← Κύπρος

ANASTOS CONSTRUCTION LTD ν. Παναγιώτη Μαυρουδή, Αρ. Υπόθεσης: 21628/09, 24.10.11

ANASTOS CONSTRUCTION LTD ν. Παναγιώτη Μαυρουδή, Αρ. Υπόθεσης: 21628/09, 24.10.11 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B195 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 21628/09 ANASTOS CONSTRUCTION LTD v. Παναγιώτη Μαυρουδή Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 24.10.11 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Α. Αργυρού Για Κατηγορούμενο: κος Γ. Λουιζίδης Κατηγορούμενος: παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά τη συμπλήρωση της υπόθεσης της υπεράσπισης ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής υπέβαλε αίτημα για κλήτευση δύο μαρτύρων, ήτοι ενός υπαλλήλου από την εταιρεία Athinodorou Beton Ltd και ενός λειτουργού της Alpha Bank Cyprus Ltd. Είναι η θέση της κατηγορούσας αρχής, όπως αυτή προωθήθηκε για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του κατηγορουμένου, ότι ο κατηγορούμενος προέβηκε σε διαγραφή του ονόματος της συζύγου του από την επιταγή υπ' αριθμό 19097788 για το ποσό των €25.260,00 με δικαιούχο την εταιρεία Athinodorou Beton Ltd, η οποία προέρχεται από κοινό λογαριασμό του κατηγορουμένου με τη σύζυγο του. Όπως δήλωσε ο κύριος Αργυρού, αντίγραφο της πιο πάνω επιταγής, εξαιτίας της οποίας ζητείται η κλήτευση των μαρτύρων, βρέθηκε στην κατοχή της κατηγορούσας αρχής μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της. Εξ' όσο έχω αντιληφθεί το αίτημα της κατηγορούσας αρχής εδράζεται σε τρεις λόγους: 1. Στην ανάγκη προσκόμισης μαρτυρίας για παρόμοιο γεγονός (similar fact evidence) καθότι είναι η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος προέβηκε στην ίδια κατ' ισχυρισμό πράξη με την επιταγή που αποτελεί αντικείμενο εκδίκασης στην παρούσα υπόθεση και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1. Σκοπός της κατηγορούσας αρχής μέσα από την προσκόμιση τέτοιας μαρτυρίας είναι να δείξει στο Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος έχει τάση στο να εκδίδει επιταγές από κοινό λογαριασμό και να διαγράφει το όνομα της συζύγου του από αυτές. 2. Στην ανάγκη παρουσίασης αντικρουστικής μαρτυρίας (rebutting evidence) για να αντιμετωπιστεί η μαρτυρία του κατηγορουμένου γύρω από το θέμα αυτό. 3. Στην εξουσία του Δικαστηρίου να καλεί μαρτυρία. Στηρίζοντας την επιχειρηματολογία του στα άρθρα 74

(1)(ε) και 54 του Κεφ.155 και με παραπομπή στα κυπριακά νομικά συγγράμματα 'Criminal Procedure in Cyprus' των Λοΐζου και Πική και 'Το Δίκαιο της Απόδειξης (μια πρακτική προσέγγιση)' του κυρίου Τάκη Ηλιάδη, ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ισχυρίστηκε ότι η παρούσα περίπτωση είναι από αυτές που εμπίπτει στις εξαιρέσεις και επιτρέπεται η προσκόμιση τέτοιας μαρτυρίας. Σύμφωνα με τον κύριο Αργυρού, η υπεράσπιση δεν πιάνεται εξ' απροόπτου αλλά ούτε και επηρεάζονται καθ' οιονδήποτε τρόπο τα συμφέροντα της καθότι το θέμα αυτό έχει ήδη τεθεί προτού η υπεράσπιση ολοκληρώσει την υπόθεση της και κάλεσε το Δικαστήριο να εγκρίνει το αίτημα του. Το αίτημα της κατηγορούσας αρχής προσέκρουσε στην ένσταση της υπεράσπισης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου ανάφερε ότι ο τυχόν δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου δεν σχετίζεται με το υπό κρίση αίτημα. Σύμφωνα με τον κύριο Λουιζίδη ο ΜΚ1, Αναστάσιος Αναστασιάδης, στην αντεξέταση του ρωτήθηκε για το θέμα της διαγραφής ονόματος στην επίδικη επιταγή (Τεκμήριο 