← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Daniel Dodu κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15844/11, 25.10.2011

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Daniel Dodu κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15844/11, 25.10.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B196 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15844/11 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού Και

  1. Daniel Dodu
  2. Mirabella Dodu
  3. Steleian Pitu Ημερομηνία: 25.10.2011 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Κληρίδου Για τους κατηγορούμενους 1 και 2 : κα Σ. Αδάμου Για τον κατηγορούμενο 3 : κα Α. Ιωάννου Κατηγορούμενοι 1-3 παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex-Tempore) Οι κατηγορούμενοι 1-3, αντιμετωπίζουν δύο κατηγορίες, αυτή της συνωμοσίας προς διάπραξη του κακουργήματος της κλοπής από κατοικία και αυτή της κλοπής από κατοικία και συγκεκριμένα του ποσού των €1.000= περιουσία των Anca Milas και Marcel Ovidiu Milas. Ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκαν δύο διαφορετικές εκδοχές. Αυτή της κατηγορούσας αρχής, σύμφωνα με την οποία οι τρείς κατηγορούμενοι εγκατέλειψαν το διαμέρισμα στο οποίο συγκατοικούσαν μαζί με τους δύο παραπονούμενους και ότι εγκαταλείποντας το χωρίς προηγουμένως να ενημερώσουν τους παραπονούμενους, έκλεψαν το ποσό των €1.000= το οποίο οι τελευταίοι φύλαγαν στο σπίτι τους, μέσα σε συρταριέρα στο υπνοδωμάτιο τους. Aντίθετα η υπεράσπιση προώθησε τη θέση ότι η καταγγελία έγινε μόνο για εκδικητικούς λόγους καθότι οι τρείς κατηγορούμενοι, εγκατέλειψαν το διαμέρισμα στο οποίο διέμεναν με τους παραπονούμενους χωρίς να τους ενημερώσουν. Kατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, σειρά εγγράφων κατατέθηκαν από τους συνηγόρους ως τεκμήρια και το περιεχόμενο τους δηλώθηκε παραδεκτό ως προς την αλήθεια τους και ως τέτοιο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Αυτά είναι οι καταθέσεις των αστυφ. 2854 Κλ. Σωκράτους, της αστυφ. 939 Φράγκου και του αστυφ.10 Ν Ορφανού (τεκμήρια 5, 7 και 9 αντίστοιχα). Οι καταθέσεις δε των κατηγορούμενων 2 και 3 κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 6 Α και Β και 8 Α και Β και δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο ότι αυτές λήφθηκαν από τους αστυφ. 939 Μ. Φράγκου και 2854 Κλ. Σωκράτους αντίστοιχα. Δηλώθηκαν επίσης ως παραδεκτά γεγονότα ότι τα όσα περιέχονται στα Τεκμήρια Α2, Β2, 1Β, 2Β και 3Β αποτελούν πιστή μετάφραση του περιεχομένου των Τεκμηρίων Α1, Β1, 1Α και 2Α αντίστοιχα και ως τέτοια εγκρίθηκαν επίσης από το Δικαστήριο. Προφορική δε μαρτυρία προς υποστήριξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, έδωσαν οι Anca Milas, ο Marcel Ovidiu Milas που είναι οι παραπονούμενοι, καθώς και ο αστυφ. 2907 Παναγιώτης Κωνσταντίνου (Μ.Κ. 1-3 αντίστοιχα). Μετά δε από την κλήση των κατηγορουμένων σε απολογία, αυτοί επέλεξαν και προέβησαν σε ανώμοτες δηλώσεις, λέγοντας ότι υιοθετούν τις καταθέσεις που έδωσαν στην αστυνομία και ότι είναι αθώοι, χωρίς να προσκομίσουν οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Η μαρτυρία όλων όσων παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα, είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και γι' αυτό δεν θεωρώ αναγκαίο να την παραθέσω αλλά αμέσως θα προχωρήσω σε αξιολόγηση της. Οι παραπονούμενοι, δεν με έπεισαν για την ειλικρίνεια και την γνησιότητα της εκδοχής τους. Αντίθετα, παρακολουθώντας τους να καταθέτουν από το εδώλιο του μάρτυρα, παρατηρώντας την γενικότερη στάση και συμπεριφορά τους, σχημάτισα την εντύπωση ότι παρουσίασαν στο Δικαστήριο μια κατασκευασμένη εκδοχή. Κατά τη διάρκεια της ένορκης κατάθεσης τους χαμογελούσαν ειρωνικά, ενώ και οι δύο, σε πολλές περιπτώσεις έκαναν διάφορους μορφασμούς, στοιχεία βέβαια που δεν εμφαίνονται στα στυγνά πρακτικά, ήταν όμως ευδιάκριτα από το Δικαστήριο. Περαιτέρω η Μ.Κ.1 σε κάποιες περιπτώσεις αρνήθηκε να απαντήσει σε ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν κατά το στάδιο της αντεξέτασης με εριστικό μάλιστα και έντονο τρόπο, ο δε Μ.Κ.2 καθυστερούσε σε πολλές περιπτώσεις να απαντήσει, σε κάποιες μάλιστα με ιδιαίτερα εμφανή τρόπο. Περαιτέρω οι δύο παραπονούμενοι (Μ.Κ.1 και 2), σε ουσιαστικά σημεία για την υπόθεση, προέβαλαν εντελώς διαφορετικούς ισχυρισμούς μεταξύ τους. Το πιο σημαντικό είναι σε σχέση με την ύπαρξη του χρηματικού ποσού των €1.000= που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, τους έκλεψαν οι κατηγορούμενοι, εγκαταλείποντας το διαμέρισμα, στοιχείο που αμφισβητήθηκε έντονα από την υπεράσπιση η οποία και προώθησε τη θέση ότι το ποσό αυτό δεν υπήρχε στο διαμέρισμα και ότι η καταγγελία εναντίον των κατηγορούμενων έγινε μόνο για εκδικητικούς λόγους. Ενώ και οι δύο επέμεναν για την ύπαρξη του ποσού αυτού στη συρταριέρα του υπνοδωματίου τους, έδωσαν μεταξύ τους αντιφατικούς ισχυρισμούς σε σχέση με αυτό. Ενώ η Μ.Κ.1 ισχυρίσθηκε ότι το ποσό αυτό το απέσυρε η ίδια από μηχανάκι της Τράπεζας το προηγούμενο βράδυ της κλοπής όταν σχόλασε από την εργασία της, στην παρουσία και του συζύγου της με σκοπό να το δανείσουν σε κάποιο φίλο τους που το είχε ανάγκη, αντίθετα ο Μ.Κ.2 ισχυρίσθηκε ότι το ποσό αυτό το φύλαγαν στο σπίτι τους για να καλύπτουν διάφορα έξοδα τους, όπως λογαριασμούς κ.λ.π., λέγοντας μάλιστα ότι το ποσό των χρημάτων που φύλαγαν στο σπίτι τους το ήλεγχαν περιοδικά με την σύζυγο του, λόγω και της συγκατοίκησης με τους κατηγορούμενους και της έλλειψης εμπιστοσύνης προς το πρόσωπο τους. Ενώ η Μ.Κ.1 ισχυρίσθηκε ότι το ποσό των €1.000= προερχόταν από τον μισθό της, ο σύζυγος της Μ.Κ.2 ισχυρίσθηκε ότι τούτο προερχόταν από τις οικονομίες και των δύο τους. Οι πιο πάνω αντιφάσεις είναι πολύ ουσιαστικές και κλονίζουν καίρια την αξιοπιστία τους. Ένα άλλο στοιχείο που κλονίζει την αξιοπιστία τους είναι ότι ποτέ δεν ανάφεραν στην αστυνομία ότι το χρηματικό αυτό ποσό είχαν πρόθεση να το δώσουν σε φίλο τους που το είχε ανάγκη, αλλά τον ισχυρισμό αυτό τον προέβαλαν για πρώτη φορά στο Δικαστήριο. Ούτε ήταν σε θέση να αναφέρουν με σαφήνεια ποιός ήταν ο φίλος τους αυτός και γιατί χρειαζόταν τα χρήματα. Η μεν Μ.Κ.1 επί του θέματος ισχυρίσθηκε αόριστα ότι επρόκειτο για οικογενειακό τους φίλο, ενώ ο Μ.Κ.2 και μετά από πολλή σκέψη που ήταν ιδιαίτερα εμφανής και όταν ρωτήθηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης ποιό ήταν το πρόσωπο αυτό, απάντησε ότι επρόκειτο για κάποιο Κωνσταντίν, πρώην συνάδελφο του, χωρίς όμως να μπορεί να αναφέρει το επίθετο του. Περαιτέρω και άλλες αντιφάσεις που υπάρχουν στην μαρτυρία της Μ.Κ.1 ενισχύουν την αρνητική εντύπωση που σχημάτισα γι' αυτήν ως μάρτυρα της αλήθειας. Ενώ αρχικά ισχυρίσθηκε ότι τα χρήματα τα απέσυρε από κάποιο Συνεργατικό, στη συνέχεια είπε ότι τα απέσυρε από κατάστημα της Ελληνικής Τράπεζας. Παρά το ότι της ζητήθηκε να παρουσιάσει αποδείξεις της Τράπεζας που να αποδεικνύουν την απόσυρση του χρηματικού αυτού ποσού παρέλειψε να το πράξει, παρά την ετοιμότητα και δυνατότητα προς τούτο την οποία εξέφρασε αρχικά. Προσπαθώντας δε στη συνέχεια να δικαιολογήσει την παράλειψη της αυτή, προέβαλε ότι δεν είχε χρόνο για να το πράξει. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι παρά το γεγονός ότι η Μ.Κ.1 επέμενε ότι τα χρήματα αυτά τα απέσυρε το προηγούμενο βράδυ για να δανείσουν όπως έλεγε σε κάποιο φίλο τους που τα είχε ανάγκη σε κάποιο σημείο αντεξεταζόμενη ανέφερε «..πάντα έχω λεφτά στο σπίτι και επειδή είμαι έγκυος πρέπει να έχω χρήματα στο σπίτι», ισχυρισμός βέβαια που δεν συνάδει με τη θέση που επίμονα προέβαλλε και κλονίζει περαιτέρω την αξιοπιστία της. Για όλους τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω πλήρως τη μαρτυρία τους. Ο Μ.Κ.3 ήταν ο αστυφύλακας που εξέτασε την υπόθεση μετά την καταγγελία της Μ.Κ.
  4. Αυτός ανέφερε στο Δικαστήριο τα όσα περιήλθαν σε γνώση του κατά την άσκηση των καθηκόντων του, χωρίς πρόθεση να αλοιώσει ή παραποιήσει την αλήθεια και γι' αυτό αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του. Και οι τρείς κατηγορούμενοι επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτη δήλωση, υιοθετώντας όπως ανέφεραν τα όσα περιέχονται στις καταθέσεις τους που έδωσαν στην αστυνομία και δηλώνοντας την αθωώτητα τους. Η δήλωση αυτή έχει κάποια αξία, η οποία θα πρέπει να εξετασθεί μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας αλλά όχι τέτοια, που να ισοδυναμεί με μαρτυρία (βλ. Ονησιφόρου v. The Police

(1987)2 CLR 261 και Ιωάννου & Συμιανός v. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Δεν προσφέρεται για την απόδειξη ή κατάρριψη γεγονότων αλλά από το περιεχόμενο της μπορεί να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα που θα βοηθήσουν στη θεώρηση της μαρτυρίας από διαφορετική σκοπιά. Η ανώμοτη δήλωση (όπως και η σιωπή) σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση, δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (βλ. Τhemistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastasiades v. The Rebublic
(1977)2 CLR 97). Ούτε και η επιλογή ενός κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ή να παραμείνει σιωπηλός μπορεί να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (βλ. Δημοσθένους κ.α. v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129). H ανώμοτη δήλωση έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία (βλ. Μαυρικίου v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 80/06, ημερ. 4/7/2007). Στην παρούσα περίπτωση και μετά την απόρριψη της μαρτυρίας των δύο παραπονούμενων, κρίνεται ότι οι δηλώσεις αυτές έχουν πειστική αξία και τις αποδέχομαι. Δεδομένων των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων και της αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Η Μ.Κ.1 στις 7/8/2011, προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία ότι στις 7/8/11 κλάπηκε από το υπνοδωμάτιο του διαμερίσματος στο οποίο αυτή διέμενε μαζί με τον σύζυγο της στη Λεμεσό και στο οποίο διαμέρισμα επίσης διέμεναν οι τρείς κατηγορούμενοι στα άλλα δύο υπνοδωμάτια, το ποσό των €1.000=, το οποίο φύλαγαν σε συρταριέρα που βρισκόταν μέσα στο υπνοδωμάτιο τους. Μετά την καταγγελία, ο Μ.Κ.3 μετέβη στο διαμέρισμα όπου από έρευνα την οποία διεξήγαγε διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε κανένα ίχνος παραβίασης ούτε της κύριας εισόδου του διαμερίσματος ούτε και της πόρτας του υπνοδωματίου της Μ.Κ.
  1. Δεν υπήρχε επίσης καμία ακαταστασία ούτε στο υπνοδωμάτιο της Μ.Κ.1 ούτε και στο υπόλοιπο διαμέρισμα. Στη συνέχεια και εναντίον των κατηγορούμενων 1 και 2 εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης και το όνομα τους τοποθετήθηκε στον κατάλογο Στοπ-Λιστ. Εναντίον του κατηγορούμενου 3 δεν εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης καθότι δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία για την ταυτότητα του. Στις 2/9/11 οι κατηγορούμενοι 1 και 2 συνελήφθησαν στο αεροδρόμιο της Λάρνακας από όπου θα ταξίδευαν για την Ρουμανία. Μαζί τους βρισκόταν και ο κατηγορούμενος 3 για τον οποίο υπήρχε μαρτυρία ότι ήταν το τρίτο πρόσωπο που εμπλέκετο στην υπόθεση. Εναντίον του εκδόθηκε επίσης ένταλμα σύλληψης και όταν και αυτός συνελήφθη, μεταφέρθηκαν και οι τρείς στο ΤΑΕ Λεμεσού και με τη βοήθεια διερμηνέως λήφθηκε από τον κατηγορούμενο 1 ανακριτική κατάθεση αφού προηγουμένως του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του. Στις 3/9/2011 ο Μ.Κ.3 τηλεφώνησε στην Μ.Κ.1 για να προσέλθει στο ΤΑΕ Λεμεσού μαζί με το σύζυγο της για να δώσουν συμπληρωματική κατάθεση, αλλά αυτή τους ανέφερε ότι μαζί με το σύζυγο της βρισκόντουσαν στην Ρουμανία από όπου θα επέστρεφαν στις 16/9/
  2. Ερωτηθείσα η Μ.Κ.1 ανέφερε ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 3 εκτός από το κλειδί της κύριας εισόδου της πολυκατοικίας, είχαν και κλειδί για το υπνοδωμάτιο τους, το οποίο άνοιγε τις πόρτες όλων των υπνοδωματίων. Στις 3/9/11 και με τη βοήθεια διερμηνέως ο αστυφ. 2854 Κλ. Σωκράτους έλαβε από τον κατηγορούμενο 3 ανακριτική κατάθεση και η Γ/Αστυφ. 939 Μ. Φράγκου με τη βοήθεια και πάλι διερμηνέα έλαβε από την κατηγορούμενη 2 ανακριτική κατάθεση. Στις 6/9/11 και με τη βοήθεια διερμηνέα λήφθηκε από τους κατηγορούμενους 1 και 3, δεύτερη ανακριτική κατάθεση από τον αστυφ.
  3. Είναι προφανές ότι από τη στιγμή που η μαρτυρία των Μ.Κ.1 και 2 που ήταν η ουσιαστική μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής σε σχέση με την υπόθεση έχει απορριφθεί, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αφού και όπως είναι νομολογημένο η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε συστατικού στοιχείου που την συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 και Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18). Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου, 2002
(2)ΑΑΔ 246: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την εκδοχή των μαρτύρων κατηγορίας. Η Κατηγορούσα Αρχή έχει την υποχρέωση να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου. Το Δικαστήριο, πολύ ορθά, μετά την απόρριψη της εκδοχής της Κατηγορούσας Αρχής, δεν μπορούσε να προσπαθήσει μέσα από τη συμπεριφορά του εφεσίβλητου να αντλήσει συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να στοιχειοθετούσαν την ενοχή του...... Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσείοντα εγείρει, δεν θα ήταν δυνατό να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι αυτές, δεν επιτρέπονται (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363).» Και στην παρούσα υπόθεση η κατηγορούσα αρχή, απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα αδικήματα που καταλογίζονται και στους τρείς κατηγορούμενους. Συνακόλουθα οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 αθωώνονται και απαλλάσσονται και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.)................. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.