← Κύπρος

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΚΟΜΜΩΤΩΝ ΚΑΙ ΚΟΥΡΕΩΝ ν. ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΜΙΛΤΙΑΔΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 25736/10, 30.11.11

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΚΟΜΜΩΤΩΝ ΚΑΙ ΚΟΥΡΕΩΝ ν. ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΜΙΛΤΙΑΔΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 25736/10, 30.11.11 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B213 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 25736/10 ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΚΟΜΜΩΤΩΝ ΚΑΙ ΚΟΥΡΕΩΝ v. ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΜΙΛΤΙΑΔΟΥΣ Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 30.11.11 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Μ. Γαβριηλίδης Για Κατηγορούμενη: κος Ν. Νεοκλέους μαζί με κ. Π. Μιχαηλίδη Κατηγορούμενη: παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της άσκησης του επαγγέλματος της κομμώτριας χωρίς την κατοχή ετήσιας άδειας για άσκηση του κατά παράβαση των άρθρων 5, 6

(1),
(4), 23
(1)και
(2)του Ν.28(Ι)/2003 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι μεταξύ του έτους 2010 στην περιοχή Λεμεσού της επαρχίας Λεμεσού ασκούσε το επάγγελμα της κομμώτριας χωρίς να είχε εξασφαλίσει/ανανεώσει από το Συμβούλιο Εγγραφής Κομμωτών και Κουρεών Κύπρου την ετήσια άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος και χωρίς να καταβάλει σ' αυτό το συνολικό ποσό των €81,90 ως συνδρομή για ανανέωση της για το έτος 2010. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από ένα μάρτυρα, ήτοι από τον Ανδρέα Φεττά, επιθεωρητή στο Συμβούλιο Εγγραφής Κομμωτών και Κουρεών Κύπρου. Παράλληλα, κατατέθηκαν 4 τεκμήρια ενώ από κοινού τα μέρη κατέθεσαν ως παραδεκτό γεγονός το ότι στις 15.03.11 η κατηγορούμενη απέστειλε επιστολή στο Συμβούλιο Εγγραφής Κομμωτών και Κουρεών Κύπρου με την οποία τον ενημέρωσε ότι δεν ασκεί πλέον το επάγγελμα της κομμώτριας και ζητεί να διαγραφεί από το μητρώο μελών του συμβουλίου, κάτι το οποίο έγινε αυθημερόν με τη λήψη της επιστολής αυτής. Το κοινά παραδεκτό γεγονός αυτό εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε, με βάση το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης για την κατηγορία που αντιμετωπίζει και ότι το Δικαστήριο πρέπει να την αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Είναι η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει με μαρτυρία τα συστατικά στοιχεία του κατ' ισχυρισμό αδικήματος. Σύμφωνα με τον κύριο Νεοκλέους δεν υπάρχει στο στάδιο αυτό μαρτυρία που να φανερώνει ότι η κατηγορούμενη εργαζόταν ως κομμώτρια κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατ' ισχυρισμό αδικήματος. Όπως περαιτέρω ανάφερε ο εν λόγω συνήγορος, ουδέποτε η κατηγορούμενη υπέβαλε αίτηση για να εργάζεται ως κομμώτρια αναφορικά με το έτος 2010, πράγμα που κατά τη άποψη του κυρίου Νεοκλέους αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση του εν λόγω επαγγέλματος επικαλούμενος για την ορθότητα της θέσης του τους Περί Εγγραφής Κομμωτών και Κουρεών Κανονισμών καθώς και γενικότερα τη σχετική νομοθεσία που είναι οι Περί Εγγραφής Κομμωτών και Κουρεών Νόμοι του 2003 μέχρι 2011, Ν.28(Ι)/2003μετά των συναφών τροποποιήσεων. Από την άλλη, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής υποστήριξε ότι η άσκηση του επαγγέλματος της κομμώτριας δεν είναι θέμα πραγματικό αλλά προκύπτει μέσα από τις διατάξεις του νόμου και των σχετικών κανονισμών. Είναι η θέση του κυρίου Γαβριηλίδη ότι αποδείκτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης για το αδίκημα που κατηγορείται, την οποία, το Δικαστήριο θα πρέπει να καλέσει σε απολογία. Πλήρης έκταση των όσο ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση επειδή κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί κανένα πρακτικό σκοπό. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Ευγένειος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανος Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:- "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Δικαστήριο θα εξετάσει σε αυτό το στάδιο την υπάρχουσα μαρτυρία αντικειμενικά, χωρίς δηλαδή να υπεισέρχεται σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής. Αδικήματα που σχετίζονται με την άσκηση του επαγγέλματος κομμωτή διέπονται από τους Περί Εγγραφής Κομμωτών και Κουρέων Νόμοι του 2003 μέχρι 2011, Ν.28(Ι)/2003 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Οι διατάξεις της εν λόγω νομοθεσίας επιδιώκουν την κατοχύρωση του επαγγέλματος και παράλληλα την προστασία μιας ανεξέλεγκτης και χωρίς έλεγχο άσκησης του από μη προσοντούχα άτομα. Συγκεκριμένα, μέσα από το περιεχόμενο των προνοιών του νόμου κανένα πρόσωπο δεν μπορεί να ασκεί εργασία κομμωτή ή κουρέα εκτός αν είναι εγγεγραμμένο ως κομμωτής και/ή κουρέας στο μητρώο μελών του Συμβουλίου Εγγραφής Κομμωτών και Κουρεών Κύπρου (βλέπε άρθρο 9 του Ν.28(Ι)/2003). Η εγγραφή ενός ατόμου στο μητρώο μελών γίνεται στη βάση ακαδημαϊκών και/ή επαγγελματικών και/ή άλλων κριτηρίων και αφού πρώτα υποβάλει σχετική αίτηση (βλέπε άρθρα 6
(1)(α) και 8 του Ν.28(Ι)/2003). Περαιτέρω, κανένα πρόσωπο του οποίου το όνομα περιέχεται στον μητρώο μελών ασκεί το επάγγελμα του κομμωτή ή κουρέα χωρίς την εκ των προτέρων εξασφάλιση ετήσιας άδειας ασκήσεως επαγγέλματος, διαφορετικά διαπράττει ποινικό αδίκημα (βλέπε άρθρο 10
(1)μέχρι
(5)του Ν.28(Ι)/2003). Με την κατοχή της άδειας αυτής επιτρέπεται στον εγγεγραμμένο κομμωτή ή κουρέα να ασκεί το επάγγελμα για όση χρονική περίοδο η εν λόγω άδεια βρίσκεται σε ισχύ. Η άδεια αυτή εκδίδεται από το συμβούλιο, φέρει ημερομηνία λήξης και δύναται να ανανεωθεί εφόσον το πρόσωπο που την κατέχει επιθυμεί να συνεχίσει να ασκεί το επάγγελμα του κομμωτή ή του κουρέα. Βέβαια το ποινικό αδίκημα που προδιαγράφεται κάτω από το άρθρο 10 είναι λιγότερο σοβαρό από αυτό που παρουσιάζεται μέσα από το άρθρο 9 για ευνόητους εμφανείς λόγους με τη σοβαρότητα αυτή να αντανακλάται από τη διαφορά στο ύψος των ποινών που προβλέπεται στα άρθρα αυτά. Οι Περί Εγγραφής Κομμωτών και Κουρέων Κανονισμοί του 2011, τους οποίους επικαλέστηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορουμένης, δεν τυγχάνουν εδώ εφαρμογής. Είναι γεγονός ότι οι κανονισμοί αυτοί ρυθμίζουν διάφορα ζητήματα εφαρμογής του νόμου όπως για παράδειγμα το θέμα της ετήσιας άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος του κομμωτή ή κουρέα. Ειδικότερα μέσα από το άρθρο 8 των Κ.Δ.Π.75/2011 και Κ.Δ.Π.162/2011 που είναι το υφιστάμενο πλαίσιο των κανονισμών τονίζεται πως εναπόκειται στον κάθε εγγεγραμμένο κομμωτή ή κουρέα να αποτείνεται στο συμβούλιο για την έκδοση της προβλεπόμενης ετήσιας άδειας για άσκηση του επαγγέλματος εντός των χρονικών ορίων που αυτό θέτει πληρώνοντας τα καθορισμένα τέλη. Ωστόσο οι κανονισμοί αυτοί δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά με την Κ.Δ.Π.75/2011 στις 11.03.11 και στη συνέχεια τροποποιήθηκαν με την Κ.Δ.Π.162/2011 η οποία δημοσιεύτηκε στις 29.04.11, ημερομηνίες μεταγενέστερες του έτους 2010 που είναι ο ουσιώδης χρόνος του κατ' ισχυρισμό αδικήματος. Από τη στιγμή που δεν έχουν αναδρομική ισχύ δεν διαθέτουν οποιοδήποτε έρεισμα για τη δική μας περίπτωση. Στην παρούσα υπόθεση η κατηγορούμενη ουσιαστικά κατηγορείται ότι ασκούσε το επάγγελμα της κομμώτριας το έτος 2010 χωρίς να έχει εκ των προτέρων εξασφαλίσει σχετική άδεια υπό τη μορφή ανανέωσης της ήδη άδειας που είχε για το έτος 2010, ως εγγεγραμμένη κομμώτρια που ήταν, μέσω της πληρωμής των αναλογούντων τελών στο Συμβούλιο Εγγραφής Κομμωτών και Κουρεών Κύπρου που με βάση τη νομοθεσία αλλά και συναφείς κανονισμούς είναι το σώμα που ανανεώνει τέτοιου είδους άδειες. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται η κατηγορούμενη προσδιορίζονται μέσα από το άρθρο 10 του Ν.28(Ι)/2003. Είναι αυτά τα συστατικά στοιχεία που το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό καλείται να εξετάσει αν εξ' αντικειμένου πληρούνται σωρευτικά μέσα από αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της προσαχθείσας μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής. Συγκεκριμένα το εδάφιο
(1)του άρθρου 10 του Ν.28(Ι)/2003 προνοεί τα εξής: "Κανένας εγγεγραμμένος κομμωτής ή κουρέας δεν μπορεί να ασκεί το επάγγελμα του κομμωτή ή κουρέα, αντίστοιχα, εκτός αν έχει εξασφαλίσει από το Συμβούλιο ετήσια άδεια ασκήσεως επαγγέλματος στον καθορισμένο τύπο και με την καταβολή του καθορισμένου τέλους." Επίσης, το εδάφιο
(5)του ιδίου άρθρου υποδεικνύει ρητά τα ακόλουθα: "Κάθε εγγεγραμμένος κομμωτής ή κουρέας που ασκεί το επάγγελμα του κομμωτή ή του κουρέα, αντίστοιχα, χωρίς να είναι κάτοχος ετήσιας άδειας ασκήσεως επαγγέλματος, που να ισχύει κατά το χρόνο της άσκησης του επαγγέλματος είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πεντακόσιες λίρες." Ερμηνεύοντας συνδυασμένα το λεκτικό των πιο πάνω εδαφίων, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κομμωτής ή κουρέας να είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο μελών του Συμβουλίου Εγγραφής Κομμωτών και Κουρεών Κύπρου δυνάμει των διατάξεων της νομοθεσίας. (β) Ο εγγεγραμμένος κομμωτής ή κουρέας να ασκεί το επάγγελμα του κομμωτή ή του κουρέα, αντίστοιχα. (γ) Να μην βρίσκεται σε ισχύ ετήσια άδεια ασκήσεως επαγγέλματος κατά το χρόνο που ο εγγεγραμμένος κομμωτής ή κουρέας ασκεί το επάγγελμα. Ο τρόπος με τον οποίο διατυπώνονται οι διατάξεις των προαναφερόμενων εδαφίων δεν αφήνει περιθώρια διαφορετικής εξέλιξης. Τόσο η φράση του εδαφίου
(1)του άρθρου 10 του Ν.28(Ι)/2003 '. δεν μπορεί να ασκεί το επάγγελμα του κομμωτή ή κουρέα.' όσο και η φράση του εδαφίου
(5)του ιδίου άρθρου '. που ασκεί το επάγγελμα του κομμωτή ή του κουρέα,.' υποδεικνύει ότι η άσκηση του επαγγέλματος του κομμωτή ή κουρέα ως πραγματικό γεγονός αποτελεί μέρος των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της άσκησης του επαγγέλματος της κομμώτριας χωρίς την κατοχή ετήσιας άδειας κατά παράβαση του άρθρου 10 του Ν.28(Ι)/2003. Είναι προφανές ότι σκοπός του νομοθέτη ήταν να διασφαλίσει ότι όποιος κομμωτής ή κουρέας εργάζεται στο επάγγελμα αυτό θα πρέπει εκ των προτέρων να διαθέτει σχετική ετήσια άδεια για άσκηση του την οποία εξασφαλίζει καταβάλλοντας το σχετικό τέλος και αφού προηγουμένως εγγραφεί στο μητρώο μελών του Συμβουλίου Εγγραφής Κομμωτών και Κουρεών Κύπρου. Εάν ο νομοθέτης δεν επιθυμούσε την άσκηση του επαγγέλματος ως ξεχωριστό συστατικό στοιχείο του αδικήματος που αναφέρεται στο παρόν κατηγορητήριο τότε η λεκτική διατύπωση των εδαφίων
(1)και
(5)θα ήταν διαφορετική με τις προαναφερόμενες φράσεις να μην περιέχονταν καθόλου καθότι σε μια τέτοια περίπτωση θα ήταν εκ του περισσού. Η ρητή τους αναφορά όμως αποκτά τη σημασία που ο νομοθέτης επιθυμεί να τους προσδώσει που κατά την ταπεινή γνώμη του Δικαστηρίου είναι αυτή που σημειώθηκε πιο πάνω αλλά και αμέσως πιο κάτω. Το γεγονός ότι κάποιος είναι εγγεγραμμένος κομμωτής ή κουρέας αλλά δεν διαθέτει σε ισχύ άδεια εξασκήσεως του επαγγέλματος δεν τον καθιστά αυτόματα εργαζόμενο στον τομέα αυτό. Όταν πρόσωπο επιτύχει να εγγραφεί στο μητρώο μελών του συμβουλίου δεν σημαίνει ότι στην πράξη ασκεί το επάγγελμα του κομμωτή ή του κουρέα. Αυτό είναι θέμα πραγματικό, όπως θέμα πραγματικό είναι κατά πόσο ο κομμωτής ή κουρέας είναι ή όχι εγγεγραμμένος στο μητρώο μελών του συμβουλίου καθώς πραγματικό στοιχείο είναι και το εάν κατά το χρόνο που ο κομμωτής ή κουρέας εργάζεται διαθέτει σε ισχύ άδεια ασκήσεως επαγγέλματος. Περαιτέρω, εάν η άσκηση του επαγγέλματος του κομμωτή ή κουρέα δεν θεωρείται ξεχωριστό συστατικό στοιχείο του αδικήματος, όπως αυτό καθορίζεται μέσα από τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν.28(Ι)/2003, αλλά και απαραίτητος παράγοντας στα πλαίσια καταγγελίας από το Συμβούλιο Εγγραφής Κομμωτών και Κουρεών Κύπρου, όπως αποτελεί και η παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση, τότε δεν θα υπήρχε λόγος να διεξάγονται έλεγχοι στα διάφορα κομμωτήρια και κουρεία από τους επιθεωρητές του συμβουλίου με σκοπό την καταγραφή των υπαλλήλων που εργάζονται σ' αυτά και ασκούν το επάγγελμα της κομμώτριας ή του κουρέα. Το γεγονός ότι γίνονται τέτοιοι έλεγχοι αποδεικνύει, πέραν και ανεξαρτήτως των πιο πάνω, ότι όντως η άσκηση του επαγγέλματος αποτελεί ουσιώδες συστατικό στοιχείο του αδικήματος που περιέχεται στο παρόν κατηγορητήριο που η κατηγορούσα αρχή καλείται να αποδείξει στα πλαίσια θεμελίωσης της κατηγορίας τόσο στο βαθμό και για το σκοπό που απαιτείται στο στάδιο αυτό όσο και εάν και εφόσον η κατηγορούμενη κληθεί σε απολογία επί της ουσίας της υπόθεσης και κατόπιν υποκειμενικής αξιολόγησης της προσαχθείσας μαρτυρίας στο τέλος της εκδίκασης της υπόθεσης. Στρεφόμενος τώρα στα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει και συγκεκριμένα αναφορικά με το πρώτο από αυτά κρίνω ότι υπάρχει μαρτυρία η οποία αναφέρει ότι η κατηγορούμενη απέστειλε στο Συμβούλιο Εγγραφής Κομμωτών και Κουρεών Κύπρου επιστολή ημερομηνίας 15.03.11 με την οποία το καλεί όπως διαγραφεί από το μητρώο μελών του, πράγμα που εκ πρώτης όψεως σημαίνει ότι το 2010, που είναι ο ουσιώδης χρόνος του κατ' ισχυρισμό αδικήματος, ήταν εγγεγραμμένη κομμώτρια στο μητρώο μελών του συμβουλίου. Πέραν αυτού, υπάρχει και άλλη μαρτυρία που εξ' όψεως και αντικειμενικά εξεταζόμενη φανερώνει ότι η κατηγορούμενη ήταν κάτοχος ετήσιας άδειας για την άσκηση του επαγγέλματος της κομμώτριας πάνω στην οποίαν εμφανίζεται ο αριθμός μητρώου της ως εγγεγραμμένο μέλος του συμβουλίου. Συνεπώς, εξ' αντικειμένου στοιχειοθετείται το πρώτο συστατικό στοιχείο. Η ύπαρξη της πιο πάνω ετήσιας άδειας η οποία φέρει ημερομηνία λήξης την 31ην Δεκεμβρίου του έτους 2009 και ταυτόχρονα η παρουσίαση επιπρόσθετης μαρτυρίας που προέρχεται από το μοναδικό μάρτυρα της κατηγορούσας αρχής ο οποίος επ' αυτού ανάφερε πως δεν σημειώθηκε ανανέωση της ετήσιας άδειας της κατηγορουμένης για άσκηση του επαγγέλματος της κομμώτριας για το έτος 2010 καθότι η τελευταία δεν κατέβαλε το ποσό της συνδρομής που αναλογούσε σε κάτι τέτοιο, οδηγεί σε αντικειμενική τεκμηρίωση και του τρίτου συστατικού στοιχείου αφού εκ πρώτης όψεως προκύπτει πως το έτος 2010 η κατηγορούμενη δεν διέθετε σε ισχύ άδεια εξασκήσεως του επαγγέλματος της κομμώτριας. Εκείνο όμως που σίγουρα απουσιάζει είναι μαρτυρία που να δείχνει εκ πρώτης όψεως ότι η κατηγορούμενη ασκούσε το επάγγελμα της κομμώτριας το έτος 2010, χρονικό διάστημα στο οποίο φαίνεται να μην είχε ανανεωθεί η ετήσια άδεια της. Θα έλεγα ότι υπάρχει μαρτυρία που οδηγεί στην αντίθετη κατεύθυνση. Συγκεκριμένα, μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, πάντοτε αντικειμενικά εξεταζόμενη και χωρίς αυτή να αξιολογείται καθ' οιονδήποτε τρόπο, ο ΜΚ1, Ανδρέας Φεττάς, επισήμανε πως κατά τη διάρκεια του έτος 2010 δεν διαπιστώθηκε η κατηγορούμενη να εργάστηκε έστω και μία ημέρα ως κομμώτρια. Ούτε και όμως επιχείρησε για να ελέγξει κάτι τέτοιο. Το θέμα της άσκησης του επαγγέλματος της κομμώτριας από την κατηγορούμενη κατά το έτος 2010 είναι πραγματικό. Δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η κατηγορούμενη συνεχίζει να εξασκεί το επάγγελμα αυτό μέχρι το συμβούλιο να αντιληφθεί ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Ασφαλώς η ενημέρωση του συμβουλίου περί τερματισμού άσκησης του επαγγέλματος από το άμεσα ενδιαφερόμενο πρόσωπο είτε μέσω σχετικής επιστολής είτε με οποιαδήποτε άλλη μέθοδο επικοινωνίας ή γνωστοποίησης βοηθά στη γνώση της πραγματικής κατάστασης, πλην όμως δεν σημαίνει ότι η απουσία τέτοιας στάσης όντως αποτελεί συνέχιση άσκησης του επαγγέλματος. Πέραν του ότι έρχεται σε σύγκρουση με τις διατάξεις των εδαφίων
(1)και
(5)του Ν.28(Ι)/2003 η θέση αυτή στερείται και λογικής. Ούτε και ο νομοθέτης είτε μέσω της σχετικής νομοθεσίας είτε μέσω των συναφών κανονισμών εναποθέτει τέτοια υποχρέωση στο άμεσα ενδιαφερόμενο πρόσωπο, στην προκειμένη περίπτωση στην κατηγορούμενη. Αντίθετα, κάποιος λογικά σκεπτόμενος θα μπορούσε να πει ότι με τη μη εκδήλωση ενδιαφέροντος για ανανέωση της ετήσιας άδειας άσκησης του επαγγέλματος της κομμώτριας αναφορικά με το έτος 2010 η κατηγορούμενη επιχειρεί ή δρομολογεί την αποχώρηση της από το χώρο του επαγγέλματος, χωρίς βέβαια να αποκλείεται οποιαδήποτε άλλη πιθανότητα. Εάν δε ο ΜΚ1, ως επιθεωρητής του συμβουλίου που είναι, εντόπιζε είτε τυχαία είτε μετά από πληροφορίες την κατηγορούμενη να εργάζεται σε άλλο κλάδο ή τομέα κατόπιν ελέγχου του θα εξακολουθούσε να έχει την ίδια άποψη με αυτή που έχει σήμερα, ότι δηλαδή η κατηγορούμενη παράνομα εξασκεί το επάγγελμα της κομμώτριας; Προφανώς όχι. Επομένως, το Συμβούλιο Εγγραφής Κομμωτών και Κουρεών Κύπρου καλείται να αντιμετωπίσει το θέμα αυτό πρακτικά και ενδεχομένως νομοθετικά δημιουργώντας τον κατάλληλο μηχανισμό που να ελέγχει και να ρυθμίζει το θέμα αυτό και παράλληλα εάν το κρίνει σκόπιμο να το ενσωματώσει τόσο στη βασική νομοθεσία όσο και στους συναφείς κανονισμούς. Για τους λόγους που ήδη ανάφερα πιο πάνω η θέση του εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής επί του σημείου αυτού δεν με βρίσκει σύμφωνο. Κατά συνέπεια, η αδυναμία παρουσίασης στο στάδιο αυτό μαρτυρίας από μέρους της κατηγορούσας αρχής που να φανερώνει ότι η κατηγορούμενη εργαζόταν ως κομμώτρια κατά το έτος 2010 οδηγεί σε μη αντικειμενική στοιχειοθέτηση του δεύτερου συστατικού στοιχείου του αδικήματος για το οποίο η κατηγορούμενη κατηγορείται. Η πιο πάνω διαπίστωση δημιουργεί εγγενή αδυναμία στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, που δεν μπορεί να ξεπερασθεί στο στάδιο της έκδοσης της τελικής απόφασης, όταν το Δικαστήριο θα είναι σε θέση να την αξιολογήσει, καθώς είναι εμφανές, ότι από τα όσα είπε ο ΜΚ1 δεν είναι δυνατό να προκύψει αναμφίβολα, με οποιοδήποτε τρόπο και εάν αξιολογηθεί η μαρτυρία του στο τελικό στάδιο, ότι η κατηγορούμενη εργαζόταν ως κομμώτρια κατά το έτος 2010. Συνεπώς, όπως έχει ήδη λεχθεί, δεν έχει αποδειχτεί αυτό το συστατικό στοιχείο του αδικήματος έστω και για σκοπούς εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Είναι γνωστό ότι στο ποινικό μας δίκαιο η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή και οποιαδήποτε κενά αναφορικά με την ύπαρξη πραγματικών γεγονότων που αποτελούν ή αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι (βλέπε Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Καταληκτικά και με βάση τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης αναφορικά με την κατηγορία που αντιμετωπίζει και συνεπώς η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται. Τα έξοδα που προέκυψαν σε σχέση με την υπόθεση αυτή, όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της κατηγορουμένης και εναντίον της κατηγορούσας αρχής. . (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/Interim Αναφορά: Ιδιωτική Ποινική/Εκ πρώτης όψεως-Ενδιάμεση Απόφαση/ Άσκηση του επαγγέλματος της κομμώτριας χωρίς την κατοχή ετήσιας άδειας/Άρθρο 10 του Ν.28(Ι)/2003 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.