← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Erik Bernhauser, Αρ. Υπόθεσης: 7035/10, 22.12.11

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Erik Bernhauser, Αρ. Υπόθεσης: 7035/10, 22.12.11 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B224 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7035/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Erik Bernhauser, Ζακάκι Κατηγορούμενου --------------------------------------------- Ημερομηνία: 22.12.11 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Δανιηλίδου Κατηγορούμενος παρών, γι' αυτόν: κ. Ηλ. Κονναρής Α Π Ο Φ Α Σ Η Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή στις κατηγορίες 1, 2 και

  1. Αυτές αφορούν την εισαγωγή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, και συγκεκριμένα 20 γραμμαρίων φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, στις 10.3.2010, την παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, δηλαδή 15 γραμμαρίων φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, στις 11.3.2010, και το κάπνισμα φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, στις 11.3.2010, αντίστοιχα. Ο κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στην τρίτη κατηγορία που αφορά το αδίκημα της κατοχής του προαναφερόμενου ελεγχόμενου φαρμάκου, δηλαδή των 15 γραμμαρίων φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, στις 11.3.2010, και στην τέταρτη κατηγορία που αφορά το αδίκημα της προμήθειας σε άγνωστα πρόσωπα ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, δηλαδή 5 γραμμαρίων φυτού κάνναβης, μεταξύ της 10ης και της 11ης Μαρτίου 2010, κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977, Ν. 29/77, όπως τροποποιήθηκε. Επομένως, η ακρόαση της υπόθεσης αφορά μόνο τις κατηγορίες 3 και 4, και η θέση της υπεράσπισης είναι ότι ο κατηγορούμενος κατείχε την επίδικη ποσότητα μόνο για δική του χρήση και όχι για την προμήθεια αυτής σε άλλα πρόσωπα. Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας, ο πρώτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο αστ.1947 Μ. Πάφιος, της ΥΚΑΝ Λεμεσού. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Κ.1, στις 11.3.2010 και μεταξύ των ωρών 20.40-21.40, κατόπιν σχετικής πληροφορίας και παρακολούθησης, μαζί με άλλους αστυνομικούς ερεύνησαν δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης την οικία του κατηγορούμενου. Σε σωματική έρευνα που έγινε στον κατηγορούμενο, ο Μ.Κ.1 βρήκε στην αριστερή τσέπη του σακακιού του ένα μεταλλικό κουτί τσιγάρων Marlboro, εντός του οποίου υπήρχαν 4 νάιλον συσκευασίες που περιείχαν ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης. Αφού ο Μ.Κ.1 παρέλαβε τα τεκμήρια, τα υπέδειξε στον κατηγορούμενο, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε «είναι δικό μου». Ακολούθως ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε και απάντησε «εντάξει». Ακολούθως ο Μ.Κ.1 πληροφόρησε προφορικά τον κατηγορούμενο για τα δικαιώματα του. Σε σύνθετο στο υπνοδωμάτιο του κατηγορούμενου ο Μ.Κ.1 βρήκε ένα γυάλινο δοχείο εντός του οποίου υπήρχαν 11 ξεχωριστές συσκευασίες που περιείχαν ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης. Ακολουθήθηκε η ίδια διαδικασία και ο κατηγορούμενος απάντησε «είναι δικά μου, τα έφερα από τη Σλοβακία». Ο κατηγορούμενος παρέδωσε στη συνέχεια στον Μ.Κ.1 ένα χάρτινο κουτί παπουτσιών και τον πληροφόρησε ότι αυτό είναι το κουτί που παρέλαβε από το ταχυδρομείο και εντός του οποίου ήταν τα ναρκωτικά. Ο Μ.Κ.1 παρέλαβε το κουτί και επέστησε την προσοχή του κατηγορούμενου στο Νόμο, και ο κατηγορούμενος απάντησε «αυτή είναι η αλήθεια». Τέλος, σε συρτάρι του γραφείου στο υπνοδωμάτιο του κατηγορούμενου ο Μ.Κ.1 βρήκε το ποσό των 400 ευρώ, το παρέλαβε ως τεκμήριο, επέστησε την προσοχή του κατηγορούμενου στο Νόμο και αυτός δεν έδωσε απάντηση. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.1 οδήγησε τον κατηγορούμενο με τα τεκμήρια στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού για συνέχιση των εξετάσεων. Την ίδια μέρα ο Μ.Κ.1, με τη βοήθεια του διερμηνέα της Σλοβάκικης και της Τσέχικης γλώσσας Χρίστου Ανδρέου, εξήγησε τα δικαιώματα του κατηγορούμενου και αυτός υπέγραψε το σχετικό έντυπο. Τα τεκμήρια σφραγίστηκαν και ο κατηγορούμενος προέβη σε θεληματική κατάθεση, την οποία κατέγραψε ο Μ.Κ.1 με τη βοήθεια του διερμηνέα. Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε κατάλογο τεκμηρίων ως Τεκμήριο 1 και την Απόδειξη Παραλαβής Τεκμηρίων, την οποία υπέγραψε τόσο ο ίδιος όσο και ο κατηγορούμενος, ως Τεκμήριο
  2. Τα τεκμήρια που παραλήφθηκαν από την οικία του κατηγορούμενου και περιγράφονται πιο πάνω κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 5 - 10 αντίστοιχα. Η κατάθεση του κατηγορούμενου στη μητρική του γλώσσα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3 και η πιστή μετάφραση αυτής στα Ελληνικά ως Τεκμήριο
  3. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Κ.1 αρνήθηκε τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε οικειοθελώς προς την αστυνομία την κατοχή των ναρκωτικών, και είπε ότι τα ναρκωτικά ανευρέθηκαν κατόπιν έρευνας στην οικία του. Ο κατηγορούμενος ρωτήθηκε και απάντησε ότι παρέλαβε τα ναρκωτικά μέσω ταχυδρομείου, όμως με βάση το περιεχόμενο της κατάθεσης του λειτουργού του ταχυδρομείου, το πακέτο ήρθε στο όνομα της συγκάτοικου του κατηγορούμενου και παραδόθηκε στον κατηγορούμενο, χωρίς να έχει ανοιχθεί. Την όλη εξέλιξη των γεγονότων από την είσοδο των αστυνομικών στην οικία του κατηγορούμενου μέχρι και τη μεταφορά των τεκμηρίων και του κατηγορούμενου στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού επιβεβαιώνει ο αστ. 4557 Α. Αγαθοκλέους, της ΥΚΑΝ Λεμεσού, σε δική του κατάθεση η οποία κατατέθηκε εκ συμφώνου από τις δύο πλευρές ως παραδεκτό γεγονός, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου. Πριν τη λήψη της κατάθεσης του κατηγορούμενου, ο αστ. 193 Δ. Σωκράτους, της ΥΚΑΝ Λεμεσού, με τη βοήθεια του διερμηνέα Χρίστου Ανδρέου, συνέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, ο κατηγορούμενος απάντησε «εντάξει». Στις 12.3.2010 το πρωί τα τεκμήρια μεταφέρθηκαν στο Γενικό Χημείο του Κράτους. Εκεί αυτά έτυχαν επιστημονικής εξέτασης από την κα Κατερίνα Κονάρη, η οποία ετοίμασε Έκθεση Εξέτασης ημερ. 16.8.2010 με τα ευρήματα της, και η οποία κατατέθηκε και πάλι εκ συμφώνου ως παραδεκτό γεγονός από τις δύο πλευρές ως Τεκμήριο 14, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου. Η κατάθεση του Σωτήρη Χριστοφή, υπεύθυνου δεμάτων του ταχυδρομείου Λεμεσού, που λήφθηκε από τον Μ.Κ.1 κατατέθηκε επίσης ως παραδεκτό γεγονός από τις δύο πλευρές, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου. Σε αυτή αναφέρεται ότι στις 5.3.2010 παραλήφθηκε στα γραφεία του ταχυδρομείου ένα δέμα από τη Σλοβακία με παραλήπτη την Katerina Charvatova, συγκάτοικο του κατηγορούμενου, και στάληκε η σχετική ειδοποίηση για την άφιξη του. Στις 10.3.2010 παρουσιάστηκε ο κατηγορούμενος και παρέλαβε το δέμα παρουσιάζοντας το διαβατήριο της Charvatova, λέγοντας ότι το πακέτο το έστειλε η μητέρα του από τη Σλοβακία για τον ίδιο και έβαλε ως παραλήπτρια τη Charvatova καθότι ο ίδιος δεν είχε δική του διαμονή. Ο κ. Χριστοφή έλεγξε το πακέτο και είδε ότι πάνω σε αυτό ήταν γραμμένο το επίθετο του κατηγορούμενου και έτσι πείστηκε ότι αυτό ήταν δικό του, και το παρέδωσε σε αυτόν κατόπιν της σχετικής διαδικασίας χωρίς να ελεγχθεί εφόσον προερχόταν από Ευρωπαϊκή χώρα. Ο επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Χρίστος Ανδρέου, αρχιτέκτονας και μεταφραστής από τα Τσεχοσλοβάκικα στα Ελληνικά και αντίστροφα σε αποστολές της Κύπρου στην Τσεχοσλοβακία και τόσο στην αστυνομία όσο και ενώπιον Δικαστηρίου. Γνωρίζει τα Τσεχοσλοβάκικα επειδή σπούδασε στην Τσεχοσλοβακία για 7 χρόνια. Ο Μ.Κ.2 επιβεβαίωσε ότι ο ίδιος βοήθησε στη λήψη της κατάθεσης του κατηγορούμενου και τη μετάφραση αυτής στα Ελληνικά, και αναγνώρισε τα Τεκμήρια 3 και
  4. Είπε επίσης ότι μετά τον διαχωρισμό της Τσεχίας και της Σλοβακίας, και τα δύο έθνη μιλούν τα Τσεχοσλοβάκικα. Η διαδικασία λήψης της κατάθεσης του κατηγορούμενου έγινε ως ακολούθως. Αρχικά ο κατηγορούμενος ρωτήθηκε από τον μάρτυρα τι έγινε και πώς έγινε η εισαγωγή και ακολούθως του λήφθηκε η κατάθεση. Ο Μ.Κ.2 έγραφε ό,τι έλεγε ο κατηγορούμενος, και την ίδια στιγμή μετάφραζε στα Ελληνικά και κατέγραφε ο Μ.Κ.1 το κείμενο στα Ελληνικά. Ο κατηγορούμενος γνώριζε αρκετά καλά τα Ελληνικά, και στο τέλος της κατάθεσης του ο Μ.Κ.2 του τη διάβασε και αυτός την υπέγραψε. Σε κανένα στάδιο της διαδικασίας ο κατηγορούμενος δεν παραπονέθηκε για τη γλώσσα. Κατά την αντεξέταση του μάρτυρα, ο συνήγορος υπεράσπισης του υπέβαλε ότι άλλη είναι η Τσέχικη γλώσσα και άλλη η Σλοβάκικη. Ο Μ.Κ.2 αρνήθηκε αυτή τη θέση, λέγοντας ότι η γλώσσα είναι μία και ότι υπάρχουν μικροδιαφορές μεταξύ τους δηλαδή υπάρχει διαφορά σε κάποιες λέξεις. Τέλος, ο Μ.Κ.2 αρνήθηκε και πάλι τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος δεν καταλάβαινε τι του έλεγε κατά τη διάρκεια λήψης της κατάθεσης του λόγω της διαφοράς της γλώσσας, καθότι ο Μ.Κ.2 σπούδασε στην Τσεχία ενώ ο κατηγορούμενος κατάγεται από τη Σλοβακία, εκφράζοντας αντίθετη άποψη. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και τον κάλεσε να προβάλει την υπεράσπιση του αφού του εξήγησε τα δικαιώματα του. Ο κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Ο κατηγορούμενος αρχικά αναγνώρισε τις υπογραφές του επί των καταθέσεων του, Τεκμήρια 3 και 4, όμως ισχυρίστηκε ότι το Τεκμήριο 3 είναι γραμμένο στην Τσέχικη γλώσσα ενώ ο ίδιος γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Σλοβακία, οι δύο γλώσσες είναι διαφορετικές και ο ίδιος καταλαβαίνει μόνο το 50 % της Τσέχικης γλώσσας, γράφει και διαβάζει λίγο την Τσέχικη γλώσσα. Κατάγεται από μία πόλη στο κέντρο της Σλοβακίας, μακριά από τα σύνορα με την Τσεχία. Ο κατηγορούμενος είπε ότι ο αστυνομικός του υπέβαλλε ερωτήσεις, ο μεταφραστής έγραφε, το κείμενο του διαβάστηκε και το υπέγραψε. Κατά τη λήψη της κατάθεσης του δεν αντέδρασε, επειδή νόμιζε ότι καταλάβαινε αλλά τελικά στο τέλος ήταν το αντίθετο. Ο κατηγορούμενος είπε ότι ποτέ δεν πούλησε ναρκωτικά και ότι η αναφορά του στα 100 ευρώ ήταν ότι του πούλησαν τα ναρκωτικά για το εν λόγω ποσό και όχι ότι τα αγόρασε γι' αυτό το ποσό. Ο ίδιος αγόρασε μαριχουάνα από τη Σλοβακία έναντι του ποσού των 100 ευρώ, είναι χρήστης, και η επίδικη ποσότητα θα του διαρκούσε ένα ή δύο μήνες. Η τελευταία φορά που έκανε χρήση ήταν γύρω στις 16 ή 17 του μήνα. Ο κατηγορούμενος βρίσκεται και εργάζεται στην Κύπρο εδώ και 6 χρόνια, με μηνιαίο εισόδημα 1200 ευρώ. Ο κατηγορούμενος είπε ακόμα ότι όταν του διαβάστηκε η κατάθεση του, νόμιζε ότι αυτή περιείχε ό,τι είπε κατά την προφορική του μαρτυρία, είχε στρες και δεν ήξερε τι γινόταν εκεί, και τον πίεζαν να υπογράψει. Ο κατηγορούμενος επέμενε ότι ποτέ δεν πούλησε ναρκωτικά, τα αγόρασε από τη Σλοβακία και όχι από την Κύπρο επειδή είναι πιο φθηνά και η συσκευασία τους όπως αυτά ανευρέθηκαν στην οικία του ήταν όπως του είχαν σταλεί. Δεν γνώριζε την ποσότητα τους επειδή δεν έχει ζυγαριά για να τα ζυγίζει. Κατά την αντεξέταση του ο κατηγορούμενος είπε ότι γεννήθηκε το 1979 και έζησε εκεί μέχρι το 1989, μετά πήγε στην Αυστρία και ήρθε στην Κύπρο. Σε υποβολή της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι στο σχολείο μιλούσαν και τις 2 γλώσσες, ο κατηγορούμενος είπε ότι στην κάθε χώρα μιλούν μόνο τη γλώσσα της καθεμιάς, ενώ έμαθε Τσέχικα από τα προγράμματα της τηλεόρασης. Σε υποβολή ότι οι δύο γλώσσες έχουν πάρα πολύ λίγες διαφορές, ο κατηγορούμενος είπε ότι η καθεμιά έχει συγκεκριμένη προσφορά και οι λέξεις είναι διαφορετικές. Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι καταλαβαίνει λίγα Τσέχικα, ενώ αντιλαμβάνεται καλύτερα τα Ελληνικά. Σε ερώτηση κατά πόσο ο αστυνομικός τον ρωτούσε στα Ελληνικά και αυτός απαντούσε, ο κατηγορούμενος με κάποιο δισταγμό είπε ότι νομίζει ότι αυτό έγινε, χωρίς να είναι σίγουρος, και δεν γνωρίζει γιατί έφεραν μεταφραστή. Ακολούθως ο κατηγορούμενος είπε ότι ο μεταφραστής έγραφε αυτά που του έλεγε, μετάφραζε στα Ελληνικά και έγραφε ο αστυνομικός, ενώ άκουγε τα Ελληνικά τα οποία καταλάβαινε περισσότερο από τα Τσέχικα , κατάλαβε τι είχαν γράψει και δεν συμφώνησε με αυτά. Το είπε στον αστυνομικό, όμως δεν τον ενδιέφερε. Ερωτηθείς γιατί υπέγραψε την κατάθεση του, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι επί 4 ώρες ήταν τα ίδια και δεν τους ενδιέφερε τι τους έλεγε αλλά αυτοί έλεγαν τα δικά τους. Υπέγραψε επειδή νόμιζε ότι έγραψαν ότι σε αυτόν πούλησαν τα ναρκωτικά. Ο ίδιος δεν διάβασε το κείμενο, παρά μόνο του το διάβασαν, αρνήθηκε ότι διάβασε και το Ελληνικό κείμενο και ότι καταλάβαινε καλά τι ήταν καταγραμμένο, και ανέφερε ότι όταν του είπε ο αστυνομικός, αυτός δεν συμφώνησε, δεν διάβασε την κατάθεση του και ο αστυνομικός του τα είπε αυτά και τι να πει. Ο κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση να πει κατά πόσο υπήρχαν και άλλες ανακρίβειες στην κατάθεση του σε σχέση με τι ανέφερε ο ίδιος, καθότι δεν γνωρίζει τα περιεχόμενο της, και δήλωσε ότι ανέφερε ότι όλο το χρηματικό ποσό των 400 ευρώ προέρχεται από τη δουλειά του και ότι του πούλησαν τα ναρκωτικά για το ποσό των 100 ευρώ. Σε ερώτηση γιατί ο κατηγορούμενος αναφέρθηκε στο ποσό των 100 ευρώ, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι τον ρώτησαν και τους είπε ότι με αυτά αγόρασε τα ναρκωτικά. Τα 100 ευρώ τα έστειλε σε φίλο του για την αγορά των ναρκωτικών. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής παρέπεμψε τον κατηγορούμενο στην κατάθεση του, στην οποία αναφέρει ότι τα χρήματα για την αγορά των ναρκωτικών θα τα έδινε στον φίλο του το καλοκαίρι όταν θα πήγαινε διακοπές στη χώρα του, και αυτός απάντησε ότι δεν ήξερε ότι είπε κάτι τέτοιο. Σε ερώτηση κατά πόσο οι αστυνομικοί τον πίεζαν να υπογράψει την κατάθεση του, ο κατηγορούμενος διερωτήθηκε κατά πόσο έπρεπε να πει ότι τον κτύπησαν για να υπογράψει, ενώ είπε ότι του φώναζαν και τον έδερναν. Τέλος, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι οι ισχυρισμοί του κατά την ένορκη του μαρτυρία είναι εκ των υστέρων σκέψεις, ως ήταν η εισήγηση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, και στη θέση ότι αντιλήφθηκε πλήρως το περιεχόμενο της κατάθεσης του και τη μετάφραση αυτής στα Ελληνικά, αυτός είπε ξανά ότι είναι αλήθεια ότι τον πίεζαν και δεν ήξερε τι του γινόταν εκείνη την ώρα. Οι δύο πλευρές κατάθεσαν εκ συμφώνου για την αλήθεια του περιεχομένου τους ως παραδεκτό γεγονός, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου, τις καταθέσεις των συγκάτοικων του κατηγορούμενου, Katerina Charvatova και Kostal Roman, και των εργοδοτών του κατηγορούμενου, Χρίστου Μυλωνά και Λιασή Λιασή. Στην κατάθεση της ημερ. 12.3.2010, Τεκμήριο 16 Β, η Katerina Charvatova από την Τσεχία, αναφέρει ότι εδώ και ένα χρόνο διαμένει με τον συγκάτοικο της Kostal Roman στην οδό Καλαβρύτων 15, Κάτω Πολεμίδια, στη Λεμεσό, και εδώ και 6 μήνες ήρθε ως συγκάτοικος τους ο κατηγορούμενος, που είναι συμπατριώτης της. Ο καθένας έχει το δικό του δωμάτιο και η Charvatova, όταν λείπει από το σπίτι, κλειδώνει το δωμάτιο της. Δεν έχει ιδιαίτερες σχέσεις με τους συγκάτοικους της. Στις 8.3.2010 η Charvatova βρήκε στο γραμματοκιβώτιο της μία ειδοποίηση από το ταχυδρομείο για να παραλάβει ένα δέμα, και επειδή αυτή δεν περίμενε δέμα, ρώτησε τους συγκατοίκους της και ο κατηγορούμενος της είπε ότι το δέμα είναι δικό του, από τη μητέρα του στη Σλοβακία, και ότι ο ίδιος έβαλε το όνομα της για παραλήπτη επειδή το σπίτι ενοικιάζεται από την ίδια και η ειδοποίηση έπρεπε να έρθει στο όνομα της. Ο κατηγορούμενος ζήτησε το διαβατήριο της Charvatova για να παραλάβει το δέμα, το οποίο της είπε ότι περιείχε ποτά και κρέμες από τη Σλοβακία. Η Charvatova του έδωσε το διαβατήριο της και ακολούθως, στις 12.3.2010, πληροφορήθηκε από την αστυνομία ότι ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε με ποσότητα ναρκωτικών στο σπίτι τους. Η ίδια δεν γνωρίζει αν ο κατηγορούμενος ασχολείται με ναρκωτικά ούτε και της είπε ποτέ ο κατηγορούμενος ότι είναι χρήστης ναρκωτικών. Η Charvatova δεν είχε υποψιαστεί ότι υπήρχε κάτι παράνομο στο δέμα και αν είχε τέτοιες υποψίες, δεν θα έδινε το διαβατήριο της στον κατηγορούμενο για να παραλάβει το δέμα με το όνομα της. Την ίδια εκδοχή εξέθεσε και ο Kostal Roman στη δική του κατάθεση ημερ. 12.3.2010, Τεκμήριο 17 Β, σε σχέση με τις συνθήκες συγκατοίκησης του κατηγορούμενου, από τη Σλοβακία, με αυτόν και τη Charvatova και τις σχέσεις μεταξύ τους. Επιβεβαίωσε ακόμα ότι η Charvatova τον ρώτησε για το δέμα και είπε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε αν ο κατηγορούμενος ήταν χρήστης ναρκωτικών και αν το γνώριζε, δεν θα δεχόταν να τον έχει συγκάτοικο. Ο Χρίστος Μηλιώτης, Πρόεδρος του Κέντρου Νεότητας Ζυγίου τα τελευταία 14 χρόνια και υπεύθυνος της ποδοσφαιρικής ομάδας, στην κατάθεση του ημερ. 13.3.2010, Τεκμήριο 18, αναφέρει ότι τα τελευταία δύο χρόνια ο κατηγορούμενος αγωνίζεται με την ομάδα του και αμείβεται με 1000 ευρώ ετησίως. Την εν λόγω μέρα έμαθε ότι ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε για ναρκωτικά και ο ίδιος δεν είχε ιδέα ότι αυτός ασχολείτο με ναρκωτικά ούτε και έδωσε το δικαίωμα σε οποιονδήποτε στην ομάδα να υποψιαστεί ότι ασχολείται με ναρκωτικά. Τέλος, ο Λιασής Λιασή, εργολάβος καλουπιών και διευθυντής της εταιρείας «Λιασής και Συνεργάτες Λτδ», στην κατάθεση του ημερ. 12.3.2010, Τεκμήριο 19, αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος εργάζεται κοντά του για ένα χρόνο ως οικοδόμος και πηγαίνει κανονικά στη δουλειά του και είναι πολύ συνεπής, πολύ εργατικός και κάποτε δούλευε πέραν του κανονικού. Ο ίδιος δεν γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος ασχολείται με ναρκωτικά. Κατά την αγόρευση της η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε ότι η κατάθεση του κατηγορούμενου είναι ικανή από μόνη της να αποδείξει την ενοχή του στις εν λόγω δύο κατηγορίες, και ότι η μαρτυρία του ίδιου δεν μπορεί να κριθεί αξιόπιστη ούτε και ο ισχυρισμός του ότι δεν αντιλήφθηκε τη γλώσσα ευσταθεί. Επομένως η κα Δανιηλίδου κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο. Αντίθετη ήταν η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ο οποίος είπε ότι με βάση τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 ότι οι δύο γλώσσες έχουν διαφορές είναι ικανή να δημιουργήσει αμφιβολία στο Δικαστήριο για τα όσα καταλογίζονται στον κατηγορούμενο στην κατάθεση του. Ο κ. Κονναρής εισηγήθηκε ακόμα ότι η υπόλοιπη μαρτυρία επιβεβαιώνει την εκδοχή του κατηγορούμενου ότι δεν ασχολείται με την εμπορία ναρκωτικών, ούτε και ανευρέθηκε οτιδήποτε στο δωμάτιο του που να δείχνει ότι ασχολείται με την εμπορία ναρκωτικών, όπως ζυγαριά, και ακόμα η συσκευασία της επίδικης ποσότητας όπως ήρθε από το εξωτερικό δεν ήταν ισόποση, κάτι που επίσης δείχνει την άγνοια του κατηγορούμενου για την ακριβή ποσότητα και τη μη ανάμειξη του σε εμπορία ναρκωτικών. Ακόμα, ο κ. Κονναρής εισηγήθηκε ότι είναι φυσιολογικό για κάθε ύποπτο να νιώθει φόβο και σοκ κατά τη σύλληψη του, ειδικά όταν παραδέχθηκε την κατοχή ναρκωτικών, επομένως η θέση του για το πώς ένιωθε όταν έδινε την κατάθεση του είναι λογική και πρέπει να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ο κ. Κονναρής κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει τον κατηγορούμενο στις κατηγορίες. Πριν αναφερθώ στις μαρτυρίες των μαρτύρων κατηγορίας που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και του κατηγορούμενου, που χρήζουν αξιολόγησης από το Δικαστήριο, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τη μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή, και η οποία, ως παραδεκτή, αποτελεί μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αναφορικά με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Επίσης το Δικαστήριο υιοθετεί ως μέρος των ευρημάτων του τη μαρτυρία του Μ.Κ.1, η οποία αποτέλεσε κοινό έδαφος από τις δύο πλευρές, σχετικά με τις ενέργειες του αναφορικά με την έρευνα της οικίας του κατηγορούμενου, η οποία συνάδει πλήρως με την παραδεκτή μαρτυρία του αστ. 4557, Α. Αγαθοκλέους, της ΥΚΑΝ Λεμεσού, και αναφορικά με τη διερεύνηση της υπόθεσης η οποία ουδόλως αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Στις 11.3.2010 και μεταξύ των ωρών 20.40-21.40, ο αστ.1947 Μ. Πάφιος, της ΥΚΑΝ Λεμεσού, Μ.Κ.1, κατόπιν σχετικής πληροφορίας και παρακολούθησης, μαζί με άλλους αστυνομικούς, συμπεριλαμβανομένου του αστ. 4557 Α. Αγαθοκλέους, της ΥΚΑΝ Λεμεσού, ερεύνησαν δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης την οικία του κατηγορούμενου. Σε σωματική έρευνα που έγινε στον κατηγορούμενο, ο Μ.Κ.1 βρήκε στην αριστερή τσέπη του σακακιού του ένα μεταλλικό κουτί τσιγάρων Marlboro, εντός του οποίου υπήρχαν 4 νάιλον συσκευασίες που περιείχαν ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης. Αφού ο Μ.Κ.1 παρέλαβε τα τεκμήρια, τα υπέδειξε στον κατηγορούμενο, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε «είναι δικό μου». Ακολούθως ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε και απάντησε «εντάξει». Ακολούθως ο Μ.Κ.1 πληροφόρησε προφορικά τον κατηγορούμενο για τα δικαιώματα του. Σε σύνθετο στο υπνοδωμάτιο του κατηγορούμενου ο Μ.Κ.1 βρήκε ένα γυάλινο δοχείο εντός του οποίου υπήρχαν 11 ξεχωριστές συσκευασίες που περιείχαν ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης. Ακολουθήθηκε η ίδια διαδικασία και ο κατηγορούμενος απάντησε «είναι δικά μου, τα έφερα από τη Σλοβακία». Ο κατηγορούμενος παρέδωσε στη συνέχεια στον Μ.Κ.1 ένα χάρτινο κουτί παπουτσιών και τον πληροφόρησε ότι αυτό είναι το κουτί που παρέλαβε από το ταχυδρομείο και εντός του οποίου ήταν τα ναρκωτικά. Ο Μ.Κ.1 παρέλαβε το κουτί και επέστησε την προσοχή του κατηγορούμενου στο Νόμο, και ο κατηγορούμενος απάντησε «αυτή είναι η αλήθεια». Τέλος, σε συρτάρι του γραφείου στο υπνοδωμάτιο του κατηγορούμενου ο Μ.Κ.1 βρήκε το ποσό των 400 ευρώ, το παρέλαβε ως τεκμήριο, επέστησε την προσοχή του κατηγορούμενου στο Νόμο και αυτός δεν έδωσε απάντηση. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.1 οδήγησε τον κατηγορούμενο με τα τεκμήρια στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού για συνέχιση των εξετάσεων. Την ίδια μέρα ο Μ.Κ.1, με τη βοήθεια του διερμηνέα της Σλοβάκικης και της Τσέχικης γλώσσας Χρίστου Ανδρέου, εξήγησε τα δικαιώματα του κατηγορούμενου και αυτός υπέγραψε το σχετικό έντυπο. Τα τεκμήρια σφραγίστηκαν και ο Μ.Κ.1 ετοίμασε κατάλογο τεκμηρίων, Τεκμήριο 1, και Απόδειξη Παραλαβής Τεκμηρίων, την οποία υπέγραψε τόσο ο ίδιος όσο και ο κατηγορούμενος, Τεκμήριο
  5. Τα τεκμήρια που παραλήφθηκαν από την οικία του κατηγορούμενου και περιγράφονται πιο πάνω κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 5 - 10 αντίστοιχα. Ο αστ. 193 Δ. Σωκράτους, της ΥΚΑΝ Λεμεσού, με τη βοήθεια του διερμηνέα Χρίστου Ανδρέου, συνέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, ο κατηγορούμενος απάντησε «εντάξει». Στις 12.3.2010 το πρωί τα τεκμήρια μεταφέρθηκαν στο Γενικό Χημείο του Κράτους. Εκεί αυτά έτυχαν επιστημονικής εξέτασης από την κα Κατερίνα Κονάρη, η οποία ετοίμασε Έκθεση Εξέτασης ημερ. 16.8.2010 με τα ευρήματα της, Τεκμήριο
  6. Οι συνθήκες παραλαβής του δέματος με τα επίδικα ναρκωτικά από το ταχυδρομείο από τον κατηγορούμενο περιγράφονται από τον Σωτήρη Χριστοφή, υπεύθυνο δεμάτων του ταχυδρομείου Λεμεσού, και αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, στις 5.3.2010 παραλήφθηκε στα γραφεία του ταχυδρομείου ένα δέμα από τη Σλοβακία με παραλήπτη την Katerina Charvatova, συγκάτοικο του κατηγορούμενου, και στάληκε η σχετική ειδοποίηση για την άφιξη του. Στις 10.3.2010 παρουσιάστηκε ο κατηγορούμενος και παρέλαβε το δέμα παρουσιάζοντας το διαβατήριο της Charvatova, λέγοντας ότι το πακέτο το έστειλε η μητέρα του από τη Σλοβακία για τον ίδιο και έβαλε ως παραλήπτρια τη Charvatova καθότι ο ίδιος δεν είχε δική του διαμονή. Ο κ. Χριστοφή έλεγξε το πακέτο και είδε ότι πάνω σε αυτό ήταν γραμμένο το επίθετο του κατηγορούμενου και έτσι πείστηκε ότι αυτό ήταν δικό του, και το παρέδωσε σε αυτό κατόπιν της σχετικής διαδικασίας χωρίς να ελεγχθεί εφόσον προερχόταν από Ευρωπαική χώρα. Η Katerina Charvatova από την Τσεχία και ο Kostal Roman συγκατοικούν με τον κατηγορούμενο εδώ και 6 μήνες. Ο καθένας έχει το δικό του δωμάτιο και τόσο η Katerina Charvatova όσο και ο Kostal Roman, όταν λείπουν από το σπίτι, κλειδώνουν τα δωμάτια τους. Οι τρεις συγκάτοικοι δεν έχουν ιδιαίτερες σχέσεις μεταξύ τους. Στις 8.3.2010 η Charvatova βρήκε στο γραμματοκιβώτιο της μία ειδοποίηση από το ταχυδρομείο για να παραλάβει ένα δέμα, και επειδή αυτή δεν περίμενε δέμα, ρώτησε τους συγκατοίκους της και ο κατηγορούμενος της είπε ότι το δέμα είναι δικό του, από τη μητέρα του στη Σλοβακία, και ότι ο ίδιος έβαλε το όνομα της για παραλήπτη επειδή το σπίτι ενοικιάζεται από την ίδια και η ειδοποίηση έπρεπε να έρθει στο όνομα της. Ο κατηγορούμενος ζήτησε το διαβατήριο της Charvatova για να παραλάβει το δέμα, το οποίο της είπε ότι περιείχε ποτά και κρέμες από τη Σλοβακία. Η Charvatova του έδωσε το διαβατήριο της και ακολούθως, στις 12.3.2010, πληροφορήθηκε από την αστυνομία ότι ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε με ποσότητα ναρκωτικών στο σπίτι τους. Η ίδια δεν γνωρίζει αν ο κατηγορούμενος ασχολείται με ναρκωτικά ούτε και της είπε ποτέ ο κατηγορούμενος ότι είναι χρήστης ναρκωτικών. Η Charvatova δεν είχε υποψιαστεί ότι υπήρχε κάτι παράνομο στο δέμα και αν είχε τέτοιες υποψίες, δεν θα έδινε το διαβατήριο της στον κατηγορούμενο για να παραλάβει το δέμα με το όνομα της. Ούτε και ο Roman γνώριζε αν ο κατηγορούμενος ήταν χρήστης ναρκωτικών και αν το γνώριζε, δεν θα δεχόταν να τον έχει συγκάτοικο. Ο Χρίστος Μηλιώτης είναι Πρόεδρος του Κέντρου Νεότητας Ζυγίου τα τελευταία 14 χρόνια και υπεύθυνος της ποδοσφαιρικής ομάδας, και τα τελευταία δύο χρόνια ο κατηγορούμενος αγωνίζεται με την ομάδα του και αμείβεται με 1000 ευρώ ετησίως. Την εν λόγω μέρα έμαθε ότι ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε για ναρκωτικά και ο ίδιος δεν είχε ιδέα ότι αυτός ασχολείτο με ναρκωτικά ούτε και δεν έδωσε το δικαίωμα σε οποιονδήποτε στην ομάδα να υποψιαστεί ότι ασχολείται με ναρκωτικά. Τέλος, ο Λιασής Λιασή, εργολάβος καλουπιών και διευθυντής της εταιρείας «Λιασής και Συνεργάτες Λτδ», εργοδοτούσε τον κατηγορούμενο εργάζεται για ένα χρόνο ως οικοδόμο. Ο κατηγορούμενος πηγαίνει κανονικά στη δουλειά του και είναι πολύ συνεπής, πολύ εργατικός και κάποτε δούλευε πέραν του κανονικού. Ο ίδιος δεν γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος ασχολείται με ναρκωτικά. Στρεφόμενη τώρα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, αναφέρω ότι αυτή, στον βαθμό που αφορά τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στα γραφεία της ΥΚΑΝ κατά τη λήψη της κατάθεσης του, ουδόλως αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Μάλιστα είναι άξιο απορίας ότι η βασική εκδοχή της υπεράσπισης σε σχέση με τη δυνατότητα αντίληψης της γλώσσας κατά το στάδιο λήψης της κατάθεσης του κατηγορούμενου, και ακόμα η εκδοχή του κατηγορούμενου ότι επίσης τον πίεζαν να υπογράψει, του φώναζαν και τον έδερναν, προέκυψαν μετά τη μαρτυρία του Μ.Κ.1, έτσι ώστε αυτή η θέση της υπεράσπισης να τίθεται υπό αμφισβήτηση εν όψει του ότι αυτή προβλήθηκε πολύ αργά στο πλαίσιο της δίκης, και μάλιστα δεν τέθηκε στον Μ.Κ.1 που ήταν ο αστυνομικός που έλαβε την κατάθεση του κατηγορούμενου για να μπορέσει να εκφέρει τη δική του θέση και να τύχει αξιολόγησης από το Δικαστήριο. Επομένως, αποδέχομαι το μέρος της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 σε σχέση με ό,τι αφορά τις συνθήκες λήψης της κατάθεσης του κατηγορούμενου. Ο Μ.Κ.2 επίσης προκάλεσε θετική εικόνα προς το Δικαστήριο και γενικά έπεισε ότι κατέθεσε με ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα. Ήταν ιδιαίτερα σαφής και περιγραφικός στις απαντήσεις του, δεν δίστασε να αποκαλύψει την ύπαρξη διαφορών μεταξύ των δύο γλωσσών, όμως η ανάλυση στην οποία προέβη για το θέμα των διαφορών και κυρίως οι απαντήσεις του σε σχέση με τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου κατά την ώρα λήψης της κατάθεσης του και κυρίως τη δυνατότητα του να αντιληφθεί το περιεχόμενο αυτής, ικανοποίησαν το Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος ήτα σε θέση να αντιληφθεί πλήρως το περιεχόμενο της κατάθεσης του και ακόμα να συμφωνήσει πλήρως με αυτό. Δεν υιοθετώ τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η αναφορά του Μ.Κ.1 στην ύπαρξη διαφορών των δύο γλωσσών είναι αρκετή από μόνη της να δημιουργήσει αμφιβολίες στο Δικαστήριο για τη δυνατότητα αντίληψης της γλώσσας που χρησιμοποίησε ο Μ.Κ.2 από τον κατηγορούμενο, καθότι, πέραν του ότι οι διαφορές είναι μικρές, το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος ήταν σε θέση να αντιληφθεί τι λεγόταν. Το ερώτημα αυτό απαντάται καταφατικά από το Δικαστήριο, εν όψει του συνόλου της μαρτυρίας του Μ.Κ.2 για την όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου και ακόμα σε σχέση με την πολύ καλή αντίληψη από αυτόν και της Ελληνικής γλώσσας, καθότι γινόταν ταυτόχρονα μετάφραση των όσων έλεγε ο κατηγορούμενος και στα Ελληνικά και καταγραφόταν από τον Μ.Κ.
  7. Ακόμα, ενώ η υπεράσπιση πλέον, στο στάδιο της μαρτυρίας του Μ.Κ.2, είχε την ευχέρεια να θέσει τη βασική της θέση για την αδυναμία του κατηγορούμενου να αντιληφθεί τη γλώσσα, δεν πρόβαλε άλλες βασικές θέσεις που πρόβαλε ο ίδιος κατά τη δική του μαρτυρία ότι τον πίεσαν, του φώναζαν και ακόμα τον κτύπησαν για να υπογράψει την κατάθεση του. Θεωρώ ότι αυτή η στάση από πλευράς της υπεράσπισης δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες για το αληθές αυτών των θέσεων, καθότι αυτές παρουσιάστηκαν σε πολύ καθυστερημένο στάδιο της διαδικασίας, και ακόμα μέχρι το τελικό στάδιο της αντεξέτασης του κατηγορούμενου. Επομένως, αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 στο σύνολο της. Αντίθετα, ο κατηγορούμενος δεν έπεισε το Δικαστήριο για την αλήθεια των όσων έλεγε. Πέραν της πιο πάνω διαπίστωσης του Δικαστηρίου για την καθυστέρηση προβολής της βασικής του γραμμής υπεράσπισης, που πλήττει καίρια την αξιοπιστία του, η όλη του μαρτυρία παρουσιάζει αντιφάσεις και, ακόμα και στο στάδιο της κύριας εξέτασης του, χαρακτηρίζεται από μία έκδηλη διστακτικότητα αλλά και σκεπτικισμό στις απαντήσεις του, δίνοντας την εντύπωση ότι δεν ήξερε τι να απαντήσει και ότι προσπαθούσε να σκεφτεί την απάντηση του για να μην βλάψει τη θέση του. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος, κατά την κύρια εξέταση του και κατά την αντεξέταση του, φάνηκε κάπως διστακτικός και δεν απάντησε με σαφήνεια για τον τρόπο που γινόταν η λήψη της κατάθεσης του, η μετάφραση αυτής και η καταγραφή της. Στην αντεξέταση του δε, δεν θυμόταν καν αν η κατάθεση του μεταφραζόταν στα Ελληνικά για να πει αργότερα ότι ο αστυνομικός μιλούσε Ελληνικά και κατέγραφε την κατάθεση του στα Ελληνικά. Ακόμα, ενώ στην κύρια εξέταση του είπε ευθαρσώς ότι του διάβασαν την κατάθεση του, στην αντεξέταση του είπε ακριβώς το αντίθετο, ότι δηλαδή δεν του διάβασαν την κατάθεση του. Σε κατοπινό στάδιο είπε ακόμα ότι κατάλαβε τι είχαν γράψει αλλά δεν συμφωνούσε με αυτό για να πει περαιτέρω ότι είπε στον αστυνομικό ότι δεν συμφωνεί, θέση που και πάλι προβλήθηκε για πρώτη φορά στην αντεξέταση του, και ότι δεν ενδιέφερε τους αστυνομικούς τι τους έλεγε και αυτοί έλεγαν τα δικά τους, για να πει μετά ότι υπέγραψε επειδή νόμιζε ότι αναγράφονταν τα όσα ο ίδιος είπε ότι δηλαδή αυτός αγόρασε τα ναρκωτικά για το ποσό των 100 ευρώ. Η συνέχιση της αντεξέτασης του κορυφώθηκε από σύγχυση και αντιφάσεις. Μετά είπε ότι δεν του διάβασαν την κατάθεση του η οποία καταγραφόταν και στα Ελληνικά, νόμιζε ότι κατάλαβε τι καταγραφόταν ενώ περιείχε το αντίθετο, και όταν του είπε ο αστυνομικός το περιεχόμενο της κατάθεσης του, αυτός του είπε ότι δεν συμφωνούσε για να πει μετά ότι δεν διάβασε την κατάθεση του. Είναι εμφανές ότι ο κατηγορούμενος παρουσίασε μια συνεχόμενη αντικρουόμενη εκδοχή αναφορικά με τις συνθήκες λήψης της κατάθεσης του, κάτι που οδηγεί το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και προσπαθούσε μάταια να βοηθήσει τη θέση του. Ακόμα, η εκδοχή του για την ισχυριζόμενη αναφορά του για το ποσό των 100 ευρώ, ότι δηλαδή του πούλησαν την επίδικη ποσότητα για το ποσό των 100 ευρώ, σε συνάρτηση με το τι αναφέρεται στην κατάθεση του δεν συνάδουν στη λογική. Ήταν η θέση του κατηγορούμενου ότι το συνολικό ποσό των 400 ευρώ που βρέθηκε στην κατοχή του στο σπίτι του προέρχεται από τη δουλειά του. Σε ερώτηση γιατί διαχώρισε το ποσό των 300 ευρώ, ο κατηγορούμενος έδωσε μία αφελή και μη πειστική εκδοχή, ότι δηλαδή η αστυνομία τον ρώτησε και αυτός απάντησε ότι με αυτά τα χρήματα αγόρασε τα ναρκωτικά και τα είχε στείλει στον φίλο του. Όταν του τέθηκε η υποβολή από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ότι στην κατάθεση του αναφέρει σε κατοπινό στάδιο ότι τα χρήματα για τα ναρκωτικά θα τα έδινε στον φίλο του το καλοκαίρι όταν θα πήγαινε στη χώρα του, ο κατηγορούμενος δήλωσε άγνοια ότι είπε κάτι τέτοιο. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, δεν ικανοποιούμαι ότι ο κατηγορούμενος είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και απορρίπτω το σύνολο της μαρτυρίας του ως αναξιόπιστη. Στο σημείο αυτό επιθυμώ να σχολιάσω κάποιες θέσεις του συνηγόρου υπεράσπισης κατά την αγόρευση του που, κατά την άποψη του, ενισχύουν τη θέση του κατηγορούμενου ότι δεν είναι αναμεμειγμένος με την εμπορία ναρκωτικών. Ο κ. Κονναρής βασίστηκε στη συσκευασία των ναρκωτικών και τη μη ύπαρξη εργαλείων στο σπίτι του κατηγορούμενου που να καταδεικνύει ότι αυτός τα πουλούσε. Θεωρώ ότι αυτή η θέση δεν είναι ικανή να αποκλείσει το ενδεχόμενο εμπορίας, και ακόμα οι θέσεις των συγκάτοικων του κατηγορούμενου και των δύο εργοδοτών του δεν προσφέρουν οτιδήποτε περαιτέρω επί τούτου, καθότι αυτή η μαρτυρία απλώς και μόνο επιβεβαιώνει το τι περιέπεσε στη δική τους αντίληψη και μόνο. Επομένως, με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας, και στηριζόμενη στη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας την οποία αποδέχθηκα ανεπιφύλακτα, καταλήγω ότι μετά τη σφράγιση των τεκμηρίων, ο κατηγορούμενος προέβη σε θεληματική κατάθεση, την οποία κατέγραψε ο Μ.Κ.1 με τη βοήθεια του διερμηνέα, Μ.Κ.
  8. Ο Μ.Κ.2 μετάφραζε τα λεγόμενα του κατηγορούμενου στα Ελληνικά, αφού τα κατέγραφε στη μητρική του γλώσσα, ο Μ.Κ.1 τα έγραφε στα Ελληνικά ταυτόχρονα, έτσι ώστε ο κατηγορούμενος μιλούσε στη μητρική του γλώσσα αλλά άκουγε και την Ελληνική μετάφραση. Βρίσκω ακόμα ότι η γλώσσα του διερμηνέα ήταν η Τσεχοσλοβάκικη, η οποία έχει λίγες διαφορές στη διάλεκτο της με τη Σλοβάκικη που ήταν βασικά η γλώσσα που χρησιμοποίησε, και που είναι η μητρική γλώσσα του κατηγορούμενου. Αποτελεί ακόμα εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος αντιλαμβανόταν πλήρως τη γλώσσα που χρησιμοποιούσε ο διερμηνέας, ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε ότι δεν καταλάβαινε, και ακόμα καταλάβαινε και τα Ελληνικά, καθότι μιλά και καταλαβαίνει τα Ελληνικά αρκετά καλά. Βρίσκω ακόμα ότι η κατάθεση του κατηγορούμενου στη μητρική του γλώσσα, Τεκμήριο 3, περιέχει τα όσα ακριβώς είπε ο κατηγορούμενος και, μετά το πέρας αυτής, ο διερμηνέας διάβασε το περιεχόμενο της στον κατηγορούμενο, ο οποίος συμφώνησε με αυτή και την υπέγραψε ως αληθή, χωρίς να κάνει διορθώσεις ή αλλαγές όπως είχε πληροφορηθεί. Το Τεκμήριο 4 αποτελεί ακριβή και πιστή μετάφραση του Τεκμηρίου 3 στα Ελληνικά. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, όπως αυτά εκτίθενται πιο πάνω, είναι αδιαμφισβήτητο ότι στις 11.3.2010, κατόπιν έρευνας της οικίας του κατηγορούμενου, βρέθηκε στην κατοχή του η επίδικη ποσότητα των 15 γραμμαρίων φυτού κάνναβης, εν γνώσει του ότι η κατοχή αυτής είναι παράνομη. Αυτό άλλωστε προκύπτει και μέσα από την προφορική παραδοχή του στον Μ.Κ.1 όταν ανευρέθηκε η επίδικη ποσότητα στο σπίτι του, και την κατάθεση του κατηγορούμενου, Τεκμήριο 3, όπου περιέχει παραδοχή για την κατοχή της επίδικης ποσότητας. Οι παραδοχές του κατηγορούμενου, είτε προφορικές είτε που περιέχονται στην κατάθεση του, αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία εναντίον του, εφόσον ικανοποιούμαι ότι έγιναν οικιοθελώς και ανεπιφύλακτα. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Καυκαρής v. Δημοκρατίας

(1990)2 Α.Α.Δ. 203 και Ανδρέου v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166 στην οποία γίνεται αναφορά στην υπόθεση R. v. Sfongaras 22 C.L.R. 13. Περαιτέρω, το Δικαστήριο βασίζεται στο περιεχόμενο της προφορικής απάντησης του κατηγορούμενου στον Μ.Κ.1 κατά την έρευνα στην οικία του και στο περιεχόμενο της κατάθεσης του, Τεκμήριο 3, όπου ο ίδιος παραδέχεται την εισαγωγή και κατοχή των 20 γραμμαρίων κάνναβης, την πώληση 5 γραμμαρίων σε φίλους του έναντι του ποσού των 100 ευρώ, και την πρόθεση του να πουλήσει μέρος της υπόλοιπης ποσότητας. Θεωρώ ότι αυτές οι παραδοχές του κατηγορούμενου είναι αρκετές για να οδηγήσουν στην ενοχή και την καταδίκη του. Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι στις λεπτομέρειες αδικήματος της τρίτης κατηγορίας αναφέρεται η ποσότητα των 15 γραμμαρίων ενώ, σύμφωνα με την παραδοχή του κατηγορούμενου που περιέχεται στην κατάθεση του, μέρος μόνο της εν λόγω ποσότητας προοριζόταν προς πώληση σε τρίτα πρόσωπα, χωρίς η ποσότητα αυτή να καθορίζεται με ακρίβεια. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 85
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, κρίνω ότι ο κατηγορούμενος μπορεί να κριθεί ένοχος στην τρίτη κατηγορία που αντιμετωπίζει για την κατοχή με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα ποσότητας ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β που δεν ξεπερνά τα 15 γραμμάρια φυτού κάνναβης από το οποίο δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη, χωρίς την αναγκαιότητα μεταβολής του κατηγορητηρίου. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία 3 για το αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα ποσότητας ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β που δεν ξεπερνά τα 15 γραμμάρια φυτού κάνναβης από το οποίο δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη και στην κατηγορία 4. (Υπ.) ............. Ε.Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Αναφορά: Ναρκωτικά cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.