Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Kazim Bal κ.α., Αρ. υπόθεσης: 12836/11, 14.12.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B219 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 12836/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον
- Kazim Bal
- Mehmet Mahmut
- Izzet Kirmizigil Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 14.12.2011 Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Π. Αβρααμίδης Για Κατηγορούμενο 1: κ. Μ. Γαβριηλίδης Για Κατηγορούμενο 2: κα. Α. Ιωάννου Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες ---------------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η -------------------------------------------------- Ο 1ος κατηγορούμενος, σύμφωνα με το κατηγορητήριο αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα και των άρθρων 2,4
(1)και 51, ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ του περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113
(1)/04, όπως τροποποιήθηκε (1η κατηγορία), κατοχή πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β που απαγορεύεται, κατά παράβαση των άρθρων 2,4
(1)και 51, ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ, του περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113
(1)/04 και άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα (2η κατηγορία), συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα και των άρθρων 2, 4
(1)και 51, ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ, του περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113
(1)/04 (3η κατηγορία), μεταφορά πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β που απαγορεύεται, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4
(1)και 51, ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ, του περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113
(1)/04 και άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα (4η κατηγορία), συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα και του άρθρου 4
(4)(δ) του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54, όπως τροποποιήθηκε (5η κατηγορία), κατοχή εκρηκτικών υλών άνευ αδείας του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών, κατά παράβαση του άρθρου 4
(4)(δ) του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54 και άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα (6η κατηγορία), συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα και του άρθρου 4
(4)(δ) του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54 (7η κατηγορία), μεταφορά εκρηκτικών υλών άνευ αδείας του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών, κατά παράβαση του άρθρου 4
(4)(δ) του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54 και άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα (8η κατηγορία) και τέλος, κατοχή μη πυροβόλων χωρίς άδεια κατοχής, κατά παράβαση των άρθρων 2, 21 και 22
(1)(α)(ι)(γ) του περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113
(1)/04 και άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα (9η κατηγορία). O 2ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 1 μέχρι
- Αντιμετώπιζε και τις κατηγορίες 5 μέχρι 9, ωστόσο, σ' αυτές, αθωώθηκε από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, με την έκδοση της σχετικής-ενδιάμεσης απόφασής μου, ημερομηνίας 15.11.
- Με την ίδια απόφαση αθωώθηκε και ο 3ος κατηγορούμενος, ο οποίος αντιμετώπιζε όλες τις κατηγορίες. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της υπόθεσής της παρουσίασε στο Δικαστήριο τους ακόλουθους 11 μάρτυρες: Τον αρχιαστυφύλακα 649 Μ. Βακανά (Μ.Κ.1), τον αρχιαστυφύλακα 2624 Γ. Ν. Ντζουβάνη (Μ.Κ.2), τον αστυφύλακα 1102 Κ. Σαμψών (Μ.Κ.3), τον αστυφύλακα 4720 Φ. Μιχαήλ (Μ.Κ.4), τον υπαστυνόμο Ε. Κυριάκου (Μ.Κ.5), τον αστυφύλακα 4557 Α. Αγαθοκλέους (Μ.Κ.6), τον αστυφύλακα 3437 Α. Αριστοτέλους (Μ.Κ.7), τον αστυφύλακα 3669 Ι. Κωνσταντίνου (Μ.Κ.8), τον αστυφύλακα 1742 Χρ. Πολυμνίου (Μ.Κ.9), τον αστυφύλακα 1991 Χ. Αυγουστή (Μ.Κ.10) Οι κατηγορούμενοι, αφού κλήθηκαν σε απολογία (ο 1ος κατηγορούμενος, σ' όλες τις κατηγορίες και ο 2ος κατηγορούμενος, στις κατηγορίες 1 μέχρι 4) επέλεξαν - ως είχαν δικαίωμα - το δικαίωμα της σιωπής, χωρίς να καλέσουν κανένα μάρτυρα προς υπεράσπισή τους. Αποτελεί κεντρική θέση της κατηγορούσας αρχής, ότι στη βάση διαφόρων στοιχείων άμεσης και περιστατικής μαρτυρίας απόδειξε την ενοχή και των δυο κατηγορούμενων, σ' όλες τις κατηγορίες που αυτοί αντιμετωπίζουν. Οι κατηγορούμενοι καθώς ήδη έχει αναφερθεί, αφού κλήθηκαν σε απολογία και τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματά τους, επέλεξαν το δικαίωμα της σιωπής. Φυσικά, ενώπιόν μου έχει τεθεί και η γραπτή κατάθεση και των δυο (βλ. τα τεκμήρια 3Α και 36Α αντίστοιχα - πιστή μετάφραση στα ελληνικά -), στο περιεχόμενο των οποίων θα αναφερθώ αργότερα. Εν πάση περιπτώσει, με την τελική τους αγόρευση, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι τους ισχυρίστηκαν και τα εξής, μεταξύ άλλων: Ο κ. Γαβριηλίδης που εκπροσωπεί τον 1ο κατηγορούμενο, πρώτο, ότι δεν εντοπίστηκε το γενετικό υλικό καθώς και τα αποτυπώματα του πελάτη του στο επίδικο πιστόλι, δεύτερο, ότι η φύλαξη του χώρου εντοπισμού του πιστολιού ήταν τέτοια, που δεν αποκλείει παρέμβαση μέχρι και την ώρα εντοπισμού του, ενώ, σε σχέση με το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του πελάτη του, πως δεν αποδείχθηκε ότι αυτός μπορούσε να κάνει δηλώσεις στα ελληνικά. Συνεπεία αυτού, κατέληξε, εγείρονται λογικές αμφιβολίες, αναφορικά με τις κατηγορίες 1 μέχρι 4, τις οποίες και θα πρέπει να απορρίψω. Με τη σειρά της, η κα Ιωάννου που εκπροσωπεί το 2ο κατηγορούμενο, ισχυρίστηκε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να συνδέει τον πελάτη της με οποιοδήποτε αδίκημα. Περαιτέρω, για λόγους που έχει αναφέρει, προέβαλε τη θέση, ότι ο Μ.Κ.9 που είναι και ο βασικός μάρτυρας, ιδιαίτερα σε σχέση με τον πελάτη της είναι αναξιόπιστος. Τέλος, αμφισβήτησε και την αξιοπιστία της Μ.Κ.
- Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της μαρτυρίας στο σύνολό του. Το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στο κατάλληλο στάδιο και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά και στη μαρτυρία - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες, καθ' ον χρόνο έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης ενός εκάστου αυτών αναφορικά με τα διαδραματισθέντα κατά τον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλ. και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ.162 και Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ.149, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με το περιεχόμενο της κατάθεσης του 1ου κατηγορούμενου και της ανακριτικής κατάθεσης του 2ου κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη, ότι, το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη τους επαφίεται στη διακριτική μου ευχέρεια (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109). Τέλος παραπέμπω και στην Αλ - Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, σύμφωνα με την οποία, η προσφυγή στο ψεύδος, δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Ο αρχιαστυφύλακας 649 Μ. Βακανάς (Μ.Κ.1) είναι ο εξεταστής της υπόθεσης. Το σύνολο των ενεργειών του καθώς και ό,τι γνωρίζει σε σχέση με την παρούσα υπόθεση αναφέρονται στη γραπτή του κατάθεση, ημερομηνίας 9.8.2011 (βλ. το τεκμήριο 1), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Μολονότι αντεξετάστηκε από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των κατηγορούμενων 1 και 2, εντούτοις, δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του σε σχέση με οτιδήποτε έχει αναφέρει. Γενικά, θα έλεγα ότι η μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα για πλείστα όσα έχει αναφέρει ή έχει κάνει στον ουσιώδη χρόνο, είτε παρέμεινε αναντίλεκτη είτε επιβεβαιώνεται από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία ή από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας. Επιβεβαιώνεται ακόμη και από το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του 1ου κατηγορούμενου. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του είναι εξαιρετική, κατά συνέπεια, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της. Η ουσία της μαρτυρίας του αρχιαστυφύλακα 2624 Γ. Ντζουβάνη (Μ.Κ.2) απορρέει από το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσής του, ημερομηνίας 2.8.2011 (βλ. το τεκμήριο 34) που κι αυτός υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της. Και αυτός αντεξετάστηκε από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των κατηγορούμενων 1 και 2, χωρίς ωστόσο να κλονιστεί η αξιοπιστία του σε σχέση με οτιδήποτε έχει αναφέρει. Επειδή ο μάρτυρας αμφισβητήθηκε έντονα από την ευπαίδευτη δικηγόρο του 2ου κατηγορούμενου, σε ουσιαστικές πτυχές της υπόθεσης εξηγώ αμέσως γιατί δέχομαι τη μαρτυρία του και επί του προκειμένου. Ειδικότερα: Υποβλήθηκε στο μάρτυρα από την κα Ιωάννου, ότι ο 2ος κατηγορούμενος, ουδέποτε του ανάφερε στην ανακριτική του κατάθεση τον αριθμό 99-017700, ως τον αριθμό τηλεφώνου του Ππόλου, στον οποίο τηλεφώνησε για να το ρωτήσει αν είχε δουλειά. Του υποβλήθηκε ακόμη, ότι στη θέση του συγκεκριμένου αριθμού θα έπρεπε να υπάρχει ο αριθμός 99-
- Το πρώτο που θέλω να πω, είναι ότι πρόκειται για αίολους ισχυρισμούς και οι δυο οι παραπάνω ισχυρισμοί του 2ου κατηγορούμενου, οι οποίοι καταρρίπτονται και από τα εξής: Καταρχήν, από το γεγονός, ότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 12 (γραπτή συγκατάθεση του 2ου κατηγορούμενου, για έλεγχο τηλεφωνικών κλήσεων/μηνυμάτων του τηλεφώνου του με αριθμό κλήσης 96-581931 - αυτός ο αριθμός αναφέρεται και στην ανακριτική του κατάθεση - και κατάλογοι τηλεφωνικών ονομάτων, εξερχόμενων, αναπάντητων και εισερχόμενων κλήσεων του κινητού τηλεφώνου με τον ίδιο αριθμό κλήσης) πρώτο, ο αριθμός 99-017700 είναι καταχωρημένος στο σχετικό κατάλογο ονομάτων στο όνομα Polo και δεύτερο, ο κατηγορούμενος στις 29.7.2011 και ώρα 16:22 είχε εισερχόμενη κλήση από τον εν λόγω αριθμό. Όχι τυχαία νομίζω, δεν εμφαίνεται πουθενά, επί του τεκμηρίου 12, ο αριθμός που υποβλήθηκε στο μάρτυρα. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό, ότι, ουδέποτε αμφισβητήθηκε από το 2ο κατηγορούμενο, ο εξεταστής της υπόθεσης (Μ.Κ.1), ο οποίος εξασφάλισε το τεκμήριο 12, με περιεχόμενο, ως ανωτέρω. Έπειτα, είναι και το γεγονός, ότι, δεν μπορεί ο 2ος κατηγορούμενος, ο οποίος αμφισβήτησε το Μ.Κ.2 σε σχέση μόνο με τη συγκεκριμένη πτυχή της μαρτυρίας του, να παραβλέπει, ότι, ενώ ο μάρτυρας ισχυρίστηκε, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί, ότι του έλαβε την ανακριτική κατάθεση, μέσω διερμηνέα, με ερωτήσεις και απαντήσεις, η δικηγόρος του υπόβαλε στη διερμηνέα Δ. Πηλαβάκη (Μ.Κ.11), ότι η εκδοχή του είναι ότι, ολόκληρη την κατάθεσή του, της την είπαν στα ελληνικά οι αστυνομικοί, τα οποία έγραψε η ίδια στα τουρκικά και του την έδωσε και την υπέγραψε. Και πότε υποβλήθηκε κάτι τέτοιο στο Μ.Κ.2, για να του δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο να σχολιάσει; Ουδέποτε. Ακολουθεί ότι και αυτού του μάρτυρα η μαρτυρία είναι αποδεκτή στο σύνολό της. Η ουσία της μαρτυρίας του αστυφύλακα 1102 Κ. Γ. Σαμψών (Μ.Κ.3) απορρέει από το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσής του, ημερομηνίας 30.7.2011 (βλ. το τεκμήριο 37) που δηλώθηκε παραδεκτό γεγονός μεταξύ των δυο πλευρών. Δεκτή στο σύνολό της είναι και η μαρτυρία του αστυφύλακα 4720 Φ. Μιχαήλ (Μ.Κ.4). Απορρέει δε από το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσής του, ημερομηνίας 2.8.2011 (βλ. το τεκμήριο 38) που κι αυτός υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε μόνο και σε κάποιο βαθμό αμφισβητήθηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του 1ου κατηγορούμενου, χωρίς ωστόσο να καταστεί δυνατό να κλονιστεί η αξιοπιστία του σε σχέση με οτιδήποτε έχει αναφέρει, για το οποίο, εν πάση περιπτώσει, ούτε και υπάρχει περί αντιθέτου μαρτυρία. Απεναντίας, η μαρτυρία και αυτού, σε σημαντικό βαθμό ενισχύεται και/ή επιβεβαιώνεται από άλλη αξιόπιστη μαρτυρία καθώς και από το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων. Και η μαρτυρία του υπαστυνόμου Ε. Κυριάκου (Μ.Κ.5) γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της. Απορρέει δε από το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσής του, ημερομηνίας 2.8.2011 (βλ. το τεκμήριο 39), που κι αυτός υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της, αλλά και απ' όσα έχει αναφέρει αντεξεταζόμενος, από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του 1ου κατηγορούμενου. Επειδή, ο κ. Γαβριηλίδης, όταν ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι ο 1ος κατηγορούμενος του περίγραψε με σπαστά ελληνικά τον τρόπο που πετούσε τα τεκμήρια ενώ έτρεχε για να διαφύγει στον ουσιώδη χρόνο και περαιτέρω, ότι, επειδή δεν εντόπιζαν το πιστόλι το βράδυ, τους υποδείκνυε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος πού υπολόγιζε ότι το πέταξε, για να εστιάσουν εκεί τις έρευνες, υπόβαλε στο μάρτυρα, ότι ο κατηγορούμενος δεν γνωρίζει την ελληνική γλώσσα, για να μπορέσει να μιλήσει και να ξηγηθεί, θα ήθελα να πω δυο πράγματα, προκειμένου να εξηγήσω γιατί δέχομαι τη μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα και επί του προκειμένου. Καταρχήν, επειδή αυτή επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία άλλων μαρτύρων που ήταν και αυτοί στο μέρος κατά τον ίδιο χρόνο. Μάλιστα, σύμφωνα με τον αστυφύλακα 3669 Ι. Κωνσταντίνου (Μ.Κ.8), ο 1ος κατηγορούμενος, όταν σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις εκεί στη σκηνή του επιστήθηκε από το Μ.Κ.9 η προσοχή στο νόμο έδιδε συγκεκριμένη απάντηση κάθε φορά, προφανώς στα ελληνικά. Να σημειωθεί ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.8 παρέμεινε αναντίλεκτη. Ακολούθως είναι και το γεγονός, ότι, ο ίδιος ο 1ος κατηγορούμενος, με το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσής του στην αστυνομία, ουσιαστικά, όχι απλώς επιβεβαιώνει το μάρτυρα, έστω έμμεσα, αλλά, ομολογεί και τη διάπραξη αριθμού αδικημάτων, για τα οποία αντιμετωπίζει σχετικές κατηγορίες, στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Όμως, επί του προκειμένου, θα επανέλθω. Η μαρτυρία του αστυφύλακα 4557 Α. Αγαθοκλέους (Μ.Κ.6) παρέμεινε αναντίλεκτη. Ο εν λόγω μάρτυρας, ούτε καν αντεξετάστηκε από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των κατηγορούμενων. Για τις ενέργειές του καθώς και για οτιδήποτε γνωρίζει συναφώς με την παρούσα υπόθεση παραπέμπω στο περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης, ημερομηνίας 2.8.2011 (βλ. το τεκμήριο 40) που κι αυτός υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Και η μαρτυρία του αστυφύλακα 3437 Α. Αριστοτέλους (Μ.Κ.7) γίνεται δεκτή στο σύνολό της. Απορρέει από το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (βλ. το τεκμήριο 42), ενώ, για όσα έχει αναφέρει, σε σημαντικό βαθμό επιβεβαιώνεται και από άλλους μάρτυρες. Άξιοι ειδικής αναφοράς είναι οι ακόλουθοι ισχυρισμοί του, οι οποίοι αποτελούν επιπλέον απάντηση στη θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου του 1ου κατηγορούμενου, ο οποίος υπόβαλε στο Μ.Κ.5, ότι ο 1ος κατηγορούμενος δεν γνωρίζει την ελληνική γλώσσα, για να μπορέσει να μιλήσει και εξηγηθεί σε σχέση με όσα ο συγκεκριμένος μάρτυρας το φέρει να του έχει αναφέρει με σπαστά ελληνικά στον ουσιώδη χρόνο: Αναφέρομαι στον ισχυρισμό του Μ.Κ.7, σύμφωνα με τον οποίο, όταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ο αστυφύλακας 1742 (Μ.Κ.9) υπέδειξε τη γεμιστήρα στον 1ο κατηγορούμενο, τον πληροφόρησε ότι επρόκειτο για γεμιστήρα πιστολιού, η κατοχή και μεταφορά της οποίας απαγορεύεται και του επέστησε την προσοχή στο νόμο, ο κατηγορούμενος απάντησε ως εξής: «εν τούτη που έσυρα τζιαι έσυρα τζιαι ένα πιστόλι που την άλλη.» Έπειτα, σύμφωνα πάντοτε με το Μ.Κ.7, όταν ο Μ.Κ.9 συνέλαβε τον κατηγορούμενο για αυτόφωρο αδίκημα, του εξήγησε τους λόγους της σύλληψής του και του επέστησε εκ νέου την προσοχή στο νόμο, «καλάν» ήταν η απάντησή του. Τέλος, όταν μετά τον εντοπισμό των 16 φυσιγγίων πιστολιού και του κινητού τηλεφώνου, ο Μ.Κ.9 τα υπέδειξε στον 1ο κατηγορούμενο, τον πληροφόρησε ότι επρόκειτο για φυσίγγια πιστολιού, η κατοχή και μεταφορά των οποίων απαγορεύεται και του επέστησε ξανά την προσοχή στο νόμο, ο κατηγορούμενος έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «το τηλέφωνο εν δικό μου, τούτες ενεν εγώ που τες έσυρα, εν ο Κούρδος που ήταν μαζί μου που τες έκράτεν.» Αν ληφθεί υπόψη, ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.7, σε σχέση με τα παραπάνω παρέμεινε αναντίλεκτη αποδεικνύεται πόσο «βάσιμα» μπορεί να ισχυρίζεται ο 1ος κατηγορούμενος ότι δεν γνωρίζει ελληνικά. Για τους ίδιους περίπου λόγους δέχομαι στο σύνολό της και τη μαρτυρία του επόμενου μάρτυρα, που είναι ο αστυφύλακας 3669 Ι. Κωνσταντίνου (Μ.Κ.8), η οποία, συν τοις άλλοις, παρέμεινε αναντίλεκτη. Συγκρατώ από τη μαρτυρία και αυτού τα όσα έχει αναφέρει συναφώς με ενέργειες στις οποίες έχει προβεί μαζί με άλλους συναδέλφους του καθώς και τις διαπιστώσεις του κατά τον ουσιώδη χρόνο, τα οποία συνάδουν απόλυτα με όσα έχουν αναφέρει άλλοι μάρτυρες. Συγκρατώ ιδιαίτερα τον ισχυρισμό του, ότι ο 1ος κατηγορούμενος αναγνώρισε το Μ.Κ.9, καθότι τον αποκάλεσε με τ' όνομά του. Η μαρτυρία του αστυφύλακα 1742 Χρ. Πολυμνίου (Μ.Κ.9) είναι η πλέον σημαντική για την τύχη της παρούσας υπόθεσης και τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης των κατηγορούμενων, ιδιαίτερα του 2ου κατηγορούμενου, για τον οποίο, ουδεμία άλλη - άμεση μαρτυρία υπάρχει που να τον εμπλέκει με οποιοδήποτε αδίκημα του καταλογίζεται ότι διέπραξε. Ο συγκεκριμένος μάρτυρας, με όσα έχει αναφέρει εμπλέκει ασφαλώς και τον 1ο κατηγορούμενο, πλην όμως, σε σχέση με αυτόν και όσα του καταλογίζεται ότι έκανε στον ουσιώδη χρόνο κατάθεσαν και άλλοι μάρτυρες. Επισημαίνεται ότι και αυτός υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (βλ. το τεκμήριο 44) για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Δέχομαι τη μαρτυρία και αυτού του μάρτυρα στο σύνολό της, επειδή συγκεντρώνει όλα τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας. Καταρχήν, ο μάρτυρας ήταν άμεσος και σταθερός σε σχέση με οτιδήποτε έχει αναφέρει και στα δυο βασικά στάδια της μαρτυρίας του, χωρίς να καταστεί δυνατό να κλονιστεί σε κανένα σημείο η αξιοπιστία του. Ούτε και μου διαφεύγει ότι στο βαθμό που έχει αμφισβητηθεί από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των κατηγορούμενων, αυτό έγινε με υποβολές, οι οποίες σε καμία περίπτωση ισοδυναμούν με μαρτυρία. Έπειτα, η μαρτυρία του, στο ουσιαστικό της μέρος ενισχύεται και επιβεβαιώνεται από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία, περιλαμβανομένης και πραγματικής μαρτυρίας, η οποία και παρέμεινε αναντίλεκτη. Εν μέρει, ο μάρτυρας επιβεβαιώνεται και από τους κατηγορούμενους, ενώ, ειδικά σε σχέση με το 2ο κατηγορούμενο, δεν μου διαφεύγει ότι η γραμμή αντεξέτασης στην οποία υπόβαλε το μάρτυρα μέσω της δικηγόρου του υπήρξε και αντιφατική αλλά και επαμφοτερίζουσα. Ειδικότερα: Οι λόγοι για τους οποίους δεν δέχομαι τη θέση του 1ου κατηγορούμενου ότι δεν μιλά ελληνικά - όπως υποβλήθηκε από το δικηγόρο του και σ' αυτό το μάρτυρα - έχουν ήδη αναφερθεί. Κατά συνέπεια, δεν προτίθεμαι να τους επαναλάβω. Περαιτέρω, ούτε και μπορεί να υποβάλλεται στο μάρτυρα από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του 1ου κατηγορούμενου, ότι ουδέποτε μίλησε στο τηλέφωνο με τον εν λόγω κατηγορούμενο, αφού αυτός δεν έχει στην κατοχή του τηλέφωνο με αριθμό κλήσης 96-504542 και τούτο γιατί, πρώτο, ο συγκεκριμένος αριθμός τηλεφώνου αναγράφεται και στη γραπτή κατάθεση του 1ου κατηγορούμενου, ως ο αριθμός τηλεφώνου εργασίας του, τον οποίο προφανώς ο ίδιος έχει δηλώσει, δεύτερο, ο κατηγορούμενος και πάλιν, δυνάμει του τεκμηρίου 6, την 1η.8.2011 συγκατατέθηκε γραπτώς, όπως η αστυνομία παραλάβει και ελέγξει τις εισερχόμενες, εξερχόμενες και αναπάντητες κλήσεις καθώς και τα γραπτά μηνύματα και του κινητού του τηλεφώνου με το συγκεκριμένο αριθμό (96-504542), τρίτο, επειδή βάσει του ίδιου τεκμηρίου, ο αριθμός τηλεφώνου του μάρτυρα (99-017700) στον οποίο δέχθηκε το πρώτο τηλεφώνημα από το κινητό τηλέφωνο με αριθμό 96-581931 είναι καταχωρημένος στον κατάλογο τηλεφωνικών ονομάτων του κινητού τηλεφώνου του 1ου κατηγορούμενου με αριθμό 96-504542, ενώ είναι καταχωρημένος και στον κατάλογο εισερχόμενων κλήσεων του κινητού τηλεφώνου του 1ου κατηγορούμενου, με τον ίδιο αριθμό, με ημερομηνία 29.7.2011 και ώρα 08:13p.m., τέταρτο, επειδή δεν βλέπω για ποιο λόγο - ούτε και υποβλήθηκε οτιδήποτε επί του προκειμένου στο μάρτυρα - ο μάρτυρας θα έλεγε ψέματα, αναφορικά με αυτή την πτυχή της υπόθεσης και πέμπτο, επειδή, ο 1ος κατηγορούμενος αποδείχθηκε και ο πρωταγωνιστής της υπόθεσης, έχοντας υπόψη όσα διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο, τα οποία οδήγησαν και στη σύλληψή του. Και κάτι ακόμη. Ο 1ος κατηγορούμενος, καθ' ομολογία του και πάλιν, στον ουσιώδη χρόνο διέμενε στο σπίτι του 2ου κατηγορούμενου (βλ. τη φράση «Στην Λεμεσό μένω τις τελευταίες τρεις μέρες στο σπίτι του φίλου μου Mahmoud Mehmed στην οδό Ισμέτ Πασιά.» από τη γραπτή του κατάθεση - τεκμήριο 3 Α -). Ο 2ος κατηγορούμενος, επίσης, δεν μπορεί να υποβάλλει στο μάρτυρα ότι είναι φανταστική ιστορία τα όσα έχει αναφέρει σε σχέση με τις τηλεφωνικές συνομιλίες που είχε μαζί του, επειδή, πρώτο, ο μάρτυρας εξήγησε με απόλυτα πειστικό και τεκμηριωμένο τρόπο γιατί αναγνώρισε τη φωνή του, πού, πώς και γιατί το γνωρίζει και μάλιστα προσωπικά, δεύτερο, επειδή και αυτός αναφέρει στην ανακριτική του κατάθεση τον ίδιο αριθμό τηλεφώνου, ως τον αριθμό τηλεφώνου εργασίας, με τον αριθμό κλήσης που τηλεφώνησε στο μάρτυρα στις 26.7.2011 στο κινητό του τηλέφωνο με αριθμό 99-017700 και αφού απευθύνθηκε σ' αυτόν αποκαλώντας τον Ππόλο, του είπε ποιος ήταν και πού διαμένει και του ανάφερε ότι είχε ένα πιστόλι μάρκας Glock και ποσότητα κοκαΐνης για να τα πουλήσει έναντι συγκεκριμένου ποσού, τρίτο, όπως και ο 1ος κατηγορούμενος δυνάμει του τεκμηρίου 6, έτσι και αυτός δυνάμει αντίστοιχου τεκμηρίου (του τεκμηρίου 12) ομολογεί ότι ο αριθμός κλήσης 96-581931 είναι του κινητού του τηλεφώνου, ενώ ο αριθμός του κινητού τηλεφώνου του μάρτυρα είναι καταχωρημένος και στο σχετικό κατάλογο ονομάτων του κινητού τηλεφώνου του κατηγορούμενου, με τον ίδιο πάντοτε αριθμό κλήσης, στο όνομα Polo, ενώ, σύμφωνα πάντοτε με το ίδιο τεκμήριο, στις 29.7.2011 και ώρα 16:22, το κινητό τηλέφωνο του 2ου κατηγορούμενου με τον ίδιο πάντοτε αριθμό κλήσης, φαίνεται να δέχθηκε τηλεφώνημα από το κινητό τηλέφωνο του μάρτυρα, με τον επίσης ίδιο αριθμό κλήσης (99-017700). Παρεμπιπτόντως, ουδέποτε υποβλήθηκε στο μάρτυρα από τη δικηγόρο του 2ου κατηγορούμενου, ότι το κινητό του τηλέφωνο με αριθμό 96-581931, στον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στην κατοχή κάποιου άλλου και όχι του ίδιου. Τέταρτο, τα όσα συμφώνησαν οι 2ος κατηγορούμενος και μάρτυρας να κάνουν σε σχέση με την παράνομη συναλλαγή, σε σημαντικό βαθμό υλοποιήθηκαν στον τόπο και κατά το χρόνο που είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους, έστω και αν στο μέρος για τη συναλλαγή μετέβηκε ο 1ος κατηγορούμενος. Ούτε και μου διαφεύγει, τέλος, ότι με τη γραπτή του κατάθεση στην αστυνομία, ο 2ος κατηγορούμενος ομολογεί ότι στον ουσιώδη χρόνο διέμενε μαζί του στο σπίτι του και ο 1ος κατηγορούμενος. Δεν νομίζω να χρειάζεται να επεκταθώ. Θεωρώ εντελώς ακατανόητα, εκτός από αναπόδεικτα και όσα έχουν υποβληθεί στο μάρτυρα από την ευπαίδευτη δικηγόρο του 2ου κατηγορούμενου, σε σχέση με δήθεν προβλήματα υγείας που αυτός αντιμετωπίζει, ότι είναι υποβόλιμος κ.λ.π. και τέλος, ότι επειδή ξέρει - ο μάρτυρας - πόσο αδύνατος είναι δήθεν νοητικά ο κατηγορούμενος, του φόρτωσε αυτή την υπόθεση, χωρίς να έχει καμία σχέση. Εκτός του ότι αποτελεί αντίφαση, από τη μια να επιχειρείται αμφισβήτηση του μάρτυρα, συναφώς με όσα έχει αναφέρει προκειμένου να με πείσει ότι είχε τις τηλεφωνικές επικοινωνίες που ανάφερε με το 2ο κατηγορούμενο στον ουσιώδη χρόνο, με το συγκεκριμένο περιεχόμενο και από την άλλη, να του υποβάλλεται ότι το γνωρίζει καλά και ότι μάλιστα γνωρίζει και ότι έχει όλα εκείνα τα προβλήματα υγείας που έχουν αναφερθεί για τα οποία ο μάρτυρας δήλωσε ειλικρινώς άγνοια, ούτε και αντιλαμβάνομαι ποιο το κίνητρο του μάρτυρα ή το όφελος που θα αποκόμιζε καταμαρτυρώντας ψευδώς στο συγκεκριμένο κατηγορούμενο, πράγματα που δεν έκανε. Και η μαρτυρία του αστυφύλακα 1991 Χ. Αυγουστή (Μ.Κ.10) γίνεται δεκτή στο σύνολό της, εκτός από αξιόπιστη, βασικά και ως αναντίλεκτη. Η Δ. Πηλαβάκη (Μ.Κ.11) είναι και η τελευταία μάρτυρας που παρουσίασε στο Δικαστήριο η κατηγορούσα αρχή. Ότι στον ουσιώδη χρόνο εκτελούσε χρέη διερμηνέα της τουρκικής γλώσσας, σε σχέση με οτιδήποτε αναφέρει στη γραπτή της κατάθεση (βλ. το τεκμήριο 46), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κι αυτή ως μέρος της κυρίως εξέτασής της, όχι μόνο δεν αμφισβητείται, αλλά αποτελεί και παραδεκτό γεγονός, ότι όλα τα έγγραφα/τεκμήρια της παρούσας υπόθεσης στην τουρκική γλώσσα λήφθηκαν και/ή συμπληρώθηκαν με τη βοήθειά της, η οποία εκτελούσε χρέη διερμηνέα από τα τούρκικα στα ελληνικά και αντίστροφα. Η συγκεκριμένη μάρτυρας αμφισβητήθηκε έντονα από την ευπαίδευτη δικηγόρο του 2ου κατηγορούμενου, η οποία της υπόβαλε τα εξής: Πρώτο, ολόκληρη την κατάθεση του 2ου κατηγορούμενου, της την είπαν στα ελληνικά οι αστυνομικοί, τα έγραψε η ίδια στα τουρκικά και την έδωσε του κατηγορούμενου και την υπέγραψε. Δεύτερο, σε καμιά περίπτωση ο κατηγορούμενος ανάφερε το νούμερο 99-017700· τον αριθμό αυτό της τον είπε ο αστυνομικός και τον έγραψε. Τρίτο, ό,τι είπε - η ίδια - το είπε συμπερασματικά, για να βοηθήσει την πλευρά που της δίνει ψωμί και τρώει, δηλαδή την αστυνομία. Όλες οι παραπάνω θέσεις και υποβολές απορρίπτονται ως αυθαίρετες και αναπόδεικτες, καταρχήν, επειδή δέχομαι την περί αντιθέτου εκδοχή της υπό αναφορά μάρτυρος, η οποία γενικά μου έκανε αρκετά καλή εντύπωση, οπότε τη θεωρώ μάρτυρα της αλήθειας. Έπειτα, επειδή ο 2ος κατηγορούμενος προκύπτει από το περιεχόμενο άλλης - αποδεκτής, επίσης, μαρτυρίας, ότι είχε λόγο να πει και είπε το συγκεκριμένο αριθμό τηλεφώνου (99-017700) αφού σε αυτό τον αριθμό, τηλεφώνησε για πρώτη φορά στο Μ.Κ.9 θεωρώντας ότι επρόκειτο για τον Ππόλο. Ούτε και μου διαφεύγει ότι το συγκεκριμένο αριθμό τον είχε καταχωρημένο και στον κατάλογο ονομάτων στο όνομα Polo, του κινητού του τηλεφώνου με αριθμό 96-581931 και ότι στις 29.7.2011 και ώρα 16:22 είχε και εισερχόμενη κλήση από τον ίδιο, πάντοτε αριθμό. (βλ. το τεκμήριο 12). Ακολούθως, όπως ανάφερα και κατά το στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Κ.2, δεν μπορεί να υποβάλλεται στη μάρτυρα, ότι ολόκληρη η κατάθεση του 2ου κατηγορούμενου της υπαγορεύτηκε από τους αστυνομικούς κ.λ.π. και ότι ο κατηγορούμενος απλώς την υπόγραψε και να μην αμφισβητείται ο Μ.Κ.2, ο οποίος έλαβε τη συγκεκριμένη κατάθεση, όταν ισχυριζόταν ότι την έλαβε με ερωτήσεις και απαντήσεις, μέσω της μάρτυρος, υπό την ιδιότητά της ως διερμηνέα, είτε ακόμη, χωρίς να έχει υποβληθεί στο Μ.Κ.2, η τόσο σοβαρή θέση που υποβλήθηκε και στη διερμηνέα. Τέλος, αναφορικά με την τελευταία υποβολή, θεωρώ αρκούντος πειστική την απάντηση που έδωσε η ίδια η μάρτυρας. Εν πάση περιπτώσει, για να επαναλάβω, μόνο και μόνο που πρόκειται για απλές υποβολές οι παραπάνω θέσεις, χωρίς ίχνος μαρτυρίας για σκοπούς τεκμηρίωσης, και οι τρεις υπέχουν μηδενικής αποδεικτικής αξίας. Ακολουθεί ότι και η μαρτυρία της υπό αναφορά μάρτυρος, επί της ουσίας, γίνεται αποδεκτή. Με δεδομένο ότι η γραπτή κατάθεση του 1ου κατηγορούμενου (τεκμήριο 3 Α) και η ανακριτική του 2ου (τεκμήριο 36 Α) είναι θεληματικές είμαι διατεθειμένος να δεχθώ και μέρος αυτών. Συγκεκριμένα, εκείνο το μέρος που υπέχει θέση δηλώσεων ενάντια στα συμφέροντά τους ή ενοχοποιητικών δηλώσεων, είτε ακόμη που ενισχύεται και/ή επιβεβαιώνεται από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία. Αυτονόητο πως λαμβάνω υπόψη και την πάγια νομική αρχή, ότι η αναφορά σε μία κατάθεση προς την αστυνομία από ένα κατηγορούμενο, με την οποία εμπλέκει ένα συγκατηγορούμενο στην εκτέλεση μιας κοινής παράνομης πράξης δεν μπορεί να ενοχοποιήσει το συγκατηγορούμενο (βλ. το σύγγραμμα του Τάκη Ηλιάδη, «Το Δίκαιο της Απόδειξης (Μια πρακτική προσέγγιση)» σελ. 334). Σ' αυτά τα πλαίσια, καταρχήν λαμβάνω υπόψη τα εξής, από την κατάθεση κάθε κατηγορούμενου: Από τη γραπτή κατάθεση του 1ου κατηγορούμενου, πρώτο, ότι είναι κάτοχος κινητού τηλεφώνου με αριθμό 96-504542, δεύτερο, ότι είχε τουλάχιστον μία τηλεφωνική συνομιλία με τον κάτοχο του τηλεφώνου με αριθμό 99-017700 (που είναι ο Μ.Κ.9 και όχι ο Ππόλος), τρίτο, ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με το Μ.Κ.9, έστω κι αν ο ίδιος θεωρούσε ότι μιλούσε με τον Ππόλο συμφώνησαν να βρεθούν σε συγκεκριμένο μέρος, προκειμένου ο πρώτος να πουλήσει στο δεύτερο ένα πιστόλι, τέταρτο, ότι μετέβη στο συγκεκριμένο μέρος κρατώντας ένα πιστόλι και όταν είδε να έρχονται κατά πάνω του κάμποσα άτομα φοβήθηκε και άρχισε να τρέχει πετώντας, σε κάθε περίπτωση, το πιστόλι, μία γεμιστήρα και το κινητό του τηλέφωνο, πέμπτο, ότι στο μέρος μετέβη μαζί με άλλο πρόσωπο που κρατούσε σφαίρες και έκτο, ότι στον ουσιώδη χρόνο διέμενε στο σπίτι του 2ου κατηγορούμενου. Από το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του 2ου κατηγορούμενου δέχομαι τα εξής. Πρώτο, ότι στον ουσιώδη χρόνο ήταν κάτοχος του κινητού τηλεφώνου με αριθμό 96-581931, δεύτερο, ότι τις τελευταίες μέρες - κατά τον ουσιώδη χρόνο - φιλοξενούσε στο σπίτι του και τον 1ο κατηγορούμενο και τρίτο, ότι και αυτός όπως και ο 1ος κατηγορούμενος, θεωρούσε ότι το κινητό τηλέφωνο με αριθμό 99-017700 ανήκε στον Ππόλο. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, κρίνω ότι τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση έχουν ως ακολούθως: Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 είναι τουρκοκύπριοι και στον ουσιώδη χρόνο διέμεναν μαζί στο σπίτι του πρώτου στην οδό Ισμέτ Πασιά, αριθμός 4, Άγιος Αντώνιος, Λεμεσός. Στις 26.7.2011 γύρω στις 13:20, ο αστυφύλακας 1742 Χρ. Πολυμνίου (Μ.Κ.9), που υπηρετούσε στην Υ.Κ.Α.Ν. Αρχηγείου και στάθμευε στην Υ.ΚΑ.Ν Λεμεσού, κάτοχος του κινητού τηλεφώνου με αριθμό κλήσης 99-017700 δέχθηκε τηλεφώνημα στο κινητό του τηλέφωνο με τον παραπάνω αριθμό, από το κινητό τηλέφωνο του 2ου κατηγορούμενου με αριθμό κλήσης 96-
- Αφού απάντησε το τηλέφωνο, το πρόσωπο που τον κάλεσε το ρώτησε, «τι κάμνει κύριε Ππόλο;». Ο μάρτυρας το ρώτησε ποιος ήταν και τι ήθελε και αυτός του απάντησε ότι είναι ο Mahmoud ο τουρκοκύπριος που διαμένει στην οδό Ισμέτ Πασιά και ότι είχε κάτι που θα τον ενδιέφερε. Τότε ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για το 2ο κατηγορούμενο που ήταν γνωστός στον ίδιο καθώς και στην Υ.ΚΑ.Ν., εναντίον του οποίου κατά το παρελθόν εξέτασε αριθμό υποθέσεων. Ερωτηθείς ο 2ος κατηγορούμενος τι εννοούσε ανάφερε στο μάρτυρα ότι είχε ένα πιστόλι μάρκας Glock και ποσότητα κοκαΐνης για να πουλήσει, για το ποσό των €4.500,
- Ο μάρτυρας του απάντησε εντάξει και του είπε να τον πάρει ξανά τηλέφωνο την επόμενη μέρα, προφασιζόμενος ότι ήταν απασχολημένος και τούτο για να ενημερώσει τους ανωτέρους του, όπως και έγινε. Αφού ενημέρωσε σχετικά το λοχία 804 Ηλία Κρέουζο, αυτός του είπε ότι θα τον ενημέρωνε για το πώς θα προχωρούσαν, αφού με τη σειρά του ερχόταν σε συνεννόηση με τη διοίκηση της Υ.ΚΑ.Ν.. Δυο μέρες μετά και συγκεκριμένα στις 28.7.2011, ο 2ος κατηγορούμενος επικοινώνησε εκ νέου με το μάρτυρα και το ρώτησε πότε θα ήταν έτοιμος για τη συναλλαγή. Ο μάρτυρας του είπε να μιλήσουν εκ νέου την επομένη. Την επομένη, 29.7.2011 οργανώθηκε αστυνομική επιχείρηση, με απώτερο σκοπό την κατάσχεση του πιστολιού και της κοκαΐνης και τη σύλληψη του 2ου κατηγορούμενου. Μετά τις 16:00, σε μία από τις τηλεφωνικές συνομιλίες που είχε ο μάρτυρας με το 2ο κατηγορούμενο, προκειμένου να καθορίσουν την ώρα και το χώρο στον οποίο θα συναντιόνταν για να του έπαιρνε το πιστόλι και την κοκαΐνη, ο 2ος κατηγορούμενος έδωσε το τηλέφωνο στον 1ο κατηγορούμενο, ο οποίος συνομίλησε με το μάρτυρα. Από τη συνομιλία μεταξύ των δυο, ο μάρτυρας κατάλαβε ότι ο 1ος κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του το πιστόλι και την κοκαΐνη. Αργότερα, την ίδια μέρα, ο 1ος κατηγορούμενος, στο πλαίσιο τηλεφωνικών επικοινωνιών που είχε με το μάρτυρα, του είπε να συναντηθούν στο χώρο στάθμευσης ανατολικά του ξενοδοχείου Golden Arches, στη λεωφόρο Αμαθούντας στη Λεμεσό, γύρω στις 20:30, για να του πάρει το πιστόλι και την κοκαΐνη να τα δει. Την ίδια πάντοτε μέρα, γύρω στις 20:00, ο μάρτυρας, μαζί με ακόμη 7 συναδέλφους του, ανάμεσά τους και οι Μ.Κ.7 και 8 έθεσαν τον υπό αναφορά χώρο στάθμευσης υπό διακριτική παρακολούθηση. Στις 20:30 περίπου και ενώ ο μάρτυρας βρισκόταν σε υπηρεσιακό όχημα χωρίς διακριτικά και παρακολουθούσε τον επίδικο χώρο, εντόπισε τον 1ο κατηγορούμενο σε απόσταση 30 περίπου μέτρων να κινείται ύποπτα και με προφυλάξεις. Ο μάρτυρας που αναγνώρισε τον 1ο κατηγορούμενο, επειδή στον υπό αναφορά χώρο στάθμευσης υπήρχε επαρκής φωτισμός από γειτονικό ξενοδοχείο, ενώ το 2004 ήταν εκ των κατηγορούμενων σε υπόθεση ναρκωτικών που είχε εξετάσει, όταν τον εντόπισε έδωσε μήνυμα μέσω ασυρμάτου για την εκεί παρουσία του και αμέσως δόθηκαν οδηγίες από τον επικεφαλής, αρχιαστυφύλακα 193 για ανακοπή του. Αμέσως τότε, ο μάρτυρας καθώς και οι Μ.Κ. 7 και 8 κινήθηκαν πεζοί προς το μέρος του. Ενώ τον πλησίαζαν, όταν έγιναν αντιληπτοί από αυτόν, ο μάρτυρας του φώναξε «αστυνομία, σταμάτα». Αντ' αυτού, ο κατηγορούμενος τράπηκε σε φυγή οπότε και καταδιώχθηκε από τους τρεις μάρτυρες, μέχρι που ακινητοποιήθηκε από το Μ.Κ.8 σε χωμάτινο μονοπάτι, σε απόσταση 150 περίπου μέτρων από το σημείο όπου άρχισε η καταδίωξή του. Κατά την καταδίωξή του, ο κατηγορούμενος θεάθηκε από το Μ.Κ.7 να πετά αριστερά και δεξιά του μονοπατιού στο οποίο έτρεχε, κάποια αντικείμενα. Τότε, ο εν λόγω μάρτυρας σταμάτησε να τον καταδιώκει και παρέμεινε στο μέρος όπου και επιτηρούσε το σημείο αριστερά όπου ο κατηγορούμενος είχε πετάξει κάποιο αντικείμενο. Από έλεγχο που έκανε, διαπίστωσε ότι επρόκειτο για μία γεμιστήρα πιστολιού αυτό (βλ. το τεκμήριο 23) οπότε και ενημέρωσε σχετικά τους Μ.Κ.8 και 9, οι οποίοι και οδήγησαν τον 1ο κατηγορούμενο στο σημείο που βρισκόταν ο ίδιος. Αφού ο Μ.Κ.9 είδε τη γεμιστήρα, την υπέδειξε στον κατηγορούμενο, τον πληροφόρησε ότι επρόκειτο για γεμιστήρα πιστολιού, η κατοχή και η μεταφορά της οποίας απαγορεύεται και του επέστησε την προσοχή στο νόμο, ο κατηγορούμενος απάντησε, «εν τούτη που έσυρα τζιαί έσυρα τζιαι ένα πιστόλι που την άλλη». Ακολούθησε αμέσως η σύλληψή του από το Μ.Κ.9 για αυτόφωρο αδίκημα. Αφού ο μάρτυρας του εξήγησε τους λόγους της σύλληψής του και του επέστησε την προσοχή στο νόμο, ο κατηγορούμενος απάντησε «Καλάν». Από περαιτέρω έρευνες που έγιναν σε κοντινή απόσταση, από το σημείο όπου είχε εντοπιστεί η γεμιστήρα, στη δεξιά πλευρά του μονοπατιού όπου έγινε η καταδίωξη του κατηγορούμενου, εντοπίστηκαν από το Μ.Κ.9 σκορπισμένα στο έδαφος 16 φυσίγγια πιστολιού των 9 mm [βλ. το τεκμήριο 20 (4 κάλυκες ίσου αριθμού ανευρεθέντων φυσιγγίων, τα οποία πυροβολήθηκαν από τον υπαστυνόμο Χρ. Αντωνίου - βλ. το τεκμήριο 16, το περιεχόμενο του οποίου αποτελεί παραδεκτό γεγονός - και το τεκμήριο 21 (τα υπόλοιπα 12 φυσίγγια)] και ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας NOKIA (βλ. το τεκμήριο 29). Αφού ο μάρτυρας τα υπέδειξε στον κατηγορούμενο, τον πληροφόρησε ότι πρόκειται για φυσίγγια πιστολιού, η κατοχή και η μεταφορά των οποίων απαγορεύεται και του επέστησε εκ νέου την προσοχή στο νόμο, ο κατηγορούμενος έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «Το τηλέφωνο εν δικό μου, τούτες εν εν εγώ που τις έσυρα, εν ο Κούρδος που ήταν μαζί μου που τες εκράτεν». Εν τω μεταξύ, στη σκηνή κατέφθασαν και μέλη του Τ.Α.Ε., ανάμεσά τους και οι Μ.Κ.1 και
- Ανακρινόμενος επί τόπου ο κατηγορούμενος από το Μ.Κ.5, ανάφερε και τα εξής: Στο μέρος βρισκόταν με ακόμη δυο πρόσωπα, τον Ιζζέτ και κάποιο Κούρδο που δεν γνώριζε. Περαιτέρω, ότι ο ίδιος πέταξε τη γεμιστήρα, ενώ τις σφαίρες τις πέταξε ο Κούρδος. Ανάφερε ακόμη ότι μέσα στα χόρτα πέταξε και ένα πιστόλι μάρκας Glock που κρατούσε με γεμιστήρα, υποδεικνύοντας κάποιο σημείο ανατολικά του χώρου στάθμευσης. Παρά τις αστυνομικές έρευνες που έγιναν, το πιστόλι δεν ανευρέθηκε μέχρι και τις 24:00 οπότε και διακόπηκαν οι έρευνες και η σκηνή τέθηκε υπό αστυνομική φρούρηση. Οι έρευνες επανάρχισαν το πρωί γύρω στις 06:00 με τη βοήθεια ανιχνευτικών σκύλων και της πυροσβεστικής, λόγω του δύσβατου της περιοχής και της πυκνής βλάστησης. Στις 06:45, ένας από τους ανιχνευτικούς σκύλους εντόπισε μέσα σε ξηρά χόρτα και σε απόσταση 10 περίπου μέτρων από το μονοπάτι στο οποίο έγινε η καταδίωξη του κατηγορούμενου το επίδικο πιστόλι (βλ. το τεκμήριο 25). Επισημαίνεται ότι αρκετά από τα παραπάνω γεγονότα είναι παραδεκτά (βλ. το τεκμήριο 14 και συγκεκριμένα, το πρώτο έγγραφο με τίτλο «Αίτηση για επιστημονική εξέταση τεκμηρίων»). Αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός (βλ. το τεκμήριο 16) ότι πρόκειται για ημιαυτόματο πιστόλι μάρκας Glock, αυστριακής κατασκευής, διαμετρήματος 9 x 19 χλμ, με αριθμό κατασκευής FMU423 το υπό αναφορά πιστόλι με την κενή γεμιστήρα που έφερε. Περαιτέρω, η κενή γεμιστήρα που βρέθηκε και αυτή στη σκηνή είναι γεμιστήρα για το παραπάνω πιστόλι. Τέλος, τα 16 ανευρεθέντα στο ίδιο μέρος φυσίγγια είναι διαμετρήματος 9 x 19 χλμ. Προκύπτει από το ίδιο τεκμήριο, ότι, σύμφωνα με τα αποτελέσματα σχετικών επιστημονικών εξετάσεων οι οποίες έγιναν από τον πραγματογνώμονα υπαστυνόμο Χ. Αντωνίου που είναι ειδικός για την αναγνώριση των πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών, το πιστόλι βρίσκεται σε καλή χρησιμοποιήσιμη κατάσταση, το ίδιο και οι δυο γεμιστήρες καθώς και τα 16 πλήρη φυσίγγια, από τα οποία ο μάρτυρας πυροβόλησε 4 για σκοπούς δοκιμών. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Ο 1ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 4 κατηγορίες συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, με αναφορά στο αδίκημα της κατοχής πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β που απαγορεύεται (1η κατηγορία), στο αδίκημα της μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β που απαγορεύεται (3η κατηγορία), στο αδίκημα της κατοχής εκρηκτικών υλών άνευ άδειας του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών (5η κατηγορία) και τέλος, στο αδίκημα της μεταφοράς εκρηκτικών υλών άνευ άδειας του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών (7η κατηγορία). Τις δυο πρώτες κατηγορίες που αφορούν σε πιστόλι - αντικείμενο κατοχής και μεταφοράς, αντίστοιχα -, αντιμετωπίζει και ο 2ος κατηγορούμενος. Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134): «Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δυο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (βλ. Mulcany v. R. [1868] L.R. 34 H.L.328, O'Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S) 1, R. v. Aspinall [1876] 2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2035 παραγρ. 28 - 4». Και λίγο παρακάτω: «Η ύπαρξη συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό του αδικήματος της συνωμοσίας. Ακολουθεί πως στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παράμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και, επομένως, ούτε συνωμοσία. Το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δυο μπορεί να είναι πολύ λεπτή, δεν είναι δυνατό να προκαθοριστεί. Το ζήτημα είναι πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. R. v. King and king [1966] Crim. L. R. 280, R. v. Mills, 47 Cr. App. R. 49, R. v. Walker, [1962] Crim. L. R. 458, R. v. O'Brien, 59 Cr. App. R. 222, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2039 παράγρ. 28 - 9).» Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης και της 4ης κατηγορίας που αντιμετωπίζουν και οι δυο κατηγορούμενοι, τους καταλογίζεται ότι μεταξύ 26ης και 29ης.7.2011 στη Λεμεσό κατείχαν και μετέφεραν, αντίστοιχα, πυροβόλο όπλο κατηγορίας Β που απαγορεύεται, δηλαδή, ένα πιστόλι μάρκας Glock, με αριθμό κατασκευής FWU423. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου του 2004 (Ν.113
(1)/04) όπως τροποποιήθηκε «πυροβόλο όπλο» σημαίνει: «. οποιοδήποτε φορητό όπλο με κάννη, το οποίο εξακοντίζει, είναι σχεδιασμένο να εξακοντίζει ή μπορεί να μετατραπεί ώστε να εξακοντίζει σφαίρα, βολίδα ή βλήμα μέσω της ενέργειας εκρηκτικής ύλης και το οποίο εμπίπτει σε οποιαδήποτε από τις κατηγορίες που προβλέπονται στο σημείο Ι του Πρώτου Παραρτήματος του παρόντος Νόμου, εκτός εάν εξαιρείται για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο σημείο ΙΙΙ του εν λόγω Παραρτήματος.» Τα πιστόλια εμπίπτουν στην κατηγορία Β πυροβόλων όπλων, σύμφωνα με το σχετικό - Πρώτο Παράρτημα του Νόμου. Συνάγεται από το περιεχόμενο των άρθρων 4
(1)του ίδιου Νόμου ότι απαγορεύεται η κατοχή και μεταφορά, μεταξύ άλλων και πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β, ενώ, σύμφωνα με το εδάφιο 2 του ίδιου άρθρου, πρόσωπο που επιθυμεί να κατέχει ή μεταφέρει πιστόλι, θα πρέπει να υποβάλει γραπτή αίτηση στον Αρχηγό Αστυνομίας, για χορήγηση σχετικής άδειας απόκτησης και κατοχής του συγκεκριμένου όπλου. Τέλος, παράλειψη συμμόρφωσης με τις προαναφερθείσες διατάξεις, σύμφωνα με το άρθρο 51
(1)του ίδιου, πάντοτε, Νόμου αποτελεί ποινικό αδίκημα. Τα συστατικά στοιχεία των δυο αδικημάτων είναι, πρώτο, η κατοχή και μεταφορά, αντίστοιχα, δεύτερο, πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 6 και 8 καταλογίζεται στον 1ο κατηγορούμενο, ότι μεταξύ της 26ης και 29ης.7.2011 στη Λεμεσό, κατείχε και μετέφερε, αντίστοιχα, εκρηκτικές ύλες, δηλαδή, 16 φυσίγγια 9 mm, χωρίς την άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών. «εκρηκτική ύλη» σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54, μεταξύ άλλων, σημαίνει και φυσίγγια. Το άρθρο 4
(4)(δ) του ίδιου Νόμου, προνοεί ότι: «Πρόσωπο το οποίο - .................................... .................................... (δ) μεταφέρει ή έχει στην κατοχή του· ................................. ................................. oποιαδήποτε εκρηκτική ύλη χωρίς να είναι κάτοχος άδειας ή έγκρισης (το βάρος απόδειξης της οποίας φέρει ο ίδιος), είναι ένοχο αδικήματος,...». Το εδάφιο 5 του ίδιου άρθρου προνοεί ότι: «Για τους σκοπούς του εδαφίου
(4)- (α) «έχει στην κατοχή του» περιλαμβάνει όχι μόνο το να έχει στη δική του προσωπική κατοχή, αλλά επίσης και να έχει εν γνώσει του στην πραγματική κατοχή ή φύλαξη οποιουδήποτε άλλου προσώπου, ή να έχει οτιδήποτε σε οποιοδήποτε τόπο (είτε που ανήκει σε ή κατέχεται από κάποιο ή όχι) για τη χρήση ή το όφελος κάποιου ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου και αν υπάρχουν δύο ή περισσότερα πρόσωπα και οποιοδήποτε ή περισσότερα από αυτά με τη γνώση και συναίνεση των υπολοίπων έχει ή έχουν οτιδήποτε στη φύλαξή του ή φύλαξή τους ή κατοχή, αυτό θεωρείται και εκλαμβάνεται ότι βρίσκεται στη φύλαξη και κατοχή καθενός και όλων αυτών. (β) όταν διαπράττεται αδίκημα, κατά τα διαλαμβανόμενα στο εδάφιο
(4), κάθε ένα από τα ακόλουθα πρόσωπα θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη του αδικήματος και ότι είναι ένοχο του αδικήματος και δύναται να κατηγορηθεί και δικαστεί για το ότι πραγματικά διέπραξε αυτό και δύναται να τιμωρηθεί ανάλογα, δηλαδή- (
- i)κάθε πρόσωπο, το οποίο πράγματι τελεί την πράξη ή προβαίνει σε παράλειψη, η οποία συνιστά το αδίκημα. (
- ii)κάθε πρόσωπο, το οποίο τελεί ή παραλείπει να τελέσει οποιαδήποτε πράξη για το σκοπό να διευκολύνει ή βοηθήσει άλλο πρόσωπο να διαπράξει το αδίκημα. (iii) κάθε πρόσωπο, το οποίο προάγει, βοηθά ή παρακινεί άλλο πρόσωπο στη διάπραξη του αδικήματος. (
- iv)κάθε πρόσωπο που εξωθεί ή παρακινεί ή προσπαθεί να πείσει άλλο πρόσωπο να διαπράξει το αδίκημα. (
- v)κάθε πρόσωπο το οποίο τελεί οποιαδήποτε πράξη προαπαρασκευαστική της διάπραξης του αδικήματος. Για σκοπούς στοιχειοθέτησης και των δυο αδικημάτων, η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος στον ουσιώδη χρόνο κατείχε και μετέφερε αντίστοιχα, τα 16 φυσίγγια. Το βάρος απόδειξης της κατοχής άδειας είτε για το ένα - κατοχή - είτε για το άλλο - μεταφορά - βρίσκεται στους ώμους του κατηγορούμενου και πηγάζει από τον ίδιο το νόμο. Εν πάση περιπτώσει, με δεδομένο ότι ο 1ος κατηγορούμενος δεν βασίζεται σε τέτοια υπεράσπιση, δεν επιθυμώ να δώσω συνέχεια. Σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της κατοχής, ασφαλώς δεν αρκεί η απόδειξη φυσικής κατοχής και μόνο, αλλά και απόδειξη γνώσης της φυσικής κατοχής καθώς και της φύσης του αντικειμένου της κατοχής (βλ. Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, Καΐμης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 662, Ιωάννου άλλως Τίτος κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 409 κ.ο.κ). Τέλος, το στοιχείο της γνώσης μπορεί να αποδειχθεί είτε με άμεση είτε με - κατά κανόνα - περιστατική μαρτυρία (βλ. τις Ιακώβου, ανωτέρω, Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 161/08, ημερομηνίας 23.2.2010, Βενιζέλου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 59 κ.ο.κ.). Όταν η γνώση θα συναχθεί από περιστατική μαρτυρία, το αποτέλεσμα που ανακύπτει θα πρέπει να είναι απόλυτο. Θα πρέπει δηλαδή να μην παραμένει καμιά αμφιβολία. Στην υπόθεση Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289, 295, το ζήτημα τέθηκε ως εξής: «Επειδή βέβαια το στοιχείο της γνώσης συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου, η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση, και που αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη γνώση. Οποιαδήποτε εξήγηση του κατηγορουμένου που δημιουργεί αμφιβολία στο Δικαστήριο για την ύπαρξη αυτού του στοιχείου, δηλαδή της γνώσης, οδηγεί στην αθώωση του.» Είναι σαφές, ότι το αποτέλεσμα που προκύπτει θα πρέπει να είναι ασυμβίβαστο με κάθε βάση, πλην την ενοχής του κατηγορουμένου (βλ. Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 75, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172 και Γεωργίου άλλως Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 444). Η 9η κατηγορία, μετά την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασής μου, με την οποία οι κατηγορούμενοι 2 και 3 αθωώθηκαν από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, αφορά μόνο τον 1ο κατηγορούμενο, στον οποίο, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, καταλογίζεται ότι μεταξύ της 26ης και της 29ης.7.2011 στη Λεμεσό κατείχε μη πυροβόλο όπλο, δηλαδή, μια γεμιστήρα, χωρίς να είναι κάτοχος άδειας κατοχής. Σύμφωνα το άρθρο 2 του νόμου «μη πυροβόλο όπλο», σημαίνει όπλο που δεν αναφέρεται στο πρώτο παράρτημα ενώ, «όπλο» σημαίνει: «.. μηχανισμό, συσκευή ή αντικείμενο, το οποίο με ωστική δύναμη, που παράγεται με οποιονδήποτε τρόπο, εκτοξεύει βλήμα και μπορεί να επιφέρει κάκωση ή βλάβη της υγείας σε πρόσωπο ή βλάβη σε πράγμα ή περιουσία ή να προκαλέσει πυρκαγιά, περιλαμβανομένων φλογοβόλου, αγωνιστικού τόξου και ηλεκτροφόρου ροπάλου και περιλαμβάνει τα εξαρτήματα αυτών. » Από τη συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 21 και 22
(1)(α) (β) (γ) του σχετικού νόμου, προκύπτει ότι για σκοπούς νόμιμης κατοχής μη πυροβόλου όπλου, πλην καθορισμένων στο νόμο εξαιρέσεων απαιτείται άδεια κατοχής, ενώ, σε διαφορετική περίπτωση διαπράττεται ποινικό αδίκημα. Με υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση στις σχετικές πρόνοιες του νόμου που δημιουργούν κάθε αδίκημα και έχοντας ασφαλώς κατά νου την έκθεση και τις λεπτομέρειες αδικήματος κάθε κατηγορίας, υπεισέρχομαι στο πιο σημαντικό μέρος της απόφασής μου που αφορά στη διάγνωση της ποινικής ευθύνης των δυο κατηγορούμενων. Ειδικότερα: Αρχίζοντας από τις δυο κατηγορίες συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, με αναφορά στα αδικήματα κατοχής και μεταφοράς, αντίστοιχα, πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β και συγκεκριμένα πιστολιού, τις οποίες αντιμετωπίζουν και οι δυο κατηγορούμενοι, παρατηρώ τα εξής: Δεν υπάρχουν ικανοποιητικά στοιχεία μαρτυρίας που να αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ύπαρξη συμπληρωμένης συμφωνίας μεταξύ οποιωνδήποτε των τριών κατηγορουμένων, είτε για την κατοχή είτε για τη μεταφορά πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β και συγκεκριμένα πιστολιού. Η ουσιαστική μαρτυρία που τείνει να συνδέσει τους δυο κατηγορούμενους με τα δυο αυτά αδικήματα προέρχεται από το Μ.Κ.9. Μολονότι έχω δεχθεί τη μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα ως αξιόπιστη, δεν θεωρώ ότι επειδή ο μάρτυρας στον ουσιώδη χρόνο συνομίλησε με τους δυο κατηγορούμενους, σε σχέση με την πώληση της κοκαΐνης και του πιστολιού, το οποίο θα αγόραζε από το 2ο κατηγορούμενο, είτε ακόμη, επειδή σε κάποια από τις συνομιλίες που είχε με το 2ο κατηγορούμενο στις 29.7.2011, αυτός του έδωσε στο τηλέφωνο τον 1ο κατηγορούμενο, με τον οποίο συνομίλησε επίσης, ο οποίος αργότερα την ίδια μέρα, σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν οι δυο τους, του είπε να συναντηθούν σε συγκεκριμένο μέρος για να του πάρει το πιστόλι και την κοκαΐνη να τα δει, ότι αποδεικνύεται άνευ άλλου η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των δυο κατηγορούμενων να μεταβούν μαζί στο συγκεκριμένο μέρος, για το συγκεκριμένο σκοπό. Πιθανότατα να συνέβη κάτι τέτοιο, ωστόσο, η δίκη είναι ποινική και δεν επιτρέπονται υποθέσεις, όσο εύλογες κι αν είναι (βλ. Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Δεν μου διαφεύγει ότι, ο 1ος κατηγορούμενος, στο πλαίσιο της γραπτής του κατάθεσης στην αστυνομία προβαίνει σε αρκετές ενοχοποιητικές δηλώσεις επί του προκειμένου, ωστόσο, με δεδομένο ότι έχω αποδεχτεί τη μαρτυρία του Μ.Κ.9, δεν μπορώ την ίδια ώρα να βασιστώ στις υπό αναφορά ενοχοποιητικές δηλώσεις του 1ου κατηγορούμενου, το περιεχόμενο των οποίων δεν συνάδει με τη μαρτυρία του Μ.Κ.9, για ό,τι αποτελεί το ζητούμενο. Για παράδειγμα, ενώ σύμφωνα με το Μ.Κ.9, στον ουσιώδη χρόνο συνομίλησε με τους κατηγορούμενους 1 και 2 για την επίδικη παράνομη συναλλαγή και όπως ανάφερε κατάλαβε ότι αυτός που είχε το πιστόλι και την κοκαΐνη είναι ο 1ος κατηγορούμενος, ο 1ος κατηγορούμενος, με τη γραπτή του κατάθεση εμπλέκει εαυτόν καθώς και τον 3ο κατηγορούμενο και καθόλου το 2ο κατηγορούμενο. Απλή αντιπαραβολή της μαρτυρίας του Μ.Κ.9 με το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του 1ου κατηγορούμενου, αποκαλύπτει πλήρως τους λόγους για τους οποίους αδυνατώ να βασιστώ στο περιεχόμενο των ενοχοποιητικών δηλώσεων του 1ου κατηγορούμενου, συναφώς με τις υπό κρίση κατηγορίες. Ακολουθεί ότι και οι δυο κατηγορούμενοι δικαιούνται να αθωωθούν τόσο στην 1η όσο και στην 3η κατηγορία. Για τους ίδιους περίπου λόγους, ο 1ος κατηγορούμενος δικαιούται να αθωωθεί και στις άλλες δυο κατηγορίες συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, με αναφορά στα αδικήματα της παράνομης κατοχής και μεταφοράς, αντίστοιχα, εκρηκτικών υλών. Το γεγονός ότι για λόγους που θα παραθέσω στη συνέχεια, θεωρώ και τον 1ο κατηγορούμενο κάτοχο των επίδικων φυσιγγίων, δεν εξυπακούει άνευ άλλου και ύπαρξη συμφωνίας, είτε μεταξύ των τριών κατηγορούμενων είτε μεταξύ οποιωνδήποτε δυο από αυτούς, για κατοχή και μεταφορά τους. Εν πάση περιπτώσει, οι λεπτομέρειες αδικήματος των υπό αναφορά κατηγοριών, ούτε καν αναφέρονται στα 16 φυσίγγια, ως τις εκρηκτικές ύλες - αντικείμενο της συνωμοσίας μεταξύ τους, για κατοχή και μεταφορά τους αντίστοιχα. Το γεγονός ότι ο 1ος κατηγορούμενος και πάλιν με τη γραπτή του κατάθεση ισχυρίζεται ότι όταν έφθασε στο μέρος όπου θα γινόταν η παράνομη συναλλαγή και κατέβηκαν από το αυτοκίνητο, ο ίδιος κρατούσε το πιστόλι και τις δυο άδειες γεμιστήρες και ο Κούρδος τις σφαίρες, δηλαδή τα φυσίγγια, δεν αποκαλύπτει ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ τους να μεταβούν στο συγκεκριμένο μέρος για να πάρουν μαζί τα φυσίγγια. Ωστόσο, ακόμη και να είχε αποδειχθεί κάτι τέτοιο, δεν μου διαφεύγει ότι για σκοπούς στοιχειοθέτησης των συγκεκριμένων αδικημάτων απαιτείται ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των κατηγορούμενων. Ο Κούρδος στον οποίο αναφέρεται ο 1ος κατηγορούμενος, δεν προκύπτει από πουθενά, ότι είναι ένας από τους τρεις κατηγορούμενους. Οι λόγοι για τους οποίους δεν βασίζομαι στο μέρος της κατάθεσης του 1ου κατηγορούμενου, στο βαθμό που με αυτήν εμπλέκει το άτομό του καθώς και τον 3ο κατηγορούμενο στα αδικήματα των άλλων δυο κατηγοριών συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος ισχύουν και σε σχέση με τις υπό κρίση κατηγορίες. Ο 2ος κατηγορούμενος δικαιούται να αθωωθεί και στις κατηγορίες 2 και 4, οι οποίες αφορούν στα αδικήματα της κατοχής και μεταφοράς, αντίστοιχα, του επίδικου πιστολιού. Είναι γεγονός, ότι υπάρχουν αρκετά στοιχεία μαρτυρίας που δημιουργούν υπόθεση ενοχής εναντίον του και συγκεκριμένα, αποκαλύπτουν ότι πιθανότητα έχει κάποια σχέση με το επίδικο πιστόλι, όπως για παράδειγμα, οι διάφορες τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχε με το Μ.Κ.9 και ιδιαίτερα η 1η στις 26.7.2011, κατά την οποία πρότεινε στο μάρτυρα, θεωρώντας ότι συνομιλούσε με άλλο πρόσωπο (τον Ππόλο) να του πωλήσει και ένα πιστόλι μάρκας Glock, το γεγονός ότι στον ουσιώδη χρόνο διέμενε στο ίδιο σπίτι με τον 1ο κατηγορούμενο, ο οποίος για λόγους που θα παραθέσω στη συνέχεια θεωρώ ότι κατείχε και μετέφερε το επίδικο πιστόλι, και τέλος, ότι επρόκειτο για πιστόλι μάρκας Glock αυτό, ωστόσο, ελλείπει ένα βασικό στοιχείο που σπάζει την αλυσίδα γεγονότων, τα οποία, σωρευτικά θεωρούμενα, θα με οδηγούσαν σε ασφαλές συμπέρασμα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ενέχεται και ο 2ος κατηγορούμενος στις σχετικές κατηγορίες. Συγκεκριμένα, δεν έχει αποδειχθεί ότι το πιστόλι μάρκας Glock που ο 2ος κατηγορούμενος ανάφερε στο Μ.Κ.9 ότι είχε για να πουλήσει είναι το επίδικο, έστω και αν αυτό φαντάζει σφόδρα πιθανόν, αν ληφθεί υπόψη πως εξελίχθηκαν τα γεγονότα κατά τον κρίσιμο χρόνο, με την εμπλοκή και σύλληψη του 1ου κατηγορούμενου. Δεν νομίζω να χρειάζεται να επεκταθώ. Ο 1ος κατηγορούμενος δικαιούται να αθωωθεί και στην 9η κατηγορία, γιατί δεν έχει αποδειχθεί ότι η επίδικη γεμιστήρα, αποτελεί μη πυροβόλο όπλο. Με σωρευτική θεώρηση και αποτίμηση των ακόλουθων στοιχείων άμεσης, περιστατικής, πραγματικής και επιστημονικής μαρτυρίας, περιλαμβανομένων και των παραδεκτών γεγονότων θεωρώ ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει στον αναγκαίο βαθμό, δηλαδή, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, την ενοχή του 1ου κατηγορούμενου στις κατηγορίες 2, 4 , 6, και
- Ειδικότερα: · Ο 1ος κατηγορούμενος, στον ουσιώδη χρόνο διέμενε στο σπίτι του 2ου κατηγορούμενου μαζί με αυτόν. Σε μία από τις τηλεφωνικές συνομιλίες που είχε ο 2ος κατηγορούμενος με το Μ.Κ.9 στις 29.7.2011, προκειμένου να συνεννοηθούν για την ώρα και το χώρο στον οποίο θα του έπαιρνε το πιστόλι και την κοκαΐνη, ο μάρτυρας συνομίλησε και με τον 1ο κατηγορούμενο, ο οποίος, αργότερα επικοινώνησε τηλεφωνικώς με το μάρτυρα με το δικό του κινητό τηλέφωνο με αριθμό 96-504542 και του είπε να συναντηθούν στο χώρο στάθμευσης ανατολικά του ξενοδοχείου Golden Arches, στη λεωφόρο Αμαθούντος στη Λεμεσό, γύρω στις 20:30, για να του πάρει το πιστόλι και την κοκαΐνη να τα δει. · Στις 20:30 περίπου την ίδια μέρα, ο 1ος κατηγορούμενος εντοπίστηκε από το Μ.Κ.9 σε απόσταση 30 περίπου μέτρων από το συγκεκριμένο χώρο στάθμευσης να κινείται ύποπτα και με προφυλάξεις. · Όταν οι Μ.Κ.7, 8 και 9 τον πλησίασαν και έγιναν αντιληπτοί από αυτόν, στο άκουσα «αστυνομία, σταμάτα» ο κατηγορούμενος τράπηκε σε φυγή, τρέχοντας, προφανώς, όχι τυχαία, αλλά, επειδή, γνωρίζοντας το λόγο της εκεί παρουσίας του, το μόνο πράγμα που δεν ήθελε να βρει μπροστά του ήταν την αστυνομία. · Καταδιωκόμενος σε χωμάτινο μονοπάτι από τους αστυνομικούς μάρτυρες θεάθηκε από αυτούς να πετά δεξιά και αριστερά του μονοπατιού στο οποίο έτρεχε κάποια αντικείμενα. · Αφού ακινητοποιήθηκε από την αστυνομία προέβαλλε αντίσταση. · Αριστερά του μονοπατιού όπου έτρεχε βρέθηκε από το Μ.Κ.7 η κενή γεμιστήρα πιστολιού (τεκμήριο 23). Όταν του υποδείχθηκε η γεμιστήρα από το Μ.Κ.9, ο οποίος τον πληροφόρησε ότι επρόκειτο για γεμιστήρα πιστολιού, η κατοχή και η μεταφορά της οποίας απαγορεύονται και του επέστησε την προσοχή στο νόμο, απάντησε ως εξής: «εν τούτη που έσυρα τζιαί έσυρα τζιαί ένα πιστόλι που την άλλη». Θεωρώ γνήσια και αληθινή και όχι μόνο, την απάντηση του κατηγορούμενου, πρώτο, επειδή ήταν αυθόρμητη, δεύτερο, επειδή εάν δεν είχε σχέση με το συγκεκριμένο τεκμήριο ο ίδιος, δεν θα απαντούσε όπως απάντησε και τρίτο, δεν θα αναφερόταν και σε πιστόλι, προτού καν αυτό ανευρεθεί. · Όταν στη συνέχεια εντοπίστηκαν από το Μ.Κ.9 σε κοντινή απόσταση όπου είχε βρεθεί η γεμιστήρα και συγκεκριμένα, στη δεξιά πλευρά του μονοπατιού, σκορπισμένα τα 16 φυσίγγια πιστολιού 9 mm και το κινητό τηλέφωνο μάρκας ΝΟΚΙΑ, ο κατηγορούμενος, πληροφορηθείς και πάλιν από το Μ.Κ.9 ότι επρόκειτο για φυσίγγια πιστολιού τα ανευρεθέντα, η κατοχή και μεταφορά των οποίων απαγορεύεται, όταν του επιστήθηκε εκ νέου η προσοχή στο νόμο, έδωσε και πάλι μία απάντηση, σαφώς ενοχοποιητική και για τον ίδιο. «Το τηλέφωνο εν δικό μου, τούτες -εννοώντας τα φυσίγγια - εν εν εγώ που τες έσυρα, εν ο Κούρδος που ήταν μαζί μου που τες εκράτεν.». Για τους ίδιους λόγους που δέχομαι ως αληθή το περιεχόμενο της προηγούμενης απάντησης του κατηγορούμενου, δέχομαι και το παραπάνω. Έστω κι αν δεν προκύπτει από άλλη μαρτυρία, ότι ο κατηγορούμενος μετέβη στο μέρος με άλλο πρόσωπο και συγκεκριμένα με κάποιο Κούρδο, όπως ανάφερε ο ίδιος στο μάρτυρα, εντούτοις, δέχομαι τον ισχυρισμό του επί του προκειμένου, επειδή, πρώτο, δεν διαφοροποιείται οτιδήποτε σε σχέση με τη διάγνωση της ποινικής του ευθύνης, εξαιτίας του γεγονότος, ότι εν γνώσει του, άλλο πρόσωπο κατείχε και μετέφερε τα επίδικα φυσίγγια και δεύτερο, επειδή είμαι βέβαιος, ότι αν δεν έλεγε την αλήθεια και κρατούσε ο ίδιος και τα φυσίγγια στον ουσιώδη χρόνο, θα προέβαινε σε ανάλογη απάντηση και για το πιστόλι. · Ανακρινόμενος επί τόπου αργότερα από το Μ.Κ.5 επανέλαβε τον ισχυρισμό του ότι ο ίδιος πέταξε τη γεμιστήρα και ένα πιστόλι μάρκας Glock που κρατούσε με γεμιστήρα μέσα στα χόρτα, ενώ υπέδειξε και συγκεκριμένο σημείο ανατολικά του χώρου στάθμευσης. Τις σφαίρες, σύμφωνα πάντοτε με τον ίδιο, τις πέταξε ο Κούρδος. · Μολονότι δεν ανευρέθηκε το πιστόλι την ίδια μέρα, το πρωί της επομένης και ενώ ολόκληρο το βράδυ η περιοχή τελούσε υπό φρούρηση, εντός της σκηνής και σε απόσταση 10 περίπου μέτρων από το μονοπάτι óπου έγινε η καταδίωξη του κατηγορούμενου εντοπίστηκε από το Μ.Κ.3 με τη βοήθεια ανιχνευτικού σκύλου μέσα σε ξερά χόρτα, ένα πιστόλι μάρκας Glock με γεμιστήρα, προς πλήρη επιβεβαίωση και επαλήθευση των ενοχοποιητικών δηλώσεων του κατηγορούμενου, οι οποίες περιέχονται στις απαντήσεις που έδωσε το προηγούμενο βράδυ στην αστυνομία, όταν εντοπίστηκαν η γεμιστήρα, τα 16 φυσίγγια και το κινητό του τηλέφωνο. · Όλα τα ανευρεθέντα τεκμήρια εντοπίστηκαν δεξιά και αριστερά του μονοπατιού στο οποίο έτρεχε ο κατηγορούμενος καταδιωκόμενος και σε κάθε περίπτωση, στο μέρος που θεάθηκε από την αστυνομία να τα πετά. · Το πιστόλι μαζί με τη γεμιστήρα του, η κενή γεμιστήρα και τα 16 φυσίγγια, προκύπτει από το περιεχόμενο της επιστημονικής μαρτυρίας, ότι είναι άμεσα σχετικά μεταξύ τους, υπό την έννοια ότι η γεμιστήρα είναι γεμιστήρα για το επίδικο πιστόλι και τα 16 φυσίγγια, ίδιου διαμετρήματος με το διαμέτρημα του πιστολιού (9 x 19 χλμ). · Ότι τα φυσίγγια αποτελούν εκρηκτική ύλη τη εννοία του νόμου προκύπτει ευθέως από το άρθρο 2 του νόμου, Κεφ.
- Αποτελεί δε παραδεκτό γεγονός, ότι τα συγκεκριμένα φυσίγγια βρίσκονται σε καλή χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Ούτε έχει αποδειχθεί μα ούτε και ισχυρίστηκε οποτεδήποτε ο 1ος κατηγορούμενος, ότι είχε άδεια κατοχής και μεταφοράς τους. · Μόνο και μόνο που ο κατηγορούμενος, καθ' ομολογία του γνώριζε ότι το άλλο πρόσωπο που ήταν μαζί του είχε στη δική του - προσωπική κατοχή, τα 16 φυσίγγια πιστολιού, σε συνδυασμό με το μέρος όπου τα κατείχε, το σκοπό για τον οποίο μετέβη εκεί ο ίδιος, τη σχέση των φυσιγγίων με το πιστόλι που κατείχε και μετέφερε ο ίδιος, σε συνδυασμό και με το σύνολο των εν γένει περιστάσεων και συνθηκών που περιβάλλουν όσα διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο κατηγορούμενος θεωρείται κάτοχος τη εννοία του νόμου και των 16 φυσιγγίων, δυνάμει του άρθρου 4
(5)(α) του σχετικού νόμου και ορθώς διώκεται ως αυτουργός, τόσο για το αδίκημα της παράνομης κατοχής όσο και για το αδίκημα της παράνομης μεταφοράς τους, δυνάμει του εδαφίου 5 (β) του ίδιου άρθρου, αλλά και βάσει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. · Ότι το πιστόλι αποτελεί πυροβόλο όπλο κατηγορίας Β έχει επίσης αποδειχθεί. Προς τούτο, παραπέμπω στο σχετικό ορισμό δυνάμει του άρθρου 2 του νόμου, σε συνδυασμό με το σχετικό - Πρώτο Παράρτημα, όπου τα πιστόλια απαριθμούνται με τον αριθμό 2 στην κατηγορία Β πυροβόλων όπλων. Τα παραπάνω, σε συνδυασμό ασφαλώς και με το παραδεκτό γεγονός, ότι το επίδικο πιστόλι βρίσκεται σε καλή χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. · Ο 1ος κατηγορούμενος, ουσιαστικά, με το περιεχόμενο της θεληματικής του κατάθεσης αυτοενοχοποιείται σε σχέση με τα αδικήματα και των τεσσάρων κατηγοριών. Στο βαθμό και την έκταση που θεωρώ πραγματικό το περιεχόμενο της κατάθεσής του και κατ' επέκταση την ομολογία ενοχής του, λαμβάνω σοβαρά υπόψη και τις σχετικές αρχές που διέπουν το θέμα, υπό το φως όσων έχουν αναφερθεί, μεταξύ άλλων, και στις υποθέσεις Κίτας ν. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 209, Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, Καύκαρος & άλλος ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 51, Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166, Γρηγορίου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 14/08, ημερομηνίας 12.7.2010 κ.ο.κ. Ούτε και μου διαφεύγει ότι ο 1ος κατηγορούμενος, μολονότι στο Δικαστήριο αρνήθηκε όλες τις εναντίον του κατηγορίες, ουδέποτε αποκήρυξε με οποιοδήποτε τρόπο το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης στην αστυνομία. Το γεγονός ότι δεν έχουν εντοπιστεί τα δακτυλικά αποτυπώματα και το γενετικό υλικό του 1ου κατηγορούμενο, είτε στο πιστόλι - όπως ανάφερε ο δικηγόρος του - είτε σε οποιοδήποτε άλλο τεκμήριο, προσθέτω με τη σειρά μου, δεν δημιουργεί κανένα πρόβλημα στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Πιτσιλλίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 662) η απουσία αποτυπωμάτων - ή γενετικού υλικού προσθέτω, τηρουμένων των αναλογιών - δεν οδηγεί σε αρνητική διαπίστωση ότι ο κατηγορούμενος άγγιξε ή είχε οποιαδήποτε επαφή με τεκμήρια. Αναφορικά με τον άλλο ισχυρισμό του κ. Γαβριηλίδη, δικηγόρου του κατηγορούμενου, σύμφωνα με τον οποίο δεν υπήρξε επιτήρηση του χώρου όπου εντοπίστηκε το επίδικο πιστόλι και δεν ήταν τέτοια η φύλαξή του, ώστε να αποτρέπεται παρέμβαση μέχρι και το χρόνο εντοπισμού του πιστολιού, θα επαναλάβω τα εξής: Καταρχήν, για λόγους που έχω αναφέρει έχω δεχθεί ότι η σκηνή, εντός της οποίας, ο ίδιος ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι πέταξε το πιστόλι, που είναι αυτή εντός της οποίας και εντοπίστηκε, τέθηκε υπό αστυνομική φρούρηση ολόκληρο το βράδυ μέχρι και την ώρα εντοπισμού του πιστολιού, το πρωί, από το Μ.Κ.3, με τη βοήθεια ανιχνευτικού σκύλου. Εν πάση περιπτώσει, ότι η σκηνή τέθηκε υπό φρούρηση αποτελεί και παραδεκτό γεγονός (βλ. το τεκμήριο 14). Έπειτα, το επίδικο πιστόλι είναι σύμφωνα με την περιγραφή που έδωσε ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην αστυνομία. Τέλος, δεν εντοπίστηκαν και άλλα πιστόλια στο ίδιο μέρος, για να εγείρεται θέμα απόδειξης ή αμφιβολίας, ως προς το ποιο από αυτά είναι το πιστόλι που καθ' ομολογία του ο κατηγορούμενος κατείχε και πέταξε μέσα στα χόρτα. Τέλος, οι λόγοι για τους οποίους έχω δεχθεί ότι ο 1ος κατηγορούμενος μιλούσε ελληνικά στον ουσιώδη χρόνο έχουν ήδη αναφερθεί και αυτό είναι και το μόνο που θέλω να πω για να απαντήσω και στον τελευταίο ισχυρισμό που προέβαλε ο ευπαίδευτος δικηγόρος του, προκειμένου να με πείσει περί της δημιουργίας λογικών αμφιβολιών, όπως ανάφερε, σε σχέση με τις κατηγορίες 1 μέχρι 4, τις οποίες και με κάλεσε να απορρίψω, παραβλέποντας, ότι ο πελάτης του αντιμετώπιζε στο στάδιο εκείνο συνολικά 9 κατηγορίες. Δεν νομίζω να χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, κρίνω ότι η ευθύνη του 1ου κατηγορούμενου για τη διάπραξη του αδικήματος των σχετικών κατηγοριών, στοιχειοθετείται πλήρως. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους - νομικούς και πραγματικούς - ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει την ενοχή του 1ου κατηγορούμενου στις κατηγορίες 2, 4, 6 και 8, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, κάτι που δεν ισχύει για τις υπόλοιπες κατηγορίες. Το δεύτερο ισχύει και για το 2ο κατηγορούμενο, ο οποίος αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 1 μέχρι 4. Κατά συνέπεια, ο 1ος κατηγορούμενος, στις κατηγορίες 2, 4, 6 και 8 κρίνεται ένοχος, ενώ, στις κατηγορίες 1, 3, 5, 7 και 9 αθωώνεται και απαλλάσσεται. Ο 2ος κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται σ' όλες τις κατηγορίες. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής (Αναφορά: Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β, κατοχή και μεταφορά εκρηκτικών υλών - συστατικά στοιχεία αδικήματος -, αξιολόγηση μαρτυρίας, μαρτυρία-περιστατική, πραγματική, επιστημονική -, παραδεκτά γεγονότα, ομολογία ενοχής, ενοχοποιητική δήλωση, κατάθεση που εμπλέκει συγκατηγορούμενο) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο