ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 30700/10, 28.11.11 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B212 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 30700/10 ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ v. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 28.11.11 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Κλ. Καραμανίδης Για Κατηγορούμενο: κος Ντ. Σαβεριάδης Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία από τον εκδότη της κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, κατηγορείται ότι κατά ή περί τον Φεβρουάριο 2009 στη Λεμεσό εξέδωσε προς όφελος του Δώρου Θεοδώρου την επιταγή υπ' αριθμό 77214631 της Τράπεζας Κύπρου για το ποσό των €3.000,00 πληρωτέα τις 27.02.09 και ο Δώρος Θεοδώρου αφού την οπισθογράφησε την παρέδωσε προς όφελος του παραπονούμενου η οποία κατά την παρουσίαση της στην τράπεζα δεν εξοφλήθηκε επειδή ο κατηγορούμενος με πράξη του προκάλεσε τη μη πληρωμή της χωρίς εύλογη αιτία (stop payment). Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες, ήτοι τον Αντώνη Θεοδώρου (ΜΚ1), υπάλληλο της Τράπεζας Κύπρου και τον παραπονούμενο (ΜΚ2). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ένορκη κατάθεση χωρίς να καλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Παράλληλα, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν ως μοναδικό τεκμήριο η επίδικη επιταγή (Τεκμήριο 1). Επιπροσθέτως, τα μέρη κατέθεσαν από κοινού τα εξής παραδεχτά γεγονότα:
- Ο κατηγορούμενος εξέδωσε την επιταγή υπ' αριθμό 77214631 της Τράπεζας Κύπρου για το ποσό των €3.000,00 προς όφελος του Δώρου Θεοδώρου, η οποία ήταν πληρωτέα κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες στις 27.02.
- Η πιο πάνω επιταγή ανακλήθηκε με γραπτές οδηγίες του κατηγορουμένου στις 04.02.09 λόγω αθέτησης υποσχέσεως.
- Η εν λόγω επιταγή παρουσιάστηκε στην τράπεζα αλλά δεν τιμήθηκε καθότι η πληρωμή της ανακλήθηκε μετά από οδηγίες του κατηγορουμένου προς την τράπεζα. Τα πιο πάνω παραδεχτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και αποτελούν αυτόματα μέρος των ευρημάτων του. Πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά που τηρούνται και κρίνω ότι δεν είναι αναγκαία η λεπτομερής παράθεση της στα πλαίσια σύνταξης της παρούσας απόφασης αφού κατά την ταπεινή γνώμη μου κάτι τέτοιο δεν θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Εδώ παρουσιάζεται μια συνοπτική αναφορά με περισσότερες λεπτομέρειες της προσαχθείσας μαρτυρίας να δίδονται εκεί που κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς αξιολόγησης της, εξαγωγής ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της. Εν πάσει περιπτώσει, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας έχει μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνεται υπόψη και αναλόγως αξιολογείται από το Δικαστήριο. ΜΚ1 ήταν ο Αντώνης Θεοδώρου, ο οποίος εργάζεται στο υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στο εμπορικό κέντρο 'Mall' στη Λεμεσό. Ανάμεσα σ' άλλα ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι πελάτης της τράπεζας στην οποία εργάζεται. Καταθέτοντας την επιταγή υπ' αριθμό 77214631 της Τράπεζας Κύπρου ως Τεκμήριο 1, ο εν λόγω μάρτυρας δήλωσε πως παρουσιάστηκε στην τράπεζα στις 04.03.09 πλην όμως δεν τιμήθηκε επειδή η πληρωμή της ανακλήθηκε. ΜΚ2 ήταν ο παραπονούμενος, Γιαννάκης Ιωάννου, ο οποίος στην κυρίως εξέταση του, μεταξύ άλλων, αναγνώρισε την επίδικη επιταγή που όπως είπε την πήρε από κάποιο Δώρο Θεοδώρου που είναι φίλος με τον κατηγορούμενο επειδή του χρωστούσε λεφτά. Όπως είπε ο εν λόγω μάρτυρας, ο ίδιος έμαθε για την ανάκληση πληρωμής του Τεκμηρίου 1 όταν αυτό επιστράφηκε χωρίς να τιμηθεί. Στη συνέχεια, ο μάρτυρας αυτός ανάφερε ότι συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο αναφορικά με το Τεκμήριο 1 που δεν είχε τιμηθεί, ο οποίος ζήτησε πίστωση χρόνου για να το τακτοποιήσει. Μέχρι σήμερα κανένα ποσό δεν του δόθηκε ως έναντι της επίδικης επιταγής. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως γνωρίζει τόσο τον κατηγορούμενο όσο και τον Δώρο Θεοδώρου. Σύμφωνα με το μάρτυρα, ο Θεοδώρου του έδωσε την επίδικη επιταγή 10 ημέρες πριν από τις 27.02.09, ημερομηνία που αυτή ήταν πληρωτέα. Το οφειλόμενο ποσό των €3.000,00 προερχόταν από δουλεία αξίας €1.000,00 που του εκτέλεσε καθώς και €2.000,00 ως χρήματα που του δάνεισε. Απορρίπτοντας τη θέση της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε του υποσχέθηκε να εξοφλήσει το χρέος του Θεοδώρου, ο παραπονούμενος ανάφερε ότι 3-4 μήνες μετά που το Τεκμήριο 1 κατέστη πληρωτέο ο κατηγορούμενος του πρότεινε εξόφληση της επίδικης επιταγής με μηνιαίες δόσεις ύψους €500,00 καθώς και ανάθεση σ' αυτόν οικοδομικών εργασιών επειδή ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και ο ίδιος ήταν οικοδόμος. Επίσης, ο μάρτυρας ανάφερε ότι προσπάθησε να εντοπίσει τον Θεοδώρου χωρίς όμως θετικό αποτέλεσμα. Ο κατηγορούμενος στην κυρίως εξέταση του, μεταξύ άλλων, ανάφερε ότι ασκεί το επάγγελμα του τυπογράφου και στα πλαίσια της εργασίας του συμφώνησε με το Δώρο Θεοδώρου να του πωλήσει μία μηχανή κάποιου τυπογραφείου στην Πάφο για το ποσό των €3.000,
- Συγκεκριμένα, όπως εξήγησε ο κατηγορούμενος, συμφώνησε με τον Θεοδώρου να του παραδώσει την εν λόγω μηχανή στις 27.01.09 και για την πώληση αυτή θα έκδιδε μεταχρονολογημένη επιταγή σε διαταγή του Δώρου Θεοδώρου ύψους €3.000,00 πληρωτέα στις 27.02.
- Σύμφωνα με το μάρτυρα, ο λόγος που συμφωνήθηκε η επιταγή να είναι μεταχρονολογημένη είναι για να δοθεί η ευκαιρία στον κατηγορούμενο να την εγκαταστήσει, να την ελέγξει μηχανικά με ειδικούς, να την τροφοδοτήσει με τριφασικό ρεύμα και εφόσον μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς πρόβλημα να παρουσιαστεί στην τράπεζα και να εξαργυρωθεί. Περί τις 20.01.09 ο κατηγορούμενος έδωσε στο Θεοδώρου την προαναφερόμενη μεταχρονολογημένη επιταγή, πλην όμως ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε στις 27.01.09 για να του παραδώσει τη μηχανή. Παρά τις προσπάθειες του κατηγορουμένου να επικοινωνήσει μαζί του τηλεφωνικά ο Θεοδώρου δεν ανταποκρίθηκε με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να προβεί σε ανάκληση πληρωμής της επίδικης επιταγής θεωρώντας ότι έτσι έπρεπε να πράξει από τη στιγμή που ο Θεοδώρου δεν τίμησε τη συμφωνία τους. Έκτοτε ο κατηγορούμενος δεν είδε αλλά ούτε και μίλησε με τον Θεοδώρου και από ότι πληροφορήθηκε δεν βρίσκεται στην Κύπρο. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι μεταξύ 15.03.09 και 20.03.09 ο παραπονούμενος τον επισκέφθηκε στο γραφείο του επιθυμώντας την εξόφληση της επίδικης επιταγής προτείνοντας μηνιαίες πληρωμές ύψους €500,00 καθώς και την ανάθεση εργασιών με σκοπό την εκτέλεση τους από τον παραπονούμενο. Ο ίδιος ζήτησε πίστωση χρόνου λίγων ημερών έτσι ώστε να εντοπίσει τον Θεοδώρου χωρίς όμως οποιοδήποτε θετικό αποτέλεσμα. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος, ανάμεσα σ' άλλα, δήλωσε ότι γνώριζε τον Θεοδώρου εδώ και αρκετά χρόνια και παρά το γεγονός ότι είχε ξανά προβεί μαζί σε κάποιες συναλλαγές δεν είχε οποιοδήποτε πρόβλημα. Χωρίς να θυμάται ακριβώς την ημέρα, ο κατηγορούμενος είπε ότι είδε για τελευταία φορά τον Θεοδώρου 1-2 ημέρες μετά που του έδωσε την επίδικη επιταγή και από τότε ούτε τον είδε αλλά ούτε και του μίλησε. Όπως εξήγησε ο κατηγορούμενος, ο λόγος που ανακάλεσε την πληρωμή της επιταγής στις 04.02.09 και συγκεκριμένα μία εβδομάδα μετά που η εκτυπωτική μηχανή θα έπρεπε να του είχε παραδοθεί ήταν επειδή προσπαθούσε να εντοπίσει τον Θεοδώρου και προέβηκε στην πράξη αυτή όταν οι προσπάθειες του απέτυχαν. Όταν ο παραπονούμενος τον επισκέφθηκε ζήτησε πίστωση χρόνου λίγων ημερών επειδή αποφάσισε να κάνει ακόμη μία προσπάθεια για να ανακαλύψει τον Θεοδώρου. Επίσης, ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι η συμφωνία που έκαμε με τον Θεοδώρου για πώληση της εκτυπωτικής μηχανής, την οποία παρεμπιπτόντως θεωρεί ως εμπόρευμα του επαγγέλματος του, ήταν προφορική χωρίς μεταξύ τους να έχει συζητηθεί θέμα φόρου προστιθέμενης αξίας. Τελικές Αγορεύσεις: Στην τελική αγόρευση της ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ενώ παράλληλα η υπεράσπιση απέτυχε να στοιχειοθετήσει την ύπαρξη εύλογης αιτίας. Σύμφωνα με τον κύριο Καραμανίδη, η ενέργεια του κατηγορουμένου να σημειώσει στην επίδικη επιταγή μακρινή ημερομηνία πληρωμής της φανερώνει κακή πίστη και πρόθεση ανάκλησης πληρωμής της παραβλάπτοντας δικαιώματα τρίτων προσώπων κατόπιν οπισθογράφησης της επιταγής. Κατά τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο κατηγορούμενος επικαλέστηκε μία συμφωνία που ήταν ασαφής με σκοπό την αποποίηση των ευθυνών του χωρίς να έχει ειλικρινείς προθέσεις. Καλώντας το Δικαστήριο να αποδεκτεί την μαρτυρία του παραπονούμενου, ο κύριος Καραμανίδης ευσεβάστως εισηγήθηκε την καταδίκη του κατηγορουμένου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Αντίθετα, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης δήλωσε στο Δικαστήριο πως ο κατηγορούμενος έδωσε μία εύλογη και ειλικρινή αιτία που τον οδήγησε στην ανάκληση της επίδικης επιταγής. Σύμφωνα με τον κύρια Σαβεριάδη, η ειλικρίνεια και καλή πίστη το κατηγορουμένου θα πρέπει να αναζητηθούν στις 04.02.09 όταν δόθηκαν οδηγίες για ανάκληση της εν λόγω επιταγής και διαπράχθηκε το κατ' ισχυρισμό αδίκημα και όχι τον Μάρτιο του 2009 όταν ο παραπονούμενος παρουσίασε την επιταγή στην τράπεζα για εξαργύρωση όπως ισχυρίζεται η κατηγορούσα αρχή. Στη βάση αυτών ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο στην κατηγορία του κατηγορητηρίου. Τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανάφεραν στο Δικαστήριο έχουν καταγραφεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν κρίνω σκόπιμο και χρήσιμο να παραθέσω το περιεχόμενο τους κατά τρόπο αναλυτικό. Οι νομικές θέσεις καθώς και η νομική επιχειρηματολογία τους αλλά και η νομική βάση επί της οποίας εδράζονται, όπως αυτά εκτέθηκαν από τους συνηγόρους, έχουν εξεταστεί με τη δέουσα προσοχή και σοβαρότητα, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και αναλόγως αξιολογούνται από το Δικαστήριο. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων.[1] Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της.[2] Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο.[3] Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών.[4] Με βάση τις προαναφερόμενες αρχές το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Η μαρτυρία του ΜΚ1 ήταν τυπικής φύσεως και ουσιαστικά επαληθεύεται μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης αυτής αλλά και από το Τεκμήριο 1 το οποίο και κατάθεσε. Το περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου επιβεβαιώνεται τόσο από την τραπεζική σφραγίδα που σύμφωνα με το άρθρο 305Α
(3)του Κεφ.155 αποτελεί μαχητό τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου όσο και από τα παραδεκτά γεγονότα. Συγκεκριμένα, η συμπλήρωση του Τεκμηρίου 1 ως προς το όνομα του δικαιούχου, το ποσό ολογράφως και αριθμητικώς αλλά και ως προς την ημερομηνία που αυτή καθίσταντο πληρωτέα αποτελεί παραδεκτό γεγονός από τα μέρη. Εκτός από το θέμα της έκδοσης των επιδίκων επιταγών, παραδεκτό είναι και το γεγονός ότι το Τεκμήριο 1 υπογράφηκε από τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, στο σώμα του Τεκμηρίου 1 υπάρχει τραπεζική σφραγίδα που δείχνει ότι η πληρωμή της επιταγής υπ' αριθμό 77214631 της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, η οποία εκδόθηκε σε διαταγή του Δώρου Θεοδώρου για το ποσό των €3.000,00 και παρουσιάζει ημερομηνία πληρωμής 27.02.09 παρουσιάστηκε στην τράπεζα που εκδόθηκε στις 04.03.09, ανακλήθηκε από τον εκδότη της, δηλαδή τον κατηγορούμενο, έχοντας σχετική τραπεζική σφραγίδα με υπογραφή αρμοδίου υπαλλήλου της τράπεζας στις 05.03.
- Το ότι η επίδικη επιταγή, η οποία με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία προκύπτει ότι, προέρχεται από τον λογαριασμό υπ' αριθμό 0386-11-009655 ο οποίος ανήκει στον κατηγορούμενο, παρουσιάστηκε για πληρωμή στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δηλαδή την Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, καθώς και το ότι η πληρωμή της ανακλήθηκε από τον κατηγορούμενο, αποτελούν μέρος των παραδεκτών γεγονότων με αποτέλεσμα το περιεχόμενο της επιταγής με την τραπεζική σφραγίδα που εμφανίζεται στο σώμα αυτής να αλληλοεπιβεβαιώνονται. Ο παραπονούμενος ήλθε και κατάθεσε μαρτυρία που το μεγαλύτερο μέρος της επιβεβαιώνεται από τα παραδεκτά γεγονότα. Αποδέχομαι το κομμάτι αυτής που αφορά το γεγονός ότι παρέλαβε την επίδικη επιταγή από το Θεοδώρου, ο οποίος την οπισθογράφησε ως δικαιούχος που ήταν, στα πλαίσια αποπληρωμής χρέους ίσου με το ποσό που σημειωνόταν στο Τεκμήριο
- Αποδέχομαι επίσης τη θέση του ότι η επιταγή παρόλο ότι κατατέθηκε στην τράπεζα δεν εξαργυρώθηκε λόγω ανάκλησης της πληρωμής της από τον κατηγορούμενο και ότι παραμένει μέχρι σήμερα χωρίς εξόφληση. Δέχομαι ακόμη τη μαρτυρία του που σχετίζεται με την επίσκεψη που έκαμε στον κατηγορούμενο τρεις με τέσσερις μήνες περίπου μετά που η πληρωμή της επίδικης επιταγής ανακλήθηκε με σκοπό τη διευθέτηση της. Αυτό όμως που δεν δέχομαι είναι τον ισχυρισμό του ότι ο κατηγορούμενος του υποσχέθηκε να του πληρώνει το μηνιαίο ποσό των €500,00 πλέον το ότι του υποσχέθηκε να του αναθέσει την εκτέλεση εργασιών ως μέτρο εξόφλησης της εν λόγω επιταγής. Η θέση αυτή στερείται λογικής και κατ' επέκταση πειστικότητας. Με ποια λογική ο κατηγορούμενος θα αναλάμβανε δέσμευση να πληρώσει το ποσό της επίδικης επιταγής τη στιγμή που πολύ νωρίτερα η πληρωμή της ανακλήθηκε εξαιτίας του ότι δεν παρέλαβε την εκτυπωτική μηχανή που συμφώνησε με το Θεοδώρου να αγοράσει ως αντάλλαγμα της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω επιταγή. Παράλληλα, ο παραπονούμενος απέφυγε να δηλώσει κατά πόσο αποδέκτηκε, σύμφωνα με το δικό του ισχυρισμό, την προσφορά του κατηγορουμένου αναφορικά με την πληρωμή του ποσού του Τεκμηρίου
- Περαιτέρω, εφόσον όπως ισχυρίζεται ο παραπονούμενος, ο κατηγορούμενος του πρότεινε συγκεκριμένο τρόπο αποπληρωμής του ποσού της επίδικης επιταγής κάτι όμως που κατά τον παραπονούμενο ο τελευταίος δεν υλοποίησε, για ποιο λόγο ο παραπονούμενος ανάμενε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα για να καταχωρήσει την παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση, πράγμα που τελικά πραγματοποιήθηκε στις 10.11.
- Καμία εξήγηση δεν δόθηκε επ' αυτού στοιχείο που δηλώνει πως ο παραπονούμενος δεν πίστευε και δεν πιστεύει πως ο κατηγορούμενος έχει οποιαδήποτε υποχρέωση απέναντι του να εξοφλήσει την επίδικη επιταγή αλλά απλώς λόγω εξαφάνισης του Θεοδώρου θεωρεί πως η μοναδική ελπίδα του να ανακτήσει το ποσό που ο Θεοδώρου του οφείλει είναι ο κατηγορούμενος ως εκδότης της επίδικης επιταγής. Συνεπώς, δεν αποδέχομαι το μέρος αυτό της μαρτυρίας του παραπονουμένου. Αντίθετα, φαντάζει λογικότερο και είναι περισσότερο φυσιολογικό και αναμενόμενο να ισχύει η εκδοχή του κατηγορουμένου επί του σημείου αυτού και είναι ο παραπονούμενος να εισηγήθηκε την προαναφερόμενη πρόταση αποπληρωμής στον κατηγορούμενο ο οποίος τελικά να μην την αποδέκτηκε. Ως εκ τούτου, επί του σημείου αυτού δέχομαι τη μαρτυρία του κατηγορουμένου καθότι είναι περισσότερο λογική και κατ' επέκταση πειστικότερη. Η μαρτυρία του κατηγορουμένου ήταν ευθύς και σαφής. Ο κατηγορούμενος από την αρχή και χωρίς περιστροφές παραδέκτηκε ότι έκδωσε και υπέγραψε την επίδικη μεταχρονολογημένη επιταγή, κάτι το οποίο έπραξε, με βάση την υπάρχουσα μαρτυρία η οποία επί του σημείου αυτού δεν αμφισβητήθηκε, περί τις 20.01.
- Παραδέχτηκε ακόμη ότι ο ίδιος έδωσε οδηγίες στην Τράπεζα Κύπρου για ανάκληση πληρωμής του Τεκμηρίου 1 χωρίς έτσι να δαπανήσει αδικαιολόγητα τον πολύτιμο χρόνο του Δικαστηρίου επινοώντας αχρείαστα επίδικα θέματα, πράγμα που εξυψώνει την καλή εικόνα αξιοπιστίας που γενικά εξέπεμψε ως μάρτυρας. Απαντούσε στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν χωρίς υπεκφυγή και χωρίς προσχεδιασμό. Η όλη μαρτυρία του διέπεται από ειλικρίνεια και είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις οι οποίες θα μπορούσαν να πλήξουν καίρια την αξιοπιστία του. Σε σχέση με την ανάκληση πληρωμής της επίδικης επιταγής εξήγησε πως υποχρεώθηκε να το πράξει μετά που ο δικαιούχος της επιταγής, Δώρος Θεοδώρου, δεν τίμησε τη μεταξύ τους συμφωνία. Εξήγησε λεπτομερώς τα περιστατικά και τις συνθήκες που τον οδήγησαν στην ανάκληση της εν λόγω επιταγής, ένα σενάριο το οποίο τόσο χρονολογικά όσο και επί της ουσίας του εμπίπτει στη σφαίρα της λογικής και παράλληλα συνάδει με την υπόλοιπη προσκομισθείσα μαρτυρία αλλά και με τα γεγονότα που γενικά περιβάλλουν την υπόθεση αυτή. Τόσο η ύπαρξη της συμφωνίας του κατηγορουμένου με τον Θεοδώρου όσο και το περιεχόμενο της καθώς και τα περιστατικά και οι συνθήκες που τον οδήγησαν στην ανάκληση της επίδικης επιταγής παρέμειναν μέσα από τη διαδικασία αναντίλεκτα. Στη βάση των πιο πάνω, αποδέχομαι ολόκληρη την μαρτυρία του κατηγορουμένου ως εκφράζουσα την αληθινή όψη των γεγονότων. Ευρήματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης αυτής, τα παραδεκτά γεγονότα καθώς και τα γεγονότα που τελικά δεν αμφισβητήθηκαν, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: Ο κατηγορούμενος συμφώνησε με τον Δώρο Θεοδώρου για την αγορά μιας εκτυπωτικής μηχανής έναντι του ποσού των €3.000,00, την οποία ο κατηγορούμενος θα χρησιμοποιούσε στο τυπογραφείο που είχε. Δυνάμει της συμφωνίας αυτής, ο κατηγορούμενος θα πλήρωνε με μεταχρονολογημένη επιταγή το τίμημα της εν λόγω μηχανής και ο Θεοδώρου θα του παρέδιδε τη μηχανή αυτή στις 27.01.
- Εφόσον η μηχανή μπορούσε να εγκατασταθεί στο τυπογραφείο του κατηγορουμένου και να λειτουργήσει η μεταχρονολογημένη επιταγή θα εξαργυρωνόταν. Στα πλαίσια υλοποίησης της προαναφερόμενης συμφωνίας ο κατηγορούμενος περί τις 20.01.09 έκδωσε και υπέγραψε τη μεταχρονολογημένη επιταγή υπ' αριθμό 77214631 της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ σε διαταγή του Δώρου Θεοδώρου για το ποσό των €3.000,00 με ημερομηνία πληρωμής 27.02.
- Ο κατηγορούμενος παρέδωσε την επίδικη επιταγή στον Θεοδώρου όταν συναντήθηκε μαζί του περί τις 20.01.09 Η εν λόγω επιταγή προέρχεται από το λογαριασμό υπ' αριθμό 0386-11-009655, ο οποίος ανήκει στον κατηγορούμενο. Στις 27.01.09 ο Θεοδώρου δεν παρέδωσε στον κατηγορούμενο την εκτυπωτική μηχανή για την οποία είχε εκδοθεί η επίδικη επιταγή κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας. Ο κατηγορούμενος προσπάθησε να εντοπίσει τον Θεοδώρου χωρίς όμως οποιοδήποτε θετικό αποτέλεσμα. Ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του Θεοδώρου που οδήγησε στη μη παράδοση της εκτυπωτικής μηχανής, στις 04.02.09 ο κατηγορούμενος με γραπτές εντολές του προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ανακάλεσε την πληρωμή της επίδικης επιταγής λόγω 'αθέτησης υποχρεώσεως' από μέρους του Θεοδώρου. Στο μεταξύ ο Θεοδώρου δημιούργησε οφειλή ύψους €3.000,00, ποσό το οποίο κλήθηκε να καταβάλει στον παραπονούμενο. Από το ποσό αυτό €1.000,00 προέκυψε από αντίστοιχη αξίας εργασίας που ο παραπονούμενος εκτέλεσε προς όφελος του Θεοδώρου και €2.000,00 προέκυψε από αντίστοιχο ποσό που ο παραπονούμενος δάνεισε τον Θεοδώρου. Για να εξοφλήσει το πιο πάνω οφειλόμενο ποσό ο Θεοδώρου οπισθογράφησε την επίδικη επιταγή την οποία και παρέδωσε στον παραπονούμενο στις 17.02.
- Στις 04.03.09 η επίδικη επιταγή παρουσιάζεται για πληρωμή στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ επί της οποίας εκδόθηκε, αρμόδιος υπάλληλος της οποίας στις 05.03.09 τοποθετεί μαζί με την υπογραφή του και σχετική ημερομηνία τραπεζική σφραγίδα η οποία αναφέρει ότι 'Η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής-Stop Payment'. Συνεπεία της ανάκλησης της πληρωμής της επίδικης επιταγής από τον κατηγορούμενο, η εν λόγω επιταγή παρέμεινε και παραμένει μέχρι σήμερα χωρίς εξόφληση. Μεταξύ των ημερομηνιών 15.0309 και 20.03.09, ο παραπονούμενος επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο με σκοπό τη διευθέτηση πληρωμής της εν λόγω επιταγής. Ο παραπονούμενος εισηγήθηκε στον κατηγορούμενο όπως ο τελευταίος καταβάλει μηνιαίως το ποσό των €500,00 πλέον να προσπαθήσει να εξασφαλίσει στον παραπονούμενο την ανάθεση εκτέλεσης εργασιών, ο συνδυασμός των οποίων θα οδηγούσε στην εξόφληση της επίδικης επιταγής. Ωστόσο ο κατηγορούμενος, χωρίς να δεσμευτεί, προσπάθησε εκ νέου να εντοπίσει τον Θεοδώρου χωρίς επιτυχία. Μέχρι σήμερα τόσο ο παραπονούμενος όσο και ο κατηγορούμενος δεν κατάφεραν να εντοπίσουν τον Θεοδώρου. Κανένα ποσό πληρώθηκε προς εξόφληση ή ως έναντι της επιταγής. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλέπε Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλέπε Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Όπως έχει προαναφερθεί ο κατηγορούμενος κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος της ανάκλησης πληρωμής επιταγής χωρίς εύλογη αιτία. Το εν λόγω αδίκημα διέπεται από το άρθρο 305Α
(2)του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, το οποίο προνοεί τα εξής: "Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της." Επίσης το εδάφιο 3 του ιδίου άρθρου υποδεικνύει τ' ακόλουθα: "Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και μη σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος, με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωση του, δεν συνιστά ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά παραβίαση, εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του." Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(2), όπως αυτό έχει ερμηνευθεί στην Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Η έκδοση επιταγής (β) Η πρόκληση μη εξόφληση της από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του (γ) Η πράξη του εκδότη να γίνει καθ' οιονδήποτε χρόνο πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. Το πρώτο συστατικό στοιχείο του πιο πάνω αδικήματος είναι η έκδοση επιταγής. Το ότι το Τεκμήριο 1 είναι επιταγή εντός της έννοιας του νόμου είναι κοινά παραδεκτό από τα μέρη. Εξάλλου, το έγγραφο αυτό συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά και ουσιώδη γνωρίσματα που θα πρέπει να διαθέτει ένα έγγραφο για να θεωρείται επιταγή σύμφωνα με το άρθρο 74Γ
(6)του Κεφ.262 καθότι υπάρχει σ' αυτό ο αύξων αριθμός επιταγής, το όνομα του πιστωτικού οργανισμού που διαθέτει το λογαριασμό στον οποίον θα χρεωνόταν και επί του οποίου σύρεται η επιταγή, ο αριθμός λογαριασμός του κατηγορουμένου καθώς και το ποσό της επιταγής το οποίο έχει αναγραφεί από τον κατηγορούμενο. Είναι άνευ σημασίας ότι η επιταγή συμπληρώθηκε με μεταχρονολογημένη ημερομηνία. Ο ορισμός πλέον της επιταγής ο οποίος εισήχθη στον Ποινικό Κώδικα με το Ν.164(Ι)/03καλύπτει σε όλες τώρα τις περιπτώσεις και τις μεταχρονολογημένες επιταγές. Η θέση αυτή υποστηρίζεται από τον ορισμό της 'επιταγής' που παρέχεται μέσα από το άρθρο 4 του Κεφ.154 αλλά και από νομολογία η οποία ξεκαθάρισε το θέμα αυτό. Σχετική επ' αυτού είναι η υπόθεση Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Α.Δ. 29. Είναι επίσης κοινή παραδεκτή θέση ότι ο κατηγορούμενος έκδωσε και υπέγραψε την επίδικη επιταγή. Επομένως, το πρώτο συστατικό στοιχείο του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ.154 πληρείται. Όσον αφορά το δεύτερο συστατικό στοιχείο, ήτοι αυτό της πρόκλησης μη εξόφλησης της από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του, αρκεί να αναφέρω ότι είναι παραδεκτό γεγονός ότι ο κατηγορούμενος στις 04.02.09 προχώρησε στην ανάκληση πληρωμής της επίδικης επιταγής σύμφωνα με γραπτές οδηγίες του λόγω αθέτησης υποσχέσεως από τον δικαιούχο της εν λόγω επιταγής που ήταν ο Δώρος Θεοδώρου. Εξάλλου το ότι η πληρωμή της επίδικης επιταγής ανακλήθηκε μετά από οδηγίες του κατηγορουμένου αποδεικνύεται και από τη σχετική τραπεζική σφραγίδα η οποία παρουσιάζεται στο σώμα του Τεκμηρίου 1 και αποκαλύπτει το γεγονός αυτό φέροντας ταυτόχρονα και την υπογραφή του αρμοδίου τραπεζικού υπαλλήλου καθώς και σχετική ημερομηνία. Η δε σφραγίδα αυτή σύμφωνα με το εδάφιο 3 του άρθρου 305Α του Κεφ.154 αποτελεί μαχητό τεκμήριο ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της. Συνεπώς, τεκμηριώνεται και αυτό το συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Σε σχέση με το τρίτο συστατικό στοιχείο παρέμεινε αναντίλεκτο το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος προχώρησε σε ανάκληση πληρωμής του Τεκμηρίου 1 στις 04.02.09 με την εν λόγω επιταγή να φέρει ημερομηνία πληρωμής τις 27.02.09. Κατά συνέπεια, στοιχειοθετείται και το τελευταίο συστατικό στοιχείο του αδικήματος αυτού. Η υπόθεση όμως δεν τελειώνει εδώ. Από τη στιγμή που στην προκειμένη περίπτωση όλα τα συστατικά στοιχεία του υπό εκδίκαση αδικήματος πληρούνται τότε το βάρος ύπαρξης της υπεράσπισης της 'εύλογης αιτίας', όπως αυτή παρέχεται μέσα από το άρθρο 305Α
(2), πέφτει στους ώμους του κατηγορουμένου, ο οποίος καλείται να την αποδείξει με την προσκόμιση μαρτυρίας στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.[5] Το τι συνιστά 'εύλογη αιτία' στα πλαίσια της υπεράσπισης που καθιερώνει το άρθρο 305Α
(2)του Κεφ.154 έχει ερμηνευθεί στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Χρήστου Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση αυτή έγινε αναφορά στην Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374 όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης και αναφέρθηκε ότι η ίδια φράση έχει στην αγγλική νομολογία συσχετισθεί και με την έννοια δίκαιη αιτία ενώ σχετικά έγινε αναφορά και στη φράση bona fide (καλή τη πίστη) που στην αγγλική ορολογία θεωρήθηκε ταυτόσημη με τη λέξη "honesty" (ειλικρίνεια). Με βάση την πιο πάνω ερμηνεία το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστή αναφορικά με την υπεράσπιση του εδαφίου
(2), ότι δηλαδή πρέπει ο κατηγορούμενος να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και επιπρόσθετα ότι η πεποίθησή του αυτή ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις (κάτι που εξετάζεται αντικειμενικά), έγινε μέσα στο πνεύμα των παραπάνω αποφάσεων. Με βάση αυτά το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η ενέργεια του εφεσίβλητου ήταν ειλικρινής και υπαγορεύθηκε από εύλογη αιτία. Τέλος στην ίδια υπόθεση κρίθηκε ότι η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο
(2), χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχαν περιθώρια επίκλησης της υπεράσπισης που παρέχει το εδάφιο 2 και θα καθιερωνόταν έτσι η αντίθετη θεωρία, του μη ανακλητού της επιταγής. Στην παρούσα υπόθεση είναι θέση της υπεράσπισης ότι υπήρχε εύλογη αιτία για την ενέργεια του κατηγορουμένου να ανακαλέσει την πληρωμή της επίδικης επιταγής προβάλλοντας ως λόγο ανάκλησης αθέτηση συμφωνίας από τον Δώρο Θεοδώρου. Το ότι ο κατηγορούμενος, ως εκδότης της επίδικης επιταγής, στις 04.02.09 παρέθεσε στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, που είναι η τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε το Τεκμήριο 1, γραπτές οδηγίες για ανάκληση πληρωμής του Τεκμηρίου 1 λόγω αθέτησης υποσχέσεως από το Δώρο Θεοδώρου που απέκτησε τη μορφή συμφωνίας παρέμεινε αναντίλεκτο γεγονός. Εμφανώς προκύπτει μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος συμφώνησε με τον Δώρο Θεοδώρου για την αγορά μιας εκτυπωτικής μηχανής τυπογραφείου έναντι του ποσού των €3.000,
- Έκδωσε, υπέγραψε και παρέδωσε το Τεκμήριο 1 στον Θεοδώρου, που ήταν ο δικαιούχος της επιταγής, περί τις 20.01.09 με ημερομηνία πληρωμής 20.02.
- Εξήγησε για ποιο λόγο έκδωσε μεταχρονολογημένη επιταγή και αυτό ήταν για να μπορέσει να εγκαταστήσει και να ελέγξει την μηχανή που αγόρασε όταν θα την παραλάμβανε από τον Θεοδώρου στις 27.01.
- Η εξήγηση αυτή σε συνδυασμό με την απουσία οποιασδήποτε συγκεκριμένης θετικής μαρτυρίας περί στοιχείου κακοπιστίας ή ύποπτης συμπεριφοράς από μέρους του κατηγορουμένου, κρίνεται ειλικρινής και δικαιολογημένη και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτή ως αληθή και αξιόπιστη. Επειδή ο Θεοδώρου δεν εμφανίστηκε στις 27.01.09 για να τιμήσει το μέρος της συμφωνίας που του αναλογούσε, ο κατηγορούμενος προέβηκε σε ανάκληση της επίδικης επιταγής στις 04.02.
- Εξήγησε για ποιο λόγο το έπραξε μετά από μία εβδομάδα περίπου. Προσπαθούσε να εντοπίσει τον Θεοδώρου χωρίς όμως οποιοδήποτε θετικό αποτέλεσμα. Ο χρόνος που διέρρευσε από την ημέρα που έπρεπε να του είχε παραδοθεί η εν λόγω μηχανή μέχρι την ημέρα που ανακάλεσε την πληρωμή της επίδικης επιταγής δεν κρίνεται υπερβολικός έτσι ώστε να μπορεί να εγείρει υποψίες. Η μη παράδοση σ' αυτόν της εκτυπωτικής μηχανής ως προνοούσε η συμφωνία του με τον Θεοδώρου δεν του έδιδε άλλη επιλογή από του να ανακαλέσει την πληρωμή του Τεκμηρίου 1 το οποίο εκδόθηκε ακριβώς για να γίνει δυνατή η παραλαβή της πιο πάνω μηχανής, κάτι όμως που δεν έγινε. Μπροστά στο ενδεχόμενο να προστατέψει τα συμφέροντα του και να μην υποστεί ζημιές ο κατηγορούμενος ανακάλεσε την πληρωμή του Τεκμηρίου 1 πολύ πριν αυτή καταστεί πληρωτέα και κατατεθεί στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε και το πιο σημαντικό προτού το Τεκμήριο 1 βρεθεί στην κατοχή του παραπονουμένου αλλά και χωρίς να είναι γνώστης μιας τέτοιας πιθανότητας. Ο κατηγορούμενος καλόπιστα και εύλογα προχώρησε στην ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής μόνο όταν αντιλήφθηκε ότι ο Θεοδώρου δεν σκόπευε να του παραδώσει την εκτυπωτική μηχανή που του υποσχέθηκε και στη βάση της οποίας εκδόθηκε το Τεκμήριο 1 και μετά που εξάντλησε κάθε προσπάθεια για εντοπισμό του Θεοδώρου, όχι για να αποστερήσει δικαίωμα πληρωμής προς τον παραπονούμενο ή να παραβλάψει καθ' οιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα του που τη στιγμή της ανάκλησης δεν γνώριζε ότι η επίδικη επιταγή βρισκόταν ήδη στην κατοχή του αλλά όπως ο ίδιος πίστευε για να προστατεύσει δικαιωματικά τον εαυτό του από την συμπεριφορά που ο Θεοδώρου επέδειξε απέναντι του. Κάτω από αυτές τις συνθήκες και περιστατικά, τα οποία παρέμειναν αναντίλεκτα, η ενέργεια του κατηγορουμένου να ανακαλέσει την πληρωμή του Τεκμηρίου 1 κρίνεται καλόπιστη και ειλικρινής και υπαγορεύτηκε από εύλογη αιτία. Συνεπώς, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο κατηγορούμενος απέδειξε επιτυχώς στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων την ύπαρξη εύλογης αιτίας σύμφωνα με την οποίαν η πληρωμή της επίδικης επιταγής ανακλήθηκε μετά που ο ίδιος έδωσε οδηγίες στην τράπεζα επί της οποίας αυτή εκδόθηκε, ήτοι την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Υπό το φως των πιο πάνω, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα που προέκυψαν σε σχέση με την υπόθεση αυτή, όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του κατηγορουμένου και εναντίον της κατηγορούσας αρχής. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/Final Judgment Αναφορά: Ιδιωτικές Ποινικές/Ανάκληση πληρωμής επιταγής/Άρθρο 305Α
(2)και
(3)Κεφ.154/ Τελική Απόφαση [1] Το νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του κ. Τάκη Ηλιάδη, σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820 [2] Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256 [3] Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320 [4] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 [5] Ζαβός v. Αστυνομίας
(1963)2 C.L.R. 57, Ταραπουλούζης v. Έπαρχος Λευκωσίας
(1962)2 C.L.R. 91, Παπαδόπουλος v. Δημοκρατίας
(1980)2 C.L.R. 10, Λοΐζου v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 108, Εταιρεία GP Ergatides Motors Ltd και άλλος v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 182 και Γεώργιος Εργατίδης v. Αστυνομία Ποιν. Εφ. 6138 και 6139 αντίστοιχα ημερ. 19.06.97, N.C. Diamonds Co Ltd v. Χρήστου Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο