← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ιωάννης Μάρκου, Αρ. Υπόθεσης: 18159/09, 24/10/2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ιωάννης Μάρκου, Αρ. Υπόθεσης: 18159/09, 24/10/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B194 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18159/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή ν Ιωάννης Μάρκου Κατηγορούμενος ------------------------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 24/10/2011. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Δημητρίου. Για τον Κατηγορούμενο: κα E. Μιχαηλίδου. Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει Κατηγορία αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 166/87 και τον Νόμο 80

(1)/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, ο κατηγορούμενος στις 06/08/2008, στη Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΤΚΑΕ 871 στην οδό 28ης Οκτωβρίου, δεν κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες, τον Α/Αστ. 1872 Παναγιώτη Χριστοδούλου (Μ.Κ.1) και την κα Πωλίνα Κοσμίδου (ΜΚ.2). Ο κατηγορούμενος, μετά που κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν παρουσίασε οποιαδήποτε επιπρόσθετη μαρτυρία. Ο Μ.Κ.1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, την κατάθεση του -Έγγραφο 1- στην οποία αναφέρει ότι στις 06/08/08 και περί ώρα 16.30 επισκέφθηκε σκηνή τροχαίου δυστυχήματος που επεσυνέβη στην παραλιακή οδό 28ης Οκτωβρίου παρά το κατάστημα Debenhams στη Λεμεσό. Ενεχόμενοι στο δυστύχημα ήταν το μικρό λεωφορείο με αρ. εγγραφής ΤΚΑΕ 871 το οποίο οδηγείτο από τον κατηγορούμενο και η πεζή Πωλίνα Κοσμίδου η οποία κτυπήθηκε από το εν λόγω όχημα του κατηγορουμένου. Ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος (τεκμήριο 1) και ακολούθως βάση αυτού συμμετρικό σχέδιο (τεκμήριο 2). Όπως φαίνεται από τα τεκμήρια 1 και 2 αλλά και εξηγώντας αυτά ο μάρτυρας, η πιο πάνω οδός έχει τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας, δύο για κάθε κατεύθυνση και χωρίζεται στην μέση με νησίδα. Και στις δύο κατευθύνσεις, σε διαφορετικά σημεία του δρόμου υπάρχει διάβαση πεζών η οποία ελέγχεται με φώτα τροχαίας. Το ατύχημα με βάση τα όσα ανέφερε έγινε στην βόρεια λωρίδα με δυτική κατεύθυνση. Σημείωσε στο σχεδιάγραμμα της σκηνής δύο σημεία σύγκρουσης, το σημείο Χ και Χ
  2. Το σημείο Χ του το υπέδειξε ο κατηγορούμενος στην σκηνή του δυστυχήματος και αυτό απέχει 10,50 μέτρα από την άκρη της διάβασης πεζών. Επίσης, το πλάτος της βόρειας λωρίδας με δυτική κατεύθυνση είναι 3,60 μέτρα και της νότιας λωρίδας 3,00 μέτρα. Το σημείο Χ απέχει 2,00 μέτρα από το αριστερό πεζοδρόμιο σύμφωνα με την πορεία του οχήματος του κατηγορουμένου, 1,60 μέτρα από τη διαχωριστική γραμμή των δύο λωρίδων κυκλοφορίας και γύρω στα 4,50 μέτρα από τη διαχωριστική νησίδα. Το σημείο Χ1 τοποθετήθηκε στο σχεδιάγραμμα κατόπιν αναφοράς της παραπονουμένης ότι αυτή κτυπήθηκε ένα μέτρο από τη διάβαση πεζών και αφού υποδείχθηκε από την ίδια σε μεταγενέστερο στάδιο στο σχέδιο που ετοίμασε. Αυτό απέχει 1,00 μέτρo από την αριστερή άκρη της διάβασης πεζών σύμφωνα με την πορεία του οχήματος του κατηγορουμένου, 2,00 μέτρα από το αριστερό πεζοδρόμιο και 1,60 μέτρα από τη διαχωριστική νησίδα. Όπως ανέφερε ο μάρτυρας, τα σημεία αυτά του υποδείχθηκαν από τα εμπλεκόμενα άτομα στο δυστύχημα και ο ίδιος δεν βρήκε κάτι στη σκηνή για να μπορεί να προβεί σε οποιοδήποτε δικό του εύρημα. Επίσης, ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι η ορατότητα από τα σημεία Χ και Χ1 προς τα ανατολικά είναι γύρω στα 300 μέτρα και προς τα δυτικά ελαφρώς μικρότερη, γύρω στα 200 μέτρα. Όταν έφθασε στη σκηνή βρήκε το όχημα του κατηγορουμένου στην τελική του θέση. Τις πορείες των ενεχόμενων στο δυστύχημα τις τοποθέτησε καθ' υπόδειξη τους. Πέραν τούτου, ο μάρτυρας ανέφερε ότι έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 3 και ακολούθως κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 4), ο οποίος απάντησε «Εγώ οδηγούσα κανονικά και με το Νόμο». Επίσης, κατέθεσε έντυπο με τις ζημιές στο όχημα του κατηγορουμένου ως τεκμήριο
  3. Σε αυτό φαίνεται η ζημιά που υπήρχε στο όχημα του κατηγορουμένου και αυτή ήταν μια, στην μέση του μπροστινού του μέρους. Περαιτέρω, ανέφερε ότι όταν επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος η τροχαία κίνηση ήταν αρκετή. Πέρα από τα πιο πάνω, ο μάρτυρας κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι τον ισχυρισμό της παραπονούμενης, ότι κατά την ώρα που επιχείρησε να διασταυρώσει, σταμάτησε αρχικά ένα κόκκινο σαλούν αυτοκίνητο στην πρώτη λωρίδα με δυτική κατεύθυνση, δεν μπόρεσε να τον «διασταυρώσει» καθότι αναζήτησε μαρτυρία και δεν βρήκε. Πήρε όμως, είπε, μια κατάθεση από ένα επιβάτη που ήταν στο όχημα του κατηγορουμένου επ' ονόματι John Walker και την κατέθεσε στο Δικαστήριο (τεκμήριο 6Α και 6Β). Σε αυτή ο εν λόγω μάρτυρας αναφέρει ότι σε κάποιο σημείο του δρόμου πριν φτάσουν στην διάβαση πεζών, είδε μια γυναίκα να προσπαθεί να διασταυρώσει το δρόμο. Τη στιγμή που την είδε ήταν ακριβώς μπροστά από το όχημα του κατηγορουμένου και ο τελευταίος χρησιμοποίησε τα φρένα του, όμως δυστυχώς το όχημα του κτύπησε τη πεζή. Η γυναίκα αυτή προσπαθούσε να διασταυρώσει το δρόμο όχι από το σημείο διάβασης πεζών. Η Μ.Κ.2 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι κατέβηκε από το λεωφορείο στη στάση που υπάρχει στην απέναντι πλευρά του δρόμου σε σχέση με το σημείο που έγινε η σύγκρουση. Ήθελε να διασταυρώσει να πάει απέναντι που είναι το κατάστημα Debenhams. Έλεγξε τα αυτοκίνητα που έρχονταν από δεξιά της και είδε ότι σταμάτησαν στο κόκκινο φως της διάβασης πεζών. Αφού κόντεψε τη διάβαση πεζών διασταύρωσε και έφτασε ως το μεσαίο πεζοδρόμιο. Κοίταξε δεξιά και είδε τη διάβαση πεζών, τα φώτα της οποίας ήταν κόκκινα για τα αυτοκίνητα που κατευθύνονται προς την τουριστική. Είδε ένα αυτοκίνητο κόκκινο saloon που σταμάτησε πριν την διάβαση πεζών. Ξεκίνησε να διασταυρώσει μπροστά από το αυτοκίνητο αυτό και όταν μπήκε στην άλλη λωρίδα κυκλοφορίας ήρθε ένα αυτοκίνητο και της κτύπησε από τα αριστερά, περίπου ένα μέτρο πριν τη γραμμή της διασταύρωσης πεζών. Από τη σύγκρουση κτύπησε και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο με ασθενοφόρο. Μέχρι εκείνη τη στιγμή το όχημα του κατηγορουμένου δεν μετακινήθηκε από το δρόμο. Επίσης, συμφώνησε με το σημείο Χ1 που σημείωσε ο αστυνομικός στο σχεδιάγραμμα και το οποίο υπέγραψε ως ορθό. Ο κατηγορούμενος στην μαρτυρία του υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (τεκμήριο 3) και η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως του εξέτασης. Σε αυτή αναφέρει ότι στις 6.8.2008 και περί ώρα 16.00 οδηγούσε το μικρό λεωφορείο με αριθμούς εγγραφής ΤΚΑΕ 871 στο παραλιακό δρόμο με κατεύθυνση προς το ξενοδοχείο LE MERIDIEN και τηρούσε την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Κινείτο με ταχύτητα γύρω στο 20 - 30 Χ.Α.Ω. και υπήρχε τροχαία κίνηση στο δρόμο. Τόσο μπροστά του όσο και στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με την ίδια κατεύθυνση κινούνταν αυτοκίνητα. Σε ένα σημείο του δρόμου, όπου βρίσκεται το κατάστημα Debenhams και ενώ υπήρχε εν κινήσει άλλο όχημα στα δεξιά του, ξαφνικά εν ριπεί οφθαλμού αντιλήφθηκε μπροστά του μια γυναίκα πεζή. Μόλις την είδε πάτησε «στόπερ», όμως την είδε τόσο γρήγορα μπροστά του και έτρεχε μέσα στο δρόμο που τελικά συγκρούστηκε με το μπροστινό μέρος του οχήματος του. Η σύγκρουση αναφέρει, έγινε γύρω στα 10 - 12 μέτρα πριν από τη διάβαση πεζών που υπάρχει στο δρόμο. Το όχημα του δεν το μετακίνησε από τη σκηνή μέχρι που ήρθε η αστυνομία και της υπέδειξε και το σημείο σύγκρουσης το οποίο τοποθετήθηκε στο σχεδιάγραμμα με το γράμμα Χ. Περαιτέρω, ανέφερε ότι υπήρχε αρκετή τροχαία κίνηση στο δρόμο εκείνη τη στιγμή και τα αυτοκίνητα σταματούσαν και μετά ξεκινούσαν. Πριν το δυστύχημα, το όχημα του ήταν σταματημένο καθότι τα οχήματα που κινούνταν μπροστά του στην ίδια κατεύθυνση ήταν σταματημένα λόγω του ότι το φως στην διάβαση πεζών ήταν κόκκινο. Όταν άναψε το πράσινο φως ξεκίνησαν και το ίδιο έπραξε και ο ίδιος. Σε κάποιο σημείο είδε ξαφνικά μπροστά του την παραπονούμενη, να «βουρά», πάτησε τα φρένα του οχήματος του χωρίς να καταφέρει να αποφύγει τη σύγκρουση διότι ήταν τόσο κοντινή η απόσταση και η πρώτη φορά που την είδε, ήταν αμέσως μπροστά του. Από την ενώπιον μου αναντίλεκτη μαρτυρία τα πιο κάτω γεγονότα αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων και/ή είναι παραδεκτά: O κατηγορούμενος στις 06/08/2008 οδηγούσε το μικρό λεωφορείο με αρ. εγγραφής ΤΚΑΕ 871 στην Οδό 28ης Οκτωβρίου στη Λεμεσό με δυτική κατεύθυνση και τηρούσε την βόρεια λωρίδα κυκλοφορίας. Σε αυτό επέβαιναν μια οικογένεια Άγγλων τουριστών συμπεριλαμβανομένου και κάποιου επ' ονóματι John Walker. Σε κάποιο σημείο του δρόμου πριν από μια διάβαση πεζών, το όχημα του κατηγορουμένου ενεπλάκη σε δυστύχημα με την πεζή Πωλίνα Κοσμίδου, η οποία εκείνη την ώρα επιχειρούσε να διασταυρώσει την πιο πάνω οδό. Από τη σύγκρουση η πεζή τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Μέχρι να αναχωρήσει η πεζή από το χώρο του δυστυχήματος το όχημα του κατηγορουμένου δεν είχε μετακινηθεί από εκεί που σταμάτησε μετά τη σύγκρουση. Το όχημα του κατηγορουμένου είχε υποστεί ζημιά στο κέντρο του μπροστινού του μέρους. Πέραν των πιο πάνω αντίθετη ήταν η εκδοχή των μαρτύρων, αναφορικά με το σημείο που επιχείρησε να διασταυρώσει το δρόμο η παραπονούμενη, το σημείο που τελικά επήλθε η σύγκρουση αλλά και τον τρόπο με τον οποίο επιχείρησε να διασταυρώσει το δρόμο η παραπονούμενη και κατά πόσο ο κατηγορούμενος μπορούσε να την αντιληφθεί ενωρίτερα. Επομένως, επιβάλλεται να προβώ στην αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας με σκοπό να καταλήξω σε σχετικά ευρήματα. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία. Ο Μ.Κ.1 Α/Αστ. 1872 Παναγιώτης Χριστοδούλου κατέθεσε στο Δικαστήριο ως εξεταστής του δυστυχήματος ο οποίος επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος, προέβη σε διάφορες μετρήσεις και ετοίμασε, αρχικά πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής (τεκμήριο 1) και ακολούθως βάση αυτού συμμετρικό σχέδιο (τεκμήριο 2). Κατά την αντεξέταση του δεν αμφισβητήθηκαν οι διάφορες μετρήσεις επί του σχεδίου της σκηνής που ετοίμασε ή τα οποιαδήποτε σημεία απεικονίζονται σε αυτά. Περισσότερο η αντεξέταση του είχε διευκρινιστικό χαρακτήρα αναφορικά με τις διάφορες μετρήσεις και σημειώσεις του επί του σχεδίου της σκηνής αλλά και για τις υπόλοιπες ενέργειες που έκανε κατά τη διερεύνηση του δυστυχήματος. Δε διέκρινα κάτι μεμπτό στη μαρτυρία του ούτε οποιαδήποτε διάθεση στο μάρτυρα να μην πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος αποτελεί πραγματική μαρτυρία και ο μάρτυρας θεωρείται εμπειρογνώμονας που σκοπό έχει να διαφωτίσει το Δικαστήριο αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το δυστύχημα. Να διευκρινιστεί ότι το σχέδιο από μόνο του δεν αποδεικνύει τον τρόπο που έγινε ένα δυστύχημα αλλά αποτελεί σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας της υπόλοιπης μαρτυρίας για την εξαγωγή των ορθών συμπερασμάτων. (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1362, Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1388). Πέραν τούτου ο μάρτυρας θα πρέπει να δώσει στο Δικαστήριο όλα τα εχέγγυα για να μπορεί να ελέγξει την ορθότητα του σχεδίου της σκηνής του δυστυχήματος. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, αποδέχομαι την μαρτυρία του μάρτυρα αυτού καθώς επίσης και τα σχετικά σχεδιαγράμματα της σκηνής του δυστυχήματος που ετοίμασε. Να διευκρινιστεί όμως, ότι από αυτά δεν προκύπτει ποιο τελικά είναι το ορθό σημείο σύγκρουσης αφού τα σημεία αυτά τοποθετήθηκαν από τον μάρτυρα καθ' υπόδειξη των ενεχομένων στο δυστύχημα και ο ίδιος δεν βρήκε οποιαδήποτε στοιχεία στη σκηνή. Έπεται ότι το σημείο σύγκρουσης θα πρέπει να ανευρεθεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας των επλεκομένων. Προχωρώντας τώρα να αξιολογήσω την μαρτυρία της παραπονουμένης (Μ.Κ.2), εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι, παρά την επιμονή της συνηγόρου του κατηγορουμένου κατά το στάδιο της αντεξέτασης της, να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες και να εξηγήσει την πορεία που ακολούθησε και τον τρόπο που επιχείρησε να διασταυρώσει διαφάνηκε ότι αρνείτο να το πράξει επιμένοντας να προβάλλει στο Δικαστήριο τη θέση ότι σταμάτησε ένα κόκκινο σαλούν στην νότια λωρίδα με δυτική κατεύθυνση για να περάσει και όταν βρισκόταν στην βόρεια λωρίδα της ίδιας κατεύθυνση κτυπήθηκε από το όχημα του κατηγορουμένου. Μάλιστα, σε κάποιο στάδιο και στην επιμονή της υπεράσπισης να πάρει απαντήσεις σε διάφορα ζητήματα που ρωτούσε την μάρτυρα, αυτή εκνευρίστηκε λέγοντας ότι είπε πώς έγινε η σύγκρουση και αυτό είναι. Συγκεκριμένα, ενώ ρωτήθηκε επανειλημμένα να εξηγήσει το σημείο που βρισκόταν όταν αρχικά κατέβηκε από το λεωφορείο απέφευγε να απαντά και/ή έλεγε άλλα πράγματα. Τελικά, ανέφερε ότι βρισκόταν στην μέση προς την δεξιά άκρη της στάσης του λεωφορείου. Από εκεί είπε ότι είδε ότι το φως στην διάβαση πεζών ήταν κόκκινο και άρχισε να διασταυρώνει για να πάει απέναντι. Αν άρχισε από εκεί όμως, να διασταυρώνει για να πάει στην απέναντι λωρίδα κυκλοφορίας σημαίνει ότι η πορεία που σημειώνεται με το γράμμα Β στο σχεδιάγραμμα της σκηνής δεν είναι η ορθή. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας επί αυτού διαφώνησε με την εν λόγω πορεία παρόλο που η ίδια συμφώνησε με το πρόχειρο σχέδιο του Αστυνομικού και το υπέγραψε ως ορθό. Ανέφερε ότι ήταν πιο κοντά στη διάβαση πεζών όταν άρχισε να διασταυρώνει. Να σημειωθεί επίσης, ότι και ο ίδιος ο Αστυνομικός, την μαρτυρία του οποίου το Δικαστήριο έκανε αποδεκτή ανέφερε ότι την πορεία της κατηγορουμένης επί του σχεδιαγράμματος την σημείωσε κατόπιν δικής της υπόδειξης. Επίσης, η μάρτυρας ανέφερε ότι αυτή επιχείρησε να διασταυρώσει από τη διάβαση πεζών και εκεί κτυπήθηκε ενώ στην κατάθεση της στην Αστυνομία αλλά και του ίδιου του Αστυνομικού - εξεταστή του δυστυχήματος, του ανέφερε ότι επιχείρησε να διασταυρώσει ένα περίπου μέτρο πριν από τη διασταύρωση. Πέραν τούτου, που είναι και το πιο σημαντικό, ακόμη και να θεωρηθεί ορθή η θέση της μάρτυρος ότι κτυπήθηκε στο σημείο Χ1 που υπέδειξε στον Αστυνομικό και σημειώθηκε επί του σχεδιαγράμματος, αυτό δεν συνάδει με την υπόλοιπη πραγματική μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν είναι δυνατό το σημείο σύγκρουσης να βρίσκεται εκεί που είναι σημειωμένο στο σχεδιάγραμμα καθ' υπόδειξη της παραπονουμένης και η τελική θέση του οχήματος του κατηγορουμένου να βρίσκεται 2,30 μέτρα πιο πίσω από αυτό. Όταν η παραπονούμενη τέθηκε αντιμέτωπη με το γεγονός αυτό, ανέφερε ότι το αυτοκίνητο πρέπει να βρισκόταν πιο μπροστά. Η θέση της αυτή αναιρεί την αρχική της θέση ότι συμφωνεί με το σχεδιάγραμμα της σκηνής, το οποίο μάλιστα υπέγραψε και ως ορθό. Περαιτέρω, η μάρτυρας ανέφερε ότι προτού αρχίσει να διασταυρώνει, σταμάτησε ένα αυτοκίνητο κόκκινο σαλούν στην πρώτη λωρίδα κυκλοφορίας για να την αφήσει να περάσει και διότι το φως ήταν κόκκινο στη διάβαση πεζών, διάσχισε τη πρώτη λωρίδα και χωρίς να ελέγξει το δρόμο από τα αριστερά της συνέχισε την πορεία της και εισήλθε και στη δεύτερη λωρίδα. Παραδέκτηκε ότι όταν εισήλθε στη δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας δεν είχε ελέγξει το δρόμο και αντιλήφθηκε για πρώτη φορά το όχημα του κατηγορουμένου όταν την κτύπησε. Στη συνέχεια, σε υποβολή της συνηγόρου του κατηγορουμένου ότι επιχείρησε να διασταυρώσει χωρίς να ελέγξει το δρόμο, απάντησε ότι έλεγξε και το δρόμο και το φως που ήταν κόκκινο. Γενικά η μάρτυρας αυτή δεν μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και η μαρτυρία της ήταν γενική και αόριστη σε σημαντικά σημεία. Επίσης, σε κάποια σημεία της ήταν αντιφατική και συγκρουόταν με το σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος το οποίο υπέγραψε ως ορθό και δήλωσε ότι συμφωνεί με αυτό. Δεδομένων των πιο πάνω κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στην μαρτυρία της μάρτυρος αυτή και να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα. Ως εκ τούτου η μαρτυρία της απορρίπτεται στην ολότητα της. Πέραν των πιο πάνω κατατέθηκε από το Μ.Κ.1 στο Δικαστήριο και η κατάθεση κάποιου John Walker o οποίος ήταν επιβάτης στο όχημα του κατηγορουμένου. Σε αυτή κάνει αναφορά για τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν πριν τη σύγκρουση όπως ο ίδιος τα αντιλήφθηκε. Θα πρέπει να αναφερθεί όμως, ότι ο μάρτυρας αυτός δεν ήρθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει και να εξεταστεί η ορθότητα των όσων αναφέρει στην κατάθεση του. Επομένως, το περιεχόμενο της κατάθεσης του μάρτυρα αυτού που κατατέθηκε από το Μ.Κ.1 είναι εξ' ακοής μαρτυρία. Δεν έχει προβληθεί οποιοσδήποτε λόγος για την μη εμφάνιση του στο Δικαστήριο να μαρτυρήσει. Πέραν τούτου όμως, δεν μπορεί να εξαχθεί και οποιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα από τα όσα αναφέρει στην κατάθεση του αναφορικά το πότε είδε την παραπονούμενη και για ποιο λόγο την είδε την στιγμή εκείνη μπροστά από το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Ούτε αναφέρονται σε αυτή οι συνθήκες που επικρατούσαν στο δρόμο τη στιγμή εκείνη αλλά και τον τρόπο που διασταύρωνε το δρόμο η κατηγορούμενη. Ως εκ τούτου δεν θεωρώ ορθό να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στο περιεχόμενο της εν λόγω κατάθεσης. Από την αντίπερα όχθη, ο κατηγορούμενος γενικά μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Υιοθέτησε την κατάθεση του που έδωσε στην Αστυνομία και σε κανένα σημείο κατά την αντεξέταση του διαφοροποίησε τη θέση που αρχικά είχε αναφέρει για τον τρόπο που επεσυνέβη του επίδικο δυστύχημα. Εξιστόρησε τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο με το δικό του απλοϊκό τρόπο και όπως ο ίδιος τα αντιλαμβανόταν. Κρίνω ότι ο κατηγορούμενος ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Πέραν τούτου όμως, θα πρέπει να εξεταστεί και η ορθότητα του σημείου σύγκρουσης που υπέδειξε στην Αστυνομία με βάση τη προφορική του μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Για να είναι ορθό το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε ο κατηγορούμενος, με βάση τις αναφορές του ιδίου, σημαίνει ότι και η τελική θέση του οχήματος του έπρεπε να είναι κάπου εκεί που είναι το σημείο Χ. Ο ίδιος ανέφερε ότι αμέσως μόλις είδε την παραπονούμενη να βρίσκεται μπροστά του, εφάρμοσε τα φρένα του οχήματος του, την κτύπησε και ακινητοποιήθηκε το όχημα του στο σημείο όπου την κτύπησε. Χαρακτηριστικά ανέφερε στην κυρίως του εξέταση ότι «Ξαφνικά είδα τη γυναίκα που τρέχοντας έπεσε μπροστά μου. Αμέσως, πάτησα στόπερ και σταμάτησα το αυτοκίνητο μου. Ούτε ίντζα δεν τάραξε διότι αν τάρασσε ήταν να την κάτσω που κάτω». Με αυτή την αναφορά του μάρτυρα δεν μπορεί να είναι σωστό το σημείο Χ που υπέδειξε στην Αστυνομία και φαίνεται στο σχεδιάγραμμα καθότι η τελική θέση του οχήματος του, το οποίο δεν μετακινήθηκε από την σκηνή μέχρι που έφτασε η Αστυνομία, βρίσκεται κάποια απόσταση πιο μπροστά. Συγκεκριμένα, η μπροστινή άκρη αυτού απέχει 5,20 μέτρα από το σημείο Χ κάτι που υποδηλώνει ότι, αν το σημείο Χ είναι ορθό, σημαίνει ότι μετά τη σύγκρουση το όχημα του κατηγορουμένου κινήθηκε κάποια μέτρα πιο μπροστά προτού σταματήσει σε αντίθεση με ότι ο ίδιος ανέφερε ότι αυτό ακινητοποιήθηκε αμέσως. Επομένως, με βάση τα πιο πάνω το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεκτεί το σημείο Χ ως το ορθό σημείο σύγκρουσης. Πέραν των πιο πάνω όμως, ο μάρτυρας ήταν σταθερός στις απαντήσεις του και κατηγορηματικός ότι την παραπονούμενη την είδε ξαφνικά μπροστά του, τρέχοντας να προσπαθεί να διασταυρώσει χωρίς να ξέρει από πού ερχόταν. Επίσης, ήταν σταθερός στη θέση του ότι το φως στη διάβαση πεζών ήταν πράσινο εκείνη την ώρα και τα οχήματα που υπήρχαν στο δρόμο κινούνταν, τόσο δεξιά του όσο και μπροστά του. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι μπορώ να κάνω αποδεκτή την μαρτυρία του κατηγορούμενου, πλην της θέσης του αναφορικά με το σημείο Χ καθότι το σημείο που βρίσκεται σε σχέση με την τελική θέση του οχήματος του και τις αναφορές ότι το όχημα του δεν προχώρησε κατά την ώρα της σύγκρουσης δεν συνάδει με αυτό. Λαμβάνοντας όλα τα πιο πάνω υπόψη μου τα πιο κάτω γεγονότα αποτελούν ευρήματα πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης: O κατηγορούμενος στις 06/08/2008 οδηγούσε το μικρό λεωφορείο με αρ. εγγραφής ΤΚΑΕ 871 στην Οδό 28ης Οκτωβρίου στη Λεμεσό με δυτική κατεύθυνση και τηρούσε την βόρεια λωρίδα κυκλοφορίας. Σε αυτό επέβαιναν μια οικογένεια Άγγλων τουριστών συμπεριλαμβανομένου και κάποιου επ' ονóματι John Walker. Σε κάποιο σημείο του δρόμου πριν από μια ελεγχόμενη διάβαση πεζών, το όχημα του κατηγορουμένου ενεπλάκη σε δυστύχημα, κτυπώντας την πεζή Πωλίνα Κοσμίδου, η οποία εκείνη την ώρα επιχειρούσε να διασταυρώσει την πιο πάνω οδό. Κατά την ώρα της σύγκρουσης υπήρχε πυκνή τροχαία κίνηση στο δρόμο και κινούνταν αυτοκίνητα, τόσο μπροστά του κατηγορουμένου όσο και δεξιά του. Επίσης, εκείνη την ώρα το φως στη ελεγχόμενη διάβαση πεζών ήταν πράσινο και τα αυτοκίνητα κινούνταν προς δυτική κατεύθυνση. Σε κάποια στιγμή, ο κατηγορούμενος είδε την παραπονούμενη αμέσως μπροστά του, εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του, τρέχοντας να προσπαθεί να διασταυρώσει. Η ταχύτητα του ήταν γύρω στα 20 - 30 χ.α.ω. Αμέσως, χρησιμοποίησε τα φρένα του οχήματος, ακινητοποιώντας το χωρίς όμως να καταφέρει να αποφύγει τη σύγκρουση. Από τη σύγκρουση η πεζή τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Μέχρι να αναχωρήσει η πεζή από το χώρο του δυστυχήματος το όχημα του κατηγορουμένου δεν είχε μετακινηθεί από εκεί που σταμάτησε μετά τη σύγκρουση. Το όχημα του κατηγορουμένου είχε υποστεί ζημιά στο κέντρο του μπροστινού του μέρους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Επίσης, στην Ανδρέας Νεοφύτου v. Aστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 217/2009, Ημερομηνίας 7/10/2011, επαναδιατυπώθηκε η αρχή ότι η αμελής οδήγηση παραπέμπει σε μια αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων εφόσον το επιπεδο οδήγησης που απαιτείται είναι αντικειμενικό. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια ( βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78 και Ανδρέας Νεοφύτου v. Aστυνομίας, ανωτέρω). Επίσης, αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας (βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1696). Πέραν των πιο πάνω, ένας οδηγός δεν είναι υποχρεωμένος να λάβει αποτρεπτικά μέτρα για την αντιμετώπιση ενός απρόβλεπτου κινδύνου. Το καθήκον για λήψη αποτρεπτικών μέτρων όμως, γεννάται αφού ο κίνδυνος εκδηλωθεί στο δρόμο (βλ. Κυριάκος Αργυρού v. Aστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ.378 και Paul Lesley Murrel v. Aστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 217). Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές και τα σχετικά ευρήματα πραγματικών γεγονότων, εκείνο που διαφαίνεται είναι ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της στον απαιτούμενο βαθμό. Κατ' αρχή με βάση αυτά, πέραν του ότι η πεζή κτυπήθηκε σε κάποιο σημείο εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του κατηγορουμένου, δεν προκύπτει με σαφήνεια ποιο ήταν τελικά το σημείο σύγκρουσης. Ούτε επίσης, προκύπτει ποια ήταν τελικά η πορεία που ακολούθησε η παραπονούμενη μέχρι να βρεθεί εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του κατηγορουμένου. Το βάρος απόδειξης των πιο πάνω φέρει η κατηγορούσα αρχή και το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να προβαίνει σε υπολογισμούς και εικασίες για να διαπιστώσει τα πιο πάνω γεγονότα, όσο εύλογες και αν είναι αυτές (βλέπε Λοΐζου ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Ακόμα όμως και να κατέληγα ότι το σημείο σύγκρουσης ήταν το Χ, πάλι δεν μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια ότι την ώρα που η παραπονούμενη άρχισε να διασταυρώνει και μέχρι να φτάσει στο σημείο Χ, αυτή ήταν ορατή ή θα μπορούσε να ήταν ορατή δεδομένης της πυκνής τροχαίας κίνησης που υπήρχε στο δρόμο και την ύπαρξη οχημάτων που κινούνταν στην ίδια κατεύθυνση με τον κατηγορούμενο και στην δεξιά του πλευρά. Επιπρόσθετα από τα πιο πάνω, προκύπτει από την αποδεκτή μαρτυρία ότι η κατηγορούμενη επιχείρησε να διασταυρώσει το δρόμο τρέχοντας και μόλις αυτή έγινε αντιληπτή από τον κατηγορούμενο βρισκόταν μπροστά του σε πολύ μικρή απόσταση. Αμέσως, αυτός εφάρμοσε τα φρένα του οχήματος του χωρίς όμως να αποφύγει τη σύγκρουση. Τούτων δεδομένων, κρίνω ότι αυτός δεν είχε τη δυνατότητα αποτροπής της σύγκρουσης. Τέλος, να αναφερθεί ότι εκείνο που προκύπτει είναι ότι η κατηγορούμενη κτυπήθηκε σε κάποιο σημείο πριν τη διάβαση πεζών και εκτός των ορίων αυτής. Η εν λόγω διάβαση ελεγχόταν με φώτα τροχαίας και θεωρώ ότι το επίπεδο ευθύνης ενός οδηγού σε τέτοια περίπτωση διαφέρει από αυτό που υπάρχει στις περιπτώσεις μη ελεγχόμενης διάβασης πεζών και το οποίο είναι απόλυτης ευθύνης (βλ. WILKINSON'S ROAD TRAFFIC OFFENCES, 10th edition, σελ. 383 - 392, Burns v. Bidder
(1966)3 All E.R. 29 και Gibbons v. Kahl
(1955)3 All E.R. 345). Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Έξοδα € να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. Υπ.)....................................... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final (Αναφορά: Αμελής Οδήγηση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.