1) δίδοντας τη δική του εκδοχή. Κατά τον ευπαίδευτο συνήγορο, η κατηγορούσα αρχή είχε τότε την ευκαιρία να προσκομίσει μαρτυρία για να δικαιολογήσει τη θέση της επί του σημείου αυτού. Όπως εξήγησε ο κύριος Λουιζίδης η εκ των υστέρων απόκτηση μαρτυρίας ουδεμία σχέση έχει με το αίτημα. Είναι ακόμη η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του κατηγορουμένου ότι η επιταγή την οποία η κατηγορούσα αρχή επιθυμεί να παρουσιάσει δια μαρτυρίας στο στάδιο αυτό εκδόθηκε στις 25.10.10 και συγκεκριμένα μεταγενέστερα της επιταγής που αποτελεί αντικείμενο εκδίκασης στην παρούσα υπόθεση η οποία εκδόθηκε το έτος 2009 με αποτέλεσμα η παρουσίαση τέτοιας μαρτυρίας να είναι άσχετη με το κατ' ισχυρισμό θέμα ροπής του κατηγορουμένου στη διάπραξη αδικήματος με παρόμοια γεγονότα. Καλώντας το Δικαστήριο να απορρίψει το αίτημα της κατηγορούσας αρχής ο κύριος Λουιζίδης ανάφερε ότι είναι νομικά αβάσιμο επειδή δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θα επέτρεπαν την έγκριση του. Έχω ακούσει με προσοχή τις επιχειρηματολογίες των ευπαιδεύτων συνηγόρων, οι οποίοι ωστόσο δεν ήταν σε θέση να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε νομολογία που να υποστηρίζει τις εκατέρωθεν νομικές θέσεις τους επί του σημείου αυτού. Στα πλαίσια έκδοσης της παρούσας απόφασης άντλησα καθοδήγηση από νομικά συγγράμματα και σχετική νομολογία. Κατά κανόνα η συμπλήρωση της υπόθεσης της υπεράσπισης σηματοδοτεί την ολοκλήρωση της δίκης σε μία ποινική υπόθεση. Η κάθε πλευρά πρέπει να παρουσιάζει τη μαρτυρία πάνω στην οποίαν θα βασίσει την εκδοχή της προτού κλείσει την υπόθεση της. Αυτό εξυπακούει ότι η κάθε πλευρά θα πρέπει να προβλέψει ποια είναι τα επίδικα θέματα και να προετοιμάσει τη μαρτυρία που είναι αναγκαία για να καλύψει τα θέματα που θα εγερθούν. Στην υπόθεση Charalambos Savva 'Pambos' v. The Police
(1986)2 C.L.R. 30 λέχθηκαν τα εξής τα οποία επιβεβαιώνουν τον πιο πάνω κανόνα: «. The prosecution can have no more than one chance to prove its case against the accused. They compete their case as provided in s.74
(1)(a) by the close of the case for the prosecution. Thereafter the stage is set for the defence.' Ωστόσο υπάρχουν εξαιρέσεις όπου υπό προϋποθέσεις και στη βάση παραμέτρων επιτρέπεται η προσκόμιση περαιτέρω μαρτυρίας και μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της υπεράσπισης προκειμένου να αποτραπεί μια πιθανή αδικία. Ο Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ.155 μετά των συναφών τροποποιήσεων επιτρέπει, ανάμεσα σ' άλλα, την προσκόμιση τέτοιας μαρτυρίας στο Δικαστήριο μετά την συμπλήρωση της υπόθεσης της υπεράσπισης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 54 και 74
(1)(ε) που αφορούν την εξουσία του Δικαστηρίου να κλητεύει ή να επανακλητεύει και εξετάζει οποιοδήποτε πρόσωπο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας καθώς και την προσαγωγή αντικρουστικής μαρτυρίας. Θα εξετάσω πρώτα το θέμα αντικρουστικής μαρτυρίας που είναι ο δεύτερος λόγος επί του οποίου εδράζεται το αίτημα της κατηγορούσας αρχής. Το ζήτημα της αντικρουστικής μαρτυρίας διέπεται από το άρθρο 74
(1)(ε) του Κεφ.155 μέσα από το οποίο τίθεται η βάση πάνω στην οποίαν γίνεται αποδεκτό ένα τέτοιο αίτημα. Συγκεκριμένα, το εν λόγω άρθρο προνοεί τα εξής: "(ε) αν ο κατηγορούμενος προβάλει προς υπεράσπιση του νέα στοιχεία τα οποία η κατηγορία δεν μπορούσε να προβλέψει, ο κατηγορούμενος ή ο δικηγόρος για την κατηγορία δύναται, με άδεια του Δικαστηρίου, να παρουσιάσει μαρτυρία προς ανατροπή των νέων αυτών στοιχείων." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου είναι αυτονόητο ότι στη θέση της λέξης 'κατηγορία' έπρεπε να ήταν η λέξη 'κατηγορούσα αρχή' και αυτό αποδίδεται σε εμφανές τυπογραφικό λάθος όπως και στη λέξη 'ο κατηγορούμενος' η λέξη 'κατηγορούσα αρχή' που και πάλι οφείλεται προφανώς σε τυπογραφικό λάθος. Ερμηνεύοντας το άρθρο αυτό καθίσταται σαφές ότι για να επιτραπεί τέτοιου είδους μαρτυρία θα πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: (α) Ο κατηγορούμενος μέσα από την υπεράσπιση του να προβάλει νέα στοιχεία, και (β) Η κατηγορούσα αρχή να μην μπορούσε να προβλέψει κάτι τέτοιο. Εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις επιτρέπεται στην κατηγορούσα αρχή να προσκομίσει μαρτυρία για να ανατρέψει τα νέα στοιχεία που ο κατηγορούμενος παρουσίασε μέσα από την υπεράσπιση του. Δεν επιτρέπεται η προσαγωγή μαρτυρίας υπό το μανδύα της αντικρουστικής ή απαντητικής η οποία αποσκοπεί στο να επιβεβαιώσει την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής. Στο κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Criminal Procedure in Cyprus' των Λοΐζου και Πική, έκδοση 1975, σελίδα 119 τονίζεται ότι η προσκόμιση τέτοιας μαρτυρίας περιορίζεται ρητά σε ζητήματα που προέκυψαν ex improviso κατά τη διάρκεια παρουσίασης της υπόθεσης της υπεράσπισης και δεν μπορούσαν λογικά να προβλεφθούν από την κατηγορούσα αρχή χωρίς έτσι να μπορεί να γίνεται παρέκκλιση από τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(ε) του Κεφ.
  1. Τη νομική θέση ότι αν εγείρεται ένα θέμα ex improviso που κανένας ανθρώπινος νους δεν μπορούσε να προβλέψει στην υπόθεση του κατηγορουμένου δεν υπάρχει λόγος που να εμποδίζει την απάντηση του με αντικρουστική μαρτυρία από την κατηγορούσα αρχή στο συγκεκριμένο θέμα υιοθετεί επίσης το κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης (μια πρακτική προσέγγιση)' του Τάκη Ηλιάδη, έκδοση 1994 στη σελίδα
  2. Το δε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Η Απόδειξη-Το Δίκαιο της Απόδειξης όπως εφαρμόζεται στην Κύπρο' του Γιώργου Π. Κακογιάννη, έκδοση 1983, σελίδες 214-216 προσθέτει ακόμη μία παράμετρο για να επιτραπεί η προσαγωγή αντικρουστικής μαρτυρίας η οποία είναι ότι θα πρέπει να αφορά ζητήματα ουσίας που εγέρθηκαν εξ' απροόπτου και δεν μπορούσαν να γίνουν προβλεπτά από την ανθρώπινη οξύνοια. Στην υπόθεση R. v. Frost
(1840)9 C & P 129), η οποία είναι καθοδηγητική τόσο σε πολιτικές όσο και σε ποινικές υποθέσεις επί των αρχών στη βάση των οποίων επιτρέπεται η προσαγωγή αντικρουστικής μαρτυρίας, σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα που ομιλεί από μόνο του: "There is no doubt that the general rule is that where the Crown begins its case like a plaintiff in a civil suit, they cannot afterwards support their case by calling fresh witnesses because they are met by certain evidence that contradicts it. They stand or fall by the evidence they have given. They must close their case before the defence begins; but if any matter arises ex improviso, which no human ingenuity can foresee, on the part of the defendant in a civil suit, or a prisoner in a criminal case, there seems to be no reason why the matter which so arose ex improviso may not be answered by contrary evidence on the part of the Crown." Σχετική επίσης με το ζήτημα αυτό είναι και η υπόθεση Andreas Pouris and another v. The Republic
(1983)2 C.L.R.
  1. Εναπόκειται στο Δικαστήριο να κρίνει αν θα επιτρέψει στην κατηγορούσα αρχή να προσαγάγει μαρτυρία υπό το μανδύα της αντικρουστικής (βλέπε Halsbury's Laws of England, Fourth Edition, Volume 11, παράγραφος 294, σελίδα 170 υπό τον τίτλο 'Fresh evidence for the prosecution after close of case'). Στρεφόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και χωρίς καθ' οιονδήποτε τρόπο να αξιολογείται η προσαχθείσα μαρτυρία ή να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης, παρατηρώ ότι το θέμα διαγραφής ενός εκ των ονομάτων από την επίδικη επιταγή (Τεκμήριο 1), που προέρχεται από κοινό λογαριασμό του κατηγορουμένου με άλλο πρόσωπο με το όνομα Panayiotou Chr., ήταν από την αρχή εις γνώση της κατηγορούσας αρχής. Παράλληλα, είναι κάτι το οποίο μπορεί εύκολα κάποιος να διαπιστώσει απλά κοιτάζοντας την όψη του Τεκμηρίου
  2. Επ' αυτού εξετάστηκε, αντεξετάστηκε και επανεξετάστηκε ο ΜΚ1, Δημήτρης Παντελή, αρμόδιος υπάλληλος της τράπεζας USB, ο οποίος ουσιαστικά εξήγησε τι σημαίνει για την τράπεζα η διαγραφή ενός από τα ονόματα από επιταγή που προέρχεται από κοινό λογαριασμό. Περαιτέρω, στο ζήτημα αυτό αντεξετάστηκε και ο ΜΚ2, Αναστάσιος Αναστασιάδης, διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι αυτός που διέγραψε το όνομα της Panayiotou Chr. από το Τεκμήριο 1 ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος μάλιστα, κατά τον μάρτυρα το έπραξε στην παρουσία του. Η εκδοχή του κατηγορουμένου στο εν λόγω θέμα προωθήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατά την αντεξέταση του ΜΚ2 μέσω σχετικής υποβολής σύμφωνα με την οποίαν ισχυρίστηκε ότι σε καμία περίπτωση η διαγραφή του ενός εκ των ονομάτων της επίδικης επιταγής έγινε από αυτόν είτε στις 09.07.09 ημερομηνία που η κατηγορούσα αρχή ισχυρίζεται ότι ο κατηγορούμενος έκδωσε το Τεκμήριο 1 είτε σε οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία. Συνεπώς, καθίσταται αντιληπτό ότι από τη στιγμή που η θέση του κατηγορουμένου επί του σημείου αυτού ήταν σαφής και γνωστή στην κατηγορούσα αρχή κατά την διάρκεια κατάθεσης των μαρτύρων της οποιαδήποτε μαρτυρία που να αντικρούει ή να απαντά στην εκδοχή αυτή του κατηγορουμένου θα έπρεπε να είχε προσκομιστεί από την κατηγορούσα αρχή πριν από την συμπλήρωση της υπόθεσης της. Σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό επιταγή που η κατηγορούσα αρχή επιθυμεί να παρουσιάσει στο Δικαστήριο με την κλήτευση δύο μαρτύρων στο στάδιο αυτό, διαπιστώνω ότι το θέμα δεν είναι κάτι που ο ίδιος ο κατηγορούμενος πρόβαλε μέσα από την υπεράσπιση του. Πρόκειται για ένα ζήτημα που η κατηγορούσα αρχή έθεσε υπόψη στον κατηγορούμενο κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του με τον τελευταίο να δηλώνει ότι δεν αναγνωρίζει το έγγραφο που του υποδείχθηκε και ούτε είναι σε θέση να σχολιάσει οτιδήποτε επ' αυτού. Συνεπώς, δεν πρόκειται για θέμα ex improviso που αναδύθηκε μέσα από την παρουσίαση της εκδοχής του κατηγορουμένου κατά την κυρίως εξέταση του και συνέλαβε εξ' απροόπτου την κατηγορούσα αρχή. Αντίθετα, η ενέργεια της κατηγορούσας αρχής να θέσει από μόνη της το θέμα αυτό στον κατηγορούμενο, το οποίο παρεμπιπτόντως δεν αποτελεί επίδικο ζήτημα ουσίας αλλά επιμέρους θέμα, χωρίς προηγουμένως να έχει τεθεί ή έστω να γίνει οποιαδήποτε αναφορά από μέρους του κατηγορουμένου, φανερώνει μαρτυρία η οποία περιήλθε εκ των υστέρων στην κατοχή της και δεν σχετίζεται με πιθανότητα πρόβλεψης από την ανθρώπινη οξύνοια. Ως εκ τούτου, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να επιτραπεί η προσαγωγή αντικρουστικής μαρτυρίας με αποτέλεσμα ο δεύτερος λόγος επί του οποίου εδράζεται το αίτημα της κατηγορούσας αρχής απορρίπτεται. Εξετάζω ευθύς τον τρίτο λόγο επί του οποίου στηρίζεται το αίτημα της κατηγορούσας αρχής και αφορά την κλήτευση μαρτύρων στη βάση εξουσίας του Δικαστηρίου να καλεί μαρτυρία. Η εξουσία αυτή παρέχεται μέσα από το άρθρο 54 του Κεφ.155, το οποίο προνοεί τα εξής: "Το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας δύναται να καλέσει οποιοδήποτε πρόσωπο ως μάρτυρα ή να επανακαλέσει και εξετάσει περαιτέρω οποιοδήποτε τέτοιο πρόσωπο αν η μαρτυρία του φαίνεται στο Δικαστήριο ότι είναι ουσιώδης για τη δίκαιη κρίση της υπόθεσης." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου προκύπτει και ειδικά από τη λέξη 'δύναται' ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να κλητεύσει και εξετάσει ως μάρτυρα οποιοδήποτε πρόσωπο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας (βλέπε Re Σιμιλλίδης κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 469 και Re Ανδρέας Χαραλάμπους
(1994)1 Α.Α.Δ. 639). Επομένως, το Δικαστήριο δικαιούται αυτεπάγγελτα και χωρίς τη συγκατάθεση των δύο πλευρών να καλέσει ένα μάρτυρα που δεν κλήθηκε ούτε από την κατηγορούσα αρχή ούτε από την υπεράσπιση όταν φρονεί ότι τούτο είναι αναγκαίο για το συμφέρον της δικαιοσύνης (βλέπε R. v. Liddle
(1928)21 Cr.App.R.3 και R. v. Macmahon
(1933)24 Cr. App.R.95) καθώς και για τη δίκαιη κρίση της υπόθεσης (βλέπε Charalambos Savva 'Pambos' v. The Police
(1986)2 C.L.R. 30). Σύμφωνα με τις διατάξεις του προαναφερόμενου άρθρου, βασικό στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι η μαρτυρία που θα δώσει ο μάρτυρας που θα κληθεί να είναι ουσιώδης για τη δίκαιη κρίση της υπόθεσης. Στο κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Criminal Procedure in Cyprus' των Λοΐζου και Πική, έκδοση 1975, σελίδες 120-121 τονίζεται ότι η διακριτική εξουσία αυτή πρέπει να ασκείται δικαστικά με σκοπό την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Δεν αναμένεται από το Δικαστήριο να αναλάβει τέτοια πρωτοβουλία εκτός αν υπάρχουν ισχυροί λόγοι που να δικαιολογούν κάτι τέτοιο. Σίγουρα δεν επιτρέπεται μία τέτοια κίνηση με την προοπτική εισαγωγής ενός καινούργιου θέματος. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις το Δικαστήριο θα πρέπει μετά τη συμπλήρωση της υπόθεσης της υπεράσπισης να ασκήσει τη διακριτική εξουσία του καλώντας μάρτυρα και νοουμένου ότι το θέμα αυτό εγερθεί ex improviso, δηλαδή προκύψει εξ' απροόπτου που δεν θα μπορούσε να το είχε προβλέψει η ανθρώπινη οξύνοια και εφόσον κρίνεται αποκλειστικά κρίσιμο για τα συμφέροντα της δικαιοσύνης και δεν προκαλείται ζημιά ή αδικία στον κατηγορούμενο. Στην αγγλική υπόθεση R. v. Cleghorn
(1967)1 All ER 996 το ποινικό εφετείο ακύρωσε καταδίκη επειδή το θέμα για το οποίο το Δικαστήριο κάλεσε μάρτυρα μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της υπεράσπισης δεν είχε εγερθεί ex improviso. Η θέση αυτή υιοθετείται και στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, Fourth Edition, Volume 11, παράγραφος 2964, σελίδα 1720 υπό τον τίτλο 'Power of judge to call witness'. Μέσα από το επίσης κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης (μια πρακτική προσέγγιση)' του Τάκη Ηλιάδη, έκδοση 1994 στις σελίδες 234-237 γίνεται αναφορά και σε άλλες περιπτώσεις όπου δύναται να επιτραπεί η παράθεση επιπρόσθετης μαρτυρίας για τη δίκαιη εξέταση της υπόθεσης κάτω από το πνεύμα του άρθρου 54 του Κεφ.155 και υποδεικνύεται εξέταση εντός των στενών πλαισίων που καθορίζει η αγγλική νομολογία όπως η διευκρίνιση ενός ισχυρισμού που προβλήθηκε κατά τη διάρκεια της τελικής αγόρευσης του δικηγόρου της υπεράσπισης και για το οποίο δεν έχει δοθεί μαρτυρία (βλέπε R. v. Sullivan
(1923)1 KB 47), για να διευκρινιστεί ένας ισχυρισμός που έχει προβληθεί στην εναρκτήρια δήλωση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της υπεράσπισης και για τον οποίο έχει προσφερθεί μαρτυρία (βλέπε R. v. Joseph
(1971)56 Cr App.R. 60) αλλά και όταν η μαρτυρία που παραλήφθηκε είναι τυπική. Στην παρούσα περίπτωση κρίνω ότι αν ασκήσω τη διακριτική ευχέρεια μου υπέρ της κλήτευσης των μαρτύρων που η κατηγορούσα αρχή επιθυμεί θα επιτρέψω την εισαγωγή ενός καινούργιου θέματος που η κατηγορούσα αρχή θέτει. Δεν έχω διαπιστώσει την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων που θα καθιστούσαν αναγκαιότητα την προσαγωγή τέτοιας μαρτυρίας και κατ' επέκταση κρίσιμη για τα συμφέροντα της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Πέραν αυτού, ισχύουν όλα όσα σχολίασα πιο πάνω σχετικά με το δεύτερο λόγο επί του οποίου εδράζεται το υπό κρίση αίτημα και ειδικότερα το ότι είναι ένα θέμα το οποίο δεν αναδύθηκε ex improviso, το οποίο αποτελεί επιμέρους θέμα που τέθηκε από την ίδια την κατηγορούσα αρχή χωρίς προηγουμένως να είχε γίνει οποιαδήποτε αναφορά από μέρους του κατηγορουμένου πλην όμως αυστηρά να μην είναι τυπικής φύσεως μαρτυρία, φανερώνοντας έτσι μαρτυρία που περιήλθε μεταγενέστερα και καθυστερημένα για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής στην κατοχή της για την οποίαν ουδεμία δικαιολογία δόθηκε που να εξηγεί με ποιο τρόπο βρέθηκε στην κατοχή της και δεν μπορούσε να βρίσκεται προτού αυτή κλείσει την υπόθεση της και η οποία εν πάσει περιπτώσει δεν σχετίζεται καθ' οιονδήποτε τρόπο με πιθανότητα πρόβλεψης από την ανθρώπινη οξύνοια. Συνεπώς, απορρίπτεται και αυτός ο λόγος επί του οποίου εδράζεται το υπό κρίση αίτημα καθότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θα δικαιολογούσαν κάτι τέτοιο. Προχωρώ τώρα με την εξέταση του πρώτου λόγου όπου στηρίζεται το αίτημα της κατηγορούσας αρχής και σχετίζεται με την προσκόμιση μαρτυρίας για παρόμοιο γεγονός (similar fact evidence). Ο γενικός κανόνας είναι ότι γεγονότα που μπορεί να είναι όμοια με τα επίδικα θέματα δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτά ως μαρτυρία για να αποδείξουν ένα επίδικο θέμα αφού το γεγονός ότι ένα πρόσωπο ενέργησε στο παρελθόν με ένα συγκεκριμένο τρόπο δεν σημαίνει ότι έχει ενεργήσει με τον ίδιο τρόπο σε μια δεδομένη περίπτωση. Σχετική επί του σημείου αυτού είναι η παλαιά αγγλική υπόθεση Hollington v. Head
(1858)27 LJCP
  1. Υπάρχουν όμως εξαιρέσεις και παρέχονται μέσα από το κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης (μια πρακτική προσέγγιση)' του Τάκη Ηλιάδη, έκδοση 1994 στις σελίδες 129-
  2. Στην επίσης παλαιά αγγλική υπόθεση Makin v. Attorney General for New South Wales
(1894)AC 57 αφού διατυπώνεται εκ νέου ο γενικός κανόνας παράλληλα τονίζεται ότι το γεγονός και μόνο ότι η μαρτυρία που προσκομίζεται τείνει να δείξει ότι διαπράχθηκαν και άλλα αδικήματα δεν την καθιστά ανεπίτρεπτη αν αυτή είναι σχετική με ένα επίδικο θέμα και μπορεί να θεωρηθεί πως είναι με τον τρόπο αυτό σχετική αν απαντά στο ερώτημα κατά πόσο οι πράξεις που υποτίθεται ότι συνιστούν το αδίκημα που περιέχεται στο κατηγορητήριο ήταν σκόπιμες ή τυχαίες ή για να αντικρούσουν μια υπεράσπιση που διαφορετικά θα προσφερόταν στον κατηγορούμενο. Το θέμα αυτό εξετάστηκε στην Κύπρο μέσα από την υπόθεση Βαρνάβας Νικολάου και Υιοί Λτδ v. Επαρχιακός Λειτουργός Εργασίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 261 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε τα εξής: "Αποτελεί το κεντρικό πυρήνα στην ενότητα των αρχών που διέπουν πως όποια και αν είναι η περίπτωση, μαρτυρία για όμοια γεγονότα είναι δυνατό να εισαχθεί εφόσο κρίνεται ότι είναι σχετική με κάποιο επίδικο ζήτημα έτσι που να μπορεί να έχει επίδραση πάνω στο τελικό θέμα της ενοχής ή της αθωότητας του κατηγορουμένου διαφορετικά είναι άσχετη. Πρέπει να σημειώσουμε ότι, ακόμα και στην περίπτωση που μαρτυρία για όμοια γεγονότα φαίνεται σχετική με κάποιο επίδικο ζήτημα, το Δικαστήριο μπορεί να την αποκλείσει αν κρίνει ότι η αποδεικτική της αξία είναι δυσανάλογα μικρή σε σχέση με τον κίνδυνο δυσμενούς επηρεασμού που είναι δυνατό να δημιουργήσει η εισαγωγή της." Στη βάση της πιο πάνω νομολογίας αναφορικά με το συγκεκριμένο ζήτημα μπορεί να λεχθεί ότι σε ποινικές υποθέσεις μαρτυρία παρόμοιων γεγονότων μπορεί να γίνει αποδεκτή ως εξαίρεση στον κανόνα, μεταξύ άλλων, για: (α) Να αντικρούσει την πιθανότητα ατυχήματος και να δείξει συστηματικό τρόπο συμπεριφοράς (βλέπε Makin v. Attorney General for New South Wales
(1894)AC 57 και R. v. Mather
(1991)Crim LR 285). (β) Για την απόδειξη συγκεκριμένης τάσης (ροπής) όταν αυτή είναι ιδιαίτερα σχετική (βλέπε D.P.P. v. Boardman
(1975)AC 421). Μέσα από το νομικό σύγγραμμα του 'Το Δίκαιο της Απόδειξης (μια πρακτική προσέγγιση)' [βλέπε πιο πάνω] παρέχονται περισσότερες εξαιρέσεις οι οποίες όμως δεν σχετίζονται με την ουσία του υπό κρίση αιτήματος και ως εκ τούτου θεωρώ εκ του περισσού να τις αναφέρω. Στην προκειμένη περίπτωση η κατηγορούσα αρχή υπέδειξε την ανάγκη προσκόμισης μαρτυρίας για παρόμοιο γεγονός επειδή είναι η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος προέβηκε στην ίδια κατ' ισχυρισμό πράξη με την επιταγή που αποτελεί αντικείμενο εκδίκασης στην παρούσα υπόθεση και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1. Σκοπός της κατηγορούσας αρχής μέσα από την προσκόμιση τέτοιας μαρτυρίας είναι να δείξει στο Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος έχει τάση στο να εκδίδει επιταγές από κοινό λογαριασμό και να διαγράφει το όνομα της συζύγου του από αυτές. Δεν συμμερίζομαι τη θέση αυτή. Η κατάθεση μια άλλης επιταγής η οποία προέρχεται από άλλο κατ' ισχυρισμό κοινό λογαριασμό του κατηγορουμένου και παρουσιάζει διαγραφή ενός εκ των ονομάτων που κατ' ισχυρισμό είναι η σύζυγος του δεν μπορεί από μόνη της να τεκμηριώσει ότι στην επίδικη επιταγή (Τεκμήριο 1) της παρούσας υπόθεσης, η οποία προέρχεται επίσης από κοινό λογαριασμό του κατηγορουμένου με άλλο πρόσωπο στην οποία παρατηρείται διαγραφή στο όνομα που η κατηγορούσα αρχή ισχυρίζεται ότι είναι η σύζυγος του κατηγορουμένου, υπαίτιος είναι ο κατηγορούμενος ακόμα και στην περίπτωση που αποδεικτεί ότι όντως κατηγορούμενος ευθύνεται για τη διαγραφή στην επιταγή που η κατηγορούσα αρχή επιθυμεί να καταθέσει μέσω επιπρόσθετης μαρτυρίας. Με δεδομένο ότι η ποινική υπόθεση 21629/09 στην οποίαν εμπλέκεται άλλη επιταγή βρίσκεται ακόμη υπό εκδίκαση αλλά και το γεγονός ότι η επιταγή υπ' αριθμό 19097788 της Alpha Bank Cyprus Ltd που η κατηγορούσα αρχή επιθυμεί να καταθέσει με επιπλέον μαρτυρία φέρει ημερομηνία έκδοσης 25.10.10, γεγονός που η υπεράσπιση ανάφερε και δεν αμφισβητήθηκε από την κατηγορούσα αρχή, ενώ η επίδικη επιταγή φέρεται εκ πρώτης όψεως να εκδόθηκε περί το έτος 2009, δηλαδή προγενέστερα της άλλης επιταγής που η κατάθεση της επιθυμείται στο Δικαστήριο, εκ γενετής δεν καθιστά εφικτή την προσπάθεια της κατηγορούσας αρχής είτε να εμφανίσει συστηματικό τρόπο συμπεριφοράς του κατηγορουμένου είτε να τεκμηριώσει συγκεκριμένη τάση από μέρους του κατηγορουμένου να πράττει με αυτόν τον τρόπο σε συγκεκριμένο περιστατικό που κατ' ισχυρισμό διεξήχθηκε προγενέστερα της περίπτωσης με την οποίαν επιθυμείται η σύγκριση. Με γνώμονα αυτό, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η εκ των υστέρων έκδοση της επιταγής της Alpha Bank Cyprus Ltd υπ' αριθμό 19097788 δεν σχετίζεται με τη διαγραφή του ονόματος Panayiotou Chr. που παρουσιάζεται πάνω στην επίδικη επιταγή της Universal Bank υπ' αριθμό 53453228 (Τεκμήριο 1) η οποία εκδόθηκε προγενέστερα και αποτελεί επίδικο θέμα στην παρούσα υπόθεση αφού δεν έχει τη δυνατότητα επίδρασης στο τελικό θέμα της ενοχής ή αθωότητας του κατηγορουμένου στην υπόθεση αυτή. Κατά συνέπεια, ούτε αυτός ο λόγος γίνεται αποδεκτός. Με το πιο πάνω σκεπτικό κρίνω ότι το αίτημα της κατηγορούσας αρχής δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό και ως εκ τούτου απορρίπτεται σχετικά με όλους τους λόγους που προβλήθηκαν. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/Interim Αναφορά: Ιδιωτική Ποινική/Ενδιάμεση Απόφαση/Αντικρουστική μαρτυρία-Εξουσία Δικαστηρίου για κλήτευση μαρτύρων-Μαρτυρία όμοιων γεγονότων/Άρθρα 54 και 74
(1)(ε) Κεφ.155 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.