← Κύπρος

ΚΟΥΛΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ν. ΠΙΚΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ, Αρ. Υπόθεσης: 8172/10, 17.11.11

ΚΟΥΛΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ν. ΠΙΚΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ, Αρ. Υπόθεσης: 8172/10, 17.11.11 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B207 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8172/10 ΚΟΥΛΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ v. ΠΙΚΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 17.11.11 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Ε. Μάνουλλος Για Κατηγορούμενο: κα Τ. Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες που αφορούν την πρόκληση μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία από τον εκδότη της κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, κατηγορείται ότι στις 28.12.09 και 15.01.10 στη Λεμεσό εξέδωσε τις επιταγές υπ' αριθμό 18006367 και 18006368 της Alpha Bank Cyprus Ltd για το ποσό των €5.000,00 και €6.040,00 αντίστοιχα, οι οποίες όταν παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για πληρωμή δεν τιμήθηκαν επειδή ο κατηγορούμενος προκάλεσε τη μη πληρωμή τους χωρίς εύλογη αιτία. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες, ήτοι τον Λεωνίδα Κούλο (ΜΚ1) και την Κωνσταντίνα Αντωνίου, υπάλληλο στην Alpha Bank Cyprus Ltd (ΜΚ2). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ένορκη κατάθεση χωρίς να καλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Παράλληλα, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 2 τεκμήρια τα οποία είναι οι επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 1 και 2). Επιπροσθέτως, τα μέρη κατέθεσαν από κοινού τα εξής παραδεχτά γεγονότα:
  1. Ο κατηγορούμενος εξέδωσε και υπέγραψε τις επιταγές υπ' αριθμό 18006367 και 18006368 της Alpha Bank Cyprus Ltd για το ποσό των €5.000,00 και €6.040,00 αντίστοιχα με ημερομηνίες 28.12.09 και 15.01.
  2. Οι πιο πάνω επιταγές παρουσιάστηκαν στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκαν.
  3. Οι πληρωμές των προαναφερόμενων επιταγών ανακλήθηκαν από τον κατηγορούμενο.
  4. Οι εν λόγω επίδικες επιταγές παραμένουν χωρίς εξόφληση μέχρι σήμερα. Τα πιο πάνω παραδεχτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και αποτελούν αυτόματα μέρος των ευρημάτων του. Πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά που τηρούνται και κρίνω ότι δεν είναι αναγκαία η λεπτομερής παράθεση της στα πλαίσια σύνταξης της παρούσας απόφασης αφού κατά την ταπεινή γνώμη μου κάτι τέτοιο δεν θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Εδώ παρουσιάζεται μια συνοπτική αναφορά με περισσότερες λεπτομέρειες της προσαχθείσας μαρτυρίας να δίδονται εκεί που κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς αξιολόγησης της, εξαγωγής ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της. Εν πάσει περιπτώσει, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας έχει μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνεται υπόψη και αναλόγως αξιολογείται από το Δικαστήριο. ΜΚ1 ήταν ο Λεωνίδας Κούλος, ο οποίος, μεταξύ άλλων, ανάφερε ότι εργάζεται στην επιχείρηση του πατέρα του. Όπως είπε, ο παραπονούμενος στην παρούσα υπόθεση είναι μαζί φυσικό και νομικό πρόσωπο καθότι πρόκειται για τον πατέρα του αλλά ταυτόχρονα είναι και το όνομα της εταιρείας του. Ο μάρτυρας αυτός δήλωσε πως είναι εξουσιοδοτημένος να εκπροσωπήσει την εταιρεία του πατέρα του στην παρούσα δικαστική διαδικασία. Γνωρίζει για πολλά χρόνια τον κατηγορούμενο από την Πάτρα με το οποίον ήταν φίλοι. Επίσης, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν ως αποτέλεσμα εξόφλησης τιμήματος εμπορικής σχέσης που αναπτύχθηκε μέσα από την οποίαν αποστάληκε στον κατηγορούμενο παραγγελία διαφόρων συσκευασιών λουκουμιών και βανιλιών σε διαφορετικά γραμμάρια. Χωρίς να είναι απόλυτα σίγουρος, τα πιο πάνω προϊόντα παραδόθηκαν στον κατηγορούμενο περί τα μέσα Απριλίου 2009 και παρέλαβε τις επίδικες επιταγές τέλη Ιουλίου με αρχές Αυγούστου
  5. Σύμφωνα με το μάρτυρα, ο κατηγορούμενος ουδέποτε του εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο σχετικά με τα προϊόντα. Για την ανάκληση των επιταγών ενημερώθηκε από το κεντρικό κατάστημα της τράπεζας του στην Πάτρα 7-8 εργάσιμες ημέρες μετά τη λήξη τους. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, ανάμεσα σ' άλλα, διευκρίνισε πως η συμφωνία έγινε μεταξύ της εταιρείας στην οποία εργάζεται και του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, ο μάρτυρας ανάφερε ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν στο όνομα της εταιρείας του πατέρα του. Αμφισβητώντας τη θέση του κατηγορουμένου ότι το όνομα που σημειώνεται ως δικαιούχος στις επίδικες επιταγές είναι φυσικό, είπε ότι στις εν λόγω επιταγές αναγράφεται ως δικαιούχος το όνομα της εταιρείας του πατέρα του. ΜΚ2 ήταν η Κωνσταντίνα Αντωνίου, η οποία εργάζεται ως υπεύθυνη στο τμήμα καταθέσεων στο κεντρικό κατάστημα της Alpha Bank Cyprus Ltd στη Λευκωσία. Όπως η ίδια εξήγησε, μέρος των καθηκόντων της είναι η πληρωμή επιταγών που κατατέθηκαν σε υποκαταστήματα της Alpha Bank Cyprus Ltd στο εξωτερικό και σε σχέση με το θέμα αυτό κατάθεσε ως Τεκμήρια 1 και 2 τις επίδικες επιταγές. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας, ανάμεσα σ' άλλα, δήλωσε ότι η ίδια δεν γνωρίζει πότε και για ποιο λόγο έγινε ανάκληση των επιδίκων επιταγών επειδή έγινε στο κατάστημα της Alpha Bank Cyprus Ltd στη Λεμεσό. Ούτε γνωρίζει εάν ο κατηγορούμενος υπέγραψε οποιοδήποτε έντυπο ανάκλησης πληρωμής επιταγών. Ο κατηγορούμενος στην κυρίως εξέταση του, μεταξύ άλλων, ανάφερε ότι είναι παιδικός φίλος με τον ΜΚ1 γνωρίζοντας τον από την Πάτρα από όπου κατάγονται και οι δύο. Προέβηκε σε συμφωνία με τον ΜΚ1 σύμφωνα με την οποίαν ο πρώτος, ως κατασκευαστής λουκουμιών, θα απέστελλε στον δεύτερο λουκούμια με τη βοήθεια του οποίου θα διοχετεύονταν στην κυπριακή αγορά. Ενώ αρχικά διατηρούσε τις επιφυλάξεις του αφού δεν γνώριζε τίποτα περί ζαχαροπλαστικής, ο κατηγορούμενος τελικά αποδέκτηκε τη συνεργασία, η οποία αποτελούσε ιδέα του ΜΚ1, μετά από υπόσχεση του ΜΚ1 ότι θα τον βοηθούσε στη διάθεση των προϊόντων στην Κύπρο. Σε περίπτωση επιτυχίας η συνεργασία τους θα συνέχιζε ενώ σε αντίθετο αποτέλεσμα το μόνο που θα επωμίζονταν θα ήταν τα έξοδα μεταφοράς των προϊόντων πίσω στην Πάτρα. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, δεν είχε καμία δέσμευση να δώσει χρήματα όταν παρέλαβε τα προϊόντα από το λιμάνι της Λεμεσού. Ο πατέρας του ΜΚ1 δεν είχε γνώση για τη συμφωνία αυτή. Ο ΜΚ1 ήλθε στην Κύπρο για τρεις ημέρες όπου μαζί με τον κατηγορούμενο τοποθέτησαν τα εμπορεύματα στα ράφια και εκτύπωσαν φυλλάδια και τιμολόγια που θα χρησιμοποιούνταν για μελλοντικούς πελάτες τους. Σύμφωνα πάντοτε με τον κατηγορούμενο, προτού ο ΜΚ1 αναχωρήσει από την Κύπρο, τον έπεισε να του δώσει τις επίδικες επιταγές λέγοντας του ότι δεν θα τις χρησιμοποιούσε σε καμία περίπτωση αλλά τις ήθελε με σκοπό να τις δει ο πατέρας του, Κούλος Βασίλειος, για να πειστεί ότι ο κατηγορούμενος δεν του έδωσε τα χρήματα και τα έχει σπαταλήσει. Από φιλότιμο ο κατηγορούμενος ανταποκρίθηκε στη χάρη αυτή που του ζητήθηκε από τον ΜΚ1 εκδίδοντας και παραδίδοντας του τις επίδικες επιταγές. Έκτοτε ο ΜΚ1 δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα παραλείποντας να έλθει εκ νέου στην Κύπρο και να επισκεφθούν πιθανούς μεγάλους πελάτες τους, οι οποίοι θα αγόραζαν τα προϊόντα τους. Ο κατηγορούμενος επικοινώνησε με τον ΜΚ1 και του υπέδειξε την ανάγκη να έλθει στην Κύπρο με τον τελευταίο να ζητά χρόνο. Περαιτέρω, ο μάρτυρας ανάφερε ότι επειδή ο καιρός περνούσε χωρίς ο ΜΚ1 να έλθει στην Κύπρο, δεν μπορούσε πλέον να πληρώνει το ενοίκιο του γραφείου όπως ούτε να διαθέσει τα προϊόντα αλλά ούτε και είχε χώρο για να τα αποθηκεύσει με αποτέλεσμα να φοβηθεί και να μεταβεί στην τράπεζα όπου και ανακάλεσε την πληρωμή των επιδίκων επιταγών προβάλλοντας στην τράπεζα ως λόγο ανάκλησης 'αθέτηση συμφωνίας'. Μετέφερε τα προϊόντα σε οικόπεδο φιλικού προσώπου του όπου βρίσκονται εκεί μέχρι σήμερα. Επίσης, ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι παρέδωσε τις επιταγές στον ΜΚ1 στο ξενοδοχείο Κούρειο. Είναι η θέση του κατηγορούμενου ότι σύμφωνα με τη συμφωνία οι επίδικες επιταγές θα πληρώνονταν εφόσον τα προϊόντα θα είχαν πωληθεί και γινόταν είσπραξη του ανάλογου τιμήματος. Στην περίπτωση που τα προϊόντα δεν διοχετεύονταν στην κυπριακή αγορά η συμφωνία ήταν να επιστραφούν οι επίδικες επιταγές στον κατηγορούμενο και θα επωμίζονταν τα έξοδα που θα προέκυπταν εξ' ημισίας. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος, ανάμεσα σ' άλλα, επέμεινε πως θα προέβαινε σε πληρωμή των προϊόντων όταν τα παραλάμβανε και εφόσον αυτά διοχετεύονταν στην κυπριακή αγορά καθότι ο ΜΚ1 γνώριζε πώς να λανσάρει και προωθήσει τα προϊόντα για πώληση. Από την ώρα όμως που ο ΜΚ1 πήρε τις επίδικες επιταγές εξαφανίστηκε. Όπως ο κατηγορούμενος ανάφερε μέσα από αυτή την εμπορική συναλλαγή όχι μόνο δεν εισέπραξε χρήματα αλλά αντίθετα επωμίστηκε έξοδα που δημιουργήθηκαν από την ενοικίαση γραφείου, την τοποθέτηση ραφιών, τον εξοπλισμό χώρου, την εκτύπωση τιμολογίων, λογαριασμό τηλεφώνου και το κόστος μεταφοράς λουκουμιών από το λιμάνι Λεμεσού στο γραφείο, τα οποία και πλήρωσε. Ο κατηγορούμενος παραδέκτηκε ότι δεν είχε χρήματα με την οικονομική κατάσταση του να μην ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο αλλά ούτε και τώρα καλή, πλην όμως επανέλαβε ότι οι επίδικες επιταγές θα πληρώνονταν κανονικά μόλις το εμπόρευμα διοχετευόταν στην αγορά και γινόταν είσπραξη χρημάτων από την πώληση. Επιπλέον, ο κατηγορούμενος είπε ότι δεν γνωρίζει αν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα με την ποιότητα των προϊόντων επειδή δεν είναι γνώστης αυτού του επαγγέλματος. Τελικές Αγορεύσεις: Στην τελική αγόρευση της ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ενώ παράλληλα η υπεράσπιση απέτυχε να στοιχειοθετήσει την ύπαρξη εύλογης αιτίας. Σύμφωνα με τον κύριο Μάμουλλο, η ανάκληση των επιδίκων επιταγών οφειλόταν σε οικονομική αδυναμία του κατηγορουμένου και κάλεσε το Δικαστήριο να καταδικάσει τον κατηγορούμενο στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αντίθετα, η ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης δήλωσε στο Δικαστήριο πως μέσα από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την κατηγορούσα αρχή δημιουργήθηκαν αμφιβολίες, κενά και ασάφειες ως προς το εάν ο παραπονούμενος ήταν νομικό πρόσωπο ή εμπορική επωνυμία ή άτομο. Είναι η νομική θέση της κυρίας Κωνσταντίνου ότι ο κατηγορούμενος απέδειξε την ύπαρξη εύλογης αιτίας που τον οδήγησε στην ανάκληση των εν λόγω επιταγών τις οποίες είχε εκδώσει και παραδώσει στον ΜΚ1 πιστεύοντας στη φιλία που είχε μαζί του. Στη βάση αυτών κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από όλες τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου. Τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανάφεραν στο Δικαστήριο έχουν καταγραφεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν κρίνω σκόπιμο και χρήσιμο να παραθέσω το περιεχόμενο τους κατά τρόπο αναλυτικό. Οι νομικές θέσεις καθώς και η νομική επιχειρηματολογία τους αλλά και η νομική βάση επί της οποίας εδράζονται, όπως αυτά εκτέθηκαν από τους συνηγόρους, έχουν εξεταστεί με τη δέουσα προσοχή και σοβαρότητα, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και αναλόγως αξιολογούνται από το Δικαστήριο. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων.[1] Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της.[2] Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο.[3] Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών.[4] Με βάση τις προαναφερόμενες αρχές το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Η μαρτυρία της ΜΚ2 ήταν τυπικής φύσεως και ουσιαστικά δεν πρόσθεσε οτιδήποτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης αυτής. Απλά κατάθεσε τις επίδικες επιταγές, το περιεχόμενο των οποίων επιβεβαιώνεται τόσο από τις τραπεζικές σφραγίδες που σύμφωνα με το άρθρο 305Α
(3)του Κεφ.155 αποτελούν μαχητό τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου όσο και από τα παραδεκτά γεγονότα. Συγκεκριμένα, η συμπλήρωση των Τεκμηρίων 1 και 2 ως προς το όνομα του δικαιούχου, το ποσό ολογράφως και αριθμητικώς αλλά και ως προς την ημερομηνία που αυτές καθίσταντο πληρωτέες αποτελεί παραδεκτό γεγονός από τα μέρη. Εκτός από το θέμα της έκδοσης των επιδίκων επιταγών, παραδεκτό είναι και το γεγονός ότι τα Τεκμήρια 1 και 2 υπεγράφησαν από τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, στο σώμα του Τεκμηρίου 1 υπάρχει τραπεζική σφραγίδα που δείχνει ότι η πληρωμή της επιταγής υπ' αριθμό 18006368 της Alpha Bank Cyprus Ltd, η οποία εκδόθηκε σε διαταγή του Βασίλειου Κούλου για το ποσό των €6.040,00 και παρουσιάζει ημερομηνία πληρωμής 15.01.10 παρουσιάστηκε στην τράπεζα που εκδόθηκε στις 29.01.10, ανακλήθηκε από τον εκδότη της, δηλαδή τον κατηγορούμενο, έχοντας σχετική υπογραφή αρμοδίου υπαλλήλου της τράπεζας στις 29.01.
  1. Στο δε σώμα του Τεκμηρίου 2 υπάρχει τραπεζική σφραγίδα που δείχνει ότι η πληρωμή της επιταγής υπ' αριθμό 18006367 της Alpha Bank Cyprus Ltd, η οποία εκδόθηκε σε διαταγή του Βασίλειου Κούλου για το ποσό των €5.000,00 και παρουσιάζει ημερομηνία πληρωμής 28.12.09 παρουσιάστηκε στην τράπεζα που εκδόθηκε στις 04.01.10, ανακλήθηκε από τον εκδότη της, δηλαδή τον κατηγορούμενο, έχοντας σχετική υπογραφή αρμοδίου υπαλλήλου της τράπεζας στις 04.01.
  2. Το ότι οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν για πληρωμή στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν, δηλαδή την Alpha Bank Cyprus Ltd, καθώς και το ότι η πληρωμή τους ανακλήθηκε από τον κατηγορούμενο, αποτελούν μέρος των παραδεκτών γεγονότων με αποτέλεσμα το περιεχόμενο των επιταγών με τις τραπεζικές σφραγίδες που εμφανίζονται στο σώμα αυτών να αλληλοεπιβεβαιώνονται. Ο ΜΚ1 δεν έκαμε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Προώθησε μία εκδοχή στο Δικαστήριο που ουσιαστικό μέρος της εμφανίζει κενά και ασάφειες. Ειδικότερα, το κομμάτι της μαρτυρίας του που αφορά το περιεχόμενο της συμφωνίας που έγινε με τον κατηγορούμενο καθώς επίσης και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες του δόθηκαν οι επίδικες επιταγές εγείρει ερωτηματικά ενώ την ίδια στιγμή στερείται λογικής και πειστικότητας. Από την άλλη, υπάρχει μέρος της μαρτυρίας του που επιβεβαιώνεται από αναντίλεκτα στοιχεία και αδιαμφισβήτητα γεγονότα, την οποία και αποδέχομαι. Συγκεκριμένα, το ότι ο εν λόγω μάρτυρας δημιούργησε μία εμπορική σχέση παρέμεινε αναντίλεκτο μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης. Το ότι η εμπορική συναλλαγή αφορούσε την αποστολή λουκουμιών δεν αμφισβητείται. Επίσης, δεν αμφισβητείται ότι τα προϊόντα αποστάληκαν στην Κύπρο περί τα μέσα Απριλίου του
  3. Ούτε αμφισβητήθηκε το ότι ο ίδιος ήλθε στην Κύπρο και παρέλαβε από τον κατηγορούμενο περί τα τέλη Ιουλίου με αρχές Αυγούστου 2009 τις επίδικες επιταγές τις οποίες ο τελευταίος έκδωσε και υπέγραψε. Είναι ακόμη αποδεκτή η μαρτυρία του περί ανάκλησης των επιδίκων επιταγών από τον κατηγορούμενο καθότι κάτι τέτοιο επαληθεύεται από τις τραπεζικές σφραγίδες που εμφανίζονται στο σώμα των Τεκμηρίων 1 και 2 αλλά και από τα παραδεκτά γεγονότα. Ωστόσο, ο μάρτυρας ισχυρίζεται ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ της εταιρείας στην οποία εργάζεται και του κατηγορουμένου χωρίς να παρουσιάσει οποιαδήποτε στοιχεία που να τεκμηριώνουν τον ισχυρισμό του αυτό που αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο και του ήταν γνωστό αυτό κατά την αντεξέταση του. Αναμενόταν από τον εν λόγω μάρτυρα, ο οποίος όπως ισχυρίστηκε ήταν ο ίδιος που εκ μέρους και για λογαριασμό της εταιρείας στην οποία εργάζεται δημιούργησε την εμπορική συναλλαγή με τον κατηγορούμενο, να παρουσιάσει δελτία παραγγελίας, τιμολόγια και άλλα σχετικά έγγραφα που να αποδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος είχε εμπορική συμφωνία με την Κούλος Βασίλειος η οποία ήταν νομικό πρόσωπο και όχι εμπορική επωνυμία, ως ήταν η θέση του μάρτυρα αυτού που όπως ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο ήταν εξουσιοδοτημένος να εκπροσωπήσει την εταιρεία και όχι όπως ήταν η θέση του κατηγορουμένου ότι έκανε συμφωνία με τον Λεωνίδα Κούλο εν αγνοία και χωρίς τη συγκατάθεση ή εξουσιοδότηση του Κούλου Βασίλειου που εν πάσει περιπτώσει σύμφωνα με τον κατηγορούμενο ήταν φυσικό και όχι νομικό πρόσωπο. Συνεπώς, ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι ο κατηγορούμενος είχε εμπορική σχέση με την εταιρεία Κούλος Βασίλειος παρέμεινε ατεκμηρίωτος και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Ένα άλλος ισχυρισμός του κατηγορουμένου είναι ότι η συμφωνία που έγινε με τον κατηγορούμενο προνοούσε την αποστολή λουκουμιών στην Κύπρο κατόπιν παραγγελίας που υπεβλήθηκε από τον κατηγορούμενο και επιπλέον ότι ο ίδιος ο μάρτυρας θα ερχόταν στην Κύπρο για να πληρωθεί την αξία της παραγγελίας. Όμως εγείρονται ερωτηματικά ως προς τη βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού εξαιτίας του ότι ο ΜΚ1: (α) ουδεμία αναφορά έκαμε ως προς την ποσότητα των προϊόντων που υποτίθεται ότι ο κατηγορούμενος παράγγειλε από την εταιρεία του. (β) ουδεμία αναφορά έκαμε ως προς το αντάλλαγμα που υποτίθεται ότι συμφώνησε η κατ' ισχυρισμό εταιρεία στην οποία εργάζεται με τον κατηγορούμενο σε σχέση με την παραγγελία των προϊόντων που αποστάληκε στην Κύπρο. (γ) κανένα αποδεικτικό στοιχείο προσκομίστηκε που να επαληθεύει τον ισχυρισμό του περί δημιουργίας συμφωνίας μεταξύ του κατηγορουμένου και οποιασδήποτε εταιρείας. (δ) καμία εξήγηση δεν έδωσε γιατί ενώ απέστειλε τη συμφωνημένη ποσότητα προϊόντων στην Κύπρο από τα μέσα Απριλίου του 2009 αποδέκτηκε να παραλάβει περί τα τέλη Ιουλίου με αρχές Αυγούστου 2009 μεταχρονολογημένες επιταγές με ημερομηνίες πληρωμής 28.12.09 και 15.01.10, δηλαδή πληρωμή 8,5 με 9 μήνες μετά την παράδοση των προϊόντων στον κατηγορούμενο. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ως αληθή και αξιόπιστο τον ισχυρισμό του ΜΚ1 περί καταβολής ανταλλάγματος αναφορικά με τα προϊόντα μόλις ο εν λόγω μάρτυρας ερχόταν στην Κύπρο. Ωστόσο το Δικαστήριο δέχεται ότι αναπτύχθηκε μία εμπορική συνεργασία μεταξύ του κατηγορουμένου και του ΜΚ1 που αφορούσε τη διοχέτευση λουκουμιών στην κυπριακή αγορά, η έναρξη της οποίας σηματοδοτήθηκε με την αποστολή στην Κύπρο μιας ποσότητας λουκουμιών με τη δραστηριότητα όμως αυτή να λήγει σύντομα άδοξα χωρίς έτσι να υπάρξει οποιαδήποτε συνέχεια. Παράλληλα, ο ΜΚ1 προχώρησε σε συμφωνία με τον κατηγορούμενο χωρίς να διαθέτει εξουσιοδότηση για εκπροσώπηση οποιασδήποτε εταιρείας. Είναι ακόμη άξιο απορίας πως ο ΜΚ1, ενώ είναι φίλος εδώ και πολλά χρόνια με τον κατηγορούμενο και όπως ο ίδιος ισχυρίζεται είχε πολλές τηλεφωνικές επικοινωνίες μαζί του μετά την αποστολή των προϊόντων αλλά και μετά που παρέλαβε τις επίδικες επιταγές, δεν επιχείρησε να έχει ούτε μία επαφή με τον κατηγορούμενο μετά που διαπίστωσε την ανάκληση πληρωμής των Τεκμηρίων 1 και 2 από το κεντρικό κατάστημα της τράπεζας του στην Πάτρα, ούτε καν από απλή περιέργεια, έτσι ώστε να ζητήσει από τον φίλο του εξηγήσεις ως προς τη συμπεριφορά του και να ακούσει από αυτόν το λόγο ανάκλησης πληρωμής των εν λόγω επιταγών. Ο δε κατηγορούμενος από την αρχή και χωρίς περιστροφές παραδέκτηκε ότι προέβηκε σε εμπορική συμφωνία με το Λεωνίδα Κούλο (ΜΚ1), σύμφωνα με την οποίαν θα αγόραζε λουκούμια τα οποία θα διέθετε στην κυπριακή αγορά με τη βοήθεια του ΜΚ1 ο οποίος γνώριζε τον επιχειρηματικό τρόπο λανσαρίσματος του προϊόντος. Μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία διαπιστώνεται ότι οποιαδήποτε επικοινωνία και επαφή υπήρξε αναφορικά με τη συμφωνία αυτή έγινε μεταξύ των δύο ανδρών. Το πιο πάνω σε συνδυασμό με την απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας που να αποδεικνύει ότι όταν ο ΜΚ1 προέβαινε σε συμφωνία εκπροσωπούσε οποιαδήποτε εταιρεία και ότι αυτό ήταν γνωστό στον κατηγορούμενο καθώς επίσης και η έλλειψη παντελούς μαρτυρίας που να δείχνει ότι η παραγγελία λουκουμιών που ο κατηγορούμενος υπέβαλε και παρέλαβε από το λιμάνι Λεμεσού περί τα μέσα Απριλίου 2009 έγινε μέσω οποιασδήποτε εταιρείας αλλά και η μη ύπαρξη ίχνους μαρτυρίας ότι το όνομα Κούλος Λεωνίδας, που σημειώνεται ως δικαιούχος στις επίδικες επιταγές, είναι νομικό πρόσωπο, επαληθεύει τη θέση του κατηγορουμένου ότι η συμφωνία έγινε μεταξύ δύο φυσικών προσώπων και ταυτόχρονα απορρίπτει τη θέση της κατηγορούσας αρχής ότι έγινε μεταξύ του κατηγορουμένου και οποιασδήποτε εταιρείας. Περαιτέρω, τα πιο πάνω αφήνουν μετέωρο και αμφίβολο τον ισχυρισμό της κατηγορούσας αρχής ότι το όνομα Κούλος Βασίλειος είναι ταυτόχρονα φυσικό και νομικό πρόσωπο, ισχυρισμός ο οποίος δεν μπορεί και συνεπώς δεν γίνεται αποδεκτός από το Δικαστήριο. Συμφώνησε ακόμη με τον ΜΚ1 να οικοδομήσουν μαζί την επιχείρηση στην Κύπρο στη βάση της οποίας θα αναπτυσσόταν μεταξύ τους εμπορική συνεργασία. Η θέση αυτή του κατηγορουμένου ενισχύεται από την προσκομισθείσα μαρτυρία καθότι μέσα από αυτή προκύπτει πως ο κατηγορούμενος ενοικίασε γραφείο που εξόπλισε και χώρο για να υποδεχθεί τα προϊόντα της πρώτης παραγγελίας που υπέβαλε την πρώτη παραγγελία, εγκατέστησε στο χώρο αυτό ράφια πάνω στα οποία τοποθέτησε μαζί με τον ΜΚ1 τα λουκούμια που αφίχθηκαν στην Κύπρο, εκδόθηκαν τιμολόγια, φυλλάδια και άλλα έγγραφα που κρίθηκαν αναγκαία για την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας στην Κύπρο. Από την πρώτη στιγμή ο κατηγορούμενος παραδέκτηκε ότι έκδωσε και υπέγραψε τις επίδικες επιταγές, κάτι το οποίο έπραξε, με βάση την υπάρχουσα μαρτυρία, περί τα τέλη Ιουλίου με αρχές Αυγούστου
  4. Παραδέχτηκε ακόμη ότι ο ίδιος έδωσε οδηγίες στην Alpha Bank Cyprus Ltd για ανάκληση πληρωμής των Τεκμηρίων 1 και 2 χωρίς έτσι να δαπανήσει αδικαιολόγητα τον πολύτιμο χρόνο του Δικαστηρίου επινοώντας αχρείαστα επίδικα θέματα, πράγμα που εξυψώνει την καλή εικόνα αξιοπιστίας που γενικά εξέπεμψε ως μάρτυρας. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι ήταν μέρος της συμφωνίας ότι η αξία των εμπορευμάτων που αφίχθηκαν στην Κύπρο τον Απρίλιο του έτους 2009 θα πληρωνόταν μόλις δημιουργείτο η επιχείρηση λουκουμιών στην Κύπρο, μόλις το εμπόρευμα που παραλήφθηκε διοχετευόταν στην αγορά με τη βοήθεια του ΜΚ1 που γνώριζε το επάγγελμα της ζαχαροπλαστικής και κατ' επέκταση την επαγγελματική μέθοδο προώθησης των εν λόγω προϊόντων σε μεγάλους και σημαντικούς πελάτες και εφόσον γινόταν είσπραξη χρημάτων από την πώληση αυτή. Μέσα από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, διαπιστώθηκε ότι με το που ο ΜΚ1 βοήθησε τον κατηγορούμενο στην οικοδόμηση της επιχείρησης λουκουμιών στην Κύπρο ζήτησε πληρωμή του εμπορεύματος που παραλήφθηκε σε επιταγές λέγοντας του ότι δεν θα τις χρησιμοποιούσε σε καμία περίπτωση αλλά τις ήθελε με σκοπό να τις δει ο πατέρας του για να πειστεί ότι ο κατηγορούμενος δεν του έδωσε τα χρήματα και ο ίδιος τα έχει σπαταλήσει. Από φιλότιμο ο κατηγορούμενος ανταποκρίθηκε στη χάρη αυτή που του ζητήθηκε από τον ΜΚ1 εκδίδοντας και παραδίδοντας του τις επίδικες επιταγές, πάντοτε όμως αναμένοντας από τον ΜΚ1 να έλθει σύντομα εκ νέου στην Κύπρο και να τον βοηθούσε στην προώθηση και πώληση των λουκουμιών σε πελάτες. Έχω πειστεί ότι είναι με αυτό το σκεπτικό που περί τα τέλη Ιουλίου με αρχές Αυγούστου 2009 ο κατηγορούμενος έκδωσε, υπέγραψε και παρέδωσε στον ΜΚ1 τα Τεκμήρια 1 και 2 με μεταχρονολογημένες ημερομηνίες πληρωμής, ήτοι στις 28.12.09 και 15.01.10 αντίστοιχα. Η έκδοση των επιδίκων μεταχρονολογημένων επιταγών αποδεικνύει ότι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι απλά ανταποκρίθηκε στην παράκληση του φίλου του να φανεί πειστικός στον πατέρα του ότι δεν σπατάλησε τα χρήματα που συνδέονταν με την αξία του εμπορεύματος που αποστάληκε στην Κύπρο προκειμένου έτσι να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη του ΜΚ1 απέναντι στον πατέρα του είναι αληθής. Παράλληλα, αποδεικνύει ότι μοναδικός σκοπός που εκδόθηκαν οι επίδικες μεταχρονολογημένες επιταγές στο χρονικό στάδιο που εκδόθηκαν και παραδόθηκαν στον ΜΚ1 ήταν για να ικανοποιηθεί το αίτημα του φίλου του που σχετιζόταν με τον πατέρα του και ουδεμία σχέση είχε με το περιεχόμενο της συμφωνίας. Το ότι τα Τεκμήρια 1 και 2 παρουσιάζουν ως δικαιούχο τον Κούλο Βασίλειο οδηγεί επίσης προς αυτή την κατεύθυνση. Το δε γεγονός ότι τα Τεκμήρια 1 και 2 θα καθίσταντο πληρωτέα 4 και 4,5 μήνες αντίστοιχα μετά που αυτά εκδόθηκαν και παραδόθηκαν στον ΜΚ1 από τον κατηγορούμενο και ταυτόχρονα 8,5 και 9 μήνες αντίστοιχα μετά την αποστολή-παραλαβή του εμπορεύματος στην Κύπρο αποδεικνύει ότι όντως, στα πλαίσια της εμπορικής συμφωνίας που έγινε, ο ΜΚ1 όφειλε να βοηθήσει τον κατηγορούμενο, ανάμεσα σ' άλλα, στην προώθηση και πώληση των λουκουμιών στην κυπριακή αγορά, πράγμα που δεν έγινε. Επίσης, η έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών αποδεικνύει ως αληθές τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι δυνάμει της συμφωνίας η πληρωμή του εν λόγω εμπορεύματος θα γινόταν μόλις υπήρχε είσπραξη χρημάτων από την πώληση. Φαίνεται ότι ο κατηγορούμενος έλπιζε ότι στο διάστημα που μεσολαβούσε από την έκδοση των επιδίκων επιταγών μέχρι την ημερομηνία που αυτές καθίσταντο πληρωτέες το εμπόρευμα λουκουμιών θα πωλείτο σε Κύπριους πελάτες από τους οποίους θα γινόταν και είσπραξη χρημάτων. Στη βάση των πιο πάνω, αποδέχομαι την μαρτυρία του κατηγορουμένου ως εκφράζουσα την αληθινή όψη των γεγονότων. Ευρήματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης αυτής, τα παραδεκτά γεγονότα καθώς και τα γεγονότα που τελικά δεν αμφισβητήθηκαν, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: Ο Λεωνίδας Κούλος (ΜΚ1) εργαζόταν σε εργοστάσιο παρασκευής ζαχαρωδών προϊόντων που βρισκόταν στην Πάτρα. Ήταν φίλος για πολλά χρόνια με τον κατηγορούμενο που διέμενε στην Κύπρο και στη βάση αυτής της μακροχρόνιας φιλίας τους αποφάσισαν να συνεργαστούν εμπορικά όπου ο ΜΚ1, χωρίς να εκπροσωπεί οποιαδήποτε εταιρεία, θα απέστελλε στον κατηγορούμενο ποσότητα λουκουμιών με σκοπό να διοχετευτούν στην κυπριακή αγορά. Η εμπορική σχέση των δύο αυτών ανδρών προνοούσε την κάθοδο του ΜΚ1 στην Κύπρο όπου μαζί με τον κατηγορούμενο θα δημιουργούσαν την επιχείρηση. Επειδή ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε οτιδήποτε από ζαχαροπλαστική, ο ΜΚ1 θα τον βοηθούσε στην προώθηση και πώληση των λουκουμιών σε πιθανούς πελάτες τους. Ο κατηγορούμενος θα πλήρωνε στον ΜΚ1 την πρώτη ποσότητα λουκουμιών με την πώληση τους στην κυπριακή αγορά και την είσπραξη του ανάλογου τιμήματος. Το ακριβές και πλήρες περιεχόμενο της εν λόγω συμφωνίας ήταν άγνωστο στον πατέρα του ΜΚ1, Κούλο Βασίλειο. Στη βάση της πιο πάνω εμπορικής συνεργασίας τους ο ΜΚ1 απέστειλε περί τα μέσα Απριλίου 2009 ποσότητα λουκουμιών στον κατηγορούμενο. Ακολούθως, ο ΜΚ1 ήλθε στην Κύπρο για τρεις ημέρες όπου μαζί με τον κατηγορούμενο τοποθέτησαν τα εμπορεύματα στα ράφια σε χώρο όπου ο κατηγορούμενος ενοικίασε και εκτύπωσαν φυλλάδια και τιμολόγια που θα χρησιμοποιούνταν για μελλοντικούς πελάτες τους. Προτού ο ΜΚ1 αναχωρήσει από την Κύπρο, έπεισε τον κατηγορούμενο να του δώσει τις επίδικες επιταγές λέγοντας του ότι δεν θα τις χρησιμοποιούσε σε καμία περίπτωση αλλά ότι απλώς τις ήθελε με σκοπό να τις δει ο πατέρας του, Κούλος Βασίλειος, για να πειστεί ότι ο κατηγορούμενος δεν του έδωσε τα χρήματα και αυτός τα είχε σπαταλήσει. Από φιλότιμο ο κατηγορούμενος ανταποκρίθηκε στη χάρη αυτή που του ζητήθηκε από τον ΜΚ1 εκδίδοντας και παραδίδοντας του περί τα τέλη Ιουλίου με αρχές Αυγούστου 2009 τις επίδικες επιταγές, οι οποίες ήταν μεταχρονολογημένες. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος έκδωσε και υπέγραψε τη μεταχρονολογημένη επιταγή υπ' αριθμό 18006368 της Alpha Bank Cyprus Ltd σε διαταγή του Βασίλειου Κούλου για το ποσό των €6.040,00 με ημερομηνία πληρωμής 15.01.10 ενώ το ίδιο έπραξε για τη μεταχρονολογημένη επιταγή υπ' αριθμό 18006367 της Alpha Bank Cyprus Ltd επίσης σε διαταγή του Βασίλειου Κούλου για το ποσό των €5.000,00 με ημερομηνία πληρωμής 28.12.
  5. Οι επιταγές προέρχονται από το λογαριασμό υπ' αριθμό 517-100-063709-0, ο οποίος ανήκει στον κατηγορούμενο. Μετά την παραλαβή των επιδίκων επιταγών ο ΜΚ1 δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα παραλείποντας να έλθει εκ νέου στην Κύπρο και μαζί με τον κατηγορούμενο να επισκεφθούν πιθανούς μεγάλους πελάτες τους, οι οποίοι θα αγόραζαν τα προϊόντα τους. Ο κατηγορούμενος επικοινώνησε με τον ΜΚ1 και του υπέδειξε την ανάγκη να έλθει στην Κύπρο με τον τελευταίο να ζητά χρόνο. Επειδή ο καιρός περνούσε χωρίς ο ΜΚ1 να έρχεται στην Κύπρο, δεν μπορούσε πλέον να πληρώνει το ενοίκιο του γραφείου όπως ούτε να διαθέσει τα προϊόντα αλλά ούτε και είχε χώρο για να τα αποθηκεύσει με αποτέλεσμα να φοβηθεί και να μεταβεί στην τράπεζα όπου και ανακάλεσε την πληρωμή των επιδίκων επιταγών προβάλλοντας στην τράπεζα ως λόγο ανάκλησης 'αθέτηση συμφωνίας'. Μετέφερε τα προϊόντα σε οικόπεδο φιλικού προσώπου του όπου βρίσκονται εκεί μέχρι σήμερα. Στις 04.01.10 η επίδικη επιταγή υπ' αριθμό 18006367 παρουσιάζεται για πληρωμή στην Alpha Bank Cyprus Ltd επί της οποίας εκδόθηκε, αρμόδιος υπάλληλος της οποίας τοποθετεί μαζί με την υπογραφή του και σχετική ημερομηνία τραπεζική σφραγίδα η οποία αναφέρει ότι 'Η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής'. Επίσης, στις 29.01.10 η επίδικη επιταγή υπ' αριθμό 18006368 παρουσιάζεται για πληρωμή στην Alpha Bank Cyprus Ltd επί της οποίας εκδόθηκε, αρμόδιος υπάλληλος της οποίας τοποθετεί μαζί με την υπογραφή του και σχετική ημερομηνία τραπεζική σφραγίδα η οποία αναφέρει ότι 'Η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής'. Συνεπεία της ανάκλησης της πληρωμής των επιδίκων επιταγών από τον κατηγορούμενο, οι εν λόγω επιταγές παρέμειναν και παραμένουν μέχρι σήμερα χωρίς εξόφληση. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλέπε Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλέπε Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Όπως έχει προαναφερθεί ο κατηγορούμενος κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος της ανάκλησης πληρωμής επιταγής χωρίς εύλογη αιτία. Το εν λόγω αδίκημα διέπεται από το άρθρο 305Α
(2)του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, το οποίο προνοεί τα εξής: "Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της." Επίσης το εδάφιο 3 του ιδίου άρθρου υποδεικνύει τ' ακόλουθα: "Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και μη σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος, με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωση του, δεν συνιστά ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά παραβίαση, εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του." Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(2), όπως αυτό έχει ερμηνευθεί στην Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Η έκδοση επιταγής (β) Η πρόκληση μη εξόφληση της από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του (γ) Η πράξη του εκδότη να γίνει καθ' οιονδήποτε χρόνο πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. Το πρώτο συστατικό στοιχείο του πιο πάνω αδικήματος είναι η έκδοση επιταγής. Το ότι τα Τεκμήριο 1 και 2 είναι επιταγές εντός της έννοιας του νόμου δεν έχει αμφισβητηθεί. Εξάλλου, τα έγγραφα αυτά συγκεντρώνουν όλα τα χαρακτηριστικά και ουσιώδη γνωρίσματα που θα πρέπει να διαθέτει ένα έγγραφο για να θεωρείται επιταγή σύμφωνα με το άρθρο 74Γ
(6)του Κεφ.262 καθότι υπάρχει σ' αυτά ο αύξων αριθμός επιταγής, το όνομα του πιστωτικού οργανισμού που διαθέτει το λογαριασμό στον οποίον θα χρεωνόταν και επί του οποίου σύρεται η επιταγή, ο αριθμός λογαριασμός του κατηγορουμένου καθώς και το ποσό της επιταγής το οποίο έχει αναγραφεί από τον κατηγορούμενο. Είναι άνευ σημασίας ότι οι επιταγές συμπληρώθηκαν με μεταχρονολογημένη ημερομηνία. Ο ορισμός πλέον της επιταγής ο οποίος εισήχθη στον Ποινικό Κώδικα με το Ν.164(Ι)/03καλύπτει σε όλες τώρα τις περιπτώσεις και τις μεταχρονολογημένες επιταγές. Η θέση αυτή υποστηρίζεται από τον ορισμό της 'επιταγής' που παρέχεται μέσα από το άρθρο 4 του Κεφ.154 αλλά και από νομολογία η οποία ξεκαθάρισε το θέμα αυτό. Σχετική επ' αυτού είναι η υπόθεση Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Α.Δ. 29. Είναι επίσης κοινή παραδεκτή θέση ότι ο κατηγορούμενος έκδωσε και υπέγραψε τις επίδικες επιταγές. Επομένως, το πρώτο συστατικό στοιχείο του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ.154 πληρείται. Όσον αφορά το δεύτερο συστατικό στοιχείο, ήτοι αυτό της πρόκλησης μη εξόφλησης της από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του, αρκεί να αναφέρω ότι είναι παραδεκτό γεγονός ότι ο κατηγορούμενος προχώρησε στην ανάκληση πληρωμής των επιδίκων επιταγών προβάλλοντας στην τράπεζα ως λόγο ανάκλησης 'αθέτηση συμφωνίας'. Εξάλλου το ότι η πληρωμή των επιδίκων επιταγών ανακλήθηκε μετά από οδηγίες του κατηγορουμένου αποδεικνύεται και από τις σχετικές τραπεζικές σφραγίδες οι οποίες παρουσιάζονται στο σώμα των Τεκμηρίων 1 και 2 και αποκαλύπτουν το γεγονός αυτό φέροντας ταυτόχρονα και την υπογραφή του αρμοδίου τραπεζικού υπαλλήλου καθώς και σχετική ημερομηνία. Η δε σφραγίδα αυτή σύμφωνα με το εδάφιο 3 του άρθρου 305Α του Κεφ.154 αποτελεί μαχητό τεκμήριο ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της. Συνεπώς, τεκμηριώνεται και αυτό το συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Σε σχέση με το τρίτο συστατικό στοιχείο παρέμεινε αναντίλεκτο το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος προχώρησε σε ανάκληση τόσο του Τεκμηρίου 1 που φέρει σχετική τραπεζική σφραγίδα γι' αυτό στις 29.01.10 καθώς και υπογραφή αρμοδίου τραπεζικού υπαλλήλου με την εν λόγω επιταγή να φέρει ημερομηνία πληρωμής τις 15.01.10 όσο και του Τεκμηρίου 2 που φέρει αντίστοιχη τραπεζική σφραγίδα στις 04.01.10 καθώς επίσης και υπογραφή αρμοδίου τραπεζικού υπαλλήλου με την εν λόγω επιταγή να φέρει ημερομηνία πληρωμής τις 28.12.10. Κατά συνέπεια, στοιχειοθετείται και το τελευταίο συστατικό στοιχείο του αδικήματος αυτού. Η υπόθεση όμως δεν τελειώνει εδώ. Από τη στιγμή που στην προκειμένη περίπτωση όλα τα συστατικά στοιχεία του υπό εκδίκαση αδικήματος πληρούνται τότε το βάρος ύπαρξης της υπεράσπισης της 'εύλογης αιτίας', όπως αυτή παρέχεται μέσα από το άρθρο 305Α
(2), πέφτει στους ώμους του κατηγορουμένου, ο οποίος καλείται να την αποδείξει με την προσκόμιση μαρτυρίας στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.[5] Το τι συνιστά 'εύλογη αιτία' στα πλαίσια της υπεράσπισης που καθιερώνει το άρθρο 305Α
(2)του Κεφ.154 έχει ερμηνευθεί στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Χρήστου Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση αυτή έγινε αναφορά στην Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374 όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης και αναφέρθηκε ότι η ίδια φράση έχει στην αγγλική νομολογία συσχετισθεί και με την έννοια δίκαιη αιτία ενώ σχετικά έγινε αναφορά και στη φράση bona fide (καλή τη πίστη) που στην αγγλική ορολογία θεωρήθηκε ταυτόσημη με τη λέξη "honesty" (ειλικρίνεια). Με βάση την πιο πάνω ερμηνεία το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστή αναφορικά με την υπεράσπιση του εδαφίου
(2), ότι δηλαδή πρέπει ο κατηγορούμενος να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και επιπρόσθετα ότι η πεποίθησή του αυτή ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις (κάτι που εξετάζεται αντικειμενικά), έγινε μέσα στο πνεύμα των παραπάνω αποφάσεων. Με βάση αυτά το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η ενέργεια του εφεσίβλητου ήταν ειλικρινής και υπαγορεύθηκε από εύλογη αιτία. Τέλος στην ίδια υπόθεση κρίθηκε ότι η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο
(2), χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχαν περιθώρια επίκλησης της υπεράσπισης που παρέχει το εδάφιο 2 και θα καθιερωνόταν έτσι η αντίθετη θεωρία, του μη ανακλητού της επιταγής. Στην παρούσα υπόθεση είναι θέση της υπεράσπισης ότι υπήρχε εύλογη αιτία για την ενέργεια του κατηγορουμένου να ανακαλέσει την πληρωμή των επιδίκων επιταγών προβάλλοντας ως λόγο ανάκλησης αθέτηση συμφωνίας από τον ΜΚ1. Το ότι ο κατηγορούμενος, ως εκδότης των επιδίκων επιταγών, παρέθεσε στην Alpha Bank Cyprus Ltd, που είναι η τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν τα Τεκμήρια 1 και 2, ως λόγο για τον οποίο έδωσε εντολή για τη μη πληρωμή των εν λόγω επιταγών 'την αθέτηση συμφωνίας' από μέρους του ΜΚ1 παρέμεινε αναντίλεκτο γεγονός. Επίσης, αναντίλεκτο παρέμεινε και η θέση της ΜΚ2, υπεύθυνη λειτουργός στο τμήμα καταθέσεων στο κεντρικό κατάστημα της Alpha Bank Cyprus Ltd στη Λευκωσία, ότι για να υπάρχει στο σύστημα της εν λόγω τράπεζας καταχωρημένο γεγονός ανάκλησης επιταγών σίγουρα πρέπει να υπάρχει γραπτή εντολή από τον πελάτη. Κατά λογική προέκταση των πιο πάνω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος έδωσε γραπτή εντολή στην Alpha Bank Cyprus Ltd για ανάκληση των επιδίκων επιταγών προβάλλοντας γραπτώς ως λόγο ανάκλησης 'αθέτηση συμφωνίας'. Το Δικαστήριο αποδέχεται τη δικαιολογία αυτή για τους λόγους που αναφέρονται κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος, έχοντας υπόψη του ότι ο ΜΚ1 δεν θα χρησιμοποιούσε τις επίδικες επιταγές όπως ο ίδιος του υποσχέθηκε, σε συνδυασμό με το ότι ενώ ανάμενε τον ΜΚ1 να τον βοηθήσει στην προώθηση και πώληση των εμπορευμάτων από την οποία πώληση θα γινόταν είσπραξη χρημάτων και με αυτά θα μπορούσε να πληρωθεί το εμπόρευμα που αποστάληκε στην Κύπρο ο τελευταίος (ΜΚ1) δεν ανταποκρινόταν στις συνεχείς εκκλήσεις, καλόπιστα και εύλογα προχώρησε στην ανάκληση των επιδίκων επιταγών όχι για να αποστερήσει δικαίωμα πληρωμής προς τον ΜΚ1 αλλά όπως ο ίδιος πίστευε για να προστατεύσει δικαιωματικά τον εαυτό του από την αντισυμβατική συμπεριφορά που ο ΜΚ1 επέδειξε απέναντι του. Η παραδοχή του μάρτυρα ότι δεν είχε λεφτά όταν έκδωσε τις επίδικες επιταγές δεν αποδεικνύει οικονομική αδυναμία ως λόγο ανάκλησης, όπως λανθασμένα ισχυρίζεται η κατηγορούσα αρχή. Η οικονομική κατάσταση του κατηγορουμένου δεν συνδέεται με την ανάκληση των επιταγών. Όπως ο μάρτυρας εξήγησε, οι εν λόγω επιταγές θα μπορούσαν κανονικά να εξαργυρωθούν μόλις το εμπόρευμα πωλείτο και από την πώληση αυτή γινόταν είσπραξη χρημάτων. Ο κατηγορούμενος ανακάλεσε την πληρωμή των επιδίκων επιταγών μόνο όταν αντιλήφθηκε ότι ο ΜΚ1 δεν επρόκειτο να έλθει στην Κύπρο και να τον βοηθήσει με την προώθηση και πώληση των λουκουμιών όπως προνοούσε η συμφωνία και παράλληλα ότι ο ΜΚ1 σκόπευε να τις καταθέσει με σκοπό την εξαργύρωση τους σε αντίθεση με την υπόσχεση και διαβεβαίωση που του έδωσε ότι σε καμία περίπτωση δεν θα τις χρησιμοποιούσε παρά μόνο απλώς για να τις δείξει στον πατέρα του προκειμένου ο τελευταίος να μην θεωρήσει ότι ο ΜΚ1 σπατάλησε τα λεφτά από αυτή την συναλλαγή. Η ενέργεια του κατηγορουμένου να ανακαλέσει την πληρωμή των Τεκμηρίων 1 και 2 κρίνεται υπό τις περιστάσεις καλόπιστη και ειλικρινής και υπαγορεύτηκε από εύλογη αιτία. Συνεπώς, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο κατηγορούμενος απέδειξε επιτυχώς στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων την ύπαρξη εύλογης αιτίας σύμφωνα με την οποίαν η πληρωμή των επιδίκων επιταγών ανακλήθηκε μετά που ο ίδιος έδωσε οδηγίες στην τράπεζα επί της οποίας αυτές εκδόθηκαν, ήτοι την Alpha Bank Cyprus Ltd. Περαιτέρω και ανεξαρτήτως της προδιαγραφόμενης κατάληξη της υπόθεσης αυτής εξαιτίας της επιτυχούς επίκλησης εύλογης αιτίας από μέρους του κατηγορουμένου, η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής είναι έκθετη σε απόρριψη για τον εξής λόγο: Η κατηγορούσα αρχή πρόβαλε τη θέση ότι το όνομα του δικαιούχου που εμφανιζόταν στις δύο επίδικες επιταγές ήταν νομικό πρόσωπο. Τη θέση αυτή αμφισβήτησε η υπεράσπιση θέτοντας έτσι θέμα ιδιότητας πραγματικού δικαιούχου. Με την αμφισβήτηση αυτή το βάρος απόδειξης ότι όντως ο πραγματικός δικαιούχος των Τεκμηρίων 1 και 2 ήταν νομικό πρόσωπο, δηλαδή ότι ο Κούλος Βασίλειος ήταν εταιρεία, βρισκόταν στους ώμους της κατηγορούσας αρχής η οποία επικαλέστηκε τέτοιο ισχυρισμό και καλείτο έτσι να το αποσείσει παρουσιάζοντας στο Δικαστήριο σχετική θετική μαρτυρία. Παρέλειψε όμως να το πράξει με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί και να παραμείνει μέχρι τέλους αμφιβολία ως προς το κατά πόσο ο δικαιούχος των επιδίκων επιταγών είναι ο πατέρας του ΜΚ1 ή κάποιο νομικό πρόσωπο όπως ήταν ο ισχυρισμός της κατηγορούσας αρχής. Η αδυναμία της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει ότι 'Κούλος Βασίλειος' είναι όντως νομικό πρόσωπο οδήγησε την πραγματική ταυτότητα του δικαιούχου των επιδίκων επιταγών σε καθεστώς αμφιβολίας. Κατά συνέπεια, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Υπό το φως των πιο πάνω, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα που προέκυψαν σε σχέση με την υπόθεση αυτή, όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του κατηγορουμένου και εναντίον της κατηγορούσας αρχής. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/Final Judgment Αναφορά: Ιδιωτικές Ποινικές/Ανάκληση πληρωμής επιταγής/Άρθρο 305Α
(2)και
(3)Κεφ.154/ Τελική Απόφαση [1] Το νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του κ. Τάκη Ηλιάδη, σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820 [2] Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256 [3] Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320 [4] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 [5] Ζαβός v. Αστυνομίας
(1963)2 C.L.R. 57, Ταραπουλούζης v. Έπαρχος Λευκωσίας
(1962)2 C.L.R. 91, Παπαδόπουλος v. Δημοκρατίας
(1980)2 C.L.R. 10, Λοΐζου v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 108, Εταιρεία GP Ergatides Motors Ltd και άλλος v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 182 και Γεώργιος Εργατίδης v. Αστυνομία Ποιν. Εφ. 6138 και 6139 αντίστοιχα ημερ. 19.06.97, N.C. Diamonds Co Ltd v. Χρήστου Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.