← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αντρέα Παπαχριστοδούλου, Αρ. Υπόθεσης 29864/10, 27.10.2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αντρέα Παπαχριστοδούλου, Αρ. Υπόθεσης 29864/10, 27.10.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B203 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 29864/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αντρέα Παπαχριστοδούλου, Λεμεσός Κατηγορούμενου ----------------------------- Ημερομηνία: 27.10.2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Δανιηλίδου Κατηγορούμενος παρών, γι' αυτόν: κ. Πατσαλίδης Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος, κατόπιν παραδοχής του, κρίνεται ένοχος σε 3 κατηγορίες που αφορούν τα αδικήματα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄, και συγκεκριμένα 69,3871 γραμμαρίων κάνναβης, της κατοχής του εν λόγω φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, και του καπνίσματος ρητίνης κάνναβης, κατά παράβαση του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977, Ν. 29/77, όπως τροποποιήθηκε. Τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση, όπως έχουν εκτεθεί από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, είναι τα ακόλουθα. Στις 6.8.2009 και ώρα 19.45, κατόπιν πληροφορίας και σχετικής παρακολούθησης, άντρες της ΥΚΑΝ Λεμεσού ανέκοψαν για έλεγχο στην οδό Πλάτωνος στη Λεμεσό, το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KAB 767, το οποίο οδηγείτο από τον κατηγορούμενο. Κατά την έρευνα εντός του αυτοκινήτου, ανευρέθηκε στο πάτωμα της θέσης του οδηγού ένα χειροποίητο τσιγάρο εντός του οποίου υπήρχε ποσότητα καφέ συμπαγούς ουσίας ανάμεικτη με βιομηχανοποιημένο καπνό. Ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε για το αδίκημα που διέπραττε και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, απάντησε ότι είναι δικό του. Ο κατηγορούμενος συνελήφθη και απάντησε «κάμε τη δουλειά σου». Ακολούθως, σε θήκη πίσω από το χειρόφρενο, βρέθηκε ένα άσπρο διαφανές νάιλον τεμάχιο εντός του οποίου υπήρχαν 4 τεμάχια καφέ συμπαγούς ουσίας ρητίνης κάνναβης διαφόρων μεγεθών. Ο κατηγορούμενος είπε και πάλι ότι είναι δικά του. Τέλος, πάνω στο κάθισμα της θέσης του συνοδηγού βρέθηκε ένα άσπρο διαφανές νάιλον τεμάχιο εντός του οποίου υπήρχε αριθμός τεμαχίων καφέ συμπαγούς ουσίας ρητίνης κάνναβης διαφόρων μεγεθών. Ο κατηγορούμενος είπε ότι είναι όλα δικά του. Την ίδια μέρα, κατόπιν επιθυμίας του, ο κατηγορούμενος προέβη σε θεληματική κατάθεση στην οποία ανέφερε ότι τα ανευρεθέντα τεκμήρια είναι κάνναβη και επρόκειτο να τα μεταφέρει και τοποθετήσει σε ανοικτό χώρο στην έξοδο της Παρεκκλησιάς για λογαριασμό κάποιου άλλου προσώπου με αντίτιμο μικρή ποσότητα κάνναβης για δική του χρήση. Ο κατηγορούμενος τέθηκε υπό κράτηση. Την επομένη ο κατηγορούμενος συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε «εκατάλαβα τον λόγο». Την ίδια μέρα εκδόθηκε διάταγμα 4ήμερης προσωποκράτησης του κατηγορούμενου. Στις 4.6.2010 επιστημονική εξέταση των τεκμηρίων κατέδειξε την επίδικη ποσότητα των 69,3871 γραμμαρίων. Στις 10.6.2010 ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, αυτός παραδέχθηκε τις κατηγορίες της κατοχής και της χρήσης. Κατόπιν αιτήματος της υπεράσπισης, και με τη σύμφωνη γνώμη της Κατηγορούσας Αρχής, για τον σκοπό επιβολής ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνεται υπόψη η υπόθεση με αρ. Σ-131-10, ΥΚΑΝ Λεμεσού, η οποία αφορά τα αδικήματα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄, βάρους 0,3025 γραμμαρίων, και της χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄, αδικήματα που διαπράχθηκαν στις 9.6.2010 στη Λεμεσό. Η εν λόγω ποσότητα ανευρέθηκε κατόπιν έρευνας του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου στη θέση του συνοδηγού σε ένα άδειο πακέτο τσιγάρων που περιείχε ένα διαφανές νάιλον σακούλι με φυτική ξηρή ύλη κάνναβης. Ο κατηγορούμενος είπε ότι είναι δικό του και ζήτησε συγνώμη. Ο ίδιος εξέφρασε την επιθυμία και έδωσε θεληματική κατάθεση, στην οποία αναφέρει ότι είναι χρήστης κάνναβης και κατείχε την επίδικη ποσότητα για δική του χρήση ενώ την ίδια μέρα ο ίδιος έκανε χρήση κάνναβης. Στις 14.12.2010 κατηγορήθηκε γραπτώς και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, απάντησε ότι παραδέχεται. Τέλος, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής ο συνήγορος του κατηγορούμενου, αναγνωρίζοντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αφορούν ναρκωτικά, επεσήμανε τον ρόλο του κατηγορούμενου αναφορικά με τη δεύτερη κατηγορία, καθότι αυτός ήταν μεσάζων στη μεταφορά των ναρκωτικών και δεν είχε ανάμειξη σε οποιαδήποτε συναλλαγή. Η δε συμπεριφορά του αποδίδεται στον εθισμό του στα ναρκωτικά, με σκοπό την εξασφάλιση της δικής του δόσης. Ο κ. Πατσαλίδης υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, Τεκμήριο Α, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα. Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 27 ετών και αυτοεργαζόμενος. Ασχολείται με οικοδομικές εργασίες. Διαμένει με τους γονείς του και τα δύο αδέλφια του. Ο ίδιος έχει χρέη για την ανέγερση κατοικίας και τη δημιουργία δικής του επιχείρησης, χωρίς να μπορεί να καταβάλλει συστηματικά τις δόσεις του. Ο κατηγορούμενος γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λεμεσό και είναι το μεγαλύτερο παιδί της οικογένειας. Είναι απόφοιτος Λυκείου με μέτρια επίδοση και έχει υπηρετήσει κανονικά τη στρατιωτική του θητεία. Αρχικά εργάστηκε ως αποθηκάριος σε υπεραγορά τροφίμων και μετά ασχολήθηκε με οικοδομικές εργασίες σαν αυτοεργαζόμενος με τον πατέρα του, επάγγελμα που διατηρεί μέχρι σήμερα. Διατηρεί καλές σχέσεις με τους γονείς και τα αδέλφια του, που του παρέχουν στήριξη, τόσο οικονομική όσο και συναισθηματική, στο μέτρο των δυνατοτήτων τους. Ο κατηγορούμενος παραδέχεται ότι ήταν περιστασιακός χρήστης ναρκωτικών αλλά στο παρόν στάδιο σταμάτησε να κάνει χρήση. Εδώ και 6 μήνες περίπου, άρχισε συνεργασία με ψυχίατρο, λόγω προσωπικών δυσκολιών του και λαμβάνει εξειδικευμένη στήριξη και καθοδήγηση. Ο κατηγορούμενος περιγράφεται από τη μητέρα του ως καλός και συνεργάσιμος αλλά παρασύρεται εύκολα από τους φίλους του. Υπάρχουν καλές σχέσεις μεταξύ της οικογένειας και συνηθίζουν τον διάλογο για να επιλύουν τα καθημερινά προβλήματα που προκύπτουν. Οι γονείς του γνωρίζουν το πρόβλημα του κατηγορούμενου και προσπαθούν να τον βοηθήσουν στο μέτρο των δυνατοτήτων τους. Οι οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τους δημιουργεί ανασφάλεια και βρίσκονται σε απόγνωση. Ο κατηγορούμενος είναι άτομο που κατανοεί και παραδέχεται τα λάθη του. Δέχεται συμβουλευτική βοήθεια και προσπαθεί να βελτιώσει τη συμπεριφορά του και να οργανώσει το επάγγελμα του. Ο κ. Πατσαλίδης κατέθεσε 2 Ιατρικές Βεβαιώσεις του Δρος Ηλία Νικολαΐδη, νευρολόγου-ψυχίατρου, ημερ. 13.4.2011, Τεκμήριο Β, στις οποίες αναφέρεται ότι παρακολουθεί τον κατηγορούμενο από τις 30.12.2010, και μέχρι στιγμής όλες οι αναλύσεις του για ουσίες είναι αρνητικές. Στις 19.2.2010 ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι υπέστη ξυλοδαρμό από αστυνομικούς και εισήχθη στο Νοσοκομείο λόγω των τραυμάτων του. Τις πρώτες μέρες παραπονείτο για πονοκεφάλους, ζαλάδες, γενική κακουχία, ελαφρά σύγχυση και απάθεια. Στις 30.12.2010 ο κατηγορούμενος νευρολογικά δεν παρουσίαζε πρόβλημα, αλλά εξακολουθούσε να παραπονείται για πονοκεφάλους και ζαλάδες, και θυμόταν τα γεγονότα με αρκετή ένταση. Ένιωθε έντονο στρες και είχε σύγχυση για τα γεγονότα. Στις 12.3.2011 επιστημονική εξέταση έδειξε υπολειμματικά εκ πρώτης όψεως στοιχεία των τραυματισμών του στο κεφάλι. Υπέστη τραυματικό στρες και ανέπτυξε μετατραυματικό σύνδρομο που τον ταλαιπωρεί ελαφρά μέχρι και σήμερα. Ιατρική Βεβαίωση του Δρος Νικολαίδη, ημερ. 17.5.2011, Τεκμήριο Γ, επιβεβαιώνει τα ίδια συμπτώματα, όμως αναφέρει επίσης ότι ο κατηγορούμενος εργάζεται συστηματικά και αποδοτικά και άρχισε να κάνει όνειρα για το μέλλον χωρίς ένδειξη για χρήση τοξικών ουσιών. Τέλος, ο κ. Πατσαλίδης ανέφερε ότι στην προκειμένη περίπτωση συντρέχουν όλοι οι λόγοι που να εντάσσουν την παρούσα υπόθεση στις λιγότερο σοβαρές με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 30

(4)του Νόμου, και κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει τον κατηγορούμενο με κάθε δυνατή επιείκεια. Ήταν η εισήγηση του κ. Πατσαλίδη ότι, εν όψει της θετικής πορείας του κατηγορούμενου με τη στήριξη και του πατέρα του, συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αναστολή έκτισης τυχόν ποινής φυλάκισης που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει επανειλημμένα τονίσει ότι η κατοχή ναρκωτικών, ειδικότερα με σκοπό την προμήθεια, αποτελεί δημόσια και κοινωνική μάστιγα και είναι ένα κοινωνικό πρόβλημα το οποίο απαιτεί αυστηρή αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, ειδικότερα ενόψει της έξαρσης που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στην κατοχή και προμήθεια ναρκωτικών στον τόπο μας με τις καταστροφικές συνέπειες χρήσης αυτών, κυρίως από νεαρά άτομα. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Georghiou v. Republic
(1988)2 C.L.R. 86 και Pilatos v. Republic
(1988)2 C.L.R. 91. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Malah ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 520, το οποίο δίνει τις κατευθυντήριες γραμμές για τον τρόπο αντιμετώπισης τέτοιων αδικημάτων: «Στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Khaled Kablawi και άλλοι ν. Της Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 494, το Δικαστήριο τούτο είχε την ευκαιρία να επαναλάβει διά πολλοστή φορά τη σοβαρότητα των αδικημάτων της εμπορίας ναρκωτικών, και το καθήκον το οποίο έχουν τα δικαστήρια μας να πατάξουν αμείλικτα τα εγκλήματα του τύπου αυτού. Υποδείξαμε ότι οι ποινές που κατά κανόνα επιβάλλονται από τα πρωτόδικα Δικαστήρια και τα Κακουργιοδικεία, δεν αποτελούν το ανώτερο όριο της ορθής προσέγγισης στην επιμέτρηση της ποινής αλλά στις πλείστες όσες περιπτώσεις το ελάχιστο που θα μπορούσε να επιβληθεί και ότι είναι καιρός, αναλογιζόμενα τα δικαστήρια την ευθύνη έναντι της κοινωνίας της Κύπρου και των άλλων χωρών προς τις οποίες συνήθως προορίζεται το εμπόρευμα αυτό του λευκού θανάτου να επιβάλλονται αυστηρότερες ποινές, λαμβάνοντας πάντοτε, βέβαια, υπόψη και τις προσωπικές συνθήκες των κατηγορούμενων, ένα στοιχείο ουσιαστικό στην επιμέτρηση της ποινής.» Η επιτακτική ανάγκη επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών διαφαίνεται μέσα από την πλούσια νομολογία για τέτοιας φύσης αδικήματα, όπως ειδικά αναφέρεται στις υποθέσεις Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577, Γενικός Εισαγγελέας ν. Marcos Alexander Dos Santos
(2005)2 Α.Α.Δ. 297 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπαχαραλάμπους
(1997)2 Α.Α.Δ. 11. Στην τελευταία υπόθεση τονίστηκαν για ακόμα μια φορά τα ολέθρια αποτελέσματα στους χρήστες ναρκωτικών στη χώρα μας και την ανάγκη πάταξης της εμπορίας ναρκωτικών, αναγνωρίζοντας ως σοβαρούς παράγοντες μετριασμού της ποινής την παραδοχή και απολογία του κατηγορούμενου. Θεώρηση της νομολογίας δείχνει ότι για παρόμοια αδικήματα επιβάλλεται ποινή φυλάκισης, το ύψος της οποίας κυμαίνεται ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Ενδεικτικά αναφέρω τις υποθέσεις Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), Τουμάζου ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 63, Berne v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 437, Redjep v. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 217, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ.2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327, και Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπαχαραλάμπους (ανωτέρω), οι οποίες αφορούσαν το αδίκημα της κατοχής κάνναβης με σκοπό την προμήθεια και οι ποινές φυλάκισης ξεκινούν από δύο έτη και άνω. Όπως διαφαίνεται από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, και ειδικότερα από τις υποθέσεις που παρατίθενται πιο πάνω, τα αδικήματα της εμπορίας αντιμετωπίζονται με πολύ μεγάλη αυστηρότητα από αυτά της χρήσης ή κατοχής για ίδια χρήση. Και τούτο γιατί η νομολογία κάνει κάποια διάκριση στις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης είναι ο ίδιος χρήστης ναρκωτικών. Ενώ δε η τάση της νομολογίας είναι όπως σε αδικήματα σχετιζόμενα με ναρκωτικά η ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών θέτει σε δεύτερη μοίρα την ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής, στις περιπτώσεις χρηστών η εξατομίκευση αποκτά μεγαλύτερη σημασία. Σε σχέση με αυτό το θέμα παραπέμπω στην υπόθεση Κυπριανίδη κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 246, και στην υπόθεση Afroughi v. Αστυνομίας (ανωτέρω) στην οποία έγινε αναφορά στην Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240, όπου υπογραμμίστηκε η διάκριση μεταξύ της σοβαρότητας των εγκλημάτων κατοχής και χρήσης ναρκωτικών, από τη μια, και εμπορίας ναρκωτικών, από την άλλη, χωρίς βέβαια να παραγνωρίζεται ότι είναι οι χρήστες που συντηρούν την εμπορία των ναρκωτικών. Παραθέτω το ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα από την υπόθεση Mahrad Mohamad Reza Beyki v. Αστυνομίας (ανωτέρω): «Είναι θεμελιωμένο ότι τα ναρκωτικά αποτελούν σοβαρότατο κίνδυνο για τον άνθρωπο, ο οποίος κίνδυνος πρέπει να καταπολεμηθεί. Οι αυστηρές ποινές που επιβάλλονται για αδικήματα σχετιζόμενα με ναρκωτικά είναι το μέσο που έχουν τα δικαστήρια για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Γι' αυτό και οι ποινές που συνήθως επιβάλλονται για τέτοια αδικήματα ενέχουν και το στοιχείο της αποτροπής. Όμως, θεμελιωμένη είναι και η αρχή της διάκρισης της σοβαρότητας των αδικημάτων που αφορούν σε εμπορία ναρκωτικών και εκείνων που αφορούν σε κατοχή και χρήση. Οι έμποροι ναρκωτικών, όπως λέχθηκε στην Afroughi (ανωτέρω), καθιστούν επάγγελμα τους τη διασπορά του θανάτου και ως εκ τούτου είναι δύσκολο να ανευρεθούν ερείσματα για μετριασμό των ποινών που επιβάλλονται σ' αυτούς. Για τους χρήστες ναρκωτικών, όμως, υπάρχει κάποιο περιορισμένο περιθώριο για επίδειξη επιείκειας, το οποίο (περιθώριο) σχετίζεται με την αδυναμία του ανθρώπου και ειδικά των χρηστών ναρκωτικών, ανάλογα βέβαια με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης.» Θεωρώ ότι η υπό κρίση περίπτωση αφορά χρήστη, και έτσι θα πρέπει να αντιμετωπιστεί από το Δικαστήριο, χωρίς να παραγνωρίζεται βέβαια το στοιχείο της προμήθειας που υπάρχει και αναμφίβολα προσδίδει βαρύτητα στη δεύτερη κατηγορία που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και έχει παραδεχθεί. Στο σημείο αυτό βέβαια, θα πρέπει να τονίσω τον ρόλο του κατηγορούμενου στο πλαίσιο της δεύτερης κατηγορίας, καθότι αυτός αφορά τη μετακίνηση των ναρκωτικών από ένα σημείο σε άλλο, χωρίς περαιτέρω ανάμειξη σε οποιαδήποτε συναλλαγή και με μοναδικό αντάλλαγμα την εξασφάλιση της δικής του δόσης, καθότι τότε ήταν χρήστης ναρκωτικών. Επί τούτου θεωρώ διαφωτιστικό το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 466, δυνάμει του οποίου η συμπεριφορά του κατηγορούμενου στην παρούσα υπόθεση δικαιολογεί αναμφίβολα πιο επιεική μεταχείριση από ένα οργανωμένο έμπορα: «Ο εφεσείων επικέντρωσε ουσιαστικά την επιχειρηματολογία του σε δύο σημεία. Με αναφορά σε κάποιο παλαιότερο σύγγραμμα (Thomas on Sentencing, 2η Έκδοση, σελ. 184-189) τόνισε το γεγονός ότι ο εφεσείων προμήθευε την κάνναβη που κατείχε, όχι με σκοπό την εμπορία, αλλά για να εξασφαλίσει, ουσιαστικά, τη δική του δόση μια και ο ίδιος είναι χρήστης. Κατ' αρχάς, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι αυτή η παράμετρος δεν ετέθη ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου. Απλώς αναφέρτηκε ότι ο εφεσείων κατέβαλε θετική προσπάθεια να σταματήσει τη χρήση των ναρκωτικών. Δεν έγινε όμως οποιαδήποτε προσπάθεια σύνδεσης της προμήθειας σε άλλους με την εξασφάλιση της δικής του δόσης και συνεπώς το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να εξεταστεί κατ΄ έφεση. Θεωρούμε όμως, ούτως ή άλλως, ότι ο ισχυρισμός είναι άνευ ουσιαστικής σημασίας, γιατί, στο κάτω κάτω, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ελαφρυντικό ο λόγος προώθησης των ναρκωτικών. Είτε τα ναρκωτικά προωθούνται με σκοπό το άμεσο χρηματικό κέρδος, είτε για οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο όφελος, η κατάληξη παραμένει η ίδια. Η διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα. Αυτό βέβαια, δεν πρέπει να ερμηνευτεί ότι σε οργανωμένους εμπόρους ναρκωτικών δεν πρέπει να επιβάλλεται αυστηρότερη ποινή από ότι σε περιστασιακούς προμηθευτές, παρ' όλον ότι η διαφορά δεν είναι πάντοτε και ευδιάκριτη. Ακόμα κι' αν ο εφεσείων ήταν απλώς περιστασιακός προμηθευτής και όχι συνειδητός έμπορος, είναι χαρακτηριστική η επιμέλεια με την οποία είχε οργανώσει την όλη επιχείρηση. Η μεγάλη ποσότητα της κάνναβης που βρέθηκε, η φύλαξη των ναρκωτικών σε ποσότητες χωριστές η μία από την άλλη, αλλά και η κατοχή ηλεκτρονικής ζυγαριάς, η συσκευασία σε πλαστικά σακουλάκια και η ύπαρξη αριθμού άλλων αχρησιμοποίητων, δείχνει ακριβώς οργάνωση και επαγγελματισμό και δεν συνάδει με το επιχείρημα για τη, δήθεν, σχεδόν ερασιτεχνική εμπλοκή του εφεσείοντα.» Πέραν αυτού του στοιχείου και της ποσότητας που αφορά την εν λόγω κατηγορία, όπως ήδη αναφέρεται πιο πάνω, ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως χρήστης, ο οποίος όμως έχει ξεκινήσει προσπάθεια απεξάρτησης του, η οποία εδώ και 6 μήνες, με ιατρική βοήθεια αλλά και τη συμπαράσταση του πατέρα του, είναι επιτυχής και τον έχει κρατήσει παντελώς μακριά από τη χρήση ουσιών. Σημαντική επίσης είναι η διαπίστωση του Δρος Νικολαΐδη ότι επιπλέον ο κατηγορούμενος είναι αισιόδοξος για το μέλλον του και κάνει όνειρα για την πορεία του, όπως καταμαρτυρούν τα Τεκμήρια Β και Γ. Η σημασία της προσπάθειας απεξάρτησης, και ακόμα ο ρόλος του Δικαστηρίου στην ενθάρρυνση του χρήστη να την συνεχίσει, φαίνεται χαρακτηριστικά στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148: «Σε σχέση λοιπόν με το θέμα της απεξάρτησης, σημασία δεν είχε μόνο το αν ο εφεσείων τελικά πέτυχε ή όχι. Σημασία είχε και το αν προσπάθησε και πόσο. Στον όλως ιδιαίτερα ευαίσθητο τομέα των εξαρτησιογόνων ουσιών είναι χρήσιμο να γνωρίζει κανείς ότι οι πιθανότητες αποτυχίας είναι μεγάλες, ιδίως σε ανοικτό θεραπευτικό πρόγραμμα απεξάρτησης όπως αυτό που πρόσφερε το ΘΕΜΕΑ. Η άποψη του Κακουργιοδικείου ότι ο εφεσείων «ούτε εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία που του δόθηκε ούτε σεβάστηκε την απόφαση του Δικαστηρίου» μας φαίνεται να υποτιμά την προσπάθεια που γίνεται για απεξάρτηση σε περίπτωση αποτυχίας. Έχουμε τη γνώμη ότι θα πρέπει η όποια προσπάθεια να αποτιμάται και να ανταμείβεται ώστε να ενθαρρύνεται ο χρήστης να τη συνεχίζει». Διαφωτιστικό και καθοδηγητικό είναι επίσης το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 82, στην οποία γίνεται αναφορά στην υπόθεση Καρακάννας ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 463: «Έχουμε εξετάσει την υπόθεση, η οποία μας προβλημάτισε ιδιαίτερα, όπως και κάθε υπόθεση τέτοιας φύσης. Είναι γενικά παραδεκτό πως η καλύτερη αντιμετώπιση των χρηστών ναρκωτικών είναι η παροχή βοήθειας προς αυτούς ώστε μέσα από τη διαδικασία απεξάρτησης να σταματήσουν αυτόβουλα την κακή τους έξη. Ο νομοθέτης όμως έχει διαγράψει το πλαίσιο αντιμετώπισης τέτοιων αδικημάτων. Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο τα Δικαστήρια έχουν καθήκον να κινούνται. Στην επιμέτρηση βέβαια της ποινής τα Δικαστήρια έχουν ευρύτατη ευχέρεια να λειτουργήσουν σύμφωνα με τις γνωστές πλέον και καθιερωμένες αρχές σ' αυτόν τον τομέα της απονομής της δικαιοσύνης. Στην έφεση που μας απασχόλησε υπάρχουν πράγματι τέτοια στοιχεία που εφόσον εκτιμηθούν δεόντως οδηγούν σε διαφορετική μεταχείριση του εφεσείοντα από αυτής που έτυχε από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Πράγματι, στην πρόσφατη απόφαση μας στην υπόθεση Καρακάννα, ανωτέρω, είχαμε επισημάνει την καταλυτική σημασία που είχε στην επιμέτρηση της ποινής το γεγονός πως ο ίδιος ο εφεσείων με τη δική του θέληση παρακολούθησε πρόγραμμα απεξάρτησης. Σε κείνη την υπόθεση το πρόγραμμα ήταν επιτυχές. Στην παρούσα δεν έχουμε τέτοιο στοιχείο, μια και η προσπάθεια συνεχίζεται. Να σημειώσουμε επίσης πως ο εφεσείων άρχισε αυτή την προσπάθεια πολύ αργά στη ζωή του, δεδομένου ότι είναι χρήστης ναρκωτικών, όπως είπαμε πιο πάνω, από τα 18 του. Σημαντικό στοιχείο όμως στην υπόθεση δεν είναι μόνο η άμεση παραδοχή του στην αστυνομία και το δικαστήριο αλλά και η γενική ομολογία του πως είναι και χρήστης ναρκωτικών για τόσα χρόνια, εκδηλώνοντας με αυτή την ομολογία το αδιέξοδο στο οποίο ζει και ταυτόχρονα επικαλούμενος βοήθεια». Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα, ικανοποιούμαι ότι ο βαθμός εξάρτησης του κατηγορούμενου στα ναρκωτικά, η μη ανάμειξη του σε εμπορία και η αποδεδειγμένη μεταμέλεια του με την απεξάρτηση του αναγνωρίζονται από τη νομοθεσία και συγκεκριμένα το άρθρο 30
(4)ως καθιστώντα τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης λιγότερο σοβαρά. Ακόμα, δεν μου διαφεύγει ότι η υπόθεση που λαμβάνεται υπόψη αφορά μόνο κατοχή και χρήση ναρκωτικών τάξης Β πολύ μικρής ποσότητας. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Δημητρίου v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 502. Ως ελαφρυντικούς παράγοντες για τον κατηγορούμενο, λαμβάνω υπόψη την άμεση παραδοχή και συνεργασία του με την αστυνομία, την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, που δείχνει την έμπρακτη του μεταμέλεια, και το λευκό ποινικό μητρώο του. Ακόμα, λαμβάνω υπόψη τις προσωπικές του συνθήκες, όπως περιγράφονται πιο πάνω, και το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να του επιβάλει ποινή. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω δεδομένα, και με κύριο γνώμονα τη σοβαρότητα των αδικημάτων και έντονο το στοιχείο της αποτροπής σε τέτοιας φύσης υποθέσεις, καταλήγω ότι η ποινή φυλάκισης απολήγει αναπόφευκτη. Οι ελαφρυντικοί παράγοντες που αναφέρονται πιο πάνω δεν είναι ικανοί να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής αλλά θα αντανακλούνται στην έκταση αυτής. Ως εκ τούτου στον κατηγορούμενο επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στην πρώτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Στην δεύτερη κατηγορία ποινή φυλάκισης 8 μηνών. Στην τρίτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης για την αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από την τελευταία τροποποίηση του Νόμου 95/72 με τον τροποποιητικό Νόμο 186(Ι)/03, όπου το νέο άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου». Θεωρώ χρήσιμο ν' αναφερθώ αρχικά στις υποθέσεις Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 240 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Βασιλείου
(2003)2 Α.Α.Δ. 21, στις οποίες η ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί αναστάληκε ενόψει των ιδιαιτέρων περιστάσεων των εν λόγω υποθέσεων κατά χρόνο μάλιστα που η ευχέρεια του Δικαστηρίου ήταν πολύ πιο περιορισμένη. Σε σχέση με το άρθρο 3
(2)του τροποποιητικού Νόμου 186 (Ι)/03, αντλώ καθοδήγηση αναφορικά με την εφαρμογή του από τις υποθέσεις Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 323 και ειδικότερα Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327. Χρήσιμη αναφορά γίνεται επίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο ο συνήγορος του κατηγορούμενου, και στο ακόλουθο απόσπασμα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)». Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, ικανοποιούμαι ότι οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου είναι τέτοιες που να δικαιολογούν την αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Αυτές συνίστανται κυρίως στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος προέρχεται από μία συγκροτημένη οικογένεια η οποία του συμπαραστέκεται οικονομικά και συναισθηματικά, ο ίδιος, με αρκετές οικονομικές δυσκολίες, έχει τη δική του επιχείρηση μαζί με τον πατέρα του και ειδικότερα ο κατηγορούμενος, με τη βοήθεια ειδικού, έχει καταφέρει να παραμείνει εκτός ναρκωτικών ουσιών και διαφαίνεται η θετική πορεία του και αισιοδοξία του για το μέλλον. Θεωρώ ότι αυτά τα δεδομένα είναι τέτοια που να δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί για να συνεχίσει τη νέα πορεία που έχει χαράξει μακριά από ναρκωτικά με την επαγγελματική στήριξη αλλά και τη βοήθεια που έχει από τον πατέρα του. Ως εκ τούτου η ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. Για τον σκοπό επιβολής ποινής στην παρούσα υπόθεση λήφθηκε υπόψη η υπόθεση με αριθμό Σ-131-10, ΥΚΑΝ Λεμεσού. (Υπ.) ........... Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Ποινή Αναφορά: Ναρκωτικά cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.