Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Stanka Ivanova Staneva, Αρ. Υπόθεσης: 13009/11, 27.10.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B198 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13009/11 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και
- Stanka Ivanova Staneva
- Etvimka Minkova Georgieva Ημερομηνία: 27.10.2011 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Κληρίδου Για την κατηγορούμενους 1 : κ. Κ. Κωμοδρόμος Για την κατηγορούμενη 2 : κ. Ν. Νικολαίδης Κατηγορούμενες 1, 2 παρούσες ------------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενες 1 και 2 αντιμετωπίζουν τρείς κατηγορίες για συνωμοσία προς διάπραξη του κακουργήματος της κλοπής από πρόσωπο (1η, 3η και 5η Κατηγ. αντίστοιχα) και τρείς επίσης κατηγορίες για κλοπή από πρόσωπο (2η, 4η και 6η Κατηγ.) Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι και των δύο κατηγορουμένων υπέβαλαν δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 όπως τροποποιήθηκε, εισήγηση, ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των πελάτιδων τους σε καμιά από τις κατηγορίες και ως εκ τούτου δεν θα πρέπει αυτές να κληθούν σε απολογία, ενώ αντίθετη υπήρξε η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής. Η απαλλαγή κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορούμενου σε αυτή. [Βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen´s Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E. R. 448]. H κλήση κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας [βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133]. Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου [βλ. Αzinas and another v. Police, (πιο πάνω)]. Ως προς το βαθμό απόδειξης που πρέπει να αποδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 ΑΑΔ 9. Βοηθητική επίσης για το ζήτημα που εξετάζεται είναι η υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145. Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: ". η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155 . δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από τη μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το Δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατό να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητα της επάρκειά της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το Δικαστήριο οφείλει, ακόμα και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το Δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο Δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορούμενου. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρά στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία." Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα και ως τέτοια εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο ότι τα Τεκμήρια 1Β, 2Β, 4Β και Δ.2, αποτελούν πιστή μετάφραση των όσων περιέχονται στα Τεκμήρια1Α, 2Α, 4Α, Δ.1. Κατατέθηκαν δε εκ συμφώνου ως Τεκμήρια 11 και 12 η κατάθεση του Παναγιώτη Ιακωβίδη και του αστυφ. 3451 Μ. Γεωργίου και το περιεχόμενο τους δηλώθηκε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του. Προφορική δε μαρτυρία προς υποστήριξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής έδωσαν στο Δικαστήριο, ο αστυφ. 2762 Μ. Πιττάλης, η Γ/αστυφ. 3708 Π. Γεωργίου, ο αστυφ. 3276 Γιώργος Μικελλίδης και η Γελίτσα Τσιουνίκ (Μ.Κ. 1-4). Με βάση λοιπόν τα παραδεκτά γεγονότα και την προσκομισθείσα εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής μαρτυρία, η οποία βέβαια στο στάδιο αυτό δεν θα αξιολογηθεί, θα προχωρήσω να εξετάσω την εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων των κατηγορουμένων, ξεκινώντας από το αδίκημα της 1ης κατηγορίας. Τούτο βασίζεται στο άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 που προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια ποινή». Η αντικειμενική υπόσταση (actus reus) του αδικήματος της συνωμοσίας έγκειται στην συμφωνία δύο ή περισσότερων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη. Είναι η συμφωνημένη συμπεριφορά η οποία αποτελεί την βάση της κατηγορίας και συνίσταται στην συμφωνία δύο ή περισσότερων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Δεν υπάρχει αδίκημα ενόσω ο σχεδιασμός παραμένει μόνο στο στάδιο της πρόθεσης και είναι χωρίς σημασία εάν αυτό που τελικά πραγματοποιείται διαφέρει από αυτά τα οποία είχαν συμφωνηθεί. Επιπρόσθετα κάποιος συνωμότης, δεν απαλλάσσεται της ευθύνης που συμφώνησε να παίξει ρόλο στη συνωμοσία, αλλά αδιαφόρησε ως προς την τελική επιτυχία της συμφωνίας από την στιγμή που η συμφωνία ήταν ολοκληρωμένη. Η συμφωνία των συνωμοτών είναι αποτέλεσμα εξωτερίκευσης της σκέψης και κρυφής πρόθεσης που κάθε ένας από τους συνωμότες έχει στο μυαλό του, η οποία εκδηλώνεται με προώθηση της πρόθεσης και η οποία λαμβάνει την μορφή κοινών και αμοιβαίων διαβουλεύσεων οι οποίες καταλήγουν τελικά σε συμφωνία. Επομένως δεν είναι αρκετό ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα επιδιώκουν τον ίδιο παράνομο σκοπό. Χρειάζεται απαραίτητα και αναγκαία συμφωνία μεταξύ τους για την επιδίωξη του παράνομου σκοπού. Στην υπόθεση Abdebraouf Ben Abdallah Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 134, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «....Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνοιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας είναι αδιάφορο (βλ. Mulcany v. R.
(1868)L.R. 34 H.L., 328, O´Connelli v. R.
(1844)5 St.Tr.(N.S.) 1, R. V. Aspinall
(1876)2 Q.B.D.48, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2035, παρ. 28-4». Στην σελίδα 144 της ίδιας απόφασης αναφέρονται τα ακόλουθα : «Η ύπαρξη συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό του αδικήματος της συνωμοσίας. Ακολουθεί πως στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παράμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και επομένως ούτε συνωμοσία. Το πότε συνβαίνει το ένα και πότε ο άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο μπορεί να είναι πολύ λεπτή, δεν είναι δυνατό να προκαθοριστεί. Το ζήτημα είναι πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. (βλ. R. V. King and King
(1966)Crim. L.R. 280, R. V. Mills, 47 Cr. App. R.49, R. V. Walker
(1962)Crim. L.R. 458, R. V. O´Brien, 59 Cr. App. R. 222, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2039 παραγρ. 28-9». Είναι απαραίτητο δηλαδή συστατικό στοιχείο του αδικήματος η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη, όπως αυτές στην υπό εξέταση περίπτωση. Με τη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί, δεν έχει τεθεί κανένα απολύτως στοιχείο που να τείνει να καταδείξει την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας μεταξύ των δύο κατηγορουμένων. Από τη στιγμή που τέτοια μαρτυρία δεν έχει παρουσιασθεί, σε καμία περίπτωση τα αδικήματα για συνωμοσία δεν θα μπορούσαν να στοιχειοθετηθούν. Κρίνεται λοιπόν ότι οι κατηγορούμενες 1 και 2 δεν θα πρέπει να κληθούν να προβάλουν την υπεράσπιση τους στις κατηγορίες για συνωμοσία, δηλαδή την 1η, 3η και 5η κατηγορία. Ούτε και σε σχέση με το αδίκημα της κλοπής της 2ης κατηγορίας για το οποίο κατέθεσε ως μάρτυρας στο Δικαστήριο η Μ.Κ.4, η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί αποτελεί ικανοποιητική μαρτυρία που να τείνει να καταδείξει ότι οι κατηγορούμενες έκλεψαν από την παραπονούμενη το πορτοφόλι της έτσι ώστε αυτές να κληθούν να προβάλουν την υπεράσπιση τους στην κατηγορία αυτή. Η παρουσία τους και μόνο στο κατάστημα στο οποίο η Μ.Κ.4 διαπίστωσε ότι κλάπηκε το πορτοφόλι της, ακόμα και το ότι σύμφωνα με την μαρτυρία της οι δύο κατηγορούμενες πλησίαζαν την μάρτυρα σε κοντινή απόσταση ενόσω η τελευταία βρισκόταν στο κατάστημα και περιεργαζόταν διάφορα είδη ένδυσης που υπήρχαν εκεί, δεν καθιστά την υπάρχουσα μαρτυρία ικανή να στοιχειοθετήσει το αδίκημα έτσι ώστε οι δύο κατηγορούμενες να κληθούν σε απολογία, ιδιαίτερα μάλιστα αφού σύμφωνα με την υπάρχουσα μαρτυρία της συγκεκριμένης μάρτυρος, η μάρτυρας δεν είδε τις δύο κατηγορούμενες να της κλέβουν το πορτοφόλι, ενώ ακόμα οι δύο αυτές κατηγορούμενες δεν ήταν τα μόνα πρόσωπα που την πλησίαζαν σε κοντινή απόσταση και την περιτρυγύριζαν ενόσω βρισκόταν στο συγκεκριμένο κατάστημα. Ως εκ τούτου, ούτε το αδίκημα αυτό θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί. Σε σχέση δε με τα αδικήματα της 4ης και 6ης κατηγορίας δεν προσκομίσθηκε καμία μαρτυρία ότι οι κατηγορούμενες έκλεψαν χωρίς τη συναίνεση των ιδιοκτητριών, αφού αυτές δεν έδωσαν μαρτυρία. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία όλων των αδικημάτων. Συνακόλουθα και οι δύο κατηγορούμενες, απαλλάσσονται και αθωώνονται από το στάδιο αυτό, σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.)................. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο