ΔΗΜΟΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΣΤΕΛΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 8081/2011, 06.12.11 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B214 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8081/2011 ΔΗΜΟΣ ΛΕΜΕΣΟΥ v. ΣΤΕΛΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 06.12.11 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Γ. Θεοδοσίου Κατηγορούμενος: εμφανίζεται αυτοπροσώπως ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία παρακώλυσης κυκλοφορίας κατά παράβαση του Περί Δήμων Νόμου, Ν.111/85και των σχετικών δημοτικών κανονισμών. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 08.09.10 εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Λεμεσού ενώ είχε τον έλεγχο του μηχανοκινήτου οχήματος με αριθμό εγγραφής KUM351 στην οδό Αγίας Θέκλης το στάθμευσε σε σημείο της εν λόγω οδούς κατά τέτοιο τρόπο ώστε παρακώλυσε την κυκλοφορία. Ακολούθως, αφού του επιδόθηκε η προβλεπόμενη ειδοποίηση ο κατηγορούμενος παρέλειψε εντός 30 ημερών από την έκδοση της να πληρώσει το σχετικό εξώδικο πρόστιμο που αναφερόταν σ' αυτήν. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα, ήτοι τον τροχονόμο του Δήμου Λεμεσού κύριο Γιώργο Πίππιρο. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ένορκη κατάθεση καλώντας περαιτέρω ένα μάρτυρα υπεράσπισης. Παράλληλα, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν τέσσερα τεκμήρια προς αναγνώριση τα οποία είναι τέσσερις έγχρωμες φωτογραφίες (Τεκμήρια 'Α', 'Β1', 'Β2' και 'Β3'). Επιπροσθέτως, τα μέρη κατέθεσαν από κοινού τα εξής παραδεχτά γεγονότα:
- Στις 08.09.10 ο κατηγορούμενος είχε τον έλεγχο και ήταν ιδιοκτήτης του οχήματος με αριθμούς εγγραφής KUM351 (στο εξής καλείται 'το επίδικο όχημα').
- Ο κατηγορούμενος στάθμευσε το πιο πάνω όχημα στην οδό Αγίας Θέκλης στη Λεμεσό.
- Ακολούθως, εκδόθηκε στον κατηγορούμενο εξώδικο πρόστιμο για παρακώλυση της κυκλοφορίας σε δημόσιο χώρο για το ποσό των €85,
- Το εξώδικο πρόστιμο δεν πληρώθηκε και παραμένει απλήρωτο μέχρι σήμερα. Τα πιο πάνω παραδεχτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και αποτελούν αυτόματα μέρος των ευρημάτων του. Πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά που τηρούνται και απλά πιο κάτω παρουσιάζεται μια συνοπτική παράθεση της με περισσότερες λεπτομέρειες να δίδονται εκεί που κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς αξιολόγησης της, εξαγωγής ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Μοναδικός μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής ήταν ο δημοτικός τροχονόμος Γιώργος Πίππιρος που όπως εξήγησε καθήκοντα του είναι η διασφάλιση της ομαλής διέλευσης των οχημάτων, της καθαρής διέλευσης των πεζών στα πεζοδρόμια καθώς και η καταγγελία όσων παρανομούν. Ο μάρτυρας αυτός στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι στις 08.09.10 ανέλαβε καθήκοντα ελέγχου της περιοχής γύρω από το κάστρο στην οποία εμπίπτει και η οδός Αγία Θέκλης. Ξεκινώντας την περιπολία του διαπίστωσε στις 08:00 ότι το επίδικο όχημα ήταν σταθμευμένο σε πεζοδρόμιο της οδού Αγίας Θέκλης παρακωλύοντας την ομαλή διέλευση των πεζών. Δίδοντας εύλογο χρόνο στον ιδιοκτήτη του εν λόγω οχήματος να το μετακινήσει επανέλαβε την περιπολία του στο συγκεκριμένο χώρο στις 08:30 κατά την οποία παρατήρησε ότι το εν λόγω όχημα δεν είχε μετακινηθεί με αποτέλεσμα να προχωρήσει σε καταγγελία. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως το επίδικο όχημα ήταν σταθμευμένο πάνω στο πεζοδρόμιο που βρίσκεται έξω από το χώρο εργασίας του κατηγορουμένου στην οδό Αγίας Θέκλης αρ.9 παρακωλύοντας την κυκλοφορία των πεζών. Είναι σίγουρος γι' αυτό επειδή σημειώνει την τοποθεσία και το χρόνο της παράβασης για σκοπούς καταγγελίας. Σύμφωνα με το μάρτυρα, προτού προβεί σε καταγγελία του επιδίκου οχήματος χρησιμοποίησε τη σφυρίχτρα του για να ειδοποιήσει τον ιδιοκτήτη να το μετακινήσει δίδοντας μισή ώρα για κάτι τέτοιο. Ο εν λόγω μάρτυρας διευκρίνισε ότι ένεκα του μικρού πλάτους του πεζοδρομίου, το οποίο υπολόγισε σε 1,5 μέτρα, το επίδικο όχημα βρισκόταν μερικώς πάνω στο πεζοδρόμιο και συγκεκριμένα οι δύο αριστεροί τροχοί του ήταν κάτω από αυτό με αποτέλεσμα οι πεζοί να μην μπορούν να χρησιμοποιήσουν το πεζοδρόμιο. Όπως εξήγησε ο μάρτυρας, ο χώρος εκείνος είναι τουριστικός και έτσι προσπαθούν να διατηρούν ομαλή και απρόσκοπτη τη διέλευση πεζών. Απορρίπτοντας τη θέση του κατηγορουμένου ότι εκτελεί οδηγίες για να του δημιουργεί πρόβλημα στην εργασία του, ο μάρτυρας απάντησε ότι η καταγγελία των παραβατών αποτελεί μέρος της εργασίας του. Ο μάρτυρας ακόμη απέρριψε κατηγορηματικά τη θέση του κατηγορουμένου ότι σκοπός της καταγγελίας ήταν για να του ασκηθεί πίεση έτσι ώστε να μην τοποθετεί οχήματα είτε δικά του είτε πελατών του στην οδό Αγίας Θέκλης. Ο κατηγορούμενος στην κυρίως εξέταση του, μεταξύ άλλων, ανάφερε ότι τρίτα πρόσωπα σταθμεύουν τα οχήματα τους είτε στο πεζοδρόμιο είτε στην είσοδο του χώρου εργασίας του με αποτέλεσμα να τον εμποδίζουν στην εκτέλεση της εργασίας του. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, τη συγκεκριμένη ημέρα το επίδικο όχημα ήταν σταθμευμένο κάτω από το πεζοδρόμιο και όταν ο τροχονόμος του ζήτησε να το μετακινήσει αρνήθηκε επειδή γνώριζε πως εάν το μετακινούσε πάλι θα αντιμετώπιζε πρόβλημα αφού ένα τρίτος θα ερχόταν και θα στάθμευε το όχημα στο χώρο που θα κενωνόταν αν μετακινούσε το επίδικο αυτοκίνητο χωρίς έτσι ένας πελάτης του να μπορούσε να σταματήσει εκεί και να εξυπηρετηθεί. Όπως εξήγησε ο κατηγορούμενος, ο λόγος που ο ίδιος σταθμεύει το όχημα του κάτω από το πεζοδρόμιο είναι για να διατηρεί διαθέσιμο χώρο στάθμευσης για τους πελάτες του. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος, ανάμεσα σ' άλλα, επανέλαβε ότι το επίδικο όχημα τη συγκεκριμένη ημέρα ήταν κάτω από το πεζοδρόμιο χωρίς να εμποδίζει είτε την κυκλοφορία του δρόμου που είναι πλατύς είτε τη χρήση του πεζοδρομίου από τους πεζούς. Ο Αλέκος Κολώτας (ΜΥ1) κατάθεσε ως μάρτυρας υπεράσπισης. Στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι εκείνη την ημέρα ήταν έξω από το κατάστημα του που βρίσκεται απέναντι από αυτό του κατηγορουμένου κοιτάζοντας απέναντι όταν σε κάποια στιγμή τροχονόμοι έβγαλαν 'κόλλα και έγραφαν αυτοκίνητα' όπως χαρακτηριστικά είπε. Μαζί με αυτά ήταν ένα όχημα χρώματος ασημί το οποίο ήταν σταθμευμένο πάνω στο δρόμο. Ο δρόμος είναι αρκετά πλατύς με αποτέλεσμα πολλά άτομα να σταθμεύουν και στις δύο μεριές του, πλην όμως οχήματα τύπου λεωφορείου είναι σε θέση να κινείται σ' αυτό. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, ανάμεσα σ' άλλα, επισήμανε ότι η οδός Αγίας Θέκλης είναι μονής κατεύθυνσης στην οποία δεν διακινούνται τουρίστες. Τελικές Αγορεύσεις: Στην τελική αγόρευση του ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία αποδείκτηκε ότι υπήρξε παρακώλυση της κυκλοφορίας τόσο των πεζών όσο και των οχημάτων. Αντίθετα, στη δική του επιχειρηματολογία ο κατηγορούμενος δήλωσε στο Δικαστήριο πως ο τροχονόμος στάλθηκε με οδηγίες να τον καταγγείλει με σκοπό να τον ενοχλήσει στην εργασία του. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος επισήμανε ότι ενώ η κατηγορία σημειώνει παρακώλυση κυκλοφορίας στο δρόμο και όχι παρακώλυση στη διέλευση πεζών όπως εκ των υστέρων αντιλήφθηκε προκαλώντας του έτσι ψευδαίσθηση. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων.[1] Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της.[2] Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο.[3] Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών.[4] Με βάση τις προαναφερόμενες αρχές το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Η μαρτυρία του μάρτυρα της κατηγορούσας αρχής (ΜΚ) ήταν σαφής και ειλικρινής. Ο εν λόγω μάρτυρας απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις με ευθύτητα και χωρίς προσχεδιασμό. Σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του το Δικαστήριο αντιλήφθηκε ότι ο εν λόγω τροχονόμος ήλθε κατόπιν οδηγιών του δημοτικού συμβουλίου με μοναδικό σκοπό να ενοχλήσει τον κατηγορούμενο στην εργασία του. Ούτε έδωσε την εντύπωση ότι ενεργούσε εργολαβικά εκ μέρους και για λογαριασμό οποιουδήποτε με σκοπό είτε να προκαλέσει πρόβλημα στον κατηγορούμενο είτε να τον υποχρεώσει σε έξωση από το χώρο εργασίας του προς εξυπηρέτηση έτσι συμφερόντων τρίτων προσώπων. Αντίθετα, προτού στις 08.09.10 προβεί σε καταγγελία του οχήματος με αριθμούς εγγραφής KUM351 ιδιοκτησίας και υπό τον έλεγχο του κατηγορουμένου το οποίο βρισκόταν σταθμευμένο στην οδό Αγία Θέκλης εντός των δημοτικών ορίων Λεμεσού, ακολούθησε, κατά την ταπεινή άποψη μου, μία καθ' όλα ορθή, δίκαιη και ορθόδοξη τακτική σφυρίζοντας προειδοποιητικά και παράλληλα δίνοντας μισή ώρα περίπου στον κατηγορούμενο να μετακινήσει το όχημα του. Περαιτέρω, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ότι το επίδικο όχημα τη συγκεκριμένη ημέρα της καταγγελίας βρισκόταν σταθμευμένο σε μικρού πλάτους πεζοδρόμιο στην οδό Αγίας Θέκλης καταλαμβάνοντας ολόκληρο το πλάτος του και ταυτόχρονα οι δύο αριστεροί τροχοί του να είναι κάτω από αυτό με αποτέλεσμα οι πεζοί να μην μπορούν να χρησιμοποιήσουν το πεζοδρόμιο αυτό. Παρέμεινε ακόμη αναντίλεκτο το γεγονός ότι ο εν λόγω δημοτικός τροχονόμος προχώρησε στην έκδοση γραπτής ειδοποίησης την οποία και επικόλλησε στο επίδικο όχημα. Γενικά, η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού διέπεται από ειλικρίνεια και είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις οι οποίες θα μπορούσαν να πλήξουν καίρια την αξιοπιστία του. Από τη μαρτυρία όμως του εν λόγω μάρτυρα δεν αποδέχομαι τη θέση του ότι ένα μηχανοκίνητο όχημα που βρίσκεται σταθμευμένο είτε πάνω στο πεζοδρόμιο είτε πάνω σε δρόμο διαπράττει το ίδιο ακριβώς αδίκημα καθότι πρόκειται για νομική θέση με το μάρτυρα να είναι απλώς μάρτυρας γεγονότων και όχι ειδήμονας σε νομικά θέματα. Επιπλέον, απορρίπτω τη θέση αυτή του εν λόγω δημοτικού τροχονόμου και για τους λόγους που εκθέτονται πιο κάτω. Στη βάση των πιο πάνω, με εξαίρεση το σημείο που ανάφερα πιο πάνω, αποδέχομαι την μαρτυρία του δημοτικού τροχονόμου ως εκφράζουσα την αληθινή όψη των γεγονότων. Ο κατηγορούμενος δεν έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας στο Δικαστήριο. Επικέντρωσε τη μαρτυρία του στο ότι συστηματικά δημοτικοί τροχονόμοι του Δήμου Λεμεσού αναλαμβάνουν εργολαβικά προσπάθεια να του προκαλούν προβλήματα στην εργασία του με απώτερο σκοπό την έξωση του προς εξυπηρέτηση συμφερόντων τρίτων προσώπων. Πως μπορεί όμως ένας τέτοιος ισχυρισμός να γίνει πιστευτός τη στιγμή που ο κατηγορούμενος δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε καταγγελία είτε προς το Δήμο Λεμεσού είτε προς οποιαδήποτε άλλη αρμόδια αρχή. Πως δύναται η θέση αυτή να γίνει πιστευτή όταν ο κατηγορούμενος δεν αναφέρει ποια συμφέροντα ισχυρίζεται ότι κρύβονται πίσω από μία ενδεχόμενη αποχώρηση του από το χώρο που τώρα επαγγελματικά στεγάζεται και παράλληλα όταν δεν κατονομάζει ποια άτομα εποφθαλμιούν να εκμεταλλευτούν την κατάσταση αυτή. Ενώ από τη μια ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι συνεχώς οι δημοτικοί τροχονόμοι προβαίνουν μόνο σε καταγγελία οχημάτων που ανήκουν είτε στον ίδιο είτε σε πελάτες του κατόπιν οδηγιών που λαμβάνουν, όπως ο ίδιος είπε, από το δήμαρχο Λεμεσού, από την άλλη παραδέχεται ότι καθ' όλη τη διάρκεια της παραμονής του στην οδό Αγίας Θέκλης καταγγέλθηκαν και άλλα οχήματα εκτός από τα δικά του, αναιρώντας έτσι την αρχική του τοποθέτηση. Ενώ από τη μια ο κατηγορούμενος αποδίδει σκοπιμότητα στις διάφορες καταγγελίες που τα οχήματα του τυγχάνουν από τους δημοτικούς τροχονόμους τη στιγμή που σύμφωνα με αυτόν αυτά βρίσκονται σταθμευμένα κάτω από το πεζοδρόμιο και επί του δρόμου, στη συνέχεια παραδέχεται ότι στο παρελθόν τοποθετούσε τα αυτοκίνητα του πάνω στο πεζοδρόμιο εξουδετερώνοντας έτσι τον ισχυρισμό του περί σκοπιμότητας και ύπαρξης αλλότριων κινήτρων από μέρους του Δήμου Λεμεσού. Πέραν αυτού, ο κατηγορούμενος δεν ανάφερε τίποτε επί του κατά πόσο οι υπόλοιποι επαγγελματίες που βρίσκονται στην οδό Αγίας Θέκλης και γειτνιάζουν με το κατάστημα του αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα όπως ο ίδιος και πως αυτοί αντιδρούν ή αντιμετωπίζουν αυτό το φαινόμενο. Αυτό θα ήταν ουσιώδες στοιχείο στο να καταστήσει τον ισχυρισμό του αξιόπιστο απέναντι στο Δικαστήριο. Η μη παρουσίαση στο Δικαστήριο συγκεκριμένων λεπτομερειών που να τον θεμελιώνουν αναπόφευκτα τον καθιστούν εκ των υστέρων κατασκεύασμα του και ταυτόχρονα έκθετο σε απόρριψη. Περαιτέρω, είναι η θέση του κατηγορουμένου πως υποχρεώνεται να σταθμεύσει οχήματα του στο δρόμο και έξω από το μαγαζί του στην προσπάθεια του να διατηρήσει κενό το χώρο για όχημα πελάτη του που θα αναζητήσει τις επαγγελματικές υπηρεσίες του από άλλο τρίτο πρόσωπο που θα επιδιώξει να ακινητοποιήσει το όχημα του εκεί χωρίς να έχει οποιαδήποτε επαγγελματική σχέση μαζί του. Γιατί όμως ο κατηγορούμενος δεν τοποθετεί έξω από το κατάστημα του πινακίδα με την επιγραφή 'Στάθμευση μόνο για πελάτες' ή κάποια παρόμοια σημείωση ή δεν μεριμνά για τη λήψη άλλων μέτρων έτσι ώστε να μην αναγκάζεται να τοποθετεί οχήματα του και να προσελκύει έτσι την προσοχή των δημοτικών τροχονόμων. Ανεξαρτήτως όμως αυτού, από τη στιγμή που οι δημοτικοί τροχονόμοι καταγγέλλουν τα οχήματα που σταθμεύουν έξω από το μαγαζί του κατηγορουμένου και συγκεκριμένα επί του εδάφους του δρόμου, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, σημαίνει ότι και τα οχήματα τόσο των πελατών του όσο και οποιουδήποτε τρίτου ατόμου που σταθμεύει εκεί θα αποτελέσουν στόχο των τροχονόμων με αποτέλεσμα η δικαιολογία που ο κατηγορούμενος έδωσε για να υποστηρίξει την ενέργεια του να μην ευσταθεί. Οι δε τέσσερις έγχρωμες φωτογραφίες που κατατέθηκαν ως τεκμήρια προς αναγνώριση κατά την κατάθεση του μάρτυρα της κατηγορούσας αρχής δεν μπορούν να τύχουν οποιασδήποτε αξιολόγησης καθότι στην δική του μαρτυρία ο κατηγορούμενος, ως το πρόσωπο που τα είχε στην κατοχή του και γνώριζε γι' αυτά, όχι μόνο δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση επί του περιεχομένου τους που απεικονίζεται αλλά ούτε καν έκαμε οποιαδήποτε αναφορά γι' αυτά παραλείποντας παράλληλα να θέσει το κατάλληλο υπόβαθρο για να κατατεθούν ως κανονικά τεκμήρια. Το Δικαστήριο δεν επιρρίπτει οποιαδήποτε ευθύνη στον κατηγορούμενο για την παράλειψη του αυτή και ούτε ασφαλώς η παράλειψη αυτή χρησιμοποιείται εις βάρος του κατηγορουμένου στα πλαίσια αξιολόγησης της αξιοπιστίας της μαρτυρίας του. Ωστόσο η νομολογία είναι σαφής ως προς τα κατά πόσο δύναται να έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία με τη θέση που αναδύεται να είναι αρνητική. Συγκεκριμένα, το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Μελάς v. Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826 ομιλεί από μόνο του: "Η κατάθεση ενός εγγράφου σαν τεκμηρίου για αναγνώριση γίνεται όταν δεν μπορεί να κατατεθεί κανονικά στα πρώτα στάδια της ακροαματικής διαδικασίας από το πρόσωπο που το υπέγραψε ή το είχε στην κατοχή του, για να δοθεί η ευχέρεια στους μάρτυρες να ερωτηθούν για το περιεχόμενο του. Η μαρτυρία αυτή καταγράφεται αλλά παραμένει ανενεργή, μέχρις ότου υπάρξει αναγνώριση και κατάθεση του εγγράφου από το πρόσωπο που το υπέγραψε ή το είχε στην κατοχή του για να καταστεί πλέον κανονικό τεκμήριο και η μαρτυρία που έχει προκύψει από τις απαντήσεις που έχουν δοθεί ως προς το περιεχόμενό του, να καταστεί ενεργή." Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν προσδίδει οποιαδήποτε βαρύτητα στα Τεκμήρια προς αναγνώριση 'Α', 'Β1', 'Β2' και 'Β3'. Στη βάση των πιο πάνω στοιχείων το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία του κατηγορουμένου έτσι ώστε να εξάγει ασφαλή συμπεράσματα και ως εκ τούτου δεν την αποδέχεται ως αληθή και αξιόπιστη. Ούτε ο ΜΥ1 έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας στο Δικαστήριο. Είναι προφανές ότι ήλθε στο Δικαστήριο με μοναδικό σκοπό όχι για να πει την αλήθεια αλλά για να βοηθήσει την εκδοχή του κατηγορουμένου. Η μαρτυρία του είναι διάτρητη από ερωτηματικά ενώ παράλληλα μέρος της έρχεται σε σύγκρουση με τη μαρτυρία του κατηγορουμένου. Συγκεκριμένα, ο εν λόγω μάρτυρας δεν θυμόταν πότε πρόσεξε αυτά που είπε ότι παρατήρησε. Επίσης, ο μάρτυρας αυτός κάνει αναφορά σε όχημα χρώματος ασημί που καταγγέλθηκε χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να προσδιορίσει το όχημα αυτό και χωρίς στην ουσία να είναι σε θέση να πει με σιγουριά κατά πόσο πρόκειται για το επίδικο όχημα που εν πάσει περιπτώσει είναι το ουσιώδες στοιχείο της καταγγελίας αλλά και κατ' επέκταση της κατηγορίας του κατηγορητηρίου ενώ την ίδια στιγμή θυμόταν με ακρίβεια την τοποθεσία του, το ποσό του εξωδίκου προστίμου όπως και το ακριβές περιεχόμενο της κατηγορίας που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Είναι περαιτέρω άξιο απορίας ότι ο εν λόγω μάρτυρας σε ώρα εργάσιμη αντίς να δουλεύει βρισκόταν έξω από το κατάστημα του και κοίταζε απέναντι αμέριμνα. Αν τώρα για σκοπούς συζήτησης δεχτούμε ότι την ημέρα που ο μάρτυρας αγνάντευε αμέριμνα ήταν την επίδικη ημέρα αλλά και ώρα είναι ο ισχυρισμός του ότι τη στιγμή εκείνη τροχονόμοι προέβηκαν σε καταγγελίες οχημάτων μεταξύ των οποίων και ενός αυτοκινήτου χρώματος ασημί που αν επίσης υποθέσουμε ότι πρόκειται για το επίδικο, ισχυρισμός ο οποίος έρχεται σε αντίθεση με τη θέση του κατηγορουμένου επί του σημείου αυτού που ήταν ότι τη συγκεκριμένη ημέρα αυτός που προέβαινε σε καταγγελία ήταν ο τροχονόμος που χρησιμοποιήθηκε ως μάρτυρας από την κατηγορούσα αρχή, ο οποίος άφησε να εννοηθεί ότι είχε και συνομιλία μαζί του όταν του ζητήθηκε να μετακινήσει το επίδικο όχημα και ο ίδιος αρνήθηκε να το πράξει, συνομιλία που δεν φαίνεται να πρόσεξε ο ΜΥ1 παρόλο ότι εμφάνισε τον εαυτό του ως αυτόπτη μάρτυρα την ώρα της καταγγελίας του οχήματος. Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα το Δικαστήριο δεν αποδέχεται τη μαρτυρία του ΜΥ1 ως αξιόπιστη και αληθή. Ευρήματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης αυτής, τα παραδεκτά γεγονότα καθώς και τα γεγονότα που τελικά δεν αμφισβητήθηκαν, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: Ο κατηγορούμενος διατηρεί την επαγγελματική στέγη του στην οδό Αγίας Θέκλης, η οποία είναι εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Λεμεσού. Στις 08.09.10 ο τροχονόμος του Δήμου Λεμεσού Γιώργος Πίππιρος ανέλαβε καθήκοντα ελέγχου της περιοχής γύρω από το κάστρο στην οποία εμπίπτει και η οδός Αγία Θέκλης. Ξεκινώντας την περιπολία του διαπίστωσε στις 08:00 ότι το όχημα με αριθμούς εγγραφής KUM351, του οποίου η ιδιοκτησία και ο έλεγχος κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου ήταν του κατηγορουμένου, ήταν σταθμευμένο πάνω στο πεζοδρόμιο που βρίσκεται έξω από το χώρο εργασίας του κατηγορουμένου στην οδό Αγίας Θέκλης αρ.9. Συγκεκριμένα, ο εν λόγω δημοτικός τροχονόμος εντόπισε το όχημα του κατηγορουμένου που ο τελευταίος το στάθμευσε μερικώς πάνω στο πεζοδρόμιο, πλην όμως καταλαμβάνοντας ολόκληρο το πλάτος του περίπου 1,5 μέτρα με τους δύο αριστερούς τροχού του να ήταν κάτω από αυτό με αποτέλεσμα οι πεζοί να μην μπορούν να χρησιμοποιήσουν το πεζοδρόμιο. Αμέσως ο εν λόγω δημοτικός τροχονόμος σφύριξε προειδοποιητικά και παράλληλα έδωσε προθεσμία μισής ώρας περίπου στον κατηγορούμενο για να μετακινήσει το όχημα του από το πεζοδρόμιο. Επαναλαμβάνοντας την περιπολία του στο συγκεκριμένο χώρο στις 08:30 της ίδιας ημέρας παρατήρησε ότι το όχημα του κατηγορουμένου δεν είχε μετακινηθεί με αποτέλεσμα να προχωρήσει σε καταγγελία εκδίδοντας σχετική ειδοποίηση. Ακολούθως, εκδόθηκε γραπτή ειδοποίηση η οποία επικολλήθηκε στο εν λόγω όχημα με την οποία ο κατηγορούμενος καλείτο να πληρώσει εξώδικο πρόστιμο ύψους €85,00 για παρακώλυση της κυκλοφορίας σε δημόσιο χώρο. Το εξώδικο πρόστιμο δεν πληρώθηκε και παραμένει απλήρωτο μέχρι σήμερα. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλέπε Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλέπε Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Το αδίκημα του κατηγορητηρίου αφορά την περίπτωση παρεμπόδισης της τροχαίας κίνησης του δρόμου, είτε από άλλα οχήματα είτε από πεζούς που επιχειρούν να χρησιμοποιήσουν το δρόμο, λόγω στάθμευσης μηχανοκινήτου οχήματος σε οδό. Κατ' επέκταση το αδίκημα της παρακώλυσης της κυκλοφορίας αφορά τη χρήση του δρόμου από άλλα οχήματα ή πεζούς και διέπεται αναλόγως από τα εδάφια (ζ), (η) και (ιδ) του κανονισμού 16
(1)των Περί Δήμων Κανονισμών, Κ.Δ.Π.260/2000. Οι εν λόγω κανονισμοί είναι του Δήμου Λεμεσού οι οποίοι και δημιουργήθηκαν στη βάση του άρθρου 88 του Περί Δήμων Νόμου, Ν.111/85 μετά των συναφών τροποποιήσεων, το οποίο επιτρέπει τη σύνταξη και εφαρμογή τους με τη συναίνεση του Αρχηγού της Αστυνομίας και έγκριση τους από τον Υπουργό Εσωτερικών για σκοπούς ρύθμισης και ελέγχου της τροχαίας κίνησης σε οποιαδήποτε οδό που εμπίπτει εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Λεμεσού. Ο δε κανονισμός 23 των Περί Δήμων Κανονισμών, Κ.Δ.Π.260/2000 καθιστά ποινικό αδίκημα την παράβαση οποιουδήποτε δημοτικού κανονισμού οι διατάξεις των οποίων προνοούν την επιβολή της ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή τη χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €768,87 ή και τις δύο αυτές ποινές. Ερμηνεύοντας συνδυασμένα το λεκτικό των κανονισμών 2 και 16
(1)(ζ), (η) και (ιδ) της Κ.Δ.Π.260/2000 καθώς και του άρθρου 88
(3)του Ν.111/85 προκύπτει ότι πρόσωπο που εγκαταλείπει σε δρόμο μηχανοκίνητο όχημα που βρίσκεται υπό την ευθύνη ή έλεγχο του κατά τρόπο που να παρεμποδίζει αδικαιολόγητα την τροχαία κίνηση ή τη διακίνηση πεζών διαπράττει ποινικό αδίκημα. Συνεπώς, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι: (α) Μηχανοκίνητο όχημα να βρίσκεται υπό την ευθύνη ή έλεγχο συγκεκριμένου προσώπου. (β) Να βρίσκεται εγκαταλειμμένο σε δρόμο. (γ) Ο τρόπος με τον οποίο το μηχανοκίνητο όχημα βρίσκεται στο δρόμο να μπορεί να παρεμποδίζει αδικαιολόγητα την τροχαία κίνηση ή τη διακίνηση πεζών. Σε σχέση με τη διακίνηση πεζών αυτή είναι άρρηκτα συνυφασμένη με τη χρήση του δρόμου και όχι του πεζοδρομίου. Αναφορικά με το πρώτο συστατικό στοιχείο, είναι κοινά παραδεκτό γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατ' ισχυρισμό αδικήματος, ήτοι στις 08.09.10, ο κατηγορούμενος ήταν ιδιοκτήτης και ταυτόχρονα είχε τον έλεγχο του επιδίκου οχήματος. Ως εκ τούτου, το συστατικό στοιχείο αυτό ικανοποιείται. Σε σχέση με το δεύτερο συστατικό στοιχείο, αποτελεί επίσης κοινά παραδεκτό γεγονός ότι ο κατηγορούμενος στις 08.09.10 στάθμευσε το πιο πάνω όχημα στην οδό Αγίας Θέκλης στη Λεμεσό που είναι ο δρόμος για τον οποίον γίνεται αναφορά στις λεπτομέρειες του αδικήματος στο παρόν κατηγορητήριο. Η έννοια της 'εγκατάλειψης' προϋποθέτει την αποχώρηση και απομάκρυνση του οδηγού ή του ιδιοκτήτη του οχήματος από το χώρο όπου αυτό βρίσκεται ακινητοποιημένο, δηλαδή χωρίς αυτό να βρίσκεται σε κίνηση. Η στάθμευση ενός οχήματος με τον οδηγό να μην βρίσκεται εντός αυτού είναι για σκοπούς του άρθρου 16
(1)(ζ) της Κ.Δ.Π.260/2000 μορφή εγκατάλειψης. Στην παρούσα περίπτωση προκύπτει μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία πως ο κατηγορούμενος είχε σταθμεύσει το όχημα του στην οδό Αγία Θέκλης εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Λεμεσού και ο ίδιος είχε εξέλθει και αποχωρήσει από το χώρο όπου το μηχανοκίνητο όχημα του βρισκόταν ακινητοποιημένο. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία που να φανερώνει ότι η μηχανή του επιδίκου οχήματος βρισκόταν σε κίνηση και επομένως ότι ακολουθούσε επικείμενη αναχώρηση του από το χώρο στάθμευσης του. Συνεπώς, πληρείται και αυτό το συστατικό στοιχείο. Όσον αφορά όμως την στοιχειοθέτηση του τρίτου συστατικού στοιχείου διαπιστώνω ότι δεν έχουν παρουσιαστεί στο Δικαστήριο οι απαιτούμενες λεπτομέρειες ή έστω εκείνες οι πληροφορίες που θα εξηγούσαν ακριβώς με ποιο τρόπο υπήρξε παρεμπόδιση της τροχαίας κίνησης του δρόμου ή παρακώλυση στη διακίνηση πεζών επί της οδού Αγίας Θέκλης λόγω των δύο τροχών του επιδίκου οχήματος που άγγιζαν το έδαφος του δρόμου. Στοιχεία όπως, μεταξύ άλλων, το πλάτος του δρόμου, η πραγματική κατάσταση της τροχαίας κίνησης και της διέλευσης πεζών που επικρατούσε στην οδό Αγίας Θέκλης κατά τον ουσιώδη χρόνο καθώς και το πως ο τρόπος με τον οποίο το επίδικο μηχανοκίνητο όχημα βρισκόταν σταθμευμένο παρεμπόδιζε αδικαιολόγητα την τροχαία κίνηση ή τη διακίνηση πεζών στο δρόμο απουσιάζουν με αποτέλεσμα να μην αποδεικνύεται το συστατικό στοιχείο αυτό. Το ότι οι πεζοί δεν μπορούσαν τη δεδομένη στιγμή να χρησιμοποιήσουν το πεζοδρόμιο που αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου οφείλεται στο γεγονός της στάθμευσης του επιδίκου οχήματος πάνω σε αυτό και όχι σε αδυναμία τους να χρησιμοποιήσουν το μήκος και/ή πλάτος του δρόμου εξαιτίας της παρουσίας των δύο αριστερών τροχών του οχήματος πάνω στην επιφάνεια του που επίσης αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία του κατηγορητηρίου. Το αδίκημα της στάθμευσης μηχανοκινήτου οχήματος επί πεζοδρομίου είναι διαφορετικό από αυτό της παρακώλυσης της κυκλοφορίας σε δρόμο και διέπεται από τον κανονισμό 58
(13)των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών, όπως αυτός τροποποιήθηκε με την Κ.Δ.Π.189/2008 και τυγχάνει εδώ εφαρμογής δυνάμει του άρθρου 88
(4)του Ν.111/85. Πρόσωπο που καταδικάζεται για τη διάπραξη του αδικήματος της στάθμευσης μηχανοκινήτου οχήματος πάνω σε πεζοδρόμιο τιμωρείται σύμφωνα με τον κανονισμό 72 σε ποινή φυλάκισης μέχρι ενός έτους ή σε χρηματική ποινή μέχρι €1.281,45 ή και με τις δύο αυτές ποινές. Συνακόλουθα, η θέση του εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, όπως αυτή εκφράστηκε κατά την τελική αγόρευση του, ότι τόσο η στάθμευση μηχανοκινήτου οχήματος σε δρόμο όσο και η στάθμευση αυτού επί πεζοδρομίου αφορά το ίδιο αδίκημα, ήτοι αυτό της παρακώλυσης της κυκλοφορίας δεν με βρίσκει σύμφωνο για το λόγο που εξήγησα πιο πάνω. Θα εξετάσω τώρα εάν μέσα από την ενώπιον μου μαρτυρία στοιχειοθετείται το αδίκημα της στάθμευσης μηχανοκινήτου οχήματος πάνω σε πεζοδρόμιο, το οποίο δεν περιέχεται στο κατηγορητήριο. Σύμφωνα με τον κανονισμό 58
(13)των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών, όπως αυτός τροποποιήθηκε με την Κ.Δ.Π.189/2008, απαγορεύεται η στάθμευση οχήματος πάνω σε πεζοδρόμιο. Από το λεκτικό του εν λόγω κανονισμού συνάγεται ότι η απόδειξη του συστατικού στοιχείου της στάθμευσης μηχανοκινήτου οχήματος πάνω στο πεζοδρόμιο οδηγεί σε στοιχειοθέτηση του αδικήματος. Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι το όχημα με αριθμούς εγγραφής KUM351, του οποίου η ιδιοκτησία και ο έλεγχος κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου ήταν του κατηγορουμένου, ήταν σταθμευμένο πάνω στο πεζοδρόμιο που βρίσκεται έξω από το χώρο εργασίας του κατηγορουμένου στην οδό Αγίας Θέκλης αρ.9. Η υπόθεση όμως δεν τελειώνει εδώ. Σύμφωνα με το άρθρο 4
(1)του Περί Εξωδίκου Ρύθμισης Αδικημάτων Νόμος του 1997, Ν.47(Ι)/97 μετά των συναφών τροποποιήσεων η εν λόγω νομοθεσία τυγχάνει εδώ εφαρμογής αφού το αδίκημα της στάθμευσης επί πεζοδρομίου είναι από αυτά που επιδέχονται εξώδικη ρύθμιση. Δυνάμει των άρθρων 5
(1)και 6
(1)του Ν.47(Ι)/97 ασκείται ποινική δίωξη εναντίον του παραβάτη στην περίπτωση που παρέλθουν 30 ημέρες από την ημερομηνία έκδοσης της ειδοποίησης και εφόσον δεν έχει πληρωθεί το εξώδικο πρόστιμο που αναφέρεται μέσα από την εν λόγω ειδοποίηση. Οι δε διατάξεις των εδαφίων
(1)και
(2)του άρθρου 9 της ίδιας νομοθεσίας προνοούν ότι σε περίπτωση που δημοτικός τροχονόμος εντοπίσει όχημα αναφορικά με το οποίο εύλογα πιστεύει ότι διαπράττεται ή έχει διαπραχθεί αδίκημα που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Ν.47(Ι)/97 προχωρεί με την επικόλληση ειδοποίησης στο όχημα, η οποία θεωρείται ότι δόθηκε στο πρόσωπο που ενέχεται στο αδίκημα. Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι στις 08.09.10 ο δημοτικός τροχονόμος (ΜΚ) έκδωσε και επικόλλησε γραπτή ειδοποίηση στο επίδικο όχημα με την οποία ο κατηγορούμενος καλείτο να πληρώσει εξώδικο πρόστιμο ύψους €85,00 για παρακώλυση της κυκλοφορίας σε δημόσιο χώρο. Περαιτέρω, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι το εξώδικο πρόστιμο δεν πληρώθηκε εντός 30 ημερών από την έκδοση της γραπτής ειδοποίησης και παραμένει απλήρωτο μέχρι σήμερα. Κατά συνέπεια, θεωρώντας πάντοτε ότι η γραπτή ειδοποίηση και το εξώδικο πρόστιμο που τη συνόδευε αφορούσαν τη στάθμευση του επιδίκου οχήματος πάνω στο πεζοδρόμιο, το Δικαστήριο κρίνει ότι με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία στοιχειοθετείται το αδίκημα της στάθμευσης μηχανοκινήτου οχήματος πάνω σε πεζοδρόμιο κατά παράβαση του κανονισμού 58
(13)των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών, όπως αυτός τροποποιήθηκε με την Κ.Δ.Π.189/2008. Ακολούθως, εξετάζοντας κατά πόσο δύναται να εφαρμοστεί το άρθρο 85
(4)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155 μετά των συναφών τροποποιήσεων με το οποίο μπορεί να τροποποιηθεί το παρόν κατηγορητήριο έτσι ώστε να προστεθεί σ' αυτό η κατηγορία της στάθμευσης του επιδίκου οχήματος πάνω σε πεζοδρόμιο της οδού Αγίας Θέκλης, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι πρόνοιες του εν λόγω άρθρου δεν μπορούν εδώ να τεθούν σε ισχύ καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί, ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια του, να τροποποιήσει το κατηγορητήριο και να καταδικάσει τον κατηγορούμενο στο αδίκημα της στάθμευσης μηχανοκινήτου οχήματος πάνω σε πεζοδρόμιο κατά παράβαση του κανονισμού 58
(13)των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών, όπως αυτός τροποποιήθηκε με την Κ.Δ.Π.189/2008, των σχετικών διατάξεων του Ν.111/85 και Ν.47(Ι)/97, αδίκημα το οποίο δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο επειδή η ποινή στην οποία υπόκειται ο κατηγορούμενος μετά την τροποποίηση είναι μεγαλύτερη εκείνης στην οποία θα υπόκειντο αν καταδικαζόταν βάσει του αρχικού κατηγορητηρίου. Σε τέτοια περίπτωση επηρεάζεται δυσμενώς η υπεράσπιση του κατηγορουμένου (βλέπε άρθρο 85
(4)του Κεφ.155 καθώς επίσης τις υποθέσεις Σάββας Σάββα v. Δήμου Πάφου, Ποινική Έφεση Αρ.202/1010, ημερομηνίας 25.11.11 και Smache v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 88/08, ημερομηνίας 14.07.10). Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/Final Judgment Αναφορά: Ιδιωτικές Ποινικές/Στάθμευση μηχανοκινήτου οχήματος πάνω σε πεζοδρόμιο/Άρθρο 88 Ν.111/85/Κανονισμός 58
(13)Κ.Δ.Π.189-2008/Άρθρο 85
(4)Κεφ.155/Τελική Απόφαση [1] Το νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του κ. Τάκη Ηλιάδη, σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820 [2] Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256 [3] Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320 [4] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο