Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χριστάκη Αθανασιάδη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9309/11, 12.12.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B217 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9309/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν.
- Χριστάκη Αθανασιάδη
- Nguyen Thi Hang Κατηγορουμένων -------------------------------- Ημερομηνία: 12.12.2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Δανιηλίδου Κατηγορούμενοι παρόντες, γι' αυτούς: κα Αδάμου Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο πρώτος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την πρώτη κατηγορία για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, και συγκεκριμένα της δεύτερης κατηγορούμενης, στις 27.6.2011, στη Λεμεσό. Η δεύτερη κατηγορούμενη αντιμετωπίζει τη δεύτερη κατηγορία που αφορά το αδίκημα της παράβασης των όρων της άδειας της, κατά την επίδικη ημερομηνία, δηλαδή ενώ ήταν αλλοδαπή και βρισκόταν στην Κύπρο με άδεια εργασίας στον πρώτο κατηγορούμενο ως οικιακή βοηθός, παρέβηκε τους όρους της άδειας παραμονής της και εργαζόταν ως υπάλληλος στο κατάστημα με την ονομασία «Shocking» του πρώτου κατηγορούμενου χωρίς τη γραπτή άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Οι εν λόγω κατηγορίες στηρίζονται στα σχετικά άρθρα του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, όπως έχει τροποποιηθεί, ενώ η δεύτερη κατηγορία στηρίζεται επίσης στους περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμούς του 1972, Κ.Δ.Π.242/
- Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες. Ο πρώτος μάρτυρας ήταν ο Α/Αστ. 2253 Μαρίνος Χριστοφόρου της ΥΑΜ Λεμεσού. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της κατάθεσης του Μ.Κ.1, που αποτέλεσε μέρος της κύριας εξέτασης του, στις 27.6.2011 και περί ώρα 17.30, κατόπιν πληροφορίας ότι στο κατάστημα ρούχων με την ονομασία «Shocking» που βρίσκεται στον οδό Αγ. Ανδρέου εργοδοτείται παράνομα αλλοδαπή, ο Μ.Κ.1 μετέβη μαζί με τον αστ. 2544 στο μέρος για έλεγχο της πληροφορίας. Αφού έθεσαν το μέρος υπό παρακολούθηση για 10 λεπτά περίπου, αντιλήφθηκαν μία γυναίκα Ασιατικής καταγωγής να βρίσκεται εντός του καταστήματος και να κάθεται κοντά στο ταμείο. Ο Μ.Κ.1 την πλησίασε και της ζήτησε να τον εξυπηρετήσει σχετικά με την αγορά κάποιου γυναικείου μαγιό το οποίο ήταν τοποθετημένο σε ειδικό σταντ. Αφού ο Μ.Κ.1 της υπέδειξε ποιο μαγιό προτιμούσε από τη θέση που βρισκόταν, αυτή του ανέφερε σε σπαστά Ελληνικά ότι η αξία του συγκεκριμένου μαγιό είναι 25 ευρώ. Αμέσως της υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα και της ζήτησε τα στοιχεία της για έλεγχο. Η αλλοδαπή του ανέφερε στα Ελληνικά ότι ονομάζεται Hang Thi και είναι από το Βιετνάμ. Από έλεγχο που διενήργησε ο Μ.Κ.1 μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή της ΥΑΜ, διεφάνη ότι πρόκειται για τη Hang Thi Nguyen από το Βιετνάμ η οποία βρίσκεται νόμιμα στη Δημοκρατία με άδεια παραμονής και εργασίας μέχρι τις 9.11.2013 για να εργάζεται ως οικιακή βοηθός στην οικία του Χριστάκη Αθανασιάδη. Ακολούθως τη ρώτησε στα Ελληνικά αν έχει συμβόλαιο για να εργάζεται εκεί και αυτή απάντησε «όχι μάστρο». Ο Μ.Κ.1 την πληροφόρησε στα Ελληνικά για το αδίκημα που διέπραττε, δηλαδή της παράνομης απασχόλησης κατά παράβαση των όρων της άδειας της, και αφού της επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτή δεν απάντησε οτιδήποτε. Ακολούθως ο Μ.Κ.1 τη συνέλαβε και αφού της επέστησε εκ νέου την προσοχή στο Νόμο στα Ελληνικά αυτή απάντησε «εγώ δαμέ βοηθήσω μάστρο μου λίγο». Κατά τη σύλληψη της η αλλοδαπή ενημερώθηκε για τα δικαιώματα της. Η αλλοδαπή κατονόμασε ως εργοδότη της στο κατάστημα τον πιο πάνω εγγεγραμμένο εργοδότη της ο οποίος απουσίαζε από το μέρος εκείνη τη στιγμή. Αφού εντοπίστηκε, κλήθηκε να παρουσιαστεί στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων Λεμεσού. Η αλλοδαπή μεταφέρθηκε επίσης στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων. Ο Μ.Κ.1 αναγνώρισε τη δεύτερη κατηγορούμενη ως την αλλοδαπή που εργαζόταν στο κατάστημα και τον πρώτο κατηγορούμενο ως τον εργοδότη της. Είδε τον πρώτο κατηγορούμενο όταν ήρθε στο κατάστημα αφού τον ειδοποίησε η αλλοδαπή, και ακολούθως τον είδε στον σταθμό. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Κ.1 είπε κατά τη δεκάλεπτη παρακολούθηση, δεν μπήκε ή βγήκε πελάτης από το κατάστημα, η δεύτερη κατηγορούμενη καθόταν κοντά στο ταμείο και ασχολείτο με κάτι που κατασκεύαζε η ίδια. Όταν ο Μ.Κ.1 υπέδειξε το γυναικείο μαγιό, η δεύτερη κατηγορούμενη χωρίς να μετακινηθεί από τη θέση της του είπε ευθέως την τιμή του που ήταν 25 ευρώ. Δεν κοίταξε την ετικέτα που υπήρχε πάνω στο μαγιό. Σε υποβολή της συνηγόρου υπεράσπισης ότι η αξία του μαγιό είναι 10 ευρώ επειδή ήταν σε ειδική προσφορά και η δεύτερη κατηγορούμενη είδε την ετικέτα για να του πει την τιμή, ο Μ.Κ.1 επανέλαβε τη θέση του προσθέτοντας ότι από τη στιγμή που αυτή δεν είχε οπτική επαφή με την αξία του μαγιό και γνώριζε την αξία του, αυτό καταδεικνύει ότι εργαζόταν εκεί. Η συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι η δεύτερη κατηγορούμενη δεν καταλαβαίνει Ελληνικά και ο Μ.Κ.1 απάντησε ότι καταλαβαίνει και ότι αυτή του έδωσε απάντηση. Τέλος ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι η δεύτερη κατηγορούμενη πήγαινε εκεί ορισμένες φορές χωρίς να εργάζεται και τη συγκεκριμένη μέρα περίμενε τον πρώτο κατηγορούμενο να τελειώσει τη δουλειά του και να πάνε στο σπίτι. Ο Μ.Κ.1 επανέλαβε τις συνθήκες βάσει των οποίων έκρινε ότι η δεύτερη κατηγορούμενη εργαζόταν εκεί. Την ίδια μέρα, τις 27.6.2011 ο αστ. 3464 Στέφανος Κορμόπουλος, Μ.Κ.2, του Τμήματος Μικροπαραβάσεων Λεμεσού, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τη δεύτερη κατηγορούμενη με τη βοήθεια διερμηνέα στη Βιετναμέζικη γλώσσα. Η εν λόγω κατάθεση κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 Α, η πιστή μετάφραση αυτής στα Αγγλικά ως Τεκμήριο 1 Β και η πιστή μετάφραση αυτής στα Ελληνικά ως Τεκμήριο 1 Γ. Ακολούθως ο Μ.Κ.2 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον πρώτο κατηγορούμενο, Τεκμήριο 2, και τον κατηγόρησε γραπτώς αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο. Η γραπτή κατηγορία του πρώτου κατηγορούμενου κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Κ.1 είπε ότι είναι ο εξεταστής της υπόθεσης και κατηγόρησε τους δύο κατηγορούμενους με βάση την κατάθεση του Μ.Κ.
- Η θέση των κατηγορουμένων ήταν ότι η δεύτερη κατηγορούμενη δεν εργαζόταν στο κατάστημα. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, και αφού το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων, κάλεσε αυτούς να προβάλουν την υπεράσπιση τους και τους εξήγησε τα δικαιώματα τους. Ο πρώτος κατηγορούμενος προέβη σε ανώμοτη δήλωση, στην οποία υιοθέτησε την κατάθεση του και δήλωσε ότι είναι αθώος. Ανέφερε επίσης ότι είχε πάει για 10-15 λεπτά στον γιατρό να πάρει τα φάρμακα του και θα επέστρεφε στο κατάστημα και ότι η δεύτερη κατηγορούμενη δεν είναι πωλήτρια. Η δεύτερη κατηγορούμενη επίσης προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Και αυτή με τη σειρά της υιοθέτησε την κατάθεση της και αρνήθηκε την κατηγορία εναντίον της. Είπε ότι εκείνη την ώρα ήταν μόνη στο κατάστημα και απλά ασχολείτο με τα δικά της. Κατά την αγόρευση της η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.1 ότι το κατάστημα ήταν ανοικτό, η δεύτερη κατηγορούμενη βρισκόταν μέσα στο κατάστημα κοντά στο ταμείο και εξυπηρέτησε τον Μ.Κ.1 αναφορικά με το μαγιό το οποίο υπέδειξε σε αυτή, καταδεικνύει ότι αυτή εργαζόταν εκεί κατά τον επίδικο χρόνο. Ήταν η εισήγηση της κας Δανιηλίδου ότι δεν είναι αναγκαία η απόδειξη σύμβασης εργοδότησης ή ύπαρξης αμοιβής για να αποδειχθεί σχέση εργοδότησης με βάση τις πρόνοιες του Κεφ. 105, και επομένως τα συστατικά των αδικημάτων που αφορούν τις κατηγορίες έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Αντίθετη ήταν η θέση της συνηγόρου υπεράσπισης η οποία ανέφερε ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.1 είναι παραπλανητική και δεν πρέπει να γίνει πιστευτή από το Δικαστήριο. Η κα Αδάμου είπε ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.1 είναι ότι αυτός υπέδειξε ένα μαγιό στη δεύτερη κατηγορούμενη και τη ρώτησε πόσο κοστίζει, αυτή δεν γνώριζε, αλλά επειδή ήταν σε προσφορά και υπήρχε πινακίδα, μπόρεσε να πει την τιμή. Η ίδια δεν γνωρίζει τη γλώσσα ούτε και έχει τα προσόντα για να είναι υπάλληλος στο κατάστημα και απλώς περίμενε τον πρώτο κατηγορούμενο να επιστρέψει εκεί και να την πάρει στο σπίτι. Η κα Αδάμου εξέφρασε την άποψη ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν είναι ικανή να αποδείξει την υπόθεση στον απαιτούμενο βαθμό και κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει και απαλλάξει τους κατηγορούμενους. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν για την Κατηγορούσα Αρχή. Ο Μ.Κ.1 δημιούργησε θετική εντύπωση προς το Δικαστήριο καθότι αυτός κατέθεσε με αμεσότητα, σαφήνεια και συνέπεια για τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Ήταν ιδιαίτερα περιγραφικός για την όλη συμπεριφορά της δεύτερης κατηγορούμενης στο κατάστημα και μάλιστα φαίνεται ότι ήθελε να αποκαλύψει όλη την αλήθεια, καθότι δεν δίστασε να αναφέρει ότι αυτή καθόταν κοντά στο ταμείο και ασχολείτο με μία κατασκευή της πριν εισέλθει στο κατάστημα. Ακόμα ήταν χαρακτηριστική η επιμονή του για το τι έγινε όταν ρώτησε τη δεύτερη κατηγορούμενη για το μαγιό και η άρνηση του στη συναφή θέση της συνηγόρου της υπεράσπισης. Επίσης η θέση του για το πώς ο ίδιος συμπέρανε ότι η δεύτερη κατηγορούμενη εργαζόταν εκεί και ακόμα ότι αυτή καταλάβαινε Ελληνικά συνάδουν με την όλη εξέλιξη των γεγονότων όπως ο ίδιος τα αντιλήφθηκε και περιέγραψε στο Δικαστήριο. Επομένως ικανοποιούμαι ότι ο Μ.Κ.1 κατέθεσε με ειλικρίνεια στο Δικαστήριο και αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Ο Μ.Κ.2 με τη σειρά του αναφέρθηκε στις ενέργειες που έκανε στο πλαίσιο διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης που περιορίστηκαν στη λήψη των καταθέσεων των δύο κατηγορουμένων και στη γραπτή κατηγορία του πρώτου κατηγορούμενου. Η μαρτυρία του κρίνεται τυπικής φύσης, παρόλο που ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης, καθότι αυτός βασίστηκε στην κατάθεση του Μ.Κ.1, ενώ η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Ως εκ τούτου αποδέχομαι και τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 ως αξιόπιστη. Αναφορικά με την αξιολόγηση της ανώμοτης δήλωσης των κατηγορουμένων, είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πώς ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν εξομοιώνεται όμως με ένορκη μαρτυρία που υπόκειται σε έλεγχο από αντεξέταση. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Vrakas and Another v. The Republic
(1973)2 C.L.R. 199, Anastasiades v. R.
(1977)2 C.L.R. 97, Καντάρ ν. Δημοκρατίας
(1978)2 C.L.R. 97, Ιωάννου και Σιμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195 και R. v. Frost
(1964)48 Cr. App. R. 284. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Η ΑΠΟΔΕΙΞΗ
(1983)του Κακογιάννη, το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του ότι η δήλωση του κατηγορούμενου έγινε χωρίς όρκο και ότι, επομένως, δεν μπήκε στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Το Δικαστήριο, όμως, έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεσή της. Στην R. v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11, λέχθηκε στη σελίδα 17 το εξής (σε ελεύθερη μετάφραση): «Αυτό που λέγεται σε μια τέτοια κατάθεση, δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα, αλλά η ενδεχόμενη αξία της είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική. Δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα, με μαρτυρία που βρίσκεται μπροστά στους ενόρκους, μπορεί όμως να κάμει τους ενόρκους να δουν τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως.» Πιο πρόσφατα, στην υπόθεση Πολύβιος Σίφουνας κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 91, επαναλήφθηκε η νομολογιακή αρχή ότι η αξία της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου είναι μάλλον περιορισμένη αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Παρόλο που οι ανώμοτες δηλώσεις των κατηγορουμένων παρέμειναν ως απλές δηλώσεις χωρίς να προσκομιστεί οποιαδήποτε περαιτέρω μαρτυρία για να τις επιβεβαιώσει, εν τούτοις και οι δύο κατηγορούμενοι υιοθέτησαν τις καταθέσεις τους προς την αστυνομία, στις οποίες αναφέρονται στις συνθήκες κάτω από τις οποίες η δεύτερη κατηγορούμενη βρισκόταν μόνη στο κατάστημα του πρώτου κατηγορούμενου κατά τον επίδικο χρόνο. Αυτές οι αναφορές τους θα τύχουν αξιολόγησης από το Δικαστήριο στο κατάλληλο στάδιο. Ακόμα το Δικαστήριο μπορεί να ανατρέξει στο περιεχόμενο των καταθέσεων των κατηγορουμένων και να λάβει υπόψη τυχόν ισχυρισμό που θεωρεί ότι αποτελεί παραδοχή εναντίον του καθενός για τη διάπραξη του αδικήματος στην κατηγορία που τον αφορά. Η κατάθεση του κάθε κατηγορούμενου, στον βαθμό που περιέχει παραδοχή, δεσμεύει μόνο τον ίδιο και όχι τον συγκατηγορούμενο του. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Ευριπίδου κ.ά. v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337 και Νεάρχου v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ.
- Επομένως, με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, και αποδεχόμενη το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε για την Κατηγορούσα Αρχή, τα ευρήματα του Δικαστηρίου αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως. Στις 27.6.2011 και περί ώρα 17.30, κατόπιν πληροφορίας ότι στο κατάστημα ρούχων με την ονομασία «Shocking» που βρίσκεται στον οδό Αγ. Ανδρέου εργοδοτείται παράνομα αλλοδαπή, ο Μ.Κ.1 μετέβη μαζί με τον αστ. 2544 στο μέρος για έλεγχο της πληροφορίας. Αφού έθεσαν το μέρος υπό παρακολούθηση για 10 λεπτά περίπου, αντιλήφθηκαν μία γυναίκα Ασιατικής καταγωγής να βρίσκεται εντός του καταστήματος, να κάθεται κοντά στο ταμείο και να ασχολείται με μία κατασκευή της. Ο Μ.Κ.1 την πλησίασε και της ζήτησε να τον εξυπηρετήσει σχετικά με την αγορά κάποιου γυναικείου μαγιό το οποίο ήταν τοποθετημένο σε ειδικό σταντ. Αφού ο Μ.Κ.1 της υπέδειξε πιο μαγιό προτιμούσε από τη θέση που βρισκόταν, αυτή, χωρίς να μετακινηθεί από τη θέση της, του ανέφερε ευθέως σε σπαστά Ελληνικά ότι η αξία του συγκεκριμένου μαγιό είναι 25 ευρώ. Η γυναίκα του ανέφερε την τιμή χωρίς να έχει οπτική επαφή με την αξία του μαγιό ή να δει την ετικέτα του. Αμέσως ο Μ.Κ.1 της υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα και της ζήτησε τα στοιχεία της για έλεγχο. Η αλλοδαπή του ανέφερε στα Ελληνικά ότι ονομάζεται Hang Thi και είναι από το Βιετνάμ. Από έλεγχο που διενήργησε ο Μ.Κ.1 μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή της ΥΑΜ, διεφάνη ότι πρόκειται για τη Hang Thi Nguyen από το Βιετνάμ, τη δεύτερη κατηγορούμενη, η οποία βρίσκεται νόμιμα στη Δημοκρατία με άδεια παραμονής και εργασίας μέχρι τις 9.11.2013 για να εργάζεται ως οικιακή βοηθός στην οικία του Χριστάκη Αθανασιάδη, του πρώτου κατηγορούμενου. Ακολούθως τη ρώτησε στα Ελληνικά αν έχει συμβόλαιο για να εργάζεται εκεί και αυτή απάντησε «όχι μάστρο». Ο Μ.Κ.1 την πληροφόρησε στα Ελληνικά για το αδίκημα που διέπραττε, δηλαδή της παράνομης απασχόλησης κατά παράβαση των όρων της άδειας της, και αφού της επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτή δεν απάντησε οτιδήποτε. Ακολούθως ο Μ.Κ.1 τη συνέλαβε και αφού της επέστησε εκ νέου την προσοχή στο Νόμο στα Ελληνικά αυτή απάντησε «εγώ δαμέ βοηθήσω μάστρο μου λίγο». Κατά τη σύλληψη της η δεύτερη κατηγορούμενη ενημερώθηκε για τα δικαιώματα της. Η δεύτερη κατηγορούμενη κατονόμασε ως εργοδότη της στο κατάστημα τον πιο πάνω εγγεγραμμένο εργοδότη της ο οποίος απουσίαζε από το μέρος εκείνη τη στιγμή. Αφού η ίδια τον ειδοποίησε, αυτός εντοπίστηκε και κλήθηκε να παρουσιαστεί στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων Λεμεσού. Η δεύτερη κατηγορούμενη μεταφέρθηκε επίσης στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων. Την ίδια μέρα, τις 27.6.2011 ο Μ.Κ.2, του Τμήματος Μικροπαραβάσεων Λεμεσού, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τη δεύτερη κατηγορούμενη με τη βοήθεια διερμηνέα στη Βιετναμέζικη γλώσσα. Η εν λόγω κατάθεση κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 Α, η πιστή μετάφραση αυτής στα Αγγλικά ως Τεκμήριο 1 Β και η πιστή μετάφραση αυτής στα Ελληνικά ως Τεκμήριο 1 Γ. Ακολούθως ο Μ.Κ.2 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον πρώτο κατηγορούμενο, Τεκμήριο 2, και τον κατηγόρησε γραπτώς αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο. Η γραπτή κατηγορία του πρώτου κατηγορούμενου κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Το αδίκημα της εργοδότησης αλλοδαπού χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια συνιστά αδίκημα αυστηρής ευθύνης (strict liability) και αυτό σημαίνει ότι δεν απαιτείται απόδειξη της υποκειμενικής υπόστασης (mens rea) του αδικήματος, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Πιρίκκη
(2001)2 Α.Α.Δ. 279. Σε τέτοιας φύσης υποθέσεις δεν είναι απαραίτητη η απόδειξη σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου με την αυστηρή έννοια που δίνει στον όρο το αστικό δίκαιο. Η εργοδότηση με την έννοια της ανάληψης εργασίας από αλλοδαπό μπορεί να λάβει χώρα υπό συνθήκες που δεν απαιτούν συμφωνία εργοδότησης, στενό έλεγχο από τον εργοδότη ή την καταβολή μισθού. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, όπως αυτά εκτίθενται πιο πάνω, προκύπτει ότι η δεύτερη κατηγορούμενη κατάγεται από το Βιετνάμ και βρίσκεται νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία με άδεια παραμονής και εργασίας μέχρι τις 9.11.2013 για να εργάζεται ως οικιακή βοηθός στην οικία του πρώτου κατηγορούμενου στην οδό Φωκίονος 4 στη Λεμεσό. Αυτό το γεγονός προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 επί τούτου, την οποία έχω αποδεχθεί, και η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και μάλιστα επιβεβαιώθηκε και από τους δύο κατηγορούμενους στις καταθέσεις τους. Αποτελεί ακόμα εύρημα του Δικαστηρίου ότι την επίδικη μέρα, και κατά τη δεκάλεπτη παρακολούθηση του επίδικου καταστήματος, η δεύτερη κατηγορούμενη βρισκόταν εντός αυτού κοντά στο ταμείο, το κατάστημα ήταν ανοικτό, εξ ου και ο Μ.Κ.1 εισήλθε σε αυτό ως πελάτης, και μάλιστα η δεύτερη κατηγορούμενη τον εξυπηρέτησε σε σχέση με ένα είδος που διατίθετο προς πώληση στο κατάστημα, αφού του είπε αμέσως την τιμή του χωρίς καν να δει την ετικέτα, καταδεικνύοντας έτσι ότι γνώριζε την τιμή του εν λόγω προϊόντος. Δεν υπήρχε κανένα άλλο άτομο εκεί κατά τον εν λόγω χρόνο, και μάλιστα η δεύτερη κατηγορούμενη ήταν πρόθυμη να εξυπηρετήσει άμεσα τον Μ.Κ.1 καθότι καταλάβαινε Ελληνικά και ήταν σε θέση να συνεννοηθεί μαζί του. Θεωρώ ότι αυτό αποδεικνύει ότι κατά τον επίδικο χρόνο η δεύτερη κατηγορούμενη εκτελούσε εργασία εντός του επίδικου καταστήματος, στην απουσία του ιδιοκτήτη του, κατά παράβαση των όρων της άδειας της η οποία περιοριζόταν για να εργάζεται ως οικιακή βοηθός. Στρεφόμενη τώρα στην αξιολόγηση των καταθέσεων των δύο κατηγορουμένων, και οι δύο κατηγορούμενοι ανέφεραν ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η δεύτερη κατηγορούμενη εργοδοτείται από τον πρώτο κατηγορούμενο ως οικιακή βοηθός στη οικία του. Η δεύτερη κατηγορούμενη ανέφερε στον Μ.Κ.1 αμέσως μετά τη σύλληψη της και την επίστηση της προσοχής της στο Νόμο ότι πήγε για να βοηθήσει λίγο τον μάστρο της, θέση την οποία επανέλαβε στην κατάθεση της. Παρόλο που στην κατάθεση της η δεύτερη κατηγορούμενη αρνείται ότι εργάστηκε ποτέ στο κατάστημα, εν τούτοις τόσο η προφορική της απάντηση όσο και η αναφορά της στην κατάθεση της ότι την επίδικη μέρα πήγε στο κατάστημα για να βοηθήσει λίγο τον εργοδότη της επειδή αυτός είχε κάτι άλλο να κάνει και παρέμεινε μόνη στο κατάστημα εν ώρα λειτουργία αυτού, καταδεικνύουν ότι κατά τον επίδικο χρόνο εξυπηρετούσε τις ανάγκες του καταστήματος στην απουσία του πρώτου κατηγορούμενου. Αυτή η θέση της λέχθηκε δύο φορές και η δεύτερη κατηγορούμενη παρέμεινε σταθερή σε αυτή, έτσι ώστε, παρόλο που η ίδια δεν θεωρεί ότι η συμπεριφορά της αποτελεί εργοδότηση στο κατάστημα, εν τούτοις η δήλωση της επιβεβαιώνει τη διαπίστωση του Δικαστηρίου για την απασχόληση της εκεί σύμφωνα με τη νομική έννοια της εργοδότησης. Ανάλογη ήταν και η θέση του πρώτου κατηγορούμενου στην κατάθεση του ότι είπε στη δεύτερη κατηγορούμενη να προσέχει το μαγαζί μέχρι να επιστρέψει από το Νοσοκομείο. Παρόλο που ο πρώτος κατηγορούμενος δηλώνει επίσης ότι δεν της είπε να εργάζεται εκεί, δηλαδή να εξυπηρετεί πελάτες, εν τούτοις αυτή η αναφορά του πρώτου κατηγορούμενου να την αφήσει μόνη στο κατάστημα εν ώρα λειτουργίας αυτού και ενώ ήταν ανοικτό επιβεβαιώνει και πάλι την κατάληξη του Δικαστηρίου ότι αυτός την εργοδότησε εκεί σύμφωνα και πάλι με τη νομική ερμηνεία του όρου. Άλλωστε, όπως ήδη αναφέρεται πιο πάνω, σε τέτοιας φύσης αδικήματα δεν είναι απαραίτητη η ύπαρξη νομικής σχέσης μεταξύ του εργοδότη και εργοδοτούμενου για τη στοιχειοθέτηση αυτών, παρόλο που στην υπό κρίση περίπτωση η δεύτερη κατηγορούμενη εργοδοτείτο από τον πρώτο κατηγορούμενο με βάση βέβαια τη σχετική άδεια ως οικιακή βοηθός. Επομένως, τα γεγονότα της υπόθεσης αποδεικνύουν στον απαιτούμενο βαθμό ότι η δεύτερη κατηγορουμένη εργαζόταν στο κατάστημα του πρώτου κατηγορουμένου κατά τον επίδικο χρόνο. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω διαπίστωσης του Δικαστηρίου, και οι δηλώσεις των κατηγορουμένων, σύμφωνα με όσα αναφέρονται πιο πάνω, τείνουν να επιβεβαιώσουν αυτή την κατάληξη του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή κατάφερε να αποδείξει τις κατηγορίες 1 και 2 εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 αντίστοιχα. Ως εκ τούτου ο πρώτος κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην πρώτη κατηγορία και η δεύτερη κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στη δεύτερη κατηγορία. (Υπ.) ............ Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Απόφαση Αναφορά: Παράνομη εργοδότηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο