Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Δημήτρης Σαξιατές κ.α., Αρ. Υπόθεσης 22844/11, 23.12.11 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B225 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 22844/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Δημήτρης Σαξιατές, από Κ. Πολεμίδια
- Xuan Thanh Thi Do, από Βιετνάμ Κατηγορουμένων ------------------------------ 23.12.11 1ος κατηγορούμενος παρών, γι' αυτόν: κ. Κονναρής και κα Σταύρου 2η κατηγορούμενη παρούσα, γι' αυτήν: κα Ιωάννου Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο πρώτος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την πρώτη κατηγορία για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, και συγκεκριμένα της δεύτερης κατηγορούμενης, στις 31.10.2011, στη Λεμεσό. Η δεύτερη κατηγορούμενη αντιμετωπίζει τη δεύτερη κατηγορία που αφορά το αδίκημα της διεξαγωγής επαγγέλματος χωρίς τη γραπτή άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, κατά την επίδικη ημερομηνία, δηλαδή ενώ ήταν αλλοδαπή, υπήκοος Βιετνάμ, εργαζόταν ως υπάλληλος στον πρώτο κατηγορούμενο. Οι εν λόγω κατηγορίες στηρίζονται στα σχετικά άρθρα του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, όπως έχει τροποποιηθεί, ενώ η δεύτερη κατηγορία στηρίζεται επίσης στους περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμούς του 1972, Κ.Δ.Π.242/
- Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι η δεύτερη κατηγορούμενη αντιμετωπίζει επίσης την τρίτη κατηγορία, η οποία αφορά το αδίκημα της παράνομης παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής της, στην οποία παραδέχθηκε εξ αρχής ενοχή. Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης αναφορικά με τις κατηγορίες 1 και 2, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες. Ο πρώτος μάρτυρας ήταν ο αστ. 2544 Μιχάλης Τζιάζας, της ΥΑΜ Λεμεσού. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της κατάθεσης του Μ.Κ.1, που αποτέλεσε μέρος της κύριας εξέτασης του, στις 31.10.2011 και περί ώρα 11.00, κατόπιν πληροφορίας ότι στο ζαχαροπλαστείο με την ονομασία «Astoria» που βρίσκεται στην οδό Ζήνας Κάνθερ εργοδοτείται παράνομα αλλοδαπή, ο Μ.Κ.1 μετέβη μαζί με τον αστ. 1634 στο μέρος. Αφού έθεσαν το μέρος υπό παρακολούθηση για 20 λεπτά, εντόπισαν μία αλλοδαπή, πιθανότατα Ασιατικής καταγωγής, να καθαρίζει τα τζάμια του ζαχαροπλαστείου. Αμέσως μετά ο Μ.Κ.1 την πλησίασε, της υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα και της ζήτησε τα στοιχεία της. Τότε αυτή του παρουσίασε το Δ.Ε.Α. και ο Μ.Κ.1 διαπίστωσε ότι πρόκειται για τη δεύτερη κατηγορούμενη, υπήκοο Βιετνάμ, της οποίας τα στοιχεία εντοπίζονται στον κατάλογο Stop-List με ημερ. καταχώρησης 1.2.2011 ως αναζητούμενο πρόσωπο καθότι εγκατέλειψε τον τόπο διαμονής και εργασίας της και παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία σε άγνωστη διεύθυνση. Ο Μ.Κ.1 της εξήγησε τα αδικήματα που διέπραττε δηλαδή της παράνομης παραμονής και της παράνομης απασχόλησης, της επέστησε την προσοχή στο Νόμο και αυτή δεν έδωσε απάντηση. Ακολούθως ο Μ.Κ.1 τη συνέλαβε και αφού της επέστησε εκ νέου την προσοχή στο Νόμο αυτή απάντησε «I don't have visa». Παρών στο μέρος βρισκόταν ο εργοδότης της, ο πρώτος κατηγορούμενος, και αφού ο Μ.Κ.1 του εξήγησε το αδίκημα που διέπραττε, δηλαδή της παράνομης εργοδότησης, αυτός του απάντησε «Μα εν δουλεύκει δαμέ εν η φιλενάδα μου». Αμέσως μετά ο Μ.Κ.1 τον συνέλαβε, του επέστησε την προσοχή εκ νέου στο Νόμο και αυτός απάντησε «Μα είπα σου φίλε μου εν η φιλενάδα μου, ήρτε να με δει τζιαι εκαθάρισε που μόνη της τα τζάμια τζιαι έπλυνε τα ποτήρκα που ήπιαμε καφέ. Ακολούθως και οι δύο κατηγορούμενοι οδηγήθηκαν στο τμήμα μικροπαραβάσεων. Ο Μ.Κ.1 πρόσθεσε ότι στο ζαχαροπλαστείο ήταν μόνο οι δύο κατηγορούμενοι εκεί, και νομίζει ότι μπήκαν 1-2 πελάτες και συνομίλησαν με τον πρώτο κατηγορούμενο. Αρχικά η δεύτερη κατηγορούμενη καθάριζε τα τζάμια του ζαχαροπλαστείου στο εσωτερικό μέρος και μετά, κατά την είσοδο του μάρτυρα στο ζαχαροπλαστείο, αυτή πήγε στη βρύση και έπλενε ποτήρια του καφέ. Ο Μ.Κ.1 θυμόταν ότι υπήρχαν και άλλα σκεύη εκεί αλλά δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί ποια ήταν καθαρά και ποια άπλυτα. Κατά την αντεξέταση του από τον συνήγορο του πρώτου κατηγορούμενου, ο Μ.Κ.1 είπε ότι δεν είδε τους δύο κατηγορούμενους να πίνουν καφέ μαζί, και στην αρχή της παρακολούθησης είδε τη δεύτερη κατηγορούμενη να καθαρίζει τα τζάμια και τον πρώτο κατηγορούμενο να κινείται μπροστά και πίσω από την κουζίνα. Ο Μ.Κ.1 αρνήθηκε την υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης ότι δεν είδε ποτέ τη δεύτερη κατηγορούμενη να καθαρίζει τα τζάμια αλλά αυτό του είπαν οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι, λέγοντας ότι την είδε να καθαρίζει τα τζάμια και μάλιστα σε κάποια φάση τα καθάριζε από το εξωτερικό του καταστήματος. Κατά την είσοδο του στο ζαχαροπλαστείο, ο Μ.Κ.1 μπήκε από την κύρια είσοδο και πήγε στην κουζίνα, ενώ ο αστ. 1634 στεκόταν στην πισινή είσοδο, και όταν είδε τον Μ.Κ.1 στην κουζίνα, τότε μπήκε και αυτός μέσα. Σε ερώτηση κατά πόσο ο Μ.Κ.1 εξέτασε τον ισχυρισμό του πρώτου κατηγορούμενου αν η δεύτερη κατηγορούμενη είναι φιλενάδα του, αυτός απάντησε ότι, σαν μέλος της ΥΑΜ, η δουλειά του είναι να ελέγξει κατά πόσο το άτομο που εργαζόταν στο ζαχαροπλαστείο είχε άδεια να διαμένει στη Δημοκρατία και να εργάζεται εκεί. Η συνήγορος της δεύτερης κατηγορούμενης υπέβαλε στον μάρτυρα ότι αυτός συμπέρανε ότι η δεύτερη κατηγορούμενη εργαζόταν εκεί παράνομα, ενώ ο Μ.Κ.1 είπε ότι κατά την παρακολούθηση την είδε να καθαρίζει τα τζάμια και να πλένει τα ποτήρια. Επίσης η κα Ιωάννου υπέβαλε στον Μ.Κ.1 ότι όταν η δεύτερη κατηγορούμενη αποπειράθηκε να καθαρίσει τα τζάμια ο πρώτος κατηγορούμενος την τράβηξε πίσω, ενώ ο Μ.Κ.1 αρνήθηκε κάτι τέτοιο, επαναλαμβάνοντας ότι αυτή καθάρισε τα τζάμια και μετά έπλυνε τα ποτήρια του καφέ. Ο αστ. 1634 Λάμπρος Λάμπρου, της ΥΑΜ Λεμεσού, ήταν ο επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή. Ο Μ.Κ.2 περιέγραψε τις συνθήκες παρακολούθησης και εισόδου των αστυνομικών στο ζαχαροπλαστείο όπως τις ανέφερε ο Μ.Κ.1, προσθέτοντας ότι η δεύτερη κατηγορούμενη έπλενε μία κούπα ζαχαροπλαστικής stainless steel, την οποία δεν πρόλαβε να πλύνει καθότι μπήκε ο Μ.Κ.1 εντός της κουζίνας. Υπήρχαν περίπου δύο φλιτζάνια του καφέ φρεσκοπλυμένα. Όταν ο Μ.Κ.2 μπήκε μέσα, βρήκε τον πρώτο κατηγορούμενο κοντά στο ταμείο και είπε ότι αυτός είναι ο ιδιοκτήτης. Δεν είχε μπει κανείς άλλος εκεί. Κατά την αντεξέταση του από τον συνήγορο του πρώτου κατηγορούμενου, ο Μ.Κ.2 είπε ότι η δεύτερη κατηγορούμενη καθάριζε τα τζάμια στην πρόσοψη του ζαχαροπλαστείου, και ότι ο Μ.Κ.1 ρώτησε τον πρώτο κατηγορούμενο ο οποίος του είπε ότι είναι ο ιδιοκτήτης και ότι την κοπέλα την έφερε μόνο εκείνη τη μέρα. Ακολούθως ο Μ.Κ.2 είπε ότι ο ίδιος δεν συνομίλησε με τον πρώτο κατηγορούμενο, και είναι ο Μ.Κ.1 που του είπε ότι αυτός είναι ο ιδιοκτήτης. Μετά ο Μ.Κ.2 είπε ότι μίλησε και ο ίδιος με τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος του είπε ότι είναι ο υπεύθυνος και ο ιδιοκτήτης και τον παρακάλεσε να μην προχωρήσει σε καταγγελία. Ο Μ.Κ.2 είπε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος δεν ανέφερε ότι είναι υπάλληλος στο ζαχαροπλαστείο, το οποίο ανήκει σε εταιρεία με μετοχικό κεφάλαιο, της οποίας δεν είναι διευθυντής, και δεν άκουσε τον πρώτο κατηγορούμενο όταν αυτός είπε στον Μ.Κ.1 ότι η δεύτερη κατηγορούμενη είναι φιλενάδα του, ότι μόνο εκείνη τη μέρα πήγε να τον δει και ότι έπλυνε τα ποτήρια του καφέ. Στην αντεξέταση του από τη συνήγορο της δεύτερης κατηγορούμενης, ο Μ.Κ.2 είπε ότι δεν άκουσε τις απαντήσεις των κατηγορούμενων κατά τη σύλληψη τους από τον Μ.Κ.1, ενώ επέμενε ότι η δεύτερη κατηγορούμενη καθάριζε μέσα και έξω τα τζάμια του ζαχαροπλαστείου, σε αντίθετη υποβολή της συνηγόρου υπεράσπισης. Ακολούθως δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός από όλες τις πλευρές, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου, ότι η δεύτερη κατηγορούμενη, μεταξύ των ημερομηνιών 12.2.1011 και 31.10.2011, ενώ ήταν αλλοδαπή, υπήκοος Βιετνάμ, και τα στοιχεία της εντοπίζονται στον κατάλογο Stop-List με ημερ. 11.2.2011 καθότι εγκατέλειψε τον χώρο διαμονής και εργασίας της, παρέμεινε στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά τη λήξη της προσωρινής άδειας παραμονής της, χωρίς να έχει εξασφαλίσει την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Επίσης κατατέθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα από όλες τις πλευρές, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου, ότι στις 31.10.2011 ο αστ. 1135 Μ. Νικοδήμου, του τμήματος μικροπαραβάσεων Λεμεσού, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον πρώτο κατηγορούμενο, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Επίσης, τον κατηγόρησε γραπτώς και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε ότι δεν παραδέχεται. Η γραπτή κατηγορία του πρώτου κατηγορούμενου κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Την ίδια ημερομηνία ο αστ. 3270 Θ. Κωνσταντίνου, του τμήματος μικροπαραβάσεων Λεμεσού, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τη δεύτερη κατηγορούμενη, με τη βοήθεια διερμηνέα. Η εν λόγω κατάθεση της δεύτερης κατηγορούμενης στη μητρική της γλώσσα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5 Α, η πιστή μετάφραση αυτής στα Αγγλικά κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5 Β και η πιστή μετάφραση αυτής στα Ελληνικά κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5 Γ. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, και αφού το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων, κάλεσε αυτούς να προβάλουν την υπεράσπιση τους και τους εξήγησε τα δικαιώματα τους. Ο πρώτος κατηγορούμενος προέβη σε ανώμοτη δήλωση, στην οποία υιοθέτησε την κατάθεση του και δήλωσε ότι το ζαχαροπλαστείο ανήκει στη μετοχική εταιρεία «Astoria», της οποίας είναι υπάλληλος μόνο, ενώ οι διευθυντές της εταιρείας είναι άλλα δύο άτομα. Η δεύτερη κατηγορούμενη έδωσε ένορκη μαρτυρία στην οποία υιοθέτησε την κατάθεση της προς την αστυνομία ως αληθή, και είπε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είναι ο φίλος της. Κατά την αντεξέταση της, η δεύτερη κατηγορούμενη είπε ότι ήρθε στην Κύπρο στις 16/2, εργάστηκε μέχρι τον Νοέμβριο του 2010, και από τότε εργάζεται και έχει εισόδημα, το οποίο όμως δεν είναι αρκετό για να καλύψει τα έξοδα της. Ο πρώτος κατηγορούμενος τη βοηθά με κάποια χρήματα επειδή την αγαπά και αυτή τον αγαπά και της έδινε χρήματα. Στο σπίτι του πρώτου κατηγορούμενου δεν πήγαινε, ενώ από τον Φεβρουάριο μέχρι τη μέρα της σύλληψης της, συναντούσε συνήθως τον κατηγορούμενο στο κατάστημα του και έβγαιναν έξω μαζί. Σε ερώτηση του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής γιατί αναφέρει στην κατάθεση της ότι από τον Φεβρουάριο του 2011 επισκέφθηκε το ζαχαροπλαστείο του κατηγορούμενου 1-2 φορές, η δεύτερη κατηγορούμενη ανέφερε ότι πήγε 1-2 φορές στο ζαχαροπλαστείο για καφέ, ενώ δεν ρωτήθηκε και δεν ανέφερε για τις φορές που βγήκαν έξω. Αναφερόμενη στην επίδικη μέρα, η δεύτερη κατηγορούμενη είπε ότι εκείνη τη μέρα ο αδελφός του κατηγορούμενου ήταν άρρωστος και είχε πάει στο Νοσοκομείο, και όταν αυτή πήγε στο ζαχαροπλαστείο, είδε τα τζάμια λερωμένα και τα καθάρισε από μόνη της ενώ μετά πήγε στην κουζίνα και αφού έκανε καφέ για τον εαυτό της, όταν τελείωσε έπλυνε τα φλιτζάνι της και ακόμα ένα φλιτζάνι. Επίσης στην κουζίνα, υπήρχαν και δύο κούπες, οι οποίες ήταν λερωμένες και τις καθάρισε και αυτές. Ενώ αυτή καθάριζε τα τζάμια του ζαχαροπλαστείου, ο κατηγορούμενος ήταν κοντά και την έβλεπε και της είπε να μην το κάνει και ότι δεν χρειάζεται να το κάνει, αυτή όμως το έκανε από μόνη της. Η δεύτερη κατηγορούμενη είπε ότι, εκτός από χρήματα, ο κατηγορούμενος της αγοράζει φαγητό και τηλεκάρτες, όχι ρούχα και κοσμήματα, και μία φορά στα γενέθλια της, της αγόρασε λουλούδια. Η ίδια δεν του κάνει δώρα, καθότι στη χώρα της η γυναίκα δεν κάνει δώρα στον άντρα. Όταν βγαίνει έξω με τον κατηγορούμενο, αυτός οδηγά στην παραλία ή στο βουνό. Τέλος, η δεύτερη κατηγορούμενη συμφώνησε με τη θέση του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι αυτή βοήθησε τον κατηγορούμενο στο ζαχαροπλαστείο λόγω της σχέσης εξάρτησης της με αυτόν. Κατά την αγόρευση του ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε ότι η παρούσα υπόθεση θα κριθεί με βάση την αξιοπιστία των μαρτύρων και επεσήμανε ότι λόγω της σχέσης των δύο κατηγορούμενων μεταξύ τους, η δεύτερη κατηγορούμενη ένιωθε υποχρεωμένη έναντι στον πρώτο κατηγορούμενο και πρόσφερε τις υπηρεσίες της στο ζαχαροπλαστείο ως αντάλλαγμα. Ήταν η εισήγηση του κ. Αργυρού ότι τα συστατικά των αδικημάτων που αφορούν τις κατηγορίες έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Αντίθετη ήταν η θέση της συνηγόρου του πρώτου κατηγορούμενου η οποία ανέφερε ότι η μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και η κατάθεση του πρώτου κατηγορούμενου καταδεικνύουν ότι η δεύτερη κατηγορούμενη είναι φιλενάδα του, και επομένως δεν μπορεί να υπάρξει σχέση εργοδότησης μεταξύ τους. Ακόμα, η κα Σταύρου εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αξιολογήσει τη θέση του πρώτου κατηγορούμενου ότι το ζαχαροπλαστείο ανήκει σε εταιρεία της οποίας αυτός είναι μόνο υπάλληλος ενώ ιδιοκτήτες είναι τα δύο αδέλφια του. Η συνήγορος της δεύτερης κατηγορούμενης εισηγήθηκε ότι η σχέση μεταξύ των κατηγορούμενων δεν έχει αμφισβητηθεί και επομένως θα πρέπει να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Αυτή από μόνη της δεν είναι ικανή να αποκλείσει τη σχέση εργοδότησης μεταξύ των δύο κατηγορούμενων, ενώ η κα Ιωάννου κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί τη μαρτυρία και εκδοχή της δεύτερης κατηγορούμενης, ότι δηλαδή βοήθησε τον κατηγορούμενο λόγω της αγάπης της γι΄ αυτόν, δυνάμει της οποίας οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να αθωωθούν από τις κατηγορίες. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν για την Κατηγορούσα Αρχή. Ο Μ.Κ.1 δημιούργησε θετική εντύπωση προς το Δικαστήριο καθότι αυτός κατέθεσε με αμεσότητα, σαφήνεια και συνέπεια για τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Ήταν ιδιαίτερα περιγραφικός για την όλη συμπεριφορά της δεύτερης κατηγορούμενης στο ζαχαροπλαστείο και μάλιστα φαίνεται ότι ήθελε να αποκαλύψει όλη την αλήθεια, καθότι δεν δίστασε να αναφέρει τις απαντήσεις του πρώτου κατηγορούμενου ο οποίος ισχυρίστηκε ότι η δεύτερη κατηγορούμενη είναι φιλενάδα του. Επομένως ικανοποιούμαι ότι ο Μ.Κ.1 κατέθεσε με ειλικρίνεια στο Δικαστήριο και αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Ο Μ.Κ.2 με τη σειρά του αναφέρθηκε επίσης στα γεγονότα της υπόθεσης και η περιγραφή του συνάδει με αυτή του Μ.Κ.
- Ειδικότερα σημειώνω ότι και οι δύο αυτοί μάρτυρες ανέφεραν ότι η δεύτερη κατηγορούμενη καθάριζε τα τζάμια του ζαχαροπλαστείου και από την εξωτερική πλευρά. Επίσης η εξήγηση που έδωσε κατά την αντεξέταση του από τον συνήγορο του πρώτου κατηγορούμενου, ότι δεν έδωσε κατάθεση επειδή η μαρτυρία του ενός αστυνομικού κρίνεται ικανοποιητική, είναι λογική και πειστική. Ο Μ.Κ.2 φάνηκε ειλικρινής καθότι δεν δίστασε να αναφέρει ότι ο ίδιος δεν άκουσε τις απαντήσεις των δύο κατηγορούμενων κατά τη σύλληψη τους από τον Μ.Κ.1, αλλά ήταν χαρακτηριστική η επιμονή του ότι ο πρώτος κατηγορούμενος τον παρακάλεσε να μην τον καταγγείλει. Ως εκ τούτου αποδέχομαι και τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 ως αξιόπιστη. Σημαντικό επίσης για την αποδοχή από το Δικαστήριο της μαρτυρίας των δύο αυτών μαρτύρων κατηγορίας είναι το γεγονός ότι, ενώ αυτοί παρουσίασαν μία εικόνα των γεγονότων με συνοχή, η υπεράσπιση δεν είχε μία σταθερή θέση εξ αρχής της ακρόασης της υπόθεσης, με αποτέλεσμα κάποιες βασικές θέσεις της υπεράσπισης να είχαν τεθεί μόνο στον ένα μάρτυρα κατηγορίας και όχι στον άλλο. Ειδικότερα, ο συνήγορος του πρώτου κατηγορούμενου υπέβαλε στον Μ.Κ.2 ότι ο πρώτος κατηγορούμενος αποκάλυψε στον Μ.Κ.1 ότι ιδιοκτήτρια του ζαχαροπλαστείου είναι εταιρεία, της οποίας ο πρώτος κατηγορούμενος είναι μόνο υπάλληλος, ενώ τέτοια βασική θέση της υπεράσπισης δεν υποβλήθηκε στον άμεσα εμπλεκόμενο μάρτυρα, τον Μ.Κ.1, για να δώσει τη δική του απάντηση και έτσι να τύχει αξιολόγησης από το Δικαστήριο. Θεωρώ ότι αυτή η καθυστέρηση στην αποκάλυψη της εν λόγω γραμμής υπεράσπισης από την πλευρά του πρώτου κατηγορούμενου δημιουργεί αμφιβολίες για την αλήθεια αυτής της θέσης της υπεράσπισης. Ακόμα, η συνήγορος της δεύτερης κατηγορούμενης υπέβαλε στον Μ.Κ.1 ότι ενώ η δεύτερη κατηγορούμενη καθάριζε τα τζάμια, ο πρώτος κατηγορούμενος την τράβηξε πίσω και δεν την άφησε να συνεχίσει, υποβολή η οποία δεν τέθηκε στον Μ.Κ.
- Θεωρώ ότι η παράλειψη παρουσίασης αυτής της εκδοχής και στους δύο μάρτυρες που έθεσαν το μέρος υπό παρακολούθηση, πλήττει την αξιοπιστία αυτής της θέσης της δεύτερης κατηγορούμενης. Η υπόλοιπη μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός και επομένως δεσμεύει τις δύο πλευρές αλλά και το Δικαστήριο. Σχετική είναι η υπόθεση Γιαννίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ.143. Αναφορικά με την αξιολόγηση της ανώμοτης δήλωσης του πρώτου κατηγορούμενου, είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πώς ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν εξομοιώνεται όμως με ένορκη μαρτυρία που υπόκειται σε έλεγχο από αντεξέταση. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Vrakas and Another v. The Republic
(1973)2 C.L.R. 199, Anastasiades v. R.
(1977)2 C.L.R. 97, Καντάρ ν. Δημοκρατίας
(1978)2 C.L.R. 97, Ιωάννου και Σιμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195 και R. v. Frost
(1964)48 Cr. App. R. 284. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Η ΑΠΟΔΕΙΞΗ
(1983)του Κακογιάννη, το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του ότι η δήλωση του κατηγορούμενου έγινε χωρίς όρκο και ότι, επομένως, δεν μπήκε στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Το Δικαστήριο, όμως, έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεσή της. Στην R. v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11, λέχθηκε στη σελίδα 17 το εξής (σε ελεύθερη μετάφραση): «Αυτό που λέγεται σε μια τέτοια κατάθεση, δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα, αλλά η ενδεχόμενη αξία της είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική. Δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα, με μαρτυρία που βρίσκεται μπροστά στους ενόρκους, μπορεί όμως να κάμει τους ενόρκους να δουν τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως.» Πιο πρόσφατα, στην υπόθεση Πολύβιος Σίφουνας κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 91, επαναλήφθηκε η νομολογιακή αρχή ότι η αξία της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου είναι μάλλον περιορισμένη αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέταση. Με βάση το περιεχόμενο της κατάθεσης του πρώτου κατηγορούμενου, η ανώμοτη δήλωση αυτού θεωρώ ότι παρέμεινε χωρίς οποιαδήποτε αποδεικτική ή πειστική αξία, ως μία απλή δήλωση, και χωρίς να προσκομιστεί οποιαδήποτε περαιτέρω μαρτυρία για να την επιβεβαιώσει. Ιδιαίτερα σημαντικό θεωρώ επίσης το γεγονός ότι ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορούμενου στο πλαίσιο της ανώμοτης δήλωσης του για την ύπαρξη εταιρείας ως ιδιοκτήτριας του ζαχαροπλαστείου συγκρούεται με τη θέση που ανέφερε στην κατάθεση του, την οποία υιοθέτησε κατά την ανώμοτη δήλωση του, ότι ο ίδιος και ο αδελφός του είναι οι ιδιοκτήτες του ζαχαροπλαστείου. Εν πάση περιπτώσει, η πλευρά του πρώτου κατηγορούμενου δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία ή στοιχεία που να καταδεικνύουν την ύπαρξη της εταιρείας και της σχέσης του πρώτου κατηγορούμενου με αυτή. Η δεύτερη κατηγορούμενη, κατά την ένορκη της μαρτυρία, υιοθέτησε την κατάθεση της ως αληθή στο πλαίσιο της κύριας εξέτασης της, όμως κατά την αντεξέταση της παρουσιάζονται αντιφάσεις μεταξύ του περιεχομένου της κατάθεσης της και της προφορικής της μαρτυρίας. Συγκεκριμένα, στην κατάθεση της ανέφερε ότι τελείωσε με το καθάρισμα των τζαμιών, έκανε καφέ για την ίδια και τον πρώτο κατηγορούμενο, τον ήπιαν μαζί και μετά πήγε στην κουζίνα και άρχισε να καθαρίζει τα πιάτα, ενώ κατά την προφορική της μαρτυρία είπε ότι καθάρισε τα τζάμια, πήγε στην κουζίνα και έκανε ένα καφέ να πιει, μετά έπλυνε το φλιτζάνι της και ακόμα ένα που ήταν εκεί, χωρίς να αναφέρει ότι ήπιε καφέ με τον πρώτο κατηγορούμενο. Επίσης, η δεύτερη κατηγορούμενη στην κατάθεση της περιορίστηκε στο ότι έπλυνε μόνο τα φλιτζάνια του καφέ που ήπιε με τον πρώτο κατηγορούμενο, ενώ κατά την προφορική της μαρτυρία, και αφού ρωτήθηκε σχετικά, είπε ότι έπλυνε και δύο κούπες που ήταν λερωμένες. Επίσης ενώ στην προφορική της μαρτυρία είπε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος της είπε ότι δεν χρειάζεται να καθαρίζει τα τζάμια, αυτό παραλείπεται εντελώς από την κατάθεση της. Ακόμα, η θέση της δεύτερης κατηγορούμενης στην κατάθεση της ότι πήγε 1-2 φορές στο ζαχαροπλαστείο από τον Φεβρουάριο 2011 για να πιει καφέ με τον πρώτο κατηγορούμενο και να τον δει έρχεται σε αντίφαση με τη θέση της κατά την προφορική της μαρτυρία ότι συνήθως συναντούσε τον πρώτο κατηγορούμενο στο ζαχαροπλαστείο και έβγαιναν έξω μαζί. Η εξήγηση που προσπάθησε να δώσει γι΄ αυτή τη διαφοροποίηση δεν είναι λογική αλλά ούτε πειστική. Το Δικαστήριο ακόμα εντόπισε αντίφαση μεταξύ της προφορικής μαρτυρίας της δεύτερης κατηγορούμενης κατά την αντεξέταση της, η οποία δημιουργεί αμφιβολία για την ειλικρίνεια της. Ειδικότερα, η δεύτερη κατηγορούμενη είπε ότι ενώ καθάριζε τα τζάμια, ο πρώτος κατηγορούμενος δεν ήταν εκεί και δεν την έβλεπε, ενώ αργότερα είπε ότι αυτός ήταν κοντά, την έβλεπε και μάλιστα της είπε ότι δεν χρειαζόταν να το κάνει. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται πιο πάνω, δεν ικανοποιούμαι για την αλήθεια των όσων ανέφερε η δεύτερη κατηγορούμενη και απορρίπτω τη μαρτυρία της ως μη αξιόπιστη. Επομένως, με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, και αποδεχόμενη το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε για την Κατηγορούσα Αρχή και τα παραδεκτά γεγονότα, τα ευρήματα του Δικαστηρίου αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως. Στις 31.10.2011 και περί ώρα 11.00, κατόπιν πληροφορίας ότι στο ζαχαροπλαστείο με την ονομασία «Astoria» που βρίσκεται στην οδό Ζήνας Κάνθερ εργοδοτείται παράνομα αλλοδαπή, ο αστ. 2544 Μιχάλης Τζιάζας, της ΥΑΜ Λεμεσού, Μ.Κ.1, μετέβη μαζί με τον αστ. 1634, Λάμπρος Λάμπρου, επίσης της ΥΑΜ Λεμεσού, Μ.Κ.2, στο μέρος. Αφού έθεσαν το μέρος υπό παρακολούθηση για 20 λεπτά, εντόπισαν μία αλλοδαπή, πιθανότατα Ασιατικής καταγωγής, να καθαρίζει τα τζάμια του ζαχαροπλαστείου. Αρχικά η δεύτερη κατηγορούμενη καθάριζε τα τζάμια του ζαχαροπλαστείου στο εσωτερικό και στο εξωτερικό μέρος και μετά, κατά την είσοδο του Μ.Κ.1 στο ζαχαροπλαστείο, αυτή πήγε στη βρύση και έπλενε ποτήρια του καφέ και κούπα ζαχαροπλαστικής. Ενώ η δεύτερη κατηγορούμενη καθάριζε τα τζάμια, ο πρώτος κατηγορούμενος κινείτο μπροστά και πίσω από την κουζίνα. Κατά την είσοδο του στο ζαχαροπλαστείο, ο Μ.Κ.1 μπήκε από την κύρια είσοδο και πήγε στην κουζίνα, ενώ ο Μ.Κ.2 στεκόταν στην πισινή είσοδο, και όταν είδε τον Μ.Κ.1 στην κουζίνα, τότε μπήκε και αυτός μέσα. Αμέσως μετά ο Μ.Κ.1 την πλησίασε, της υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα και της ζήτησε τα στοιχεία της. Τότε αυτή του παρουσίασε το Δ.Ε.Α. και ο Μ.Κ.1 διαπίστωσε ότι πρόκειται για τη δεύτερη κατηγορούμενη, υπήκοο Βιετνάμ, της οποίας τα στοιχεία εντοπίζονται στον κατάλογο Stop-List με ημερ. καταχώρησης 1.2.2011 ως αναζητούμενο πρόσωπο καθότι εγκατέλειψε τον τόπο διαμονής και εργασίας της και παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία σε άγνωστη διεύθυνση. Ο Μ.Κ.1 της εξήγησε τα αδικήματα που διέπραττε δηλαδή της παράνομης παραμονής και της παράνομης απασχόλησης, της επέστησε την προσοχή στο Νόμο και αυτή δεν έδωσε απάντηση. Ακολούθως ο Μ.Κ.1 τη συνέλαβε και αφού της επέστησε εκ νέου την προσοχή στο Νόμο αυτή απάντησε «I don't have visa». Παρών στο μέρος βρισκόταν ο πρώτος κατηγορούμενος, και αφού ο Μ.Κ.1 του εξήγησε το αδίκημα που διέπραττε, δηλαδή της παράνομης εργοδότησης, αυτός του απάντησε «Μα εν δουλεύκει δαμέ εν η φιλενάδα μου». Αμέσως μετά ο Μ.Κ.1 τον συνέλαβε, του επέστησε την προσοχή εκ νέου στο Νόμο και αυτός απάντησε «Μα είπα σου φίλε μου εν η φιλενάδα μου, ήρτε να με δει τζιαι εκαθάρισε που μόνη της τα τζάμια τζιαι έπλυνε τα ποτήρκα που ήπιαμε καφέ. Εκεί ο πρώτος κατηγορούμενος είπε στον Μ.Κ.2 ότι είναι ο υπεύθυνος και ο ιδιοκτήτης του ζαχαροπλαστείου και παρακάλεσε τον μάρτυρα να μην τον καταγγείλει. Ακολούθως και οι δύο κατηγορούμενοι οδηγήθηκαν στο τμήμα μικροπαραβάσεων. Στις 31.10.2011 ο αστ. 1135 Μ. Νικοδήμου, του τμήματος μικροπαραβάσεων Λεμεσού, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον πρώτο κατηγορούμενο, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2. Επίσης, τον κατηγόρησε γραπτώς και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε ότι δεν παραδέχεται. Η γραπτή κατηγορία του πρώτου κατηγορούμενου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3. Την ίδια ημερομηνία ο αστ. 3270 Θ. Κωνσταντίνου, του τμήματος μικροπαραβάσεων Λεμεσού, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τη δεύτερη κατηγορούμενη, με τη βοήθεια διερμηνέα. Η εν λόγω κατάθεση της δεύτερης κατηγορούμενης στη μητρική της γλώσσα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5 Α, η πιστή μετάφραση αυτής στα Αγγλικά κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5 Β και η πιστή μετάφραση αυτής στα Ελληνικά κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5 Γ. Αποτελεί ακόμα εύρημα του Δικαστηρίου ότι η δεύτερη κατηγορούμενη, μεταξύ των ημερομηνιών 12.2.1011 και 31.10.2011, ενώ ήταν αλλοδαπή, υπήκοος Βιετνάμ, και τα στοιχεία της εντοπίζονται στον κατάλογο Stop-List με ημερ. 11.2.2011 καθότι εγκατέλειψε τον χώρο διαμονής και εργασίας της, παρέμεινε στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά τη λήξη της προσωρινής άδειας παραμονής της, χωρίς να έχει εξασφαλίσει την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Στο σημείο αυτό επιθυμώ να αναφέρω ότι από τη στιγμή που δεν αποδέχθηκα τη μαρτυρία της δεύτερης κατηγορούμενης, αδυνατώ να προβώ σε εύρημα ότι αυτή είχε τη σχέση που η ίδια επικαλέστηκε με τον πρώτο κατηγορούμενο. Η ίδια διαπίστωση ισχύει και αναφορικά με τον πρώτο κατηγορούμενο, καθότι η ανώμοτη του δήλωση παρέμεινε χωρίς αξία. Το αδίκημα της εργοδότησης αλλοδαπού χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια συνιστά αδίκημα αυστηρής ευθύνης (strict liability) και αυτό σημαίνει ότι δεν απαιτείται απόδειξη της υποκειμενικής υπόστασης (mens rea) του αδικήματος, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Πιρίκκη
(2001)2 Α.Α.Δ. 279. Σε τέτοιας φύσης υποθέσεις δεν είναι απαραίτητη η απόδειξη σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου με την αυστηρή έννοια που δίνει στον όρο το αστικό δίκαιο. Η εργοδότηση με την έννοια της ανάληψης εργασίας από αλλοδαπό μπορεί να λάβει χώρα υπό συνθήκες που δεν απαιτούν συμφωνία εργοδότησης, στενό έλεγχο από τον εργοδότη ή την καταβολή μισθού. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, όπως αυτά εκτίθενται πιο πάνω, προκύπτει ότι η δεύτερη κατηγορούμενη κατάγεται από το Βιετνάμ και την επίδικη μέρα, δηλαδή στις 31.10.2011, αυτή διέμενε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία και επομένως δεν κατείχε οποιαδήποτε άδεια για να δικαιούται να εργάζεται στο ζαχαροπλαστείο. Αποτελεί ακόμα εύρημα του Δικαστηρίου ότι την επίδικη μέρα, και κατά την εικοσάλεπτη παρακολούθηση του επίδικου ζαχαροπλαστείου, η δεύτερη κατηγορούμενη βρισκόταν εντός αυτού και καθάριζε τα τζάμια τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά και ακολούθως μπήκε στην κουζίνα και έπλυνε φλιτζάνια και κούπα ζαχαροπλαστικής. Θεωρώ ότι αυτό αποδεικνύει ότι κατά τον επίδικο χρόνο η δεύτερη κατηγορούμενη εκτελούσε εργασία εντός του επίδικου ζαχαροπλαστείου. Ενόσω η δεύτερη κατηγορούμενη εκτελούσε την εν λόγω εργασία στο ζαχαροπλαστείο, αυτό ήταν ανοικτό και μάλιστα εκεί βρισκόταν ο πρώτος κατηγορούμενος. Ο πρώτος κατηγορούμενος, κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν ο υπεύθυνος του ζαχαροπλαστείου και της λειτουργίας αυτού. Αυτές οι συνθήκες οδηγούν στο μόνο λογικό συμπέρασμα ότι η δεύτερη κατηγορούμενη εργαζόταν στο ζαχαροπλαστείο κατόπιν ανάθεσης της εν λόγω εργασίας σε αυτή από τον πρώτο κατηγορούμενο, με τη συγκατάθεση και γνώση αυτού. Εν όψει της απόρριψης της εκδοχής της δεύτερης κατηγορούμενης για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτή προέβη στις εν λόγω εργασίες στο ζαχαροπλαστείο, η μόνη λογική κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ότι αυτή απασχολείτο στο ζαχαροπλαστείο ως υπάλληλος του πρώτου κατηγορούμενου, χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια και ενώ η δεύτερη κατηγορούμενη βρισκόταν παράνομα στη Δημοκρατία. Άλλωστε, όπως ήδη αναφέρεται πιο πάνω, σε τέτοιας φύσης αδικήματα δεν είναι απαραίτητη η ύπαρξη νομικής σχέσης μεταξύ του εργοδότη και εργοδοτούμενου για την στοιχειοθέτηση αυτών. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή κατάφερε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τις κατηγορίες 1 και 2 εναντίον των κατηγορούμενων 1 και 2 αντίστοιχα. Ως εκ τούτου ο πρώτος κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην πρώτη κατηγορία και η δεύτερη κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στη δεύτερη κατηγορία. (Υπ.) ............ Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Αναφορά: Παράνομη εργοδότηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο