Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αναξαγόρα Κωνσταντίνου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 34396/10, 21.12.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B222 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 34396/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού v.
- Αναξαγόρα Κωνσταντίνου
- Μελανής Θεοδούλου Στυλιανού
- Guirgus Emad B.M.
- Μαριάμ Κιρκίς Κατηγορούμενων ----------------------------- Ημερομηνία: 21.12.2011 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Π. Αβρααμίδης Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2 : κ. Μ. Παναγίδης Κατηγορούμενοι 1 και 2: Παρόντες ------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ -------------------------------- Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν την κατηγορία της συμπλοκής, κατά παράβαση των άρθρων 89 και 20 του Ποινικού Κώδικα. Την ίδια κατηγορία αντιμετώπιζαν και οι κατηγορούμενοι 3 και 4, οι οποίοι, με δική τους παραδοχή έχουν βρεθεί ένοχοι. Η υπόθεση αναφορικά με αυτούς συμπληρώθηκε στις 7.7.2011 με την επιβολή ποινής. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της κατηγορίας παρουσίασε ως μάρτυρες, τον εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 2092 Ν. Κουμπαρή (Μ.Κ.1) και την 4η κατηγορούμενη Μαριάμ Κιρκίς (Μ.Κ.2). Οι κατηγορούμενοι αφού κλήθηκαν σε απολογία και τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματά τους κατάθεσαν ενόρκως. Προς υπεράσπισή τους παρουσίασαν ως μάρτυρες, τους Γ. Ηλία (Μ.Υ1) και Α. Παυλίδη (Μ.Υ.2). Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών, ότι ο 1ος κατηγορούμενος είναι γαμπρός της 2ης κατηγορούμενης, ενώ, οι 3ος και 4η κατηγορούμενοι είναι ανδρόγυνο. Περαιτέρω, ότι όλοι οι κατηγορούμενοι διαμένουν στην ίδια γειτονιά, στην οδό Χαράλαμπου Μούσκου στη Μέσα Γειτονιά. Κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών αποτελεί και το γεγονός, ότι, στις 30.6.2010, με αφορμή το γεγονός, ότι ο 3ος κατηγορούμενος πέρασε με το αυτοκίνητό του από το πεζοδρόμιο, μπροστά από το σπίτι του 1ου κατηγορούμενου επεσυνέβη μεταξύ τους κάποιο επεισόδιο, στο οποίο, κάποια στιγμή, φαίνεται να συμμετείχαν με κάποιο τρόπο και οι κατηγορούμενες 2 και
- Το πώς εκτυλίχθηκε το όλο επεισόδιο δεν βρίσκει σύμφωνους τους πρωταγωνιστές του, όπως προκύπτει απ' όσα έχουν πει στο Δικαστήριο, τρεις από αυτούς, αλλά και από αυτά που έχουν αναφέρει στη γραπτή κατάθεσή τους στην αστυνομία, όλοι τους. Με την τελική του αγόρευση, ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, με ένα, κάπως ασυνήθιστο, ας μου επιτραπεί να πω τρόπο, μου ζήτησε να δεχτώ τη μαρτυρία του εξεταστή μόνο, αφού, όπως ανάφερε χαρακτηριστικά, οι κατηγορούμενοι καθώς και οι δυο μάρτυρες υπεράσπισης επέλεξαν να καταφύγουν στο ψεύδος. Απεναντίας, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των κατηγορούμενων, με κάλεσε να τους αθωώσω, για δυο βασικά λόγους: πρώτο, επειδή, για λόγους που έχει αναφέρει, σε κάθε περίπτωση, δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της συμπλοκής και δεύτερο, επειδή, σε αντίθεση με τους δυο κατηγορούμενους που εκπροσωπεί και τους δυο μάρτυρες που κατάθεσαν υπέρ τους στο Δικαστήριο, οι οποίοι κατάθεσαν την αλήθεια, η μαρτυρία της 4ης κατηγορούμενης (Μ.Κ.2) στο Δικαστήριο καθώς και αυτή που περιέχεται στη γραπτή της κατάθεση, ως επίσης και του συζύγου της είναι παντελώς ψευδής και κατασκευασμένη. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας στο σύνολό του και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου δικηγόρου των κατηγορούμενων. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια θα διαφανεί - στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο και με αναφορά στη μαρτυρία - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω και τους τρεις κατηγορούμενους καθώς και τους δυο μάρτυρες υπεράσπισης, ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αναφορικά με τη μαρτυρία του εξεταστή (Μ.Κ.1), το μόνο που θέλω να πω είναι ότι, οι ενέργειές του σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, για τις οποίες δεν αμφισβητήθηκε απορρέουν από το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (βλ. το τεκμήριο 1), το οποίο υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Πρόκειται για καθαρά τυπικό μάρτυρα, οπότε η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Αντίθετα, τόσο οι δυο κατηγορούμενοι (1 και 2) καθώς και η πρώην κατηγορούμενη (Μ.Κ.2) αλλά και οι δυο μάρτυρες υπεράσπισης, θα συμφωνήσω με τον ευπαίδευτο εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ότι δεν είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο. Όπως θα διαφανεί σε λίγο, με αναφορά στη μαρτυρία υπήρξαν αντιφατικοί, προέβαλαν ισχυρισμούς που στερούνταν λογικής και πειστικότητας, ήρθαν σε σύγκρουση μεταξύ τους (οι κατηγορούμενοι 1 και 2) και γενικά, κάθε άλλο παρά καλή εντύπωση σχημάτισα γι' αυτούς ως μάρτυρες. Ειδικότερα: Η Μαριάμ Κιρκίς (Μ.Κ.2) και πρώην 4η κατηγορούμενη, ενώ με τη γραπτή της κατάθεση (βλ. το τεκμήριο 7) ισχυρίζεται ότι ενώ εργαζόταν άκουσε φωνές από κάποιο άντρα, ο οποίος έβριζε άσχημα και όταν βγήκε έξω είδε τον 1ον κατηγορούμενο να κρατά το σύζυγό της από τη φανέλα και να το βρίζει, στο Δικαστήριο και συγκεκριμένα, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης ισχυρίστηκε ότι όταν άκουσε φωνές και βγήκε έξω είδε τους γείτονες της να βρίζουν το σύζυγό της. Στο Δικαστήριο και πάλιν, ενώ από τη μια ισχυρίστηκε ότι ο 1ος κατηγορούμενος κρατούσε και τραβούσε το σύζυγό της από το μανίκι, από την άλλη, αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε ότι ο σύζυγός της φορούσε ξεμάσχαλη φανέλα χωρίς μανικάκι. Ενώ στη γραπτή της κατάθεση αναφέρει ότι κάποια στιγμή πλησίασε για να χωρίσει τον άντρα της από τον 1ο κατηγορούμενο, οπότε και δέχτηκε το πρώτο χτύπημα από τη 2η κατηγορούμενη, στο Δικαστήριο ισχυρίστηκε ότι μπήκε ανάμεσά τους και τους χώρισε. Στην γραπτή της κατάθεση και πάλιν, ενώ ισχυρίζεται ότι η 2η κατηγορούμενη της χτύπησε δυνατά πίσω στην πλάτη, στο Δικαστήριο ανάφερε ότι της χτύπησε στο δεξιό ώμο. Με την αστυνομία αναφέρει στη γραπτή της κατάθεση επικοινώνησε αμέσως η ίδια. Όμως, στο Δικαστήριο ισχυρίστηκε ότι τηλεφώνησε η πελάτισσά της. Αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε ότι ο σύζυγός της, όταν πήγαν στην αστυνομία φορούσε σκισμένη τη φανέλα που φορούσε κατά το επίδικο επεισόδιο, ωστόσο, αν αυτό αποτελούσε γεγονός, αδυνατώ να κατανοήσω για ποιο λόγο να μην το αναφέρει και ο εξεταστής. Με τη γραπτή της κατάθεση και πάλιν, φέρει τη 2η κατηγορούμενη να τη χτυπά και δεύτερη φορά καθώς και να την τραβά από τα ρούχα ψηλά πίσω στην πλάτη. Ωστόσο, αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε πως δεν την τραβούσε από τα ρούχα. Το αποκορύφωμα όλων είναι ο ισχυρισμός της πως δεν παραδέχτηκε καμιά κατηγορία στο Δικαστήριο, τη στιγμή που καθώς ήδη έχει αναφερθεί παραδέχτηκε την επίδικη κατηγορία και της επιβλήθηκε ποινή. Υπεισέρχομαι τώρα στον 1ο κατηγορούμενο: Mε τη γραπτή του κατάθεση (βλ. το τεκμήριο 10) φέρει τον 3ο κατηγορούμενο, όταν του ζήτησε το λόγο γιατί να περάσει από χώρο του πεζοδρομίου, μπροστά από το σπίτι του και να προκαλέσει τη ζημιά που προκάλεσε, να του λέει ότι θα κατεβαίνει από το πεζοδρόμιο που το βολεύει. Στο Δικαστήριο ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος απλώς του είπε γιατί να περνά πάντα από το πεζοδρόμιό του και δεν περνά από το δικό του ή από το διπλανό σπίτι που χωρίζει και τους δυο, οπότε, ο 3ος κατηγορούμενος, γελώντας, του απάντησε: «αρέσκει μου να περνώ από το συγκεκριμένο σημείο και θα περνώ πάντα». Τόσο στη γραπτή του κατάθεση όσο και κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης ισχυρίστηκε ότι, τόσο η 4η κατηγορούμενη (Μ.Κ.2), όταν ήρθε στη σκηνή όσο και ο σύζυγός της χτύπησαν την πεθερά του - 2η κατηγορούμενη και συγκεκριμένα την έσπρωξαν έντονα και την έριξαν κάτω. Πρώτα τη χτύπησε η Μ.Κ.2 στα χείλη και στο στήθος και μετά ο 3ος κατηγορούμενος είπε. Φυσικά, λίγο πάρα κάτω, πάντοτε στην κυρίως εξέταση, δεν είδε είπε την 4η κατηγορούμενη να χτυπά την πεθερά του. Αντεξεταζόμενος δε, ισχυρίστηκε ότι υπέθεσε ότι συνέβη κάτι τέτοιο. Αντεξεταζόμενος και πάλιν, στην υποβολή ότι άρπαξε τον 3ο κατηγορούμενο από την φανέλα και τον τραβούσε και ότι τον ύβρισε, αρνήθηκε, αναφέροντας και τα εξής, μεταξύ άλλων: «πρέπει να ήμουν τρελός να τα βάλω μαζί του, λόγω αναστήματος». Ερώτημα. Αφού το φοβόταν, ουσιαστικά, αυτό ήθελε να πει γιατί του φώναζε να σταματήσει όταν τον είδε να περνά με το αυτοκίνητό του πάνω στο πεζοδρόμιο, απειλώντας τον μάλιστα ότι θα τον καταγγείλει και στην αστυνομία; Eίδε λέει την πεθερά του να αιμορραγεί και συγκεκριμένα να τρέχουν αίματα από τα χείλη της. Αν όντως συνέβη κάτι τέτοιο, δεν θα έπρεπε να παρουσιαστεί είτε από τον ίδιο είτε από την πεθερά του κάποιο σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό, μιας και η πεθερά του την ίδια μέρα μετέβη στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού και μάλιστα, με παραπεμπτικό που της δόθηκε από την αστυνομία; Το πόσο συνάδει η μαρτυρία του 1ου κατηγορούμενου με τη μαρτυρία της πεθεράς του, ιδιαίτερα δε, με τη μαρτυρία των δυο μαρτύρων που επιστρατεύτηκαν από αυτούς στο Δικαστήριο, σε κάθε περίπτωση, όχι για να πουν την αλήθεια, αλλά για να τους βοηθήσουν να γίνουν πιστευτοί οι ίδιοι, θα διαφανεί στη συνέχεια. Η 2η κατηγορούμενη, στη γραπτή της κατάθεση (βλ. το τεκμήριο 11) ισχυρίζεται ότι ο 3ος κατηγορούμενος ύβριζε την κόρη της στο γαμπρό της - 1ο κατηγορούμενο, πουτάνα. Ο 1ος κατηγορούμενος, ουδέποτε ισχυρίστηκε κάτι ανάλογο. Στην κυρίως εξέταση προέβαλε τις ακόλουθες εκδοχές, αναφορικά με την επίθεση που δέχτηκε από τους 3ο και 4η κατηγορούμενους: Ενώ στεκόταν ακουμπισμένη στο κάγκελο του σπιτιού της ήρθε τρέχοντας η 4η κατηγορούμενη και της «έδωσε μια μες το πρόσωπο» και της έσπασε τα χείλη. Τότε, ο 3ος κατηγορούμενος που λογομαχούσε με τον 1ο, σταμάτησε, γύρισε και της έδωσε μια γροθιά στο στήθος και τη έριξε κάτω. Λίγο πάρα κάτω ισχυρίστηκε ότι οι κατηγορούμενοι 3 και 4 τη χτύπησαν αυτόματα. Ευθύς αμέσως, απαντώντας σε νέα ερώτηση του δικηγόρου της, ο οποίος, προφανώς, καθοδηγώντας την επιχείρησε να την επαναφέρει στην επιθυμητή για την υπόθεση της υπεράσπισης πορεία ισχυρίστηκε ότι πρώτα τη χτύπησε η 4η κατηγορούμενη και σε κανένα λεπτό αργότερα, ο 3ος κατηγορούμενος. Αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε και πάλιν, ότι την ίδια στιγμή χτυπήθηκε και από τους δυο. Ούτε και ήρθε σε επαφή ο γαμπρός της με τον 3ο κατηγορούμενο ισχυρίστηκε. Φυσικά, στη γραπτή της κατάθεση φέρει τον 3ο κατηγορούμενο να κατεβαίνει από το αυτοκίνητο και να πιάνει τον γαμπρό της από τη φανέλα. Άξιος ειδικής αναφοράς είναι και ο ισχυρισμός της, κατά το στάδιο της αντεξέτασης, ότι πήρε από το χέρι το γαμπρό της και τον τράβηξε να φύγει, επειδή φοβήθηκε ότι θα το χτυπήσει ο 3ος κατηγορούμενος, κάτι που όχι μόνο δεν ανάφερε ο γαμπρός της, αλλά και που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον ισχυρισμό του, ότι η πεθερά του έχει πρόβλημα με τα πόδια και τη μέση της, σε βαθμό που «κολοσύρνεται» όπως είπε χαρακτηριστικά. Διερωτώμαι ειλικρινά, πόσο λογικό και πρακτικά δυνατό είναι για μια γυναίκα σε αυτή την κατάσταση, η οποία ακουμπούσε στο κάγκελο για να μπορεί να στέκει στα πόδια της, να προβαίνει σε μια τόσο παράτολμη ενέργεια, εν μέσω καυγά, όπως αυτή που κατ' ισχυρισμό της προέβηκε η κατηγορούμενη. Ο Γ. Ηλία (Μ.Υ.1) ακόμη και αυτά που ομολόγησαν οι κατηγορούμενοι, ο ίδιος τα αρνείται. Για παράδειγμα, οι κατηγορούμενοι 1 και 3 συζητούσαν ήρεμα, ούτε φώναζαν μα ούτε και μάλωναν, ισχυρίστηκε αντεξεταζόμενος. Βρισιές δεν άκουσε, ενώ, η 2η κατηγορούμενη, σε αντίθεση με ό,τι ανάφερε η ίδια και ο γαμπρός της, δεν ακουμπούσε κάπου, αλλά έστεκε δίπλα του. Ούτε και είχε συμμετοχή στο επίδικο επεισόδιο καθόλου. Έχω έντονες αμφιβολίες κατά πόσο ο μάρτυρας ήταν παρών κατά το επίδικο επεισόδιο. Και αν για το Μ.Υ.1 αμφιβάλλω κατά πόσο ήταν παρών κατά το επίδικο επεισόδιο, για τον επόμενο μάρτυρα, Α. Παυλίδη (Μ.Υ.2) είμαι βέβαιος, πρώτο, ότι δεν ήταν παρών και δεύτερο, ότι επιστρατεύτηκε στο Δικαστήριο από τους κατηγορούμενους 1 και 2 και ψευδομαρτύρησε, προκειμένου, καταρχήν, να τους βοηθήσει να αθωωθούν και έπειτα, επειδή είναι φανερό, απ' όσα έχει καταθέσει και με τον τρόπο που απαντούσε, ότι τα είχε με τους κατηγορούμενους 3 και
- Χαρακτηριστικό παράδειγμα της αρνητικής προδιάθεσης αλλά και της προκατάληψής του έναντί τους αποτελεί το γεγονός, ότι, όταν ο ευπαίδευτος δικηγόρος των κατηγορούμενων 1 και 2, με την πρώτη ερώτηση που του υπόβαλε, το ρώτησε που μένει, αισθάνθηκε την ανάγκη να πει ότι μένει απέναντι από τους πολιτικούς πρόσφυγες, με τους οποίους έχουν μεγάλα προβλήματα. Και τι να πω για τον ισχυρισμό του, ότι τη 2η κατηγορούμενη, όταν χτυπήθηκε από τους κατηγορούμενους 3 και 4, σήκωσαν οι 1ος κατηγορούμενος και Μ.Υ.1, τη στιγμή που ο Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε ότι η 2η κατηγορούμενη, δεν είχε καθόλου συμμετοχή στο επεισόδιο. Άξιος αναφοράς είναι και ο ισχυρισμός του, ότι ο 3ος κατηγορούμενος, που τη μέση και πάνω ήταν πάντα «τίτσιρος», με αποκορύφωμα, την απάντηση που έδωσε αντεξεταζόμενος, στην ερώτηση, αν θυμάται τι φορούσε εκεί στο επεισόδιο ο 1ος κατηγορούμενος. «Δεν θυμάμαι τι φορούσε, έχει πέντε μήνες τώρα.» ήταν η απάντησή του. Και όμως, από τις 30.6.2010 που έγινε το επίδικο επεισόδιο μέχρι και τις 23.11.2011 που κατάθεσε ο ίδιος στο Δικαστήριο σε σχέση με αυτό παρήλθαν 16 και πλέον μήνες και όχι 5, γεγονός το οποίο, από μόνο του αιτιολογεί πλήρως το συμπέρασμά μου, ότι, ουδεμία γνώση έχει αναφορικά με το επεισόδιο, κατά το οποίο ήταν απών. Δεν νομίζω να χρειάζεται να επεκταθώ. Η κρίση μου αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία όλων όσων κατάθεσαν στο Δικαστήριο, πλην του εξεταστή, εξ αντικειμένου, δεν μου επιτρέπει να προβώ στην εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων, αναφορικά με τα κρίσιμα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο. Έστω κι αν είμαι βέβαιος, ότι έλαβε χώρα κάποιο επεισόδιο, στο οποίο συμμετείχαν με κάποιο τρόπο όλοι οι κατηγορούμενοι, η αδυναμία μου να συγκεκριμενοποιήσω το ρόλο ενός εκάστου αυτών στο επεισόδιο καθιστά τη σχετική κατηγορία έκθετη σε απόρριψη. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους, ότι η κατηγορούσα αρχή απότυχε να αποδείξει την ενοχή των κατηγορούμενων στη σχετική κατηγορία. Κατά συνέπεια και οι δυο κατηγορούμενοι (1 και 2) αθωώνονται. (Υπ.) ................ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής (Αναφορά: συμπλοκή, κατά παράβαση των άρθρων 89 και 20 του Ποινικού Κώδικα - αξιολόγηση μαρτυρίας.) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο