← Κύπρος

Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν. ΕΙΔΗ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ ΥΙΟΙ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Υποθ.: 2700/09, 17 Ιανουαρίου, 2011

Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν. ΕΙΔΗ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ ΥΙΟΙ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Υποθ.: 2700/09, 17 Ιανουαρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:B2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ., Αρ. Υποθ.: 2700/09 Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν.

  1. ΕΙΔΗ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ
  2. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
  3. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΛΙΓΓΗΣ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ
  4. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΛΙΓΓΗΣ Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 17 Ιανουαρίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Προδρόμου Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Παπαθανασίου Για τους Κατηγορούμενους 3 και 4: κ. Ποιητής Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορούμενη εταιρεία 1 αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες που αφορούν παραβιάσεις των περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμων και συγκεκριμένα ότι στις 06/06/2007, ενώ ήταν εργοδότρια και κάτοχος του ανυψωτικού περονοφόρου μηχανήματος με αριθμό εγγραφής ΗΤΒ194, παρέλειψε να διεξάγει με ασφάλεια τις εργασίες φόρτωσης και εκφόρτωσης εμπορευμάτων σε φορτηγό, με αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό του Χαράλαμπου Χαραλάμπους, οδηγού του φορτηγού. Η δεύτερη κατηγορία που αντιμετωπίζει, αφορά την παράλειψη εκπόνησης γραπτής εκτίμησης των κινδύνων που προέκυπταν από τις δραστηριότητές της, με αποτέλεσμα εργοδοτούμενα της πρόσωπα να εκτίθενται σε κίνδυνο τραυματισμού. Ο Κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ως Διευθυντής της Κατηγορουμένης Εταιρείας 1 και συγκεκριμένα ότι διευκόλυνε από αμέλεια το θανάσιμο τραυματισμό του Χαράλαμπου Χαραλάμπους. Η τρίτη Κατηγορούμενη Εταιρεία αντιμετωπίζει μια κατηγορία που αφορά την παράλειψη εργοδότη να διευθύνει την επιχείρησή του με τέτοιο τρόπο, ώστε να διασφαλίζεται ότι τα πρόσωπα που δεν εργοδοτούνται από αυτόν, αλλά μπορούν να επηρεαστούν από τις δραστηριότητες της επιχείρησής του, δεν εκτίθενται σε κίνδυνο. Συγκεκριμένα, κατηγορείται ότι ενώ ήταν εργοδότης και ιδιοκτήτης φάρμας πουλερικών στη Ξυλοτύμπου, παρέλειψε να διασφαλίσει την ασφαλή διεξαγωγή των εργασιών φόρτωσης και εκφόρτωσης εμπορευμάτων σε φορτηγό με τη βοήθεια ανυψωτικού περονοφόρου οχήματος, με αποτέλεσμα ο Χαράλαμπος Χαραλάμπους, οδηγός του φορτηγού, να τραυματιστεί θανάσιμα. Ο τέταρτος Κατηγορούμενος κατηγορείται ως Διευθυντής της τρίτης Κατηγορούμενης Εταιρείας. Συγκεκριμένα, κατηγορείται ότι διευκόλυνε, από αμέλειά του, το θανάσιμο τραυματισμό του Χαράλαμπου Χαραλάμπους. Πριν την έναρξη της ακρόασης, έγινε παραδεκτό απ' όλες τις πλευρές ότι οι Κατηγορούμενες Εταιρείες 1 και 3, είναι νομότυπα εγγεγραμμένες και ότι οι Κατηγορούμενοι 2 και 4 είναι, κατά Νόμο, οι Διευθυντές τους. Κλήθηκαν τρεις μάρτυρες από την Κατηγορούσα Αρχή για να αποδειχθεί η υπόθεση. Πρώτη, κατέθεσε η κα Μαρία Κρανιδιώτου, Μ.Κ.1, η οποία εργάζεται στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας, ως Επιθεωρήτρια Εργασίας, από το
  5. Μεταξύ των καθηκόντων της είναι και η επιθεώρηση χώρων εργασίας, καθώς και η διερεύνηση εργατικών ατυχημάτων και επικίνδυνων συμβάντων. Είχε ερευνήσει το συγκεκριμένο εργατικό ατύχημα στις 07/06/2007 και είχε ετοιμάσει Έκθεση την οποία και κατέθεσε ως Τεκμήριο
  6. Κατέγραψε στην Έκθεση ότι είχε λάβει καταθέσεις από τον κ. Κυριάκο Παπαγεωργίου, την κα Ελένη Χαραλάμπους, σύζυγο του θανόντα, τον κ. Αντρέα Γιώργαλλο, εργοδοτούμενο της εταιρείας ΕΙΔΗ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ, καθώς και τον κ. Παναγιώτη Λίγγη, διευθυντή της εταιρείας ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΛΙΓΓΗΣ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ. Διαπίστωσε ότι το ανυψωτικό περονοφόρο μηχάνημα που ενεπλάκη στο ατύχημα ήταν ιδιοκτησία της εταιρείας ΕΙΔΗ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ και ότι ο οδηγός του ανυψωτικού περονοφόρου μηχανήματος ήταν ο κ. Αντρέας Γιώργαλλος, κάτοχος επαγγελματικής άδειας οδηγού κατηγορίας Φ και εργοδοτούμενος της εταιρείας ΕΙΔΗ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ. Ο κ. Γιώργαλλος είχε λάβει οδηγίες από τον κ. Κυριάκο Παπαγεωργίου, Διευθυντή της εταιρείας ΕΙΔΗ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ, να μεταβεί στη φάρμα ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΛΙΓΓΗΣ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ. Ο θανών Χαράλαμπος Χαραλάμπους ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής KPV820, το οποίο την ημέρα του ατυχήματος μετέφερε εμπορεύματα στη φάρμα της εταιρείας ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΛΙΓΓΗΣ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ. Ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η ίδια είχε βγάλει φωτογραφίες της σκηνής του ατυχήματος, τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήριο
  7. Εξήγησε ότι στη φωτογραφία 1 φαίνεται το φορτηγό, το οποίο μετέφερε εμπορεύματα στη φάρμα ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΛΙΓΓΗΣ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ και οδηγείτο από τον αποβιώσαντα. Στη φωτογραφία 2 φαίνεται το περονοφόρο όχημα, ιδιοκτησίας της εταιρείας ΕΙΔΗ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ ενώ στην φωτογραφία 3 φαίνονται τα εμπορεύματα στο φορτηγό. Εξήγησε ότι στη φωτογραφία 4, στο κόκκινο σημείο, είχε βρεθεί ο αποβιώσαντας. Ήταν ο ισχυρισμός της ότι ο οδηγός του περονοφόρου οχήματος δεν είχε την προβλεπόμενη από το Νόμο άδεια, η οποία είναι η άδεια ΙΑ. Κατέθεσε την κατάθεση του κ. Παπαγεωργίου, της κας Χαραλάμπους, του κ. Γιώργαλλου και του κ. Λίγγη, ως Τεκμήρια 3-
  8. Ενώ ως Τεκμήριο 7, κατέθεσε το έντυπο γνωστοποίησης ατυχήματος, το οποίο παραδόθηκε από την εταιρεία P-Z TRANSPORT LTD, εργοδότριας του θανόντος. Το πιστοποιητικό θανάτου κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  9. Ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η ίδια είχε ελέγξει το περονοφόρο όχημα και ότι είχε διαπιστώσει ότι σε αυτό υπήρχαν καθρεφτάκια. Ισχυρίστηκε ότι στην περίπτωση που υπάρχει πρόβλημα ορατότητας κατά τη φόρτωση ή εκφόρτωση εμπορευμάτων, επιβάλλεται όπως τοποθετηθεί κάποιο άτομο, το οποίο να επιβλέπει τις εργασίες φορτοεκφόρτωσης. Ήταν ο ισχυρισμός της, ότι το ανυψωτικό περονοφόρο συνήθως διακινείται σε χώρους όπου εργάζονται πολλά άτομα και λόγω του ότι το συγκεκριμένο όχημα δεν έχει ορατότητα από την πλευρά που βρίσκεται η πήγα ή όταν αυτή είναι σε ύψος, θα πρέπει ο οδηγός να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός. Γι' αυτό, κατά την άποψή της, επιβάλλεται η ετοιμασία εκτίμησης κινδύνων από αυτόν που διεξάγει τη δραστηριότητα φορτοεκφόρτωσης, έτσι ώστε να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα κατά τη διαδικασία φορτοεκφόρτωσης. Κατέληξε, ότι από τις καταθέσεις που έλαβε και από δικό της έλεγχο του χώρου, ο χειριστής του περονοφόρου δεν είχε δει τον θανόντα, ο οποίος βρισκόταν κάτω από το φορτηγό και τον χτύπησε. Αναπαράσταση είχε διεξαχθεί από την Αστυνομία των Βρετανικών Βάσεων. Αντεξεταζόμενη από τον συνήγορο των Κατηγορούμενων 1 και 2, ισχυρίστηκε ότι είχε ρωτήσει τον κ. Γιώργαλλο, οδηγό του περονοφόρου οχήματος και της είχε αναφέρει ότι εργαζόταν στην εταιρεία ΕΙΔΗ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ για έξι μήνες και ότι δεν είχε περάσει τις εξετάσεις για τη λήψη της απαραίτητης άδειας. Ο συνήγορος των Κατηγορούμενων 3 και 4, δεν αντεξέτασε τη μάρτυρα Μ.Κ.
  10. Δεύτερη έδωσε μαρτυρία η κα Εγγλέζου, Μ.Κ.2, η οποία είναι Αστυνομικός στην Αστυνομία Βάσεων Δεκέλειας από το
  11. Ήταν η εξεταστής της συγκεκριμένης υπόθεσης και είχε ανακρίνει τους Κατηγορούμενους 2 και 4 σε σχέση με την υπόθεση. Κατέθεσε τη δική της κατάθεση ως Τεκμήριο
  12. Στην κατάθεσή της αναφέρει ότι στις 06/06/2007 μαζί με άλλους τρεις συναδέλφους της, επισκέφθηκε τη σκηνή του εργατικού δυστυχήματος, το οποίο είχε γίνει στη φάρμα του Παναγιώτη Λίγγη, στη Ξυλοτύμπου. Βρήκε στο χώρο σταθμευμένο ένα μεγάλο φορτηγό-ψυγείο, του οποίου μπορούσε κάποιος να δει την πίσω πόρτα. Πίσω από την ανοιχτή πισινή πόρτα βρισκόταν ένα φόρκλιφτ. Μεταξύ του αυτοκινήτου-ψυγείου και του φόρκλιφτ βρισκόταν ένας άντρας ξαπλωμένος στο έδαφος με το κεφάλι του να βλέπει προς τα πάνω. Την ίδια μέρα έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον οδηγό του περονοφόρου κ. Αντρέα Γιώργαλλο. Στις 10/06/2007, ανέκρινε εκ νέου τον Αντρέα Γιώργαλλο και κατέγραψε την ανακριτική του κατάθεση. Ανακριτική κατάθεση έλαβε και από τον Κυριάκο Παπαγεωργίου στις 15/06/
  13. Στις 15/07/2007 διενεργήθηκε αναπαράσταση του ατυχήματος στην παρουσία των δικηγόρων του Κατηγορούμενου 2, καθώς και των παθολογοανατόμων, Δρ. Σταυριανού και Δρ. Αντωνίου. Ως οδηγός του φόρκλιφτ εργοδοτήθηκε ο κ. Γιάννης Νόνη, έμπειρος οδηγός τέτοιου τύπου οχημάτων. Η αναπαράσταση ξεκίνησε η ώρα 17:20, την ακριβή ώρα που είχε γίνει το ατύχημα και η πρώτη εξέταση που έγινε αφορούσε την ορατότητα του οδηγού την ώρα που φόρτωνε μέσα στο ψυγείο. Διαπιστώθηκε ότι η ορατότητα του οδηγού τη συγκεκριμένη ώρα ήταν δύσκολη, λόγω της θέσης του ήλιου. Η δεύτερη εξέταση που έγινε αφορούσε την επικοινωνία του οδηγού με άλλο άτομο, το οποίο να βρίσκεται έξω από το όχημα. Διαπιστώθηκε ότι ο οδηγός μπορούσε να ακούσει τον αστυνομικό, ο οποίος βρισκόταν έξω από το όχημα, ενώ ο αστυνομικός δεν μπορούσε να ακούσει τον οδηγό, λόγω του δυνατού θορύβου που έκανε το μηχάνημα. Ζητήθηκε από τον οδηγό του οχήματος να κατεβεί από το όχημα για να φτιάξει τα δίκρανα του οχήματος και να διευκρινίσει κατά πόσο υπήρχε ορατότητα μπροστά από το αυτοκίνητο-ψυγείο, εκεί που ήταν ο θανόν. Ο οδηγός μπορούσε να δει τον αστυνομικό που υποδυόταν τον αποβιώσαντα, αλλά ο αποβιώσαντας δεν μπορούσε να τον ακούσει που μιλούσε στο τηλέφωνο. Η τελευταία εξέταση αφορούσε το θέμα κατά πόσο ο οδηγός είχε ορατότητα την ώρα που φόρτωνε την τελευταία παλέτα στο σημείο όπου βρισκόταν ο αποβιώσαντας. Αποτέλεσμα της εξέτασης αυτής ήταν ότι ο οδηγός δεν μπορούσε να δει καθαρά. Ήταν η θέση της ότι επιλέγηκε η συγκεκριμένη ώρα για την αναπαράσταση, γιατί ήταν η ώρα που έγινε το δυστύχημα και ο ήλιος θα βρισκόταν στην ίδια θέση όπως και την ημέρα του ατυχήματος, σύμφωνα με την Μετεωρολογική Υπηρεσία. Τελειώνοντας, ανέφερε ότι ο οδηγός αντιμετώπισε υπόθεση στο Δικαστήριο, λόγω του ότι δεν είχε άδεια να οδηγεί το συγκεκριμένο περονοφόρο όχημα. Αντεξεταζόμενη από τον συνήγορο των Κατηγορούμενων 1 και 2, ισχυρίστηκε ότι στο Τεκμήριο 2 μπορούσε να δει η ίδια το είδος του οχήματος-ψυγείου που είχε βρει στο χώρο του ατυχήματος. Όμως, δεν μπορούσε να πει κατά πόσο ήταν το ίδιο το αυτοκίνητο που είχε δει. Παραδέχθηκε ότι θα ξεφόρτωνε αυγά από το αυτοκίνητο-ψυγείο ο οδηγός του περονοφόρου οχήματος και ότι για να μπορέσει ο οδηγός του περονοφόρου οχήματος να δουλέψει, έπρεπε πρώτα να μετακινηθούν τα τέσσερα παλέτα εκτός του ψυγείου. Στη συνέχεια, τα τέσσερα παλέτα έπρεπε να τοποθετηθούν πίσω στο αυτοκίνητο-ψυγείο. Κατά τη διάρκεια της φόρτωσης, ο οδηγός του αυτοκινήτου βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο και καθοδηγούσε τον οδηγό του περονοφόρου, εξού και τα τρία από τα τέσσερα παλέτα, τοποθετήθηκαν επιτυχώς, σύμφωνα με τη συλλέγουσα μαρτυρία. Στην ανάβαση του τέταρτου, ο οδηγός του φορτηγού είχε κατεβεί, λίγο πριν ο οδηγός του περονοφόρου φορτώσει το τελευταίο παλέτο στο περονοφόρο όχημα και μιλούσε στο τηλέφωνο. Αυτό, ήταν η θέση της, είχε διαπιστωθεί από τον ψηφιακό δίσκο, τον οποίο έλαβαν από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης. Έδειχνε ότι την ώρα που ο οδηγός του περονοφόρου προσπαθούσε να βάλει το παλέτο στο αυτοκίνητο, ο οδηγός του φορτηγού μιλούσε στο τηλέφωνο έχοντας κατεβεί από το αυτοκίνητο και κινείτο έξω από την πόρτα και έγινε το ατύχημα. Ο οδηγός του φορτηγού-ψυγείου βρέθηκε τελικά κάτω στο έδαφος, έξω από την πόρτα του ψυγείου. Αντεξεταζόμενη από τον συνήγορο των Κατηγορουμένων 3 και 4, ισχυρίστηκε ότι εργοδότης του οδηγού του περονοφόρου οχήματος ήταν ο κ. Παπαγεωργίου και ότι ο κ. Λίγγης και η εταιρεία του, δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τον οδηγό του περονοφόρου οχήματος. Απλά, ήταν ο ισχυρισμός της, η εταιρεία του κ. Λίγγη είχε αναθέσει την εργασία στην εταιρεία του κ. Παπαγεωργίου. Τελευταίος, έδωσε μαρτυρία ο κ. Αντρέας Γιώργαλλος, μηχανοδηγός στην εταιρεία ΕΙΔΗ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ. Ερωτηθείς, ισχυρίστηκε ότι δεν θυμόταν καλά τι είχε συμβεί τον Ιούνιο του
  14. Θυμόταν ότι είχε πάει σε μια εργασία για να κατεβάσουν αυγά από ένα αυτοκίνητο. Αναγνώρισε στο Τεκμήριο 5 την κατάθεση που είχε δώσει. Στην κατάθεσή του καταγράφει ότι έχει άδεια οδήγησης φορτηγού και επαγγελματική άδεια αλλά όχι άδεια οδήγησης φορκλίφτ. Στην εργασία του, στην εταιρεία ΕΙΔΗ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ, οδηγούσε το φορτηγό για να μεταφέρει υλικά και το φόρκλιφτ για να τα ανεβάζει ή κατεβάζει ανάλογα. Το απόγευμα της 06/06/2007, ο κ. Παπαγεωργίου του είχε δώσει οδηγίες να πάει με το φόρκλιφτ στη φάρμα του Λίγγη. Όταν πήγε εκεί, βρισκόταν στο χώρο ένα αυτοκίνητο ψυγείο με αυγά. Ο κ. Λίγγης του είπε να κατεβάσει τα παλέτα από το φορτηγό-ψυγείο για να μπορέσουν να κατεβάσουν τα αυγά. Κατέβασε πρώτα τα τέσσερα παλέτα, τα οποία δεν ανήκαν στον κ. Λίγγη και τα τοποθέτησε στα αριστερά. Στη συνέχεια κατέβασε 12 παλέτα με αυγά. Όταν ολοκληρώθηκε το ξεφόρτωμα των αυγών, ο κ. Λίγγγης και οι υπάλληλοί του απομακρύνθηκαν και έμεινε μόνο ο οδηγός του φορτηγού, ο οποίος βρισκόταν μέσα στο ψυγείο καθ όλη τη διάρκεια της εργασίας. Τοποθέτησε τα τρία από τα τέσσερα παλέτα στο φορτηγό, καθοδηγούμενος από τον οδηγό του φορτηγού. Ενώ ετοιμαζόταν να φορτώσει την τελευταία παλέτα, είχε κάμει πισινή και λίγο μπροστινή για να το πιάσει, είδε τον οδηγό του φορτηγού-ψυγείου να πέφτει στο έδαφος. Παραδέχθηκε ότι δεν είχε άδεια να οδηγεί το συγκεκριμένο περονοφόρο όχημα, όμως ήταν δουλειά που την είχε κάνει πολλές φορές και είχε κατεβάσει του κ. Λίγγη 30 παλέτα. Τους έξι μήνες που εργοδοτείτο, οδηγούσε πάντοτε το περονοφόρο όχημα. Τη συγκεκριμένη μέρα, ήταν ο ισχυρισμός του, τον καθοδηγούσε στην εργασία του ο οδηγός του αυτοκινήτου-ψυγείου και στην τελευταία παλέτα κατέβηκε ο οδηγός από το αυτοκίνητο, γιατί ο ίδιος δεν χρειαζόταν άλλη καθοδήγηση. Ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε. Όλοι οι Κατηγορούμενοι κλήθηκαν σε απολογία και επέλεξαν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 να προβούν σε ανώμοτη δήλωση, ενώ οι Κατηγορούμενοι 3 και 4 επέλεξαν να μην προσφέρουν οποιαδήποτε μαρτυρία. Στην ανώμοτη δήλωσή τους, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αναφέρουν ότι είναι εργοδότες του κ. Αντρέα Γιώργαλλου, οδηγού του τηλεσκοπικού οχήματος, καθώς και ότι ο Κατηγορούμενος 2 είναι ο Διευθυντής της Κατηγορούμενης
  15. Είναι ο ισχυρισμός τους ότι η μέθοδος εργασίας που ακολουθήθηκε δεν είχε οποιοδήποτε κενό. Ο κ. Γιώργαλλος, Μ.Κ.3, με τη βοήθεια των υπαλλήλων της φάρμας, του υπεύθυνου προσώπου αλλά και του οδηγού του φορτηγού εκφόρτωσαν τα αυγά και στη συνέχεια ξεκίνησε τη φόρτωση των παλετών που είχε βγάλει αρχικά, γιατί εμπόδιζαν την εκφόρτωση των αυγών. Φορτώθηκαν με επιτυχία τα τρία από τα τέσσερα, με την καθοδήγηση του οδηγού του φορτηγού που βρισκόταν μέσα στο φορτηγό. Στην τελευταία παλέτα, ο οδηγός του φορτηγού κατέβηκε από το φορτηγό για να μιλήσει στο τηλέφωνο, χωρίς να τον αντιληφθεί ο οδηγός του φόρκλιφτ και έγινε το ατύχημα. Δεν μπορούσε η Κατηγορούμενη 1 να πράξει οτιδήποτε άλλο, ούτε και ήταν εύλογο να πράξουν κάτι διαφορετικό, αφού κατά τη φόρτωση εκφόρτωση το εφαρμοζόμενο σύστημα λειτουργούσε άψογα. Αξιολόγηση Μαρτυρίας - Ευρήματα Θα εξετάσω το σύνολο της μαρτυρίας με ιδιαίτερη προσοχή, έχοντας κατά νου τις θέσεις της Υπεράσπισης και την ανώμοτη δήλωση των Κατηγορούμενων 1 και
  16. Όπως αποδεικνύεται στη νομολογία, η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα και πάνω σε αυτή τη βάση θα την προσεγγίσω (βλ. C. & A. Pelekanos Ltd v. Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ. 1273, 1280-1281). Στην υπόθεση Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής ενώ έδιναν ένορκη μαρτυρία ενώπιόν μου. Κατέγραψα σε κάθε περίπτωση νοητικά την εντύπωσή μου από την εικόνα τους κατά το χρόνο που έδιναν μαρτυρία, τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις τους στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη μνήμη, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεών τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και της ευκαιρίας που είχαν για να καταλήξουν ο κάθε ένας από αυτούς στις διαπιστώσεις τους. Οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 δεν είχαν οποιοδήποτε λόγο ή οποιοδήποτε προσωπικό συμφέρον για να πουν ψέματα στο Δικαστήριο. Ήρθαν στο Δικαστήριο λόγω των καθηκόντων τους και ανέφεραν στο Δικαστήριο αυτά που οι ίδιοι είχαν διαπιστώσει στις επιτόπιες έρευνές τους. Δεν έχω κανένα λόγο για να μην τους πιστέψω και αποδέχομαι τη μαρτυρία τους στην ολότητά της. Σίγουρα, η κα Κρανιδιώτου δεν είχε οποιοδήποτε προσωπικό συμφέρον στην υπόθεση απλά, μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων της, όφειλε και οφείλει να διασφαλίζει ότι τηρούνται οι πρόνοιες της νομοθεσίας. Απαντούσε με θετικό τρόπο τις ερωτήσεις που της είχαν τεθεί, υποστηρίζοντας τις θέσεις της πάντοτε με αναφορά στις πρόνοιες της νομοθεσίας. Θεωρώ ότι δεν είχε οποιοδήποτε λόγο να πει ψέματα. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις ισχύουν και για τη μαρτυρία της κας Εγγλέζου, Μ.Κ.2, η οποία ήταν ανεξάρτητη μάρτυρας. Δεν μου έδωσε λόγο για να μην την πιστέψω. Θεωρώ σκόπιμο, ερχόμενη στην ανώμοτη κατάθεση των Κατηγορούμενων 1 και 2, να θέσω τη νομική βάση πάνω στην οποία το Δικαστήριο αντικρίζει την ανώμοτη κατάθεση κατηγορουμένου. Το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να εξετάσει την εκδοχή της Υπεράσπισης (βλ. R. v. Young
(1964)2 All E.R. 4801 και Πουτζιουρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 390). Το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του ότι αυτή δεν έγινε με όρκο και ότι επομένως δεν τέθηκε στη βάσανο της αντεξέτασης. Το Δικαστήριο όμως έχει την υποχρέωση να τη λάβει υπόψη του, πριν φθάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεσή της. Τέτοια ανώμοτη κατάθεση βέβαια δεν μπορεί να έχει την ίδια αξία όπως η ένορκη μαρτυρία που δοκιμάστηκε με την αντεξέταση. Η επιλογή του Κατηγορούμενου να προβεί σε δήλωση από το εδώλιο του κατηγορουμένου δεν μπορεί να θεωρηθεί ζημιογόνα για τον ίδιο, δηλαδή δεν μπορεί να εξισωθεί με ενοχή (βλ. R. v. Bathurst
(1968)2 Q.B. 99, R. v. Sparrow
(1973)2 All E.R. 129, R. V. Mutch
(1973)1 All E.R. 178, Waugh v. R.
(1950)A.C. 203 και Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200), ούτε και μπορεί το γεγονός να θεωρηθεί σαν ενίσχυση της μαρτυρίας που πρόσφερε η Κατηγορούσα Αρχή. Ό,τι προκύπτει ως σημαντικό από το σύνολο της σχετικής νομολογίας, είναι ότι η ανώμοτη δήλωση δεν αποτελεί μαρτυρία με την αυστηρή έννοια του όρου, ούτε αξιολογείται από το Δικαστήριο όπως η μαρτυρία. Αναγνωρίζεται ως κάτι περισσότερο από ένα απλό σχόλιο. Δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που μόνο με μαρτυρία μπορούν να αποδειχθούν, αλλά μπορεί να βοηθήσει στη θεώρηση της μαρτυρίας κάτω από διαφορετική σκοπιά. Δεν παραμερίζεται η αξία της, η οποία είναι πειστική μάλλον, παρά αποδειχτική. Θα πρέπει, τελικά, να αντικρίζεται μια τέτοια δήλωση σε συνάρτηση με το σύνολο της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας (βλ. Ιωάννου κ.ά. v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, Γεωργίου v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 494 και Σήφουνας v. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 91). Κατά συνέπεια, η ανώμοτη δήλωση των Κατηγορούμενων 1 και 2 θα εξεταστεί κάτω από αυτό το πρίσμα. Όσον αφορά την επιλογή των Κατηγορούμενων 3 και 4 να μείνουν σιωπηλοί, η νομολογία έχει καθορίσει ότι δεν μπορούν να εξαχθούν οποιαδήποτε ενοχοποιητικά συμπεράσματα από την άσκηση του δικαιώματος της σιωπής (βλ. Charalambous v. Republic
(1985)2 C.L.R. 97 στη σελίδα 107 και Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250 στη σελίδα 255). Στην απόφαση Ντίνος Δημητρίου Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας, στη σελίδα 256 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Περιοριζόμεθα σε επανάληψη εκείνου που λέχθηκε στη Charalambous v. The Republic (αωτέρω) στη σελ. 107:- "No adverse inferences can be drawn from the exercise of a right given by Law. It is the only premise upon which citizens can exercise their rights freely without fear of consequences. Σε μετάφραση: "Δε μπορεί να εξαχθούν ενοχοποιητικά συμπεράσματα από την άσκηση δικαιώματος το οποίο δίδει ο νόμος. Είναι η μόνη βάση πάνω στην οποία οι πολίτες μπορούν ελεύθερα να ασκήσουν τα δικαιώματά τους χωρίς φόβο για συνέπειες." Το δικαίωμα της σιωπής συναρτάται, σε κάποιο βαθμό, και με δικαίωμα εναντίον της αυτοενοχοποίησης, καθώς και του τεκμηρίου της αθωότητας που ενσωματώνεται στο άρθρο 12.4 του Συντάγματος.» Με δεδομένη πλέον μόνο τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία δεν κλονίστηκε και έχοντας υπόψη μου την πραγματική μαρτυρία, τις φωτογραφίες, Τεκμήριο 2, καταλήγω ότι τα γεγονότα εξελίχθηκαν ως ακολούθως: Ο εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης εταιρείας 1, κ. Γιώργαλλος, με οδηγίες του Κατηγορούμενου 2 επισκέφτηκε τη φάρμα κοτόπουλων της Κατηγορούμενης 3, στις 06/06/2007 γύρω στις 17.00, για να εκφορτώσει εμπορεύματα, ήτοι αυγά, από φορτηγό-ψυγείο. Στο φορτηγό-ψυγείο υπήρχαν μπροστά από τα παλέτα με τα αυγά άλλα τέσσερα παλέτα τα οποία έπρεπε να ξεφορτωθούν για να μπορούν στη συνέχεια να ξεφορτωθούν τα παλέτα με τα αυγά. Με την καθοδήγηση, τόσο του οδηγού του φορτηγού-ψυγείου αλλά και του κ. Λίγγη, κατέβασε πρώτα τα τέσσερα παλέτα, που εμπόδιζαν την εκφόρτωση των αυγών και τα εναπόθεσε αριστερά του αυτοκινήτου για να μπορέσει να κατεβάσει τα αυγά. Στη συνέχεια κατέβασε και τα δώδεκα
(12)παλέτα αυγά. Όταν ολοκληρώθηκε η διαδικασία εκφόρτωσης των αυγών, ο κ. Λίγγης αποχώρησε από εκεί και έμεινε μόνο ο οδηγός του αυτοκινήτου-ψυγείου να καθοδηγεί τον οδηγό του τηλεσκοπικού στη φόρτωση των παλετών πίσω στο αυτοκίνητο. Φορτώθηκαν τα τρία παλέτα και ο οδηγός του τηλεσκοπικού είχε κάνει πισινή και ετοιμαζόταν να φορτώσει το τέταρτο, όταν στο μεταξύ ο οδηγός του φορτηγού-ψυγείου είχε κατεβεί από αυτό και μιλούσε στο τηλέφωνο μπροστά από την ανοιχτή πόρτα του φορτηγού, χωρίς όμως ο οδηγός του τηλεσκοπικού να μπορεί να τον δει ή να τον ακούσει, αφού αυτό δεν είναι εφικτό λόγω της κατασκευής του τηλεσκοπικού και του θορύβου. Ο οδηγός του τηλεσκοπικού απλά τον είδε να πέφτει μεταξύ του τηλεσκοπικού και του φορτηγού-ψυγείου όταν φόρτωνε την παλέτα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει καθορίσει ότι η ευθύνη για τη λήψη μέτρων συμμόρφωσης με τις επιταγές ενός νόμου ο οποίος ρυθμίζει θέματα ασφάλειας στους τόπους εργασίας βαρύνει αποκλειστικά τους εργοδότες. Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Λατομεία Φαρμακά ΛΤΔ
(2004)Α.Α.Δ. 573, όπου στη σελίδα 580-581 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Σε μια εποχή που οι εργασίες διεξάγονται κυρίως με μηχανήματα με προφανή σκοπό την αύξηση της παραγωγικότητας προβάλλει πιο επιτακτική η υποχρέωση των εργοδοτών για διατήρηση συνθηκών πλήρους ασφάλειας στους τόπους εργασίας. Οι εργαζόμενοι δικαιούνται μετά τον κάματο της ημέρας να επιστρέφουν στις οικογένειες τους αρτιμελείς και υγιείς. Δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε χαλάρωση αυτής της υποχρέωσης των εργοδοτών. Παράλειψη τήρησης της θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με αυστηρότητα.» Η 1η Κατηγορία αφορά την Κατηγορούμενη Εταιρεία 1 και βασίζεται στις πρόνοιες του άρθρου 13
(5)των Περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμων το οποίο προβλέπει ότι: «Κάθε εργοδότης πρέπει να διευθύνει τη επιχείρησή του ή διεξάγει τις δραστηριότητες του με τέτοιο τρόπο και να παρέχει τέτοιες πληροφορίες ώστε να διασφαλίζει, καθόσον είναι ευλόγως εφικτό ότι, πρόσωπα που δεν εργοδοτούνται από αυτόν αλλά που μπορεί να επηρεαστούν από τις δραστηριότητες της επιχείρησής του δεν θα εκτίθενται σε κίνδυνο.» Όπως σε κάθε ποινική υπόθεση, έτσι και στην παρούσα, η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει τις κατηγορίες πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η απόδειξη κάθε στοιχείου που συνιστά την κατηγορία βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Κατά συνέπεια, δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας, 1989
(2)Α.Α.Δ. 363 και Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός,
(2001)2 Α.Α.Δ. 18). Η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αποκαλύπτει ότι ο οδηγός του ανυψωτικού οχήματος δεν μπορούσε να δει ή να ακούσει τον αποβιώσαντα, αλλά ούτε και γνώριζε ότι είχε κατεβεί από το αυτοκίνητο-ψυγείο, αφού μέχρι και τη φόρτωση της τρίτης παλέτας στο αυτοκίνητο- ψυγείο ο αποβιώσαντας βρισκόταν μέσα στο όχημα και όχι έξω από αυτό. Τι ήταν αυτό που παρέλειψε να πράξει η Κατηγορούμενη Εταιρεία 1 δεν έχει διευκρινιστεί, αφού δεν προέκυψε από τη μαρτυρία οποιαδήποτε παράλειψη εκ μέρους της. Αντίθετα, από την αναπαράσταση προέκυψε ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου-ψυγείου είχε κατεβεί από το αυτοκίνητο χωρίς να το αντιληφθεί ο οδηγός του ανυψωτικού, ο οποίος είχε πάρει αριστερή κλήση για να φορτώσει την τελευταία παλέτα και δεν μπορούσε να τον δει, από τα καθρεφτάκια ότι ήταν στο έδαφος, αλλά ούτε και να τον ακούσει όταν μιλούσε στο τηλέφωνο. Οπόταν, με βάση τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει αποδειχθεί η συγκεκριμένη κατηγορία, αφού δεν έχει αποδεδειχθεί οποιαδήποτε παράλειψη. Η πιο πάνω κατάληξη σφραγίζει και την τύχη της 2ης Κατηγορίας, η οποία επίσης βασίζεται στο άρθρο 13
(5)των Περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμων. Η συγκεκριμένη κατηγορία προκύπτει από την ειδική διάταξη του άρθρου 53
(6)του Νόμου 89(Ι)/96 η οποία προβλέπει: «Όταν αδίκημα που διαπράττεται με βάση τον παρόντα Νόμο από εταιρεία, συνεργατικό ίδρυμα ή άλλη ένωση προσώπων, αποδειχθεί ότι έχει διαπραχθεί με τη συγκατάθεση ή τη συνεργασία, ή ότι η διάπραξη του έχει διευκολυνθεί από αμέλεια εκ μέρους οποιουδήποτε διευθύνοντος συμβούλου, προέδρου, διευθυντή, γραμματέως ή άλλου λειτουργού της εταιρείας, συνεργατικού ιδρύματος ή άλλης ένωσης προσώπων, τόσο αυτός όσο και η εταιρεία, το συνεργατικό ίδρυμα ή άλλη ένωση προσώπων θα θεωρούνται ένοχοι αδικήματος και θα υπόκεινται σε δίωξη και ποινή ανάλογα.» Το γεγονός ότι δεν έχει αποδειχθεί αδίκημα εναντίον της Κατηγορούμενης Εταιρείας 1, οδηγεί στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμέλεια εκ μέρους του Διευθυντή της Κατηγορούμενης Εταιρείας 1 και γι' αυτό το λόγο θα πρέπει να αθωωθεί από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Η 3η Κατηγορία αφορά την παράλειψή της Κατηγορούμενης Εταιρείας 1 να μεριμνήσει για την εκπόνηση γραπτής εκτίμησης κινδύνων σύμφωνα με τους Κανονισμούς 2, 4
(1),
(2)των Περί Διαχείρισης Θεμάτων Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Κανονισμών, οι οποίοι επιβάλλουν υποχρέωση στον εργοδότη να διασφαλίσει την εκπόνηση της γραπτής εκτίμησης κινδύνων. Με βάση το περιεχόμενο της Έκθεσης της κας Κρανιδιώτη, Τεκμήριο 1, η οποία δεν αμφισβητήθηκε καθώς επίσης και του γεγονότος ότι η ίδια δεν αντεξετάστηκε επί της συγκεκριμένης διαπίστωσής της, θεωρώ ότι μπορεί να στοιχειοθετηθεί εύρημα ενοχής και γι' αυτό η Κατηγορούμενη Εταιρεία 1 κρίνεται ένοχη στην 3ην Κατηγορία. Η κατηγορία που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη Εταιρεία 3 βασίζεται στο άρθρο 13
(5)των Περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμων 1996- 2003, το οποίο έχει παρατεθεί πιο πάνω. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης Γενικός Εισαγγελέας ν. Δημητρίου και Υιοί Λτδ
(2006)2 Α.Α.Δ. 467, θα πρέπει να αποδειχθεί η ύπαρξη εργοδότη καθώς επίσης και ατόμου που δεν είναι εργοδοτούμενος του εργοδότη, το οποίο να επηρεάζεται από τις δραστηριότητες του εργοδότη. Παράλληλα, θα πρέπει να αποδειχθεί η παράλειψη του εργοδότη να διεξάγει τις δραστηριότητές του με τέτοιο τρόπο, έτσι ώστε το άτομο που δεν είναι εργοδοτούμενό του να μην εκτεθεί σε κίνδυνο. Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Δημητρίου και Υιοί Λτδ (ανωτέρω), στη σελίδα 471, επί παρόμοιων γεγονότων αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Έχοντας μελετήσει με προσοχή το θέμα, καταλήγουμε πως ο σχετικός ορισμός περιλαμβάνει δύο περιπτώσεις. Η πρώτη αφορά πρόσωπο που έχει σχέση εργασίας με εργοδοτούμενο «και έχει την ευθύνη για το υποστατικό, την επιχείρηση ή/και την εγκατάσταση» και η δεύτερη αφορά «πρόσωπο που δεν έχει άλλα εργοδοτούμενα πρόσωπα, αλλά διεξάγει οικονομικές δραστηριότητες ή διευθύνει την επιχείρησή του με σκοπό κερδοσκοπικό ή μή.» ................................ Θεωρούμε ότι, κάτω από τις συνθήκες, οι εφεσίβλητοι ήταν «εργοδότες» με την έννοια του δεύτερου σκέλους του ορισμού του Νόμου.» Αντλώντας καθοδήγηση από το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης, θεωρώ ότι η Κατηγορούμενη 3 ήταν εργοδότης, ενώ ο αποβιώσαντας δεν ήταν άτομο το οποίο ήταν εργοδοτούμενό της. Οι δραστηριότητες της Κατηγορούμενης Εταιρείας 3 αφορούσαν μεταξύ άλλων την πώληση αυγών. Για την εκφόρτωση των αυγών από το αυτοκίνητο-ψυγείο έδινε οδηγίες ο κ. Λίγγης, σύμφωνα με το Τεκμήριο 6, την κατάθεσή του, η οποία κατατέθηκε χωρίς οποιαδήποτε ένσταση ως προς το περιεχόμενό της. Όταν ολοκληρώθηκε η εκφόρτωση των αυγών και παρόλο που υπήρχαν στο έδαφος τα άλλα παλέτα που είχαν ξεφορτωθεί για να μπορούν να ξεφορτωθούν τα αυγά, ο κ. Λίγγης αποχώρησε χωρίς να διασφαλίσει ότι είχαν φορτωθεί με ασφάλεια τα τέσσερα εκείνα παλέτα, για τα οποία γνώριζε, πίσω στο αυτοκίνητο. Δηλαδή, παρέλειψε να διεξάγει τις δραστηριότητές του με τέτοιο τρόπο, έτσι ώστε να διασφαλίσει την ασφάλεια του ατόμου που δεν ήταν εργοδοτούμενό του. Όφειλε να παραμείνει στο χώρο της φορτοεκφόρτωσης μέχρι την ολοκλήρωση της εργασίας και όχι να αποχωρίσει μόλις είχε διασφαλίσει ότι τα δικά του αυγά είχαν ξεφορτωθεί. Συνεπακόλουθο της πιο πάνω κατάληξής μου, είναι το εύρημα ενοχής της Κατηγορούμενης Εταιρείας 3. Το Δικαστήριο με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 54 του Νόμου, θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο η Κατηγορούμενη Εταιρεία 3 απέδειξε, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι δεν παρέλειψε να πράξει ότι ήταν πρακτικά και εύλογα εφικτό, για την εκπλήρωση της υποχρέωσής της να παρέχει ασφάλεια σε τρίτα άτομα που μπορούσαν να επηρεαστούν από τις δραστηριότητές της. Το άρθρο 54, προνοεί συγκεκριμένα τα ακόλουθα׃ «Σε οποιεσδήποτε διαδικασίες για αδίκημα που διαπράττεται κατά παράβαση οιωνδήποτε διατάξεων του παρόντος Νόμου, το οποίο συνίσταται σε παράλειψη προσώπου να συμμορφωθεί με υποχρέωση ή με απαίτηση για εκτέλεση καθήκοντος, καθόσον η συμμόρφωση αυτή είναι πρακτικώς εφικτή ή είναι ευλόγως εφικτή, αποτελεί ευθύνη του κατηγορουμένου να αποδείξει ότι δεν ήταν πρακτικώς εφικτό ή δεν ήταν ευλόγως να πράξει περισσότερα από όσα έπραξε για εκπλήρωση της υποχρέωσης ή της απαίτησης που τέθηκαν σ' αυτόν». Ο όρος «πρακτικώς εφικτό», ερμηνεύθηκε στην υπόθεση Βαρνάβας Νικολάου & Υιοί Λτδ v. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 261, ως ακολούθως׃ «Ο όρος σημαίνει εκείνο που μπορεί να γίνει στην πράξη, ανεξάρτητα από το κατά πόσο αυτό είναι δύσκολο ή άβολο. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Παράγοντες όπως, πιθανές δυσκολίες ή το ύψος της δαπάνης σε σύγκριση με το μέγεθος του κινδύνου που υπάρχει, οι οποίοι θα αποκτούσαν σημασία αν το ζητούμενο ήταν τι είναι εύκολα πρακτικώς εφικτό που είναι όρος στενότερος, δεν διαδραματίζουν ρόλο. Όμως το πρακτικώς εφικτό δεν εξομοιώνεται με το πρακτικώς αδύνατο. Το κατά πόσο κάποιο μέτρο είναι πρακτικώς εφικτό κρίνεται κάτω απο το φώς των σύγχρονων γνώσεων και εφευρέσεων. Έχει εξηγηθεί πως δεν μπορεί να θεωρηθεί πρακτικώς εφικτό να παίρνονται προφυλάξεις για αντιμετώπιση κινδύνων, η γνώση της ύπαρξης των οποίων είναι αδύνατη ή να υιοθετούνται μέτρα που δεν έχουν εφευρεθεί ακόμα και ότι η έννοια του πρακτικώς εφικτό εμπεριέχει κάποιο βαθμό λογικής και κάποια σχέση με την πρακτική». Ο όρος «ευλόγως εφικτό», ερμηνεύθηκε στην υπόθεση Edwards v. National Coal Board
(1949)1 ALL E.R. 743, όπου στη σελ. 744 επισημαίνονται τα ακόλουθα׃ «In considering whether or not is was ''reasonably practicable to avoid or prevent'' a breach of the statute within s. 102
(8), the mine-owner must, before the occurrence of an accident, make a computation in which the quantum of risk by the run by the worker was placed in one scale and the sacrifice of the mine-owner involved in the measures necessary to avert the risk ( whether in money, time, or trouble) was placed in the other, and, if there were a gross disproportion between them-the risk being insignificant in relation to the sacrifice- the mine-owner discharged the onus which was on him». Δεν προβλήθηκε από την Υπεράσπιση οποιαδήποτε μαρτυρία, παρόλο που διαφάνηκε μέσα από την αντεξέταση ότι η θέση της ήταν ότι η συγκεκριμένη εργασία είχε ανατεθεί σε άλλους, την Κατηγορούμενη 1, οπόταν δεν ευθυνόταν η ίδια. Η εισήγηση ότι είχε εργοδοτηθεί άλλη εταιρεία για να ξεφορτώσει τα αυγά οπόταν εκείνη είχε την ευθύνη, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή λόγω και της θέσης του κ. Λίγγη, όπως διαφαίνεται από την κατάθεσή του, Τεκμήριο 6, ότι ο ίδιος είχε ζητήσει από τον οδηγό του ανυψωτικού μηχανήματος να τον καθοδηγεί κατά την εκτέλεση των εργασιών του. Η αποδοχή της θέσης της Κατηγορούμενης Εταιρείας 3 θα παρείχε τη δυνατότητα σε οποιοδήποτε εργοδότη να επικαλείται την ύπαρξη άλλου εργοδοτούμενού του, ως δικαιολογία για τυχόν παραλείψεις του, κάτι που ασφαλέστατα θα καταστρατηγούσε την πρόθεση του νομοθέτη και τον αντικειμενικό σκοπό του Νόμου, όπως αυτός διαγράφεται από το άρθρο 2Α του Ν. 89(Ι)/96. Το είδος της εργασίας που εκτελείτο επέβαλλε την ύπαρξη κάποιου αποτελεσματικού και ασφαλούς τρόπου για την εκτέλεσή του, με τη διασφάλιση ότι η φόρτωση και η εκφόρτωση θα παρακολουθείτο από ανεξάρτητο άτομο το οποίο να έχει καλή οπτική επαφή τόσο με τον οδηγό του ανυψωτικού καθώς και με τον οδηγό του οχήματος-ψυγείου, ενώ αυτός βρισκόταν μέσα ή έξω από αυτό. Ήταν και πρακτικά, αλλά και εύλογα εφικτό, να παρασχεθεί αυτό το μέτρο ασφάλειας αφού εν πάση περιπτώσει είχε εφαρμοστεί αλλά πλημμελώς. Καταλήγω λοιπόν ότι η Κατηγορούμενη Εταιρεία 3 απέτυχε να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι εν προκειμένω δεν ήταν ούτε πρακτικώς ούτε ευλόγως εφικτό να πράξει περισσότερα από όσα έπραξε για να εκπληρώσει τις νόμιμες υποχρεώσεις της και συνεπακόλουθα κρίνεται ένοχη στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Ο Κατηγορούμενος 4 αντιμετωπίζει, ως διευθυντής της Κατηγορούμενης 3, κατηγορία η οποία επίσης βασίζεται στο άρθρο 13
(5)των Περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμων. Η συγκεκριμένη κατηγορία προκύπτει από την ειδική διάταξη του άρθρου 53
(6)του Νόμου 89(Ι)/96 η οποία έχει καταγραφεί πιο πάνω. Το γεγονός ότι έχει αποδειχθεί το συγκεκριμένο αδίκημα εναντίον της Κατηγορούμενης Εταιρείας 3, οδηγεί στην εξέταση του θέματος κατά πόσο η διάπραξή του είχε διευκολυνθεί από κάποια αμέλειά του. Όπως έχει είδη αναφερθεί, ο Κατηγορούμενος 4 είχε παραμείνει μέχρι και την εκφόρτωση των αυγών, καθοδηγώντας τον οδηγό του ανυψωτικού. Όφειλε να παραμείνει και κατά τη φόρτωση των παλετών, που είχαν ξεφορτωθεί στην αρχή, για να διευκολυνθεί η εκφόρτωση των αυγών, έτσι ώστε να διασφαλίσει ότι ολόκληρη η δραστηριότητα θα εκτελείτο με ασφάλεια. Γι' αυτό το λόγο θα πρέπει να κριθεί ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Συνεπακόλουθα, οι Κατηγορούμενοι 3 και 4 κρίνονται ένοχοι στις κατηγορίες 4 και 5, ενώ οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται από τις κατηγορίες 1 και 2. Η Κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στην κατηγορία 3. (Υπ. ................................... Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.