← Κύπρος

BORNAGHI SRL (AE159406) ν. ΕΛΕΝΙΤΣΑ-ΜΥΛΕΝ ΚΙΤΡΟΜΙΛΙΔΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 6035/10, 14.11.11

BORNAGHI SRL (AE159406) ν. ΕΛΕΝΙΤΣΑ-ΜΥΛΕΝ ΚΙΤΡΟΜΙΛΙΔΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 6035/10, 14.11.11 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B206 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6035/10 BORNAGHI S.R.L. (A.E.159406) v. ΕΛΕΝΙΤΣΑ-ΜΥΛΕΝ ΚΙΤΡΟΜΙΛΙΔΟΥ Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 14.11.11 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Καραΐσκου Για Κατηγορούμενη: κος Βασιλακκάς Κατηγορούμενη: παρούσα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες έκδοσης επιταγών χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, κατηγορείται ότι κατά ή περί τις 21.05.09 και 30.06.09 στην επαρχία Λευκωσίας εξέδωσε και παρέδωσε στην παραπονούμενη τις επιταγές υπ' αριθμό 10622869 και 10622872 της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) για το ποσό των €15.000,00 και €19.000,00 αντίστοιχα, οι οποίες, ενώ παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για πληρωμή δεν εξοφλήθηκαν λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη τους φέροντας την ένδειξη 'Refer to Drawer' και ότι παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο πέραν των 15 ημερών από την παρουσίαση τους στην τράπεζα. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από δύο μάρτυρες, ήτοι από τον διευθυντή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) στο παράρτημα Μόρφου
(526), Κυριάκο Φράγκου και από την Alberta Ballini, μέλος του διοικητικού συμβουλίου της παραπονούμενης εταιρείας. Παράλληλα κατατέθηκαν 8 τεκμήρια μεταξύ των οποίων τα δύο έγγραφα που σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή αποτελούν τις επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 1 και 2). Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε, με βάση το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και ότι το Δικαστήριο πρέπει να την αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Είναι η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει συστατικά στοιχεία των κατ' ισχυρισμό αδικημάτων. Συγκεκριμένα, ο ευπαίδευτος συνήγορος, με αναφορά στο κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Τραπεζική Επιταγή' του Χριστάκη Λουκά και με παραπομπή στα Κεφ. 154 και 262 αλλά χωρίς ωστόσο σε οποιαδήποτε νομολογία, ανάφερε ότι τα Τεκμήρια 1 και 2 δεν είναι επιταγές εν τη έννοια του νόμου αλλά άλλες μορφές συναλλαγματικής αφού για να τιμηθούν απαιτούνταν τόσο ενέργειες όσο και έγκριση από τον εκδότη τους, καθεστώς το οποίο αφορά όλες τις επιταγές εξωτερικού. Η δε κατηγορούσα αρχή, κατά τον συνήγορο υπεράσπισης, παρέλειψε να παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς τον τύπο των επιδίκων εγγράφων στα πλαίσια απόδειξης του ισχυρισμού τους ότι τα Τεκμήρια 1 και 2 είναι επιταγές. Είναι επίσης η θέση του κυρίου Βασιλακκά ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει ουσιαστική μαρτυρία που να στοιχειοθετεί το συστατικό στοιχείο των 'μη επαρκή υπολοίπων'. Σύμφωνα με τον εν λόγω συνήγορο, δεν υπάρχει μαρτυρία που να δείχνει πότε τα Τεκμήρια 1 και 2 παρουσιάστηκαν στην κυπριακή τράπεζα έναντι του σχετικού λογαριασμού επί του οποίου εκδόθηκαν. Όπως εξήγησε ο κύριος Βασιλακκάς, ενώ το Τεκμήριο 4 εμφανίζει άλλες επιταγές να κατατέθηκαν με το σχετικό λογαριασμό να χρεώνεται το ίδιο δεν συμβαίνει με τα Τεκμήρια 1 και 2, πράγμα που κατά την άποψη του εν λόγω συνηγόρου δείχνει τη μη κατάθεση τους στην τράπεζα με σκοπό να επιχειρηθεί η τίμηση τους από το λογαριασμό από τον οποίον εκδόθηκαν. Κατά τον κύριο Βασιλακκά η μόνη σφραγίδα που υπάρχει στα επίδικα έγγραφα είναι αυτή της ιταλικής τράπεζας. Ούτε, κατά τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης, υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία που να φανερώνει καταχώρηση του ονόματος της κατηγορουμένης στο σύστημα του Κεντρικού Αρχείου Πληροφοριών. Περαιτέρω, είναι η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι δεν έχει αποδειχθεί το θέμα σφράγισης των επιδίκων εγγράφων που σύμφωνα με την υπεράσπιση αποτελεί συστατικό στοιχείο των κατ' ισχυρισμό αδικημάτων. Κατά τον ευπαίδευτο συνήγορο ουδείς γνωρίζει από ποιον, πότε και γιατί τοποθετήθηκε η ένδειξη 'Refer to Drawer' στα επίδικα έγγραφα και κατά πόσο η ενέργεια αυτή είναι συνήθης πρακτική της τράπεζας. Πέραν όμως των πιο πάνω, ο κύριος Βασιλακκάς έθεσε θέμα ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου. Ειδικότερα, ο συνήγορος υπεράσπισης ανάφερε ότι η λέξη 'παρέδωσε' που εμφανίζεται στις λεπτομέρειες των κατ' ισχυρισμό αδικημάτων δεν συνάδει με την προσκομισθείσα μαρτυρία καθότι η παράδοση των επιδίκων εγγράφων στην παραπονούμενη πραγματοποιήθηκε από κάποιο Στυλιανό Κιτρομιλίδη και όχι από την κατηγορούμενη ως αναφέρουν οι λεπτομέρειες των αδικημάτων. Ο κύριος Βασιλακκάς ακόμη υπέδειξε πως υπάρχει επιπλέον θέμα ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου ως προς τον τόπο παράδοσης των επιδίκων εγγράφων καθότι ενώ οι λεπτομέρειες των αδικημάτων σημειώνουν ως τέτοιο την επαρχία Λευκωσίας μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία προκύπτει ότι είναι το Treviglio που είναι περιοχή στην Ιταλία. Σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης, τα πιο πάνω ελαττώματα είναι θανατηφόρα από τα οποία δημιουργούνται ερωτηματικά ως προς το χώρο διάπραξης των αδικημάτων και κατά πόσο ορθά καταχωρήθηκε η παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση. Από την άλλη, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτή αγόρευση που υπέβαλε προς διευκόλυνση του Δικαστηρίου. Είναι η θέση της κυρίας Καραΐσκου πως το βάρος απόδειξης κατά πόσο τα επίδικα έγγραφα είναι ή όχι επιταγές ανήκει στην υπεράσπιση. Στο θέμα της σφράγισης η ευπαίδευτη συνήγορος ανάφερε πως η σημείωση 'Refer to Drawer' που εμφανίζεται στα επίδικα έγγραφα ικανοποιεί τις διατάξεις του άρθρου 305Α
(3)του Κεφ.154. Όσον αφορά το ζήτημα της ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου που η υπεράσπιση έγειρε, η κυρία Καραΐσκου διαφώνησε υποδεικνύοντας πως κάτι τέτοιο δεν υφίσταται καθότι τα επίδικα έγγραφα ήταν ήδη υπογραμμένα από τον εκδότη τους όταν αυτά παραδόθηκαν στην παραπονούμενη εταιρεία. Καταλήγοντας, η εν λόγω συνήγορος, χωρίς ούτε και αυτή να αναφερθεί σε οποιαδήποτε νομολογία προς στήριξη των νομικών επιχειρημάτων της, εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης για τα αδικήματα που κατηγορείται, την οποία, όπως υποστήριξε, το Δικαστήριο πρέπει να καλέσει σε απολογία. Πλήρης έκταση των όσο ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση επειδή κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί κανένα πρακτικό σκοπό. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Ευγένειος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανος Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:- "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Δικαστήριο θα εξετάσει σε αυτό το στάδιο την υπάρχουσα μαρτυρία αντικειμενικά, χωρίς δηλαδή να υπεισέρχεται σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής. Θα εξετάσει ακόμη όλα τα ζητήματα που ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και έχουν σημειωθεί πιο πάνω. Αδικήματα που σχετίζονται με την έκδοση επιταγών διέπονται από το άρθρο 305Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, που είναι η κατ' εξοχήν νομοθεσία που ασχολείται με την ποινική πτυχή του εν λόγω ζητήματος. Είναι μέσα από το άρθρο 305Α
(1)του Κεφ.154 που προσδιορίζονται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, για το οποίο κατηγορείται η κατηγορούμενη. Είναι αυτά τα συστατικά στοιχεία που το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό καλείται να εξετάσει αν εξ' αντικειμένου πληρούνται σωρευτικά μέσα από αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της προσαχθείσας μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής αλλά και στη συνέχεια στα πλαίσια έκδοσης τελικής απόφασης, εάν και εφόσον η κατηγορούμενη κληθεί σε απολογία, κατόπιν υποκειμενικής αξιολόγησης ολόκληρης πλέον της μαρτυρίας που θα έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και θα αφορά την ουσία της υπόθεσης αυτής. Παράλληλα, για την καλύτερη αντίληψη του κεφαλαίου συναλλαγματικής αλλά και του νομοθετικού πλαισίου εντός του οποίου λειτουργεί σχετικός είναι ο Περί Συναλλαγματικών Νόμος, Κεφ.262 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Στρεφόμενος στο άρθρο 305Α
(1)του Κεφ.154 αναφέρονται τα εξής: "Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποίαν αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίαση της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές." Επίσης, το εδάφιο 3 του ιδίου άρθρου υποδεικνύει τ' ακόλουθα: "Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και μη σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος, με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωση του, δεν συνιστά ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά παραβίαση, εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του." Το δεν εδάφιο 7 του πιο πάνω άρθρου τονίζει τα εξής: "Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, 'πιστωτικό ίδρυμα', σημαίνει- (α) τράπεζα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο, ή (β) συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, ή (γ) οποιοδήποτε άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή οργανισμό που έχει συσταθεί με βάση οποιοδήποτε νόμο και εκδίδει βιβλιάρια επιταγών σε πελάτες του." Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ.154, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Η κατηγορούμενη να εκδώσει επιταγή, (β) η οποία επιταγή κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, (γ) παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε, (δ) δεν εξοφλείται, (ε) λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη της ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, (στ) και παραμένει απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση της. Το Δικαστήριο θα εξετάσει πρώτα κατά πόσο τα επίμαχα έγγραφα, δηλαδή τα Τεκμήρια 1 και 2, είναι ή όχι επιταγές. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης θεωρεί πως τα εν λόγω έγγραφα είναι συναλλαγματικές αλλά όχι επιταγές, θέση με την οποία διαφωνεί η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)του Κεφ.262 συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφανίσει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή. Η ίδια αυτή ερμηνεία που το Κεφ.262 δίδει για τη συναλλαγματική παρέχεται μέσα από το αγγλικό νομικό σύγγραμμα 'Byles on Bills of Exchange' των Maurice και Megrah Frank Ryder, 24η έκδοση, σελίδα
  1. Για σκοπούς αντιμετώπισης ποινικών αδικημάτων που αφορούν έκδοση επιταγής, το άρθρο 4 του Κεφ.154, το οποίο είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο της εν λόγω νομοθεσίας, παρέχει τη νομική έννοια του όρου 'επιταγή' όπως αυτή εισήχθηκε στο Κεφ.154 με τον τροποποιητικό νόμο 164(Ι)/
  2. Ειδικότερα, 'επιταγή' σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσης της ή/και παράδοσης της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή.' Με την πιο πάνω τροποποίηση καλύπτεται και η περίπτωση της μεταχρονολογημένης επιταγής (βλέπε Eurofreight Logistics Ltd v. Χριστάκη Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29). Πρέπει ακόμη να λεχθεί ότι η επιταγή είναι είδος συναλλαγματικής η οποία εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει (βλέπε άρθρο 73 Κεφ.262). Ο νομικός ορισμός της επιταγής επιβεβαιώνεται μέσα από το αγγλικό νομικό σύγγραμμα 'Chalmer's Bills of Exchange', 5η έκδοση όπου στη σελίδα 245 αυτού σημειώνονται τα εξής: "A cheque is a bill of exchange drawn on a banker payable on demand." Στη δε σελίδα 249 του ιδίου συγγράμματος αναφέρονται τα εξής: "The holder of such cheque as to which such drawer or person is discharged shall be a creditor, in lieu of such drawer or person, of such banker to the extent, of such discharge, and entitled to recover the amount from him." Επομένως, η επιταγή όταν παρουσιαστεί στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε την ημέρα ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα δύναται να τιμηθεί με τον εκδότη της να ευθύνεται για την εξόφληση της. Παράλληλα, μία επιταγή συγκεντρώνει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που την κάμουν να ξεχωρίζει από άλλο είδος συναλλαγματικής και είναι (βλέπε άρθρο 74Γ
(6)του Κεφ.262): (α) Να έχει αύξων αριθμό. (β) Να υπάρχει ο κωδικός του τραπεζίτη επί του οποίου σύρεται η επιταγή. (γ) Να σημειώνεται ο αριθμός λογαριασμού του εκδότη. (δ) Να σημειώνεται το ποσό της επιταγής το οποίο έχει αναγραφεί από τον εκδότη της επιταγής. Σύμφωνα με το άρθρο 74Γ
(1)του Κεφ.262, επιταγή δύναται να παρουσιαστεί για πληρωμή στον τραπεζίτη επί του οποίου σύρεται η επιταγή είτε με την εμφάνιση σ' αυτού του πρωτοτύπου είτε με τη διαβίβαση των προαναφερόμενων ουσιωδών στοιχείων της επιταγής με ηλεκτρονικά μέσα από άλλο τραπεζίτη. Στην προκειμένη περίπτωση, έχοντας εξετάσει τα Τεκμήρια 1 και 2 αλλά και όλη τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής στην όψη τους και μόνο πάντοτε για σκοπούς του σταδίου αυτού, παρατηρώ τα εξής:
  1. Εμφανίζεται ως εκδότης η κατηγορούμενη η οποία φαίνεται να υπέγραψε τα εν λόγω έγγραφα.
  2. Με τα έγγραφα αυτά η κατηγορούμενη δίδει χωρίς όρους γραπτή εντολή στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ να πληρώσει στις 21.05.09 και 30.06.09 τα ποσά των €15.000,00 και €19.000,00 αντίστοιχα, τα οποία και σημειώθηκαν πάνω στα εν λόγω έγγραφα με την εμφάνιση αυτών στην προαναφερόμενη τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν.
  3. Τα επίδικα έγγραφα εκδίδονται σε διαταγή της παραπονούμενης εταιρείας.
  4. Τα εν λόγω έγγραφα είναι συμπληρωμένα ολογράφως και αριθμητικώς.
  5. Στα έγγραφα παρουσιάζονται οι αύξοντες αριθμοί των 10622869 και
  6. Σημειώνεται ο κωδικός του τραπεζίτη επί των εγγράφων αυτών.
  7. Ο αριθμός λογαριασμός του εκδότη από τον οποίον προέρχονται τα εν λόγω έγγραφα είναι ο 526-517109-2 ο οποίος και φαίνεται να ανήκει στην κατηγορούμενη. Στη βάση των πιο πάνω και σύμφωνα με τα ενώπιον μου στοιχεία όπως αυτά εξετάστηκαν προκαταρκτικά, θεωρώ ότι τα Τεκμήρια 1 και 2 είναι επιταγές. Προχωρώντας στην εξέταση των υπολοίπων συστατικών στοιχείων των αδικημάτων, κρίνω ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν από την κατηγορούμενη. Συγκεκριμένα, όταν τα Τεκμήρια 1 και 2 παραδόθηκαν στην παραπονούμενη εταιρεία από κάποιο Στυλιανό Κιτρομηλίδη στην Ιταλία ήταν ήδη υπογραμμένα από την κατηγορούμενη. Οι επίδικες επιταγές που υπογράφηκαν από την κατηγορούμενη δόθηκαν στην παραπονούμενη εταιρεία από τον Κιτρομιλίδη στα πλαίσια πληρωμής εμπορεύματος που πωλήθηκε στην εταιρεία Pasyky Trading Ltd που ο Κιτρομιλίδης αντιπροσώπευε και αφορούσε ένα εμπορευματοκιβώτιο που περιείχε ποσότητα περί τα 450.000 φυσίγγια και το οποίο της αποστάληκε στην Κύπρο περί τα τέλη Μαρτίου του έτους
  8. Στις 22.05.09 η παραπονούμενη κατάθεσε το Τεκμήριο 1 στην τράπεζα της στην Ιταλία ενώ το ίδιο έπραξε στις 02.07.09 αναφορικά με το Τεκμήριο
  9. Είναι η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να δείχνει πότε τα Τεκμήρια 1 και 2 παρουσιάστηκαν στην κυπριακή τράπεζα έναντι του σχετικού λογαριασμού επί του οποίου εκδόθηκαν. Στην ποινική υπόθεση Ιωάννου v. Σαμουρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ. 299 το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι η εμφάνιση της επιταγής στην τράπεζα από την οποία εκδόθηκε αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος έκδοσης επιταγής η οποία δεν εξαργυρώνεται. Επίσης, στην πολιτική υπόθεση Κρατίδης v. Λαγού
(2002)1Α Α.Α.Δ. 328, της οποίας οι νομικές αρχές βρίσκουν έρεισμα και στην παρούσα περίπτωση που είναι ιδιωτικής ποινικής φύσεως, υποδείχτηκε ότι η παρουσίαση στην Λαϊκή Τράπεζα των επιταγών που δεν είχαν πληρωθεί από την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος στο Βόλο μέσω της Τράπεζας Κύπρου ουδεμία ανωμαλία προκαλούσε. Όπως τονίστηκε στην εν λόγω υπόθεση, οι επίδικες επιταγές, ως επιταγές εσωτερικού, ήσαν πληρωτέες στην Κύπρο από τη Λαϊκή Τράπεζα, όπου θα έπρεπε να παρουσιαστούν για πληρωμή, πράγμα που όντως έγινε. Το ότι είχαν διαβιβαστεί εκεί από την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος μέσω της Τράπεζας Κύπρου δεν αλλοίωνε την κατάσταση των πραγμάτων ότι παρουσιάστηκαν για πληρωμή στον κατάλληλο τόπο, δηλαδή στη Λαϊκή Τράπεζα στην Κύπρο. Στην παρούσα περίπτωση όντως δεν υπάρχει σφραγίδα ή σημείωση της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ που να δείχνει πότε ακριβώς παρουσιάστηκαν στην τράπεζα. Το σίγουρο όμως είναι ότι οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ επί της οποίας εκδόθηκαν μετά που αυτές κατέστησαν πληρωτέες. Το γεγονός ότι υπάρχει σφραγίδα της ιταλικής τράπεζας ότι το μεν Τεκμήριο 1 που φέρει ημερομηνία πληρωμής 21.05.09 κατατέθηκε σ' αυτή στις 22.05.09 και το Τεκμήριο 2 με ημερομηνία πληρωμής 30.06.09 κατατέθηκε σ' αυτή στις 02.07.09 και παράλληλα η ύπαρξη της σημείωσης 'Refer to Drawer' από αρμόδιο υπάλληλο της κυπριακής τράπεζας σε συνδυασμό με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 που φέρει ημερομηνία 15.09.09, είναι στοιχεία που φανερώνουν παρουσίαση των επιδίκων επιταγών στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ έναντι του λογαριασμού υπ' αριθμό 526-517109-2 από τον οποίον και προέρχονται και ο οποίος φαίνεται ότι ανήκει στην κατηγορούμενη μετά που αυτές κατέστησαν πληρωτέες. Συνεπώς, τα πιο πάνω στοιχεία οδηγούν στην εξ' αντικειμένου στοιχειοθέτηση των συστατικών στοιχείων (β) και (γ) του αδικήματος καθότι παρουσιάστηκαν για πληρωμή στον κατάλληλο τόπο που ήταν η Εθνική Τράπεζα Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ στην Κύπρο, ως επιταγές εσωτερικού που είναι, μετά που αυτές κατέστησαν πληρωτέες. Περαιτέρω, η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής και ειδικότερα αυτής της ΜΚ2 ότι οι επίδικες επιταγές παραμένουν μέχρι σήμερα απλήρωτες αυτόματα οδηγούν σε εξ' αντικειμένου τεκμηρίωση των συστατικών στοιχείων (δ) και (στ) των αδικημάτων. Όσον αφορά το συστατικό στοιχείο της 'ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη' ή το ότι 'ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής' είναι η θέση της υπεράσπισης ότι δεν υπάρχει ουσιαστική μαρτυρία που να το στοιχειοθετεί. Βλέποντας τα Τεκμήρια 1 και 2 στην όψη τους και μόνο γίνεται αντιληπτό η ύπαρξη της χειρόγραφης σημείωσης 'Refer to Drawer' στο πάνω δεξιό μέρος της κάθε επίδικης επιταγής η οποία με βάση τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής τοποθετήθηκε από αρμόδιο υπάλληλο της Εθνική Τράπεζα Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ μετά που οι επίδικες επιταγές κατέστησαν πληρωτέες. Το ονοματεπώνυμο του αρμοδίου λειτουργού που τοποθέτησε την εν λόγω χειρόγραφη σημείωση στο σώμα των επιδίκων επιταγών ουδεμία σημασία έχει για την εξ' αντικειμένου στοιχειοθέτηση του συστατικού στοιχείου αυτού. Η μαρτυρία του ΜΚ1 επί του θέματος αυτού καθώς και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 είναι επαρκής για σκοπούς του σταδίου αυτού. Στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης και Εκκαθαριστής της εταιρείας Ch. Zakakiotis (Disco) Ltd v. Kalavas & Associates Ltd κ.α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 523 τονίστηκε ότι η παραπομπή του παραλήπτη στον εκδότη 'Refer to Drawer' ήταν απόρροια της απουσίας διαθεσίμων πόρων προς εξαργύρωση των επιταγών, οπόταν ο παραλήπτης έπρεπε να αποταθεί στον εκδότη τους για τακτοποίηση της οφειλής. Επιπλέον, στην υπόθεση Ταμείο Προνοίας Προσωπικού Βιομηχανιών Συνομοσπονδίας Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου (Σ.Ε.Κ.) v. Samoa Clothing Industry και άλλου (Αρ.2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 619 το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε ότι οι σημειώσεις στο σώμα των επιταγών ή των ιδιαίτερων εγγράφων-τεκμηρίων - ('Refer to Drawer') - ήταν απόρροια διαθέσιμων κεφαλαίων και το πρωτόδικο δικαστήριο δεν τις αξιολόγησε ορθά. Συνεπώς, στην παρούσα περίπτωση, έχοντας υπόψη μου τις σημειώσεις 'Refer to Drawer' που υπάρχουν στο σώμα των επιδίκων επιταγών, οι οποίες τοποθετήθηκαν από αρμόδιο υπάλληλο της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ όταν αυτές παρουσιάστηκαν στην εν λόγω τράπεζα μετά που κατέστησαν πληρωτέες, σε συνδυασμό με το Τεκμήριο 5 που είναι επιστολή της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ημερομηνίας 15.09.09 με την οποία ενημερώνει την ιταλική τράπεζα της παραπονούμενης εταιρείας ότι οι επίδικες επιταγές επιστρέφονται απλήρωτες με την ένδειξη 'Refer to Drawer', στοιχείο που δηλώνει πρώτο στοιχείο παρουσίασης των επιδίκων επιταγών στην εν λόγω κυπριακή τράπεζα ως κατάλληλου τόπου εμφάνισης τους, δεύτερο εμφάνιση τους στην Εθνική Τράπεζας Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ που είναι η τράπεζα επί της οποίας οι εν λόγω επιταγές εκδόθηκαν και τρίτο έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων της κατηγορουμένης, ως εκδότρια των Τεκμηρίων 1 και 2, στην κυπριακή τράπεζα κατόπιν σχετικού ελέγχου, κρίνω ότι εξ' αντικειμένου πληρείται και αυτό το συστατικό στοιχείο. Το ότι μέσα από το Τεκμήριο 4 δεν φαίνεται να υπάρχει χρέωση του επιδίκου λογαριασμού της κατηγορουμένης ως αποτέλεσμα της μη τίμησης των επιταγών δεν αποτελεί στοιχείο που εκ πρώτης όψεως να δείχνει ότι τα Τεκμήρια 1 και 2 δεν παρουσιάστηκαν στην Εθνική Τράπεζας Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ για έλεγχο έναντι του εν λόγω λογαριασμού. Αντίθετα, το σαφές περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 που συντάχθηκε από αρμόδιους λειτουργούς της Εθνική Τράπεζας Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ απορρίπτει κατηγορηματικά τον ισχυρισμό αυτό δίδοντας ταυτόχρονα και εξήγηση για τον εν λόγω προβληματισμό της υπεράσπισης. Συγκεκριμένα, μέσα από την προτελευταία παράγραφο του Τεκμηρίου 5 σημειώνεται η παράκληση της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ προς την ιταλική τράπεζα της παραπονούμενης εταιρείας να πιστώσει λογαριασμό της Εθνική Τράπεζας Ελλάδος στην Ελλάδα με το ποσό των €90,00 ως έξοδα που προέκυψαν σε σχέση με θέμα επιταγών που εκδόθηκαν από την κατηγορουμένη και δεν έχουν τιμηθεί στις οποίες περιλαμβάνονται τα Τεκμήρια 1 και 2. Παράλληλα, το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται τη θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης ότι δεν έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της σφράγισης των κατ' ισχυρισμό αδικημάτων. Κατ' αρχήν θα πρέπει να αναφερθεί ότι η σφράγιση των επιταγών που δεν τιμώνται δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα περιέχονται στις διατάξεις του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ.154 ενώ αυτό της ανάκλησης πληρωμής επιταγής χωρίς εύλογη αιτία παρέχονται στο άρθρο 305Α
(2)της ίδιας νομοθεσίας. Μελετώντας τις διατάξεις του 305Α
(1)του Κεφ.154 που αφορούν την παρούσα υπόθεση διαπιστώνουμε ότι η σφράγιση των επιδίκων επιταγών δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος που προκύπτει κάτω από το εν λόγω άρθρο. Δεύτερο, με βάση το άρθρο 305Α
(3)του Κεφ.154, η υποχρέωση της τράπεζας να αναφέρει το λόγο μη πληρωμής της επιταγής διεκπεραιώνεται είτε με τραπεζική σφραγίδα είτε με σημείωση. Εν πάσει όμως περιπτώσει, μέσα από τη συνδυασμένη μαρτυρία του ΜΚ1 και του Τεκμηρίου 5 προκύπτει πως η χειρόγραφη σημείωση 'Refer to Drawer' που εμφανίζεται στο σώμα των Τεκμηρίων 1 και 2 τοποθετήθηκε από λειτουργό της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ όταν οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν στην εν λόγω κυπριακή τράπεζα μετά που αυτές κατέστησαν πληρωτέες με σκοπό να τιμηθούν αλλά κατέστη αδύνατο ένεκα μη ύπαρξης διαθεσίμων κεφαλαίων της κατηγορουμένης έναντι του επιδίκου λογαριασμού, πράγμα που σύμφωνα με το άρθρο 305Α
(3)του Κεφ.154 αποτελεί μαχητό τεκμήριο για το αληθές του περιεχομένου του. Το ότι δεν σημειώνεται ενυπογράφως η ακριβής ημερομηνία παρουσίασης των επιδίκων επιταγών από τον αρμόδιο υπάλληλο της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ δεν επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την θεμελίωση των συστατικών στοιχείων του αδικήματος αλλά αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο δυνατότητας επίκλησης του άρθρου 305Α
(5)του Κεφ.154 μέσω των κατάλληλων ενδίκων μέσων. Η πιο πάνω νομολογία η οποία σημειώθηκε πιο πάνω και προσδιορίζει το σκοπό της ένδειξης 'Refer to Drawer' σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 305Α
(3)του Κεφ.154 καθιστά άνευ σημασίας την απορία του συνηγόρου υπεράσπισης ως προς το κατά πόσο η εν λόγω σημείωση είναι ή όχι συνήθης πρακτική της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. Όσον αφορά τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι υπάρχουν ερωτηματικά ως προς το χώρο διάπραξης των κατ' ισχυρισμό αδικημάτων το Δικαστήριο δεν τη συμμερίζεται. Στην παρούσα υπόθεση ο χώρος αυτός καθορίζεται ως εκείνος όπου διαπιστώθηκε η έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων, που εκ πρώτης όψεως είναι αυτός στον οποίον τοποθετήθηκε η σημείωση 'Refer to Drawer', δηλαδή η επαρχία Λευκωσίας. Επιπλέον, σε σχέση με τις αιχμές του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης περί λανθασμένης καταχώρησης της παρούσας ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης, το Δικαστήριο, από την ενώπιον του μαρτυρία πάντοτε αντικειμενικά εξεταζόμενη, δεν εντόπισε οτιδήποτε που εξόφθαλμα να υποστηρίζει κάτι τέτοιο. Βέβαια το ενδεχόμενο αυτό δεν αποκλείεται να προκύψει με την ολοκλήρωση της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης όταν η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής καθώς και όλη η προσαχθείσα μαρτυρία θα τύχουν ενδελεχούς αξιολόγησης από το Δικαστήριο. Επίσης, το Δικαστήριο δεν θεωρεί πως η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, εξ' όψεως και αντικειμενικά εξεταζόμενη, στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή. Εν πάσει περιπτώσει, όπως είναι γνωστό η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής καθώς και όλη η προσαχθείσα μαρτυρία θα τύχουν ενδελεχούς αξιολόγησης από το Δικαστήριο στο στάδιο που η μαρτυρία αξιολογείται με την ολοκλήρωση της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης. Περαιτέρω, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης έθεσε θέμα ελαττωματικότητας κατηγορητηρίου για τους λόγους που επικαλέστηκε και σημειώσαμε πιο πάνω θεωρώντας ότι τα ελαττώματα είναι μη ιάσιμα για την περαιτέρω πορεία της υπόθεσης αυτής. Ένα ελάττωμα που εντοπίζεται σε κατηγορητήριο δύναται υπό προϋποθέσεις να διορθωθεί με τροποποίηση έτσι ώστε ποινικές υποθέσεις να μην χάνονται αδίκως. Το Δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να μεταβάλει ένα ελαττωματικό κατηγορητήριο, είτε τυπικά είτε ουσιαστικά, ακόμη και αυτεπάγγελτα χωρίς όμως να είναι υποχρέωση του (βλέπε άρθρο 83 του Κεφ.155, Λουκά v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 64). Αυτό, ανάμεσα σ' άλλα, περιλαμβάνει διόρθωση επί υφιστάμενης κατηγορίας καθώς και πρόσθεση κατηγοριών (βλέπε Lanitis Bros Ltd v. Iατρικών Yπηρεσιών & Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1995)2 Α.Α.Δ. 266). Τυπικό ελάττωμα σε κατηγορητήριο μπορεί να είναι ένα λάθος σε ημερομηνία ή ποσό ενώ ουσιαστικό ελάττωμα όταν η μαρτυρία που προσκομίζεται από την κατηγορούσα αρχή να μην συνάδει με το αναφερθέν αδίκημα και με τις λεπτομέρειες του, είτε μερικώς είτε στο σύνολο τους, ή όταν οι λεπτομέρειες αδικήματος δεν αποκαλύπτουν διάπραξη του κατ' ισχυρισμό αδικήματος. Στο κυπριακό νομικό σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των Λοΐζου και Πική, έκδοση 1975, σελίδα 71 αναφέρεται ότι οι εξουσίες που παρέχονται στο Δικαστήριο από το Κεφ.155 σε περίπτωση που το κατηγορητήριο κριθεί ελαττωματικό είτε τυπικά είτε ουσιαστικά περιορίζονται σε τροποποίηση είτε της έκθεσης του αδικήματος ή και των δύο και μπορούν να επεκταθούν σε αντικατάσταση ή προσθήκη νέας κατηγορίας όπως το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο για να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης. Όπως εξηγείται μέσα από το εν λόγω σύγγραμμα, η αναγκαιότητα για τροποποίηση μπορεί να προκύψει είτε για να θεραπευθεί τυχόν διάσταση ανάμεσα σε μία κατηγορία και τη μαρτυρία που προσκομίστηκε είτε για να δοθούν περισσότερες ή ακριβέστερες λεπτομέρειες σε κατηγορούμενο ώστε αυτός να προετοιμάσει καλύτερα την υπεράσπιση του είτε για να προστεθεί νέα κατηγορία ώστε να συμπεριληφθεί στο κατηγορητήριο αδίκημα το οποίο έχει αποκαλυφθεί από την προσκομισθείσα μαρτυρία. Η έννοια του όρου «ελλατωματικό» έχει ερμηνευθεί στην υπόθεση Pouris and Others v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 148. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του αναφέρθηκε στην αγγλική νομολογία, υιοθετώντας την ερμηνεία που έχει δοθεί στον όρο αυτό. Έτσι στην υπόθεση R v. Smith and Others 34 Cr. App. R. 168, το επιχείρημα ότι για να είναι το κατηγορητήριο ελαττωματικό πρέπει να είναι τέτοιο που νομικά να μην αποκαλύπτει την ύπαρξη αδικήματος, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, που τόνισε ότι μπορεί να γίνει οποιαδήποτε μεταβολή του κατηγορητηρίου σε θέματα όπως την περιγραφή και πιθανώς και πολλά άλλα, ούτως ώστε να ανταποκρίνεται στη διαθέσιμη μαρτυρία στην υπόθεση, πάντοτε κάτω από την προϋπόθεση ότι η τροποποίηση δεν προκαλεί αδικία στον κατηγορούμενο. Παραθέτω πιο κάτω το σχετικό απόσπασμα από την αγγλική υπόθεση R v. Smith and Others 34 Cr. App. R. 168 η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Pouris and Others v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 148 στη σελίδα 163 της τελευταίας υπόθεσης: "The agreement for the appellants appeared to involve the proposition that an indictment, in order to be defective, must be one which in law did not charge any offence at all and therefore is bad on the face of it. We do not take that view. In our opinion, any alteration in matters of description, and probably in many others respects, may be made in order to meet the evidence in the case so long as the amendment causes no injustice to the accused person...." Στην υπόθεση Leonidou v. Police
(1987)2 C.L.R.96 γίνεται ανάλυση της έννοιας «ελαττωματικό κατηγορητήριο». Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση αυτή, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "An indictment is defective not only when it is bad on the face of it, but also: (
  1. i)When it does not accord with the evidence before the committing magistrates, either because of inaccuracies or deficiencies in the indictment or because the indictment charges offences not disclosed in that evidence or fails to charge an offence which is disclosed therein, (
  2. ii)When for such reasons it does not accord with the evidence given at the trial: R. v. Hall [1968] 52 Cr. App. R. 528, R. v. Johal and Ram [1972] 56 Cr. App. R. 348 (A passage from Archbold's Criminal Pleading, Evidence and Practice, 40th Ed., p. 52 para. 53 adopted)." Στην προκειμένη περίπτωση προκύπτει μέσα από την μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής ότι οι επίδικες επιταγές παραδόθηκαν στην παραπονούμενη εταιρεία όχι στην επαρχία Λευκωσίας που οι λεπτομέρειες των αδικημάτων αναφέρουν αλλά στο Treviglio που είναι περιοχή στην Ιταλία και όχι από την κατηγορούμενη που επίσης οι λεπτομέρειες των αδικημάτων αναφέρουν αλλά από κάποιο Κιτρομιλίδη. Πρόκειται για δύο ελαττώματα τα οποία δύναται να διορθωθούν από το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική εξουσία του έτσι ώστε το περιεχόμενο των λεπτομερειών των αδικημάτων να συνάδει με την προσκομισθείσα μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής. Οι τροποποιήσεις αυτές είναι τέτοιου είδους που δεν προκαλούν οποιαδήποτε αδικία ή παραπλάνηση στην κατηγορούμενη. Ούτε και επηρεάζουν δυσμενώς οποιαδήποτε δικαιώματα ή συμφέροντα της. Το ότι δεν προκαλείται οποιαδήποτε αδικία ή παραπλάνηση ή δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων και συμφερόντων της κατηγορουμένης αποδεικνύεται και από τη γραμμή υπεράσπισης που ακολουθήθηκε κατά την αντεξέταση των μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής μέσα από την οποία λήφθηκαν υπόψη τα πιο πάνω ελαττώματα που η υπεράσπιση εντόπισε. Τυχόν τροποποίηση του κατηγορητηρίου δεν επηρεάζει σε καμία περίπτωση την υπόθεση της υπεράσπισης ούτε και η τροποποίηση θέτει την κατηγορουμένη σε μειονεκτική θέση έχοντας υπόψη την όλη μαρτυρία και τις θέσεις της άλλης πλευράς. Συνεπώς, το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχει το άρθρο 83
(1)του Κεφ.155 υπέρ της θεραπείας των ελαττωμάτων που παρουσιάστηκαν τροποποιώντας το κατηγορητήριο με την αφαίρεση της φράσης 'και παρέδωσε' από την πρώτη γραμμή των λεπτομερειών και των δύο αδικημάτων. Ως εκ των ανωτέρω, το Δικαστήριο με βάση τις εξουσίες που του παρέχει το άρθρο 83
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, τροποποιεί το κατηγορητήριο ως ακολούθως: ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Πρώτη Κατηγορία Έκδοση επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση των άρθρων 20, 29 και του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 25(Ι)/2003και Ν70(Ι)/08 καθώς επίσης και το νόμο 164(Ι)/2003. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Η κατηγορούμενη αρ.1 κατά ή περί την 21/05/2009 στην επαρχία ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ εξέδωσε στους BORNAGHI S.R.L. την επιταγή της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) υπ' αριθμόν 10622869 για το ποσό των €15.000 η οποία επιταγή αφού παρουσιάστηκε κανονικά για πληρωμή εντός εύλογου χρόνου από την ημερομηνία πληρωμής, δεν εξοφλήθη λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων των εκδοτών και/ή με την ένδειξη "Refer to Drawer" της οι οποίοι παρέλειψαν να την εξοφλήσουν εντός 15 ημερών από της παρουσιάσεως της στην Τράπεζα. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Δεύτερη Κατηγορία Έκδοση επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση των άρθρων 20, 29 και του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 25(Ι)/2003και Ν70(Ι)/08 καθώς επίσης και το νόμο 164(Ι)/2003. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Η κατηγορούμενη αρ.1 κατά ή περί την 30/06/2009 στην επαρχία ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ εξέδωσε στους BORNAGHI S.R.L. την επιταγή της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) υπ' αριθμόν 10622872 για το ποσό των €19.000 η οποία επιταγή αφού παρουσιάστηκε κανονικά για πληρωμή εντός εύλογου χρόνου από την ημερομηνία πληρωμής, δεν εξοφλήθη λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων των εκδοτών της και/ή με την ένδειξη "Refer to Drawer" οι οποίοι παρέλειψαν να την εξοφλήσουν εντός 15 ημερών από της παρουσιάσεως της στην Τράπεζα. Ενόψει της τροποποίησης του κατηγορητηρίου βάσει του άρθρου 83
(1)και σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 84
(1)του Κεφ. 155 το Δικαστήριο καλεί την κατηγορούμενη να απολογηθεί σε αυτό και να δηλώσει κατά πόσο είναι έτοιμοι να δικαστεί βάσει του κατηγορητηρίου όπως έχει μεταβληθεί. (Η κατηγορούμενη κατηγορείται και δεν παραδέχεται τις κατηγορίες όπως έχουν τροποποιηθεί). (Η κατηγορούμενη ενημερώνεται για το δικαίωμα της να επανακλητεύσει ή να επανακαλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα ο οποίος είναι δυνατό να εξετάστηκε και να εξετάσουν ή αντεξετάσουν αυτόν αναφορικά με την εν λόγω μεταβολή. Η κατηγορούμενη δηλώνει ότι δεν επιθυμεί να επανακλητεύσει μάρτυρες. Το ίδιο δηλώνει και η κατηγορούσα αρχή). Ως αποτέλεσμα των δηλώσεων των μερών επί του τροποποιημένου κατηγορητηρίου και στη βάση των πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι από τη μέχρι τώρα δοθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση για όλες τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου και ως εκ τούτου καλεί την κατηγορούμενη σε απολογία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/Interim Αναφορά: Ιδιωτική Ποινική/Εκ πρώτης όψεως-Ενδιάμεση Απόφαση/Έκδοση Επιταγής χωρίς αντίκρισμα/Άρθρα 305Α
(1), (3,
(5)και
(7)Κεφ.154 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.