφο για να μπορέσει ο ίδιος να εξασφαλίσει τίτλο ιδιοκτησίας. Σε προηγούμενο στάδιο η κατηγορούμενη, απέστειλε στην Μ.Κ.1 σε δύο διαφορετικές ημερομηνίες δύο επιστολές, με τις οποίες ισχυριζόταν ότι της έδωσε όλα τα χρήματα της πώλησης που είχαν συμφωνηθεί και ζητούσε την επιστροφή τους στον Μ.Κ.
  6. Η Μ.Κ.1, έδωσε τις επιστολές αυτές στον Μ.Κ.3 και δεν προέβη σε καμία άλλη ενέργεια. Στις 11/12/2008, ο Μ.Κ.3 κατήγγειλε στην αστυνομία ότι κατά το έτος 2006 και ενώ η κατηγορούμενη ήταν αντιπρόσωπος του και μεσολάβησε για την αγορά του τεμαχίου γης αρ.7 στο χωριό Μονάγρι της επαρχίας Λεμεσού, ιδιοκτησίας της Χριστίνας Ευστρατίου, του έκλεψε το χρηματικό ποσό των Λ.Κ.32.000=. Την ίδια ημέρα ο Μ.Κ.2, έλαβε από την κατηγορούμενη, ανακριτική κατάθεση και παρέδωσε τον φάκελο της υπόθεσης στον αστυφ. 2187 Ν. Πουγιούκκα. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσον η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει εναντίον της κατηγορούμενης το αδίκημα που αυτή αντιμετωπίζει, αφού και όπως είναι νομολογημένο, η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε συστατικού στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 και Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18). Το αδίκημα το οποίο καταλογίζεται στην κατηγορούμενη, είναι η κλοπή από αντιπρόσωπο και βασίζεται στα άρθρα 270 (β) και 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 270, «Αν αυτό που κλάπηκε είναι ένα από τα ακόλουθα πράγματα, δηλαδή- (α) περιουσία που λήφθηκε από τον υπαίτιο με πληρεξουσιότητα για να τη διαθέσει (β) περιουσία εμπιστευμένη στον υπαίτιο, είτε σε μόνο του, είτε μαζί με άλλο, για την ασφαλή φύλαξη από αυτό, ή χρήση, πληρωμή, ή παράδοση αυτής ή μέρους της ή οποιουδήποτε προιόντος που απορρέει από τη διάθεση, για οποιοδήποτε σκοπό ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο (γ) περιουσία που λήφθηκε από τον υπαίτιο, είτε από μόνο του, είτε μαζί με άλλο εκ μέρους ή για λογαριασμό τρίτου (δ) το προιόν, ολόκληρο ή μέρος, αξιογράφου που λήφθηκε από τον υπαίτιο με εντολή όπως το προιόν από αυτό να χρησιμοποιηθεί για οποιοδήποτε σκοπό ή να πληρωθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο όπως ορίζεται στην εντολή (ε) το προιόν, ολόκληρο ή μέρος, το οποίο απορρέει από τη διάθεση περιουσίας, το οποίο λήφθηκε από τον υπαίτιο δυνάμει πληρεξουσιότητας για τέτοια διάθεση, εφόσον η πληρεξουσιότητα δόθηκε στον υπαίτιο με εντολή το πιο πάνω ποσό να χρησιμοποιηθεί για οποιοδήποτε σκοπό ή να πληρωθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο όπως ορίζεται στην εντολή, Ο υπαίτιος υπόκειται σε φυλάκιση δέκα χρόνων». Στην υπόθεση Ι. Ανδρονίκου v. Δημοκρατίας 2008
(2)ΑΑΔ 486, αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα σε σχέση με το αδίκημα της κλοπής και τα συστατικά του στοιχεία: «Στο Άρθρο 255 του Κεφ. 154 το οποίο αφορά το αδίκημα της κλοπής ορίζεται και η έννοιά της. Στην υπόθεση Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας
(1978)2 C.L.R. 382, έγινε πλήρης ανάλυση της νομολογίας από το Larceny Act 1916 που ίσχυε στην Αγγλία μέχρι και το Theft Act 1968 που αντικατέστησε αυτό μεταγενέστερα. Στην υπόθεση αναφέρθηκε επίσης η R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, στην οποία λέχθηκε ότι στοιχεία της κλοπής είναι
(1)η λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη
(2)χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και
(3)με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. Στην υπόθεση Ζησιμίδη αναφέρθηκε και η υπόθεση Πλατρίτης ν. Αστυνομίας
(1967)2 C.L.R. 174, όπου στη σελίδα 188 έγινε αναφορά και επεξήγηση της έννοιας «fraudulently» και όπου επίσης σημειώνεται η διαφορά ως προς την πρόθεση με το Larceny Act. Από την ανάλυση προκύπτει ότι η λέξη «fraudulently» δείχνει πράξη σκόπιμη και με πρόθεση. Στην υπόθεση Ζησιμίδης επίσης αναφέρθηκε η προγενέστερη Αγγλική υπόθεση R. v. Feely [1973] 1 All ER 341. Η λέξη «fraudulently» είχε ήδη αντικατασταθεί στο Theft Act της Αγγλίας με τη λέξη «dishonestly» και είχε επεξηγηθεί από τα Αγγλικά Δικαστήρια ότι με τη νέα έννοια εισάγεται πλέον η αναγκαιότητα ύπαρξης και ηθικού στιγματισμού της πράξης ως μέρος της έννοιας της κλοπής. Οποιεσδήποτε αμφιβολίες διατυπώθηκαν στην Κυπριακή Νομολογία σχετικά με την πραγματική έννοια της λέξης «fraudulently», μετά την υπόθεση Feely, επεξηγήθηκαν από τη μεταγενέστερη υπόθεση Azinas a.o. v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, όπου, μετά από ολοκληρωμένη ανάλυση της νομολογίας στις σελ. 82-85, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το «fraudulently» όπως είχε αποφασίσει και η Πλατρίτης, σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως. Αυτή η πρόθεση φανερώνεται μέσα από τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης που εκδικάζεται. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14, 26, όπου επίσης διαπιστώθηκε η μη άμεση αντιστοιχία του Κεφ. 154, ως προς το Larceny Act και μετέπειτα το Theft Act. Όπως αναφέρεται στον Archbold: Criminal Pleading, Evidence and Practice, 36η έκδ., σελ. 364, παρ. 1010, η πρόθεση στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα ανευρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. Στη μεταγενέστερη έκδοση του Archbold του 2007, γίνεται πλήρης ανάλυση στις σελ. 1754-1756, παρ. 17-34 με 17-39. Η έννοια του ιδιοκτήτη («owner»), περιλαμβάνει, σύμφωνα με το εδάφιο 2(γ) του Άρθρου 255 και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ιδιοκτησία οποιουδήποτε πράγματος δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Αυτός ο ορισμός του ιδιοκτήτη πρέπει να συνδυαστεί και με το Άρθρο 260, όπου καθορίζεται ότι κλοπή μπορεί να γίνει και από πρόσωπο που έχει συμφέρον στο κλοπιμαίο όπως εάν το πρόσωπο αποκτά ειδική ιδιοκτησία ή είναι μισθωτής του αντικειμένου ή συνιδιοκτήτης του. Αυτή η έννοια της ιδιοκτησίας που καθορίζει το Κεφ. 154, είναι απόρροια της νομολογημένης αντίληψης προερχόμενης από τις έννοιες του κοινοδικαίου ότι η ιδιοκτησία μπορεί να ανήκει ταυτόχρονα με τον κατηγορούμενο και σε άλλο πρόσωπο ή ο κατηγορούμενος μπορεί να το κατέχει λόγω σχέσης εμπιστοσύνης, από άλλο πρόσωπο. Αυτό καλύπτει και την παρούσα περίπτωση, όπου η εταιρεία απέκτησε το χαρτοφυλάκιο του Ταμείου με τη συγκατάθεση του, αλλά στη συνέχεια το οικειοποιήθηκε («fraudulent conversion»), όπως απαντάται στην επιφύλαξη του Άρθρου 255
(1)και στο Άρθρο 260. Όπως αναφέρεται περαιτέρω στο σύγγραμμα του Ashworth: Principles of Criminal Law 3η έκδ. σελ. 385, η έννοια της λέξης «property» κάτω από το Άρθρο 4
(1)του Theft Act 1968, είναι πολύ ευρεία και περιλαμβάνει σχεδόν οποιαδήποτε μορφή περιουσίας, όπως ακριβώς καθορίζεται και στην έννοια του «property» του ερμηνευτικού Άρθρου 4 του Κεφ. 154, που περιλαμβάνει κάθε έμψυχο ή άψυχο, δυνάμενο να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας. Στο σύγγραμμα Parry on Offences Against Property, σελ. 11, παρ. 1.21, αναφέρεται ότι μία περιουσία ανήκει όχι μόνο σε κάποιον που είναι απόλυτος ιδιοκτήτης της, αλλά και σε οποιονδήποτε έχει επ' αυτής συμφέρον ή εμπράγματο δικαίωμα. Έτσι, περιουσία, η οποία κατέχεται από κοινού, μπορεί να γίνει αντικείμενο κλοπής από ένα ή περισσότερους από τους συνιδιοκτήτες, ενώ στην παρ. 1.22 καταγράφεται η θέση ότι το συμφέρον στην περιουσία δεν είναι ανάγκη να είναι νομικό («legal»), αλλά μπορεί να είναι και συμφέρον που αναγνωρίζεται στο δίκαιο της επιείκειας («equitable»)». Στην παρούσα περίπτωση η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι έκλεψε το ποσό των Λ.Κ.32.000= που ο Μ.Κ.3 της εμπιστεύθηκε, με σκοπό να το δώσει στην Μ.Κ.1 για την αγορά του τεμαχίου αρ.7 στο χωριό Μονάγρι. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, μεταξύ κατηγορούμενης και Μ.Κ.3 υπήρχε κατά τον ουσιώδη χρόνο σχέση συνεργασίας για εντοπισμό ακινήτων από την κατηγορούμενη και αγορά τους από τον Μ.Κ.
  1. Ο όρος «αντιπρόσωπος», έχει τόσο στο ποινικό όσο και στο αστικό δίκαιο την ίδια έννοια. Σύμφωνα δε με το άρθρο 142 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149: «Αντιπρόσωπος είναι ο προσλαμβανόμενος προς τέλεσιν πράξεως διά λογαριασμόν ετέρου ή προς αντιπροσώπευσιν ετέρου εις συναλλαγάς μετά τρίτων. Το πρόσωπον διά λογαριασμόν ούτινος τελείται η τοιαύτη πράξις, ή όπερ ούτω αντιπροσωπεύεται, καλείται ¨αντιπροσωπευόμενος». Όπως δε αναφέρεται στον Archbold, Criminal Pleading, Evidence & Practice, 40η έκδοση, σελ. 1845, παράγρ. 3998, αντιπρόσωπος είναι και αυτός που εργοδοτείται ή ενεργεί για άλλο και περιλαμβάνει κάποιο που υπηρετεί σε ένα Δήμο (borough) ή Κοινοτικό Συμβούλιο (County or District Council). Και στην παρούσα περίπτωση και σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου η κατηγορούμενη, ενεργούσε εκ μέρους και για λογαριασμό του Μ.Κ.3 και ως αντιπρόσωπος του για τη συγκεκριμένη αγοραπωλησία. Αυτή ήταν το πρόσωπο που εντόπισε το ακίνητο, διαμεσολάβησε για την αγοραπωλησία, αλλά και για την καταβολή των χρημάτων από τον αγοραστή στον πωλητή, δηλαδή από τον Μ.Κ.3 στην Μ.Κ.
  2. Κατά την συνομολόγηση της συμφωνίας αυτοί ουδέποτε συναντήθηκαν αλλά όλα έγιναν με την διαμεσολάβηση της κατηγορούμενης. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου η κατηγορούμενη στα πλαίσια της συνεργασίας που είχε με τον Μ.Κ.3 έλαβε από αυτόν το ποσό των Λ.Κ.70.000=, περιουσία που αναμφίβολα μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, για να το καταβάλει στην Μ.Κ.1 για την αγορά του τεμαχίου αρ.7 στο Μονάγρι. Ο Μ.Κ.3 της παρέδωσε επιταγή η οποία εξαργυρώθηκε και της οποίας μέρος των χρημάτων, δόθηκαν στην κατηγορούμενη με συγκεκριμένο σκοπό, για να τα καταβάλει δηλαδή στην Μ.Κ.1 για εξόφληση του τιμήματος αγοράς του τεμαχίου αρ. 7 στο χωριό Μονάγρι. Η κατηγορούμενη, αντί να καταβάλει ως όφειλε στην Μ.Κ.1 ολόκληρο το ποσό των Λ.Κ.70.000= που της δόθηκε για τον σκοπό αυτό, κατακράτησε χωρίς τη συγκατάθεση του Μ.Κ.3 το ποσό των Λ.Κ.32.000= το οποίο ουδέποτε παρέδωσε στην Μ.Κ.1 αφού σε αυτήν κατέβαλε μόνο Λ.Κ.38.000= ενώ το υπόλοιπο ποσό το έχει ιδιοποιηθεί χωρίς την συγκατάθεση του Μ.Κ.
  3. Παρά το ότι δηλαδή ο Μ.Κ.3 της έδωσε το ποσό των Λ.Κ.70.000= για συγκεκριμένο σκοπό, αυτή δεν το χρησιμοποίησε για τον σκοπό που της είχε δοθεί, αλλά το ιδιοποιήθηκε χωρίς τη συγκατάθεση του Μ.Κ.
  4. Οι ενέργειες αυτές της κατηγορούμενης αλλά και ο τρόπος που έδρασε καταδεικνύουν την ύπαρξη εκ μέρους της του στοιχείου της δολιότητας και του δόλιου σφετερισμού της περιουσίας του Μ.Κ.
  5. Ενώ δηλαδή στον Μ.Κ.3 ανάφερε ότι η Μ.Κ.1 ζητούσε ως αντάλλαγμα για την πώληση του ακινήτου το ποσό των Λ.Κ.70.000=, στην ίδια την Μ.Κ.1 είπε αρχικά ότι θα λάμβανε ως τίμημα για την πώληση του ακινήτου το ποσό των Λ.Κ.68.000=, ενώ στη συνέχεια της είπε ότι το ποσό αυτό θα μειωθεί στις Λ.Κ.38.000= γιατί το υπόλοιπο θα αφαιρείτο σύμφωνα πάντα με τα όσα της ανέφερε, για φόρους και προμήθεια του γραφείου της. Η πιο πάνω συμπεριφορά της κατηγορούμενης καταδεικνύει την εκ μέρους της δόλια προσπάθεια να αποκομίσει όσο το δυνατόν περισσότερα από την αγοραπωλησία του συγκεκριμένου τεμαχίου. Αγορεύοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούμενης προέβαλε ότι η μαρτυρία που έχει δοθεί, δεν συνάδει με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο. Ενώ δηλαδή στις λεπτομέρειες του αδικήματος, παραπονούμενος φαίνεται να είναι ο Μ.Κ.3, η μαρτυρία κατέδειξε ότι η αγορά του ακινήτου θα γινόταν από μία εταιρεία του τελευταίου, η οποία θα έπρεπε και να εμφαίνεται ως η παραπονούμενη. Εισηγήθηκε ως εκ τούτου ότι υπάρχει διάσταση η οποία θα πρέπει να οδηγήσει στην αθώωση της κατηγορούμενης. Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση αυτή του κ. Κονναρή. Εκείνος με τον οποίο η κατηγορούμενη συζητούσε και είχε μαζί του σχέση συνεργασίας, ήταν ο Μ.Κ.
  6. Αυτός περαιτέρω ήταν το πρόσωπο που της εμπιστεύθηκε και της έδωσε το ποσό των Λ.Κ.70.000= για να το καταβάλει ως το τίμημα της αγοράς του συγκεκριμένου τεμαχίου στην Μ.Κ.
  7. Το γεγονός ότι η επιταγή που ο Μ.Κ.3 εξέδωσε φέρει ως εκδότη μια από τις πολλές εταιρείες του Μ.Κ.3 και ότι το ακίνητο θα μεταβιβαζόταν στο όνομα μιας από αυτές δεν διαφοροποιεί το ζήτημα λαμβανομένου περαιτέρω υπόψη ότι αυτός έχει υπό τον έλεγχο του πολλές εταιρείες και μέσω αυτών προβαίνει σε διάφορες συναλλαγές. Κρίνεται λοιπόν με βάση όλα τα πιο πάνω ότι έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και ότι η κατηγορούσα αρχή, πέτυχε και απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αδίκημα που καταλογίζεται στην κατηγορούμενη. Συνακόλουθα η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)................. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: criminal/final Αναφορά: κλοπή από υπάλληλο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.