Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ονησίφορου Ονησιφόρου, Λεμεσός κ.α., Αρ. Υπόθεσης 19308/11, 27 Οκτωβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B199 ΣTO ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 19308/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν.
- Ονησίφορου Ονησιφόρου, Λεμεσός
- ANIS, από Μπαγκλαντές
- ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Μ & Ο ΟΝΗΣΙΦΟΡΟΥ ΛΤΔ Κατηγορουμένων --------------------- Ημερομηνία: 27 Οκτωβρίου 2011 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αργυρού Για Κατηγορούμενους 1, 2 και 3: κ. Ρ. Ερωτοκρίτου Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες. Π Ο Ι Ν Η Ο πρώτος κατηγορούμενος, κατόπιν παραδοχής του, κρίνεται ένοχος στην πρώτη κατηγορία για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 14 Β του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε. Στις λεπτομέρειες αδικήματος της εν λόγω κατηγορίας αναφέρεται ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, ως διευθυντής της τρίτης κατηγορουμένης εταιρείας, στις 20.9.2011, στη Λεμεσό, εργοδότησε τον δεύτερο κατηγορούμενο, χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια. Ο δεύτερος κατηγορούμενος, με την παραδοχή του, κρίνεται ένοχος στη δεύτερη κατηγορία που αφορά το αδίκημα της διεξαγωγής επαγγέλματος ως υπάλληλος της τρίτης κατηγορουμένης εταιρείας, χωρίς τη γραπτή άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 19
(1)(κ) του Κεφ. 105 και των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών του 1972, Κ.Δ.Π. 242/72. Επίσης ο δεύτερος κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή στην τρίτη κατηγορία για το αδίκημα της παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 19
(1)(λ) του Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της τρίτης κατηγορίας, ο δεύτερος κατηγορούμενος, μεταξύ των ημερομηνιών 30.5.2008 και 20.9.2011, στη Γερμασόγεια, ενώ ήταν αλλοδαπός, δηλαδή υπήκοος Μπαγκλαντές, και βρισκόταν στην Κύπρο ως αιτητής πολιτικού ασύλου μέχρι τις 29.5.20008, όταν και απορρίφθηκε η αίτηση του από την Αναθεωρητική Αρχή, παρέμεινε στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας του χωρίς να έχει εξασφαλίσει την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Η τρίτη κατηγορουμένη εταιρεία, με την παραδοχή της, κρίνεται ένοχη στην τέταρτη κατηγορία για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, και συγκεκριμένα του δεύτερου κατηγορούμενου, χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 14 Β του Κεφ.
- Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, είναι τα ακόλουθα. Στις 20.9.2011 και περί ώρα 10.15, κατόπιν πληροφορίας που λήφθηκε στα γραφεία της ΥΑΜ Λεμεσού ότι στην οδό Παναγιώτη Τσαγγάρη στην οικία με αρ. 122 στη Γερμασόγεια εργοδοτείται παράνομα αλλοδαπός, ο αστ. 1542 Χ. Κλεοβούλου μαζί με άλλους αστυνομικούς μετέβηκαν στο μέρος. Αφού έθεσαν το μέρος υπό παρακολούθηση για δέκα λεπτά, αντιλήφθηκαν ένα αλλοδαπό να ασχολείται με την τοποθέτηση πλάκας στην ταράτσα της οικίας. Ο αστ. 1542 τον κάλεσε να κατεβεί από την ταράτσα, του υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα και του ζήτησε τα στοιχεία του. Κατά τον έλεγχο ο αλλοδαπός είπε ότι ονομάζεται ANIS, κατάγεται από τη Μπαγκλαντές και δεν έχει άδεια παραμονής. Αμέσως ο αστ. 1542 τον συνέλαβε για τα αυτόφωρα αδικήματα της παράνομης παραμονής και απασχόλησης και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός δεν έδωσε απάντηση. Από περαιτέρω έλεγχο μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή, διεφάνη ότι επρόκειτο για τον δεύτερο κατηγορούμενο, από τη Μπαγκλαντές, του οποίου τα στοιχεία εντοπίζονται στο Στοπ Λιστ με την ένδειξη ως αναζητούμενου προσώπου, καθότι η αίτηση του απορρίφθηκε από την Αναθεωρητική Αρχή στις 29.5.2008 και έκτοτε παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία. Στο μέρος βρισκόταν και ο πρώτος κατηγορούμενος, τον οποίο ο δεύτερος κατηγορούμενος υπέδειξε ως τον εργοδότη του. Ο πρώτος κατηγορούμενος είπε ότι τον εργοδότησε εκείνη τη μέρα για να τον βοηθήσει στην τοποθέτηση των πλακών, υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της τρίτης κατηγορουμένης εταιρείας. Ο αστ. 1542 πληροφόρησε τον πρώτο κατηγορούμενο για το αδίκημα που διέπραττε και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός δεν έδωσε απάντηση. Και οι δύο κατηγορούμενοι οδηγήθηκαν στον αστυνομικό σταθμό Γερμασόγειας για τη διερεύνηση της υπόθεσης. Λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον πρώτο κατηγορούμενο, στην οποία αυτός παραδέχεται ότι εργοδότησε τον δεύτερο κατηγορούμενο, υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της τρίτης κατηγορουμένης εταιρείας. Ακολούθως ο πρώτος κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς και απάντησε «απολογούμαι και παραδέχομαι». Λήφθηκε επίσης ανακριτική κατάθεση από τον δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων. Τέλος, ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ο πρώτος κατηγορούμενος βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη, στην υπόθεση αρ. 3252/2010 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, στην οποία του επιβλήθηκε στις 11.6.2010 ποινή φυλάκισης 3 μηνών με 3ετή αναστολή για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού. Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 είναι λευκού ποινικού μητρώου. Κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, ο συνήγορος των κατηγορουμένων αναφέρθηκε αρχικά στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων. Συγκεκριμένα, ο κ. Ερωτοκρίτου είπε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος ήταν με την εντύπωση ότι βρισκόταν νόμιμα στη Δημοκρατία και διαβεβαίωσε γι' αυτό τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος τον προσέλαβε για λογαριασμό άλλου προσώπου, της τρίτης κατηγορουμένης εταιρείας, που είναι οικοδομική εταιρεία, της οποίας είναι διευθυντής και υπάλληλος, χωρίς ο ίδιος να αποκομίσει προσωπικό όφελος, αλλά με την πρόθεση, αν έμενε ικανοποιημένος από την εργασία του αλλοδαπού, να προέβαινε στα διαβήματα για την έκδοση της σχετικής από το Νόμο άδειας. Ο κ. Ερωτοκρίτου απέδωσε σημασία επίσης στο γεγονός ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος ήρθε νόμιμα στη Δημοκρατία. Ο κ. Ερωτοκρίτου υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας για τον πρώτο κατηγορούμενο. Σ' αυτή αναφέρονται τα ακόλουθα. Ο πρώτος κατηγορούμενος είναι ηλικίας 56 ετών, έγγαμος με δύο παιδιά, ο ένας ηλικίας 20 ετών, φοιτητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, και η δεύτερη ηλικίας 15 ετών, μαθήτρια Α΄ τάξης Λυκείου. Η σύζυγος του είναι ηλικίας 50 ετών, καθαρίστρια στο Νοσοκομείο Λεμεσού. Ο κατηγορούμενος λαμβάνει μηνιαίο εισόδημα από την εργοληπτική εταιρεία, την τρίτη κατηγορουμένη, ως υπάλληλος σε αυτή, ύψους 1600 ευρώ, ενώ η σύζυγος του λαμβάνει μηνιαίο εισόδημα 1000 ευρώ. Ο κατηγορούμενος έχει ένα χρέος ύψους 125000 ευρώ για οικιστικούς και επαγγελματικούς σκοπούς και για φοιτητικό δάνειο, για το οποίο καταβάλλει μηνιαία δόση 800 ευρώ. Ο κατηγορούμενος κατάγεται από πολυμελή φτωχή και συγκροτημένη οικογένεια. Είναι το τρίτο από τα 4 παιδιά της οικογένειας, απόφοιτη δημοτικού σχολείου και υπηρέτησε κανονικά τη στρατιωτική του θητεία. Η σύζυγος του προέρχεται από πολυμελή φτωχή οικογένεια, είναι απόφοιτος δημοτικού σχολείου, ήταν οικοκυρά και τα τελευταία 6 χρόνια εργάζεται ως καθαρίστρια στο Νοσοκομείο. Το ζεύγος παντρεύτηκε το 1982 και οι σχέσεις τους και με τα παιδιά τους είναι αρμονικές. Η σύζυγος του κατηγορούμενου τον περιγράφει ως εργατικό και καλό οικογενειάρχη. Τέλος, ο κ. Ερωτοκρίτου κάλεσε το Δικαστήριο να μην ενεργοποιήσει την προγενέστερη ποινή που έχει επιβληθεί στον πρώτο κατηγορούμενο, εν όψει του ιδιαίτερου γεγονότος που οδήγησε τον πρώτο κατηγορούμενο στην αξιόποινη συμπεριφορά του, και ειδικότερα ότι ο αλλοδαπός του είπε και ήταν και οι δύο με την ειλικρινή πεποίθηση ότι αυτός βρισκόταν νόμιμα στη Δημοκρατία. Αδικήματα της ίδιας φύσης με αυτά που αφορούν την υπό κρίση υπόθεση, παρουσιάζουν ανησυχητικά αυξητική τάση, κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα. Το Δικαστήριο λαμβάνει δικαστική γνώση του γεγονότος αυτού από τον συνεχώς αυξανόμενο αριθμό τέτοιων υποθέσεων που καταχωρούνται και παρουσιάζονται ενώπιον του, επί καθημερινής βάσης. Αυτός είναι ο λόγος που τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν αυτά τα αδικήματα με την ανάλογη αυστηρότητα και την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Μια απλή θεώρηση της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου επιβεβαιώνει ακριβώς τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, καθώς επίσης ότι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται σε τέτοιας φύσης υποθέσεις είναι η ποινή φυλάκισης. Χαρακτηριστικά παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Άριστου Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 283, στην οποία το Εφετείο παραμέρισε τη χρηματική ποινή που το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον εφεσίβλητο με ποινή άμεσης φυλάκισης: «H ανησυχητική έξαρση στη διάπραξη του αδικήματος με όλες τις σοβαρές συνέπειες τις οποίες συνεπάγεται στην αγορά εργασίας και στην οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου υπαγορεύει την αυστηρή αντιμετώπιση του. Προβάλλει λοιπόν επιτακτική η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Η μαζική παράνομη κάθοδος αλλοδαπών στην Κύπρο πρέπει να οφείλεται και στην προσδοκία εργοδότησης τους. Αυτή η προσδοκία βέβαια καλλιεργείται από εργοδότες όπως τον εφεσίβλητο. Η απροθυμία των Κυπρίων εργοδοτών να εργοδοτήσουν παράνομα αλλοδαπούς θα αποτελούσε παράγοντα ανασταλτικό της παράνομης καθόδου τους στην Κύπρο. Θα προσθέταμε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις είναι προφανής ο οικονομικός στόχος και πρέπει όλοι να έχουν υπόψη ότι δεν είναι αρκετός ο προσπορισμός οικονομικού οφέλους δια της παρανομίας. Χρηματική ποινή όχι μόνο δεν ενεργεί ως αποτρεπτική, όχι μόνο δεν αποτελεί επαρκή τιμωρία, αλλά στέλλει και λανθασμένα μηνύματα στους επίδοξους παραβάτες.» Η ίδια ακριβώς προσέγγιση υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Αθανασίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 311, στην οποία αφού έγινε αναφορά στην πιο πάνω υπόθεση, ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Κωνσταντινίδης επεσήμανε το εξής: «Το μέγεθος της δημόσιας βλάβης που προκαλείται είναι τέτοιο που επιβάλλεται αυστηρή αντιμετώπιση από την οποία να εκπέμπεται το καθαρό μήνυμα πως κάθε ένας πρέπει να έχει στο μυαλό του πρώτα τον Νόμο και πως η αντίληψη ότι ενδεχομένως ένας μπορεί να δει πρώτα το συμφέρον της δουλειάς του, δεν είναι δυνατό να γίνει ανεκτή.» Επίσης παραπέμπω στην απόφαση επί του θέματος στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γιώργου Γραμματικού
(2001)2 Α.Α.Δ. 467, και στο πιο κάτω απόσπασμα: «Η σοβαρότητα των αδικημάτων της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών με όλες τις σοβαρές κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις που επιφέρουν έχουν εξεταστεί σε αριθμό υποθέσεων. (ίδε Mohamed El Feky κ.ά. v. Aστυνομίας [1996] 2 ΑΑΔ 16, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μονιάτη, Ποινική Έφεση 6967 της 13/11/2000 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μιχαήλ, Ποινική Έφεση 6979 της 2/2/2001). Στην υπόθεση Μιχαήλ (πιο πάνω) τονίστηκε ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης στον εργοδοτούμενο πρέπει κατά κανόνα να συνοδεύεται και με ανάλογη ποινή για τον εργοδότη, έχοντας υπόψη ότι η προβλεπόμενη ποινή για τον εργοδότη είναι πιο αυστηρή από εκείνη που προβλέπεται για τον εργοδοτούμενο. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Μονιάτη (που υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Μιχαήλ): «Η πρόβλεψη για την περίπτωση των εργοδοτών ποινής αισθητά αυστηρότερης σε σύγκριση με ανάλογα αδικήματα των αλλοδαπών εργοδοτουμένων, είναι εξ αρχής προσδιοριστική της εντονότερης αποδοκιμασίας της δικής τους συμμετοχής στην ανησυχητική κατάσταση που δημιουργεί η μεγάλη συχνότητα με την οποία εμφανίζονται αυτά τα κρούσματα. Δικαίως, θα λέγαμε, αν συνυπολογίσουμε πως δεν έχουμε να κάνουμε στην περίπτωση αυτή με τον κατά τεκμήριο οικονομικά αδύνατο που αναζητά πόρους για επιβίωση. Αυτό το πλήγμα, η μαζική όπως διαπιστώθηκε, παράνομη είσοδος αλλοδαπών, για την οποία κατ' επανάληψη κρίθηκε αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικών ποινών, δεν μπορεί παρά να συνδεθεί με την προσδοκία που τέτοια στάση των εργοδοτών δικαιολογεί, για εξασφάλιση, κάτω από συνθήκες δύσκολα εξακριβώσιμες, κρυφής απασχόλησης. Χρειάζεται, λοιπόν, για πρόσθετους λόγους αποτρεπτική ποινή για αδίκημα αυτής της φύσης και πράγματι, κάτω από τέτοιες συνθήκες, δεν ήταν ορθή η πρόσδοση τόσο αποφασιστικής σημασίας στο γεγονός ότι ο εφεσίβλητος δεν βαρυνόταν με προηγούμενες καταδίκες.» Είναι πρόδηλο από τις νομικές αρχές που εκτίθενται πιο πάνω, ότι εκείνο το οποίο κατά κύριο λόγο βαρύνει στην τιμωρία τόσο στην περίπτωση του εργοδότη όσο και του αλλοδαπού είναι η ίδια η πράξη, ανεξάρτητα από τους υπόλοιπους σχετικούς παράγοντες όπως η διάρκεια της απασχόλησης, οι όροι αυτής και οι συνθήκες εργοδότησης. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γ. Γραμματικού (ανωτέρω), Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στ. Αθανασίου (ανωτέρω) και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Μιχαήλ,
(2001)2 Α.Α.Δ. 74. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου βέβαια ότι είναι με τη συμμετοχή και συνενοχή των εργοδοτών που οδηγήθηκε το φαινόμενο αυτό στα επίπεδα που βρίσκεται σήμερα. Αν οι εργοδότες τηρούσαν το Νόμο και τους Κανονισμούς, αυτό το φαινόμενο δεν θα είχε την έξαρση που παρουσιάζει σήμερα - βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Αθανασίου (ανωτέρω). Αναφορικά με το αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία, και πάλι η νομολογία δεικνύει την αναγκαιότητα επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, όπως άλλωστε έχει επανειλημμένα τονιστεί μεταξύ άλλων στις υποθέσεις Μοhamed El Feky κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 166, Nazari v. Aστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 231, Μohamet v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 295 και Al Jibouri κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 143. Ειδικότερα παραπέμπω στο ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα από την υπόθεση Nazari v. Aστυνομίας (ανωτέρω), η οποία αφορούσε το αδίκημα της παράνομης παραμονής αλλοδαπού μετά τη λήξη της προσωρινής άδειας παραμονής: «Η Κύπρος πρέπει να γίνει κατανοητό, είναι μια μικρή χώρα, με τεράστια προβλήματα. Η περιφρούρηση της Κυπριακής Επικράτειας αποτελεί θεμελιώδες καθήκον. Δεν υποτιμούμε την αγωνία των όπου γης ανθρώπων για την εξασφάλιση εργασίας και, γενικά τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους. Όμως, στην περίπτωση της Κύπρου, πρέπει να γίνει καθολικά σεβαστό ότι συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας. Η συχνότητα, με την οποία διαπράττονται αδικήματα αυτής της φύσης, και οι αρνητικές επιπτώσεις στο κοινωνικό σύνολο συνοψίζονται περιεκτικά στο απόσπασμα που ακολουθεί από την πρόσφατη απόφαση του Εφετείου Μοhamed El Feky και άλλοι ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 166 που δόθηκε από το Νικήτα Δ.: «Δυστυχώς το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκαν οι εφεσείοντες διαπράττεται τελευταία με εντεινόμενη συχνότητα. Ο πρωτόδικος δικαστής, εκφράζοντας τη βαθιά ανησυχία του για το φαινόμενο, το χαρακτήρισε ως επιδημία. Δεν θα ήταν υπερβολικό να λεχθεί ότι από την άποψη αυτή η Κύπρος βρίσκεται σε κατάσταση πολιορκίας. Οι αρνητικές επιπτώσεις, κοινωνικές, οικονομικές και άλλες ήδη εκδηλώθηκαν και επηρεάζουν τη ζωή του τόπου. Η Κύπρος είναι χώρα φιλόξενη και ανεκτική. Ιστορικά υπήρξε και εξακολουθεί να είναι κόμβος συγκοινωνιακός, οικονομικός και πολιτιστικός. Όμως κάθε κράτος διατηρεί το δικαίωμα μη αποδοχής αλλοδαπών (βλέπε ανάπτυξη του καθηγητή J.G. Starke 'Introduction to International Law', 10η έκδοση στη σελ. 748 και επ.), το οποίο παραβιάζεται με διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων.» Είναι καλά θεμελιωμένο από τη νομολογία ότι οι περιστάσεις του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής. Όμως, όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νικόλα Πάγκαλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 304, η σημασία των προσωπικών περιστάσεων και του λευκού ποινικού μητρώου του κατηγορούμενου αμβλύνεται όταν διαπιστώνεται η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 245, και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ.
- Στρεφόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, θεωρώ σημαντικό το γεγονός ότι ο πρώτος κατηγορούμενος εργοδότησε τον δεύτερο κατηγορούμενο την επίδικη μέρα, υπό την ιδιότητα του ως διευθυντή και υπαλλήλου άλλου προσώπου, της τρίτης κατηγορουμένης εταιρείας, και για λογαριασμό αυτής, η οποία είναι αυτή που άμεσα επωφελήθηκε των υπηρεσιών του αλλοδαπού. Ο συνήγορος των κατηγορουμένων απέδωσε ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος ήταν με την εντύπωση ότι βρισκόταν νόμιμα στη Δημοκρατία και ο πρώτος κατηγορούμενος πίστευε το ίδιο, όταν αποδέχθηκε να τον εργοδοτήσει, και ακόμα ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος εισήλθε νόμιμα στη Δημοκρατία. Δεν υιοθετώ τη θέση της υπεράσπισης, καθότι ο πρώτος κατηγορούμενος όφειλε να εξετάσει και επιβεβαιώσει τον ισχυρισμό του αλλοδαπού, ότι δηλαδή βρισκόταν νόμιμα στη Δημοκρατία πριν αποδεχθεί να τον απασχολήσει στην οικοδομή, έστω και δοκιμαστικά, και όχι απλώς να βασιστεί στα λεγόμενα του. Το γεγονός ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος βρισκόταν αρχικά νόμιμα στη Δημοκρατία, και μεταγενέστερα κατέστη παράνομος, λόγω των προαναφερόμενων συνθηκών, σύμφωνα με τη νομολογία, δεν διαφοροποιεί την παρούσα περίπτωση από τις εργοδοτήσεις αλλοδαπών που εισέρχονται και παραμένουν εδώ παράνομα, όπως έχει αναγνωριστεί στην υπόθεση Ιωάννου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση αρ. 242/2009, ημερ. 11.5.
- Επίσης, λαμβάνω υπόψη τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος της παράνομης παραμονής του δεύτερου κατηγορούμενου στη Δημοκρατία. Ως ελαφρυντικούς παράγοντες, λαμβάνω υπόψη την άμεση παραδοχή και συνεργασία των κατηγορουμένων 1 και 2 με την αστυνομία, την παραδοχή και των 3 κατηγορουμένων ενώπιον του Δικαστηρίου, που δείχνει και την έμπρακτη μεταμέλεια τους και το λευκό ποινικό μητρώο των κατηγορουμένων 2 και
- Ο πρώτος κατηγορούμενος βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη για παρόμοιας φύσης αδίκημα, και η οποία νομολογιακά του στερεί το δικαίωμα να τύχει κάθε επιείκειας από το Δικαστήριο. Τέλος, λαμβάνω υπόψη τις προσωπικές συνθήκες του πρώτου κατηγορούμενου, όπως περιέχονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και εκτίθενται πιο πάνω. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω δεδομένα, και με κύριο γνώμονα τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντίστοιχα, και έντονο το στοιχείο της αποτροπής, και χωρίς να παραγνωρίζω το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή γι' αυτούς είναι αυτή της φυλάκισης. Ως εκ τούτου, επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στην πρώτη κατηγορία στον πρώτο κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Στη δεύτερη κατηγορία στον δεύτερο κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 45 ημερών. Στην τρίτη κατηγορία στον δεύτερο κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 5 μηνών. Στην τέταρτη κατηγορία στην τρίτη κατηγορουμένη εταιρεία χρηματική ποινή 1200 ευρώ. Οι ποινές φυλάκισης που έχουν επιβληθεί στον δεύτερο κατηγορούμενο να συντρέχουν. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η ενεργοποίηση της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον πρώτο κατηγορούμενο στην προαναφερόμενη υπόθεση που αποτελεί την προηγούμενη καταδίκη του, καθότι η διάπραξη του αδικήματος που αφορά την παρούσα υπόθεση έγινε εντός της 3ετούς περιόδου αναστολής της προηγούμενης καταδίκης του. Το άρθρο 4
(1)του περί Υφ΄ Όρον Αναστολής της Εκτέλεσης Ποινής Φυλάκισης εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε, δίνει την εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την εκτέλεση της ανασταλείσας ποινής για την περίοδο για την οποία επιβλήθηκε ή για μικρότερη περίοδο, την τροποποίηση του αρχικού διατάγματος όσον αφορά την περίοδο εφαρμογής του διατάγματος ή να μη λάβει κανένα μέτρο σχετικά με την ανασταλείσα ποινή. Στην υπόθεση Λουκά v. Αστυνομίας
(1986)2 Α.Α.Δ. 141, λέχθηκε ότι όταν γίνεται παράβαση των όρων της αναστολής, το πρωταρχικό ζήτημα που εγείρεται προς εξέταση είναι κατά πόσο η παράβαση αυτή είναι για οποιοδήποτε λόγο δικαιολογημένη ή η βαρύτητα μειώνεται εξ αιτίας οποιωνδήποτε περιπτώσεων. Η ενεργοποίηση δεν συνδέεται με την ομοιότητα των αδικημάτων. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ευαγγέλου v. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 52, η ενεργοποίηση της ανασταλείσας ποινής διατάσσεται κατά κανόνα εκτός αν αυτό θα ήταν άδικο, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων. Ακόμα, το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη ότι η συνολική ποινή, δηλαδή η ποινή για τη βασική υπόθεση και η ενεργοποιημένη ποινή, δεν πρέπει να είναι υπερβολική - βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 546. Χρήσιμη καθοδήγηση επί του θέματος προσφέρουν επίσης οι υποθέσεις Βασιλειάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 409 και Χριστοφίδης v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ.
- Θεωρώ ότι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο δεν κρίνεται σκόπιμη και δικαιολογημένη η ενεργοποίηση της προηγούμενης ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον πρώτο κατηγορούμενο είναι η διαφοροποίηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος, καθότι στην προκειμένη περίπτωση αυτός ενεργούσε για λογαριασμό τρίτου προσώπου, και η ενεργοποίηση μέρους και/ή ολόκληρης της προγενέστερης ποινής θα καθιστούσε την ποινή στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης υπερβολική στο σύνολο της, υπό τις περιστάσεις. Με έχει απασχολήσει το ενδεχόμενο αναστολής των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί στους κατηγορούμενους 1 και
- Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από την τελευταία τροποποίηση του Νόμου 95/72 με τον τροποποιητικό Νόμο 186(Ι)/03, όπου το νέο άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου». Θεωρώ χρήσιμο ν' αναφερθώ αρχικά στις υποθέσεις Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 240 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Βασιλείου
(2003)2 Α.Α.Δ. 21, στις οποίες η ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί αναστάληκε ενόψει των ιδιαιτέρων περιστάσεων των εν λόγω υποθέσεων κατά χρόνο μάλιστα που η ευχέρεια του Δικαστηρίου ήταν πολύ πιο περιορισμένη. Σε σχέση με το άρθρο 3
(2)του τροποποιητικού Νόμου 186(Ι)/03, αντλώ καθοδήγηση αναφορικά με την εφαρμογή του από τις υποθέσεις Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 323 και ειδικότερα Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327. Χρήσιμη αναφορά γίνεται επίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο ο συνήγορος του κατηγορούμενου, και στο ακόλουθο απόσπασμα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)». Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, ικανοποιούμαι ότι οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας από τον πρώτο κατηγορούμενο είναι τέτοιες που να δικαιολογούν την αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Αυτές συνίστανται στο ότι ο πρώτος κατηγορούμενος προέβη στην αξιόποινη συμπεριφορά του ενεργώντας όχι για λογαριασμό του ιδίου, αλλά τρίτου προσώπου, της τρίτης κατηγορουμένης εταιρείας, η οποία και επωφελήθηκε των υπηρεσιών του δεύτερου κατηγορούμενου για όσο χρονικό διάστημα αυτός εργοδοτήθηκε γι΄ αυτήν. Ως εκ τούτου η έκτιση της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον πρώτο κατηγορούμενο αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. Αναφορικά με τον δεύτερο κατηγορούμενο, δεν ικανοποιούμαι ότι οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και/ή οι προσωπικές συνθήκες του δεύτερου κατηγορούμενου είναι τέτοιες που να δικαιολογούν την αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Η έκτιση της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον δεύτερο κατηγορούμενο θα αρχίζει από τις 20.9.2011. (Υπ.) ............ Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Ποινή Αναφορά: Παράνομη Εργοδότηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο