← Κύπρος

Αστυνομία ν. Ανδρέας Ανδρέου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10264/09, 19 Ιανουαρίου 2011

Αστυνομία ν. Ανδρέας Ανδρέου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10264/09, 19 Ιανουαρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:B3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10264/09 Αστυνομία ν. 1.Ανδρέας Ανδρέου 2.Ξενάκης Τσιαίλης Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 19 Ιανουαρίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Παπανικολάου Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Νικηφόρου Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Ναθαναήλ Κατηγορούμενοι παρόντες Α Π ΟΦ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, την κατηγορία της παράνομης κατοχής αρχαιοτήτων και της πώλησης αρχαιοτήτων κατά παράβαση των άρθρων 2, 14

(2)(β) και 33
(1)
(3)
(4)του Περί Αρχαιοτήτων Νόμου, Κεφ. 31. Ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες της παράνομης κατοχής αρχαιοτήτων, της εμπορίας και της φθοράς αρχαιοτήτων κατά παράβαση των άρθρων 2, 10
(1)(α), 14
(2)(β) και 33
(1)
(3)
(4)του Περί Αρχαιοτήτων Νόμου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 1 μεταξύ των ημερομηνιών 01/01/2006-31/12/2006, στο Μαζωτό, της Επαρχίας Λάρνακας, είχε στην κατοχή του αρχαιότητες, δηλαδή λίθινα τμήματα αρχαίου ελαιοπιεστηρίου, χωρίς την άδεια του Διευθυντή Αρχαιοτήτων, από τα οποία πώλησε στον 2ον Κατηγορούμενο ένα λίθινο τμήμα αρχαίου ελαιοπιεστηρίου εν γνώσει του ότι είχε ανασκαφεί παράνομα. Ο Κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ότι στις 31/07/2008 στο Μαζωτό, είχε στην κατοχή του αρχαιότητες, δηλαδή λίθινο τμήμα αρχαίου ελαιοπιεστηρίου χωρίς την άδεια του Διευθυντή Αρχαιοτήτων, το οποίο εμπορεύτηκε μεταξύ των ημερομηνιών 01/01/2006-31/12/2006 και του προκάλεσε φθορά εκθέτοντας το στο πάρκο καμήλων στο Μαζωτό. Η Κατηγορούσα Αρχή προς υποστήριξη της υπόθεσής της κάλεσε τρείς
(3)μάρτυρες. Πρώτος, κατέθεσε ο Α/Αστ 1337, κ. Παπαδόπουλος, (Μ.Κ.1), ο οποίος υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του και αυτή κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  1. Στην κατάθεσή του αναφέρει ότι στις 31/07/2008 στο Camel Park, στο Μαζωτό, έλαβε φωτογραφίες πέντε κομματιών πετρών αρχαιολογικής αξίας σχετικά με υπόθεση παράνομης κατοχής αρχαιοτήτων. Τύπωσε μεγεθύνσεις των φωτογραφιών και τις έδεσε σε σχήμα βιβλιαρίου. Κατέθεσε το βιβλιάριο με τις φωτογραφίες ως Τεκμήριο 2 ενώ ως Τεκμήριο 3 κατέθεσε τα αρνητικά των φωτογραφιών. Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Δεύτερος έδωσε μαρτυρία ο κ. Γεώργιος Γεωργίου (Μ.Κ.2), Αρχαιολογικός Λειτουργός στο Τμήμα Αρχαιοτήτων από το
  2. Ανέφερε ότι σπούδασε φιλοσοφία/φιλολογία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και είναι Διδάκτωρ στην Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Ασχολείται με ανασκαφές αρχαιολογικών χώρων και με τη διαχείριση αρχαίων μνημείων καθώς και μουσείων. Αναγνώρισε την κατάθεσή του και αυτή κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  3. Στην κατάθεσή του αναφέρει ότι στις 30/07/2008 είχε κληθεί από τον Λοχ.587, κ. Αντωνιάδη, του Αστυνομικού Σταθμού Κιτίου, για έρευνα και εντοπισμό αρχαιοτήτων στο πάρκο «Camel Park», στο Μαζωτό. Κατά τη διάρκεια της έρευνας στον κήπο, στην είσοδο του πάρκου, εντοπίστηκαν αρχαιότητες ήτοι πέντε
(5)λίθινα τμήματα αρχαίου ελαιοπιεστηρίου, μια επιφάνεια συμπίεσης, μια λεκάνη συλλογής με οπή εκροής, ένα λίθος πάκτωσης με υποδοχές για δυο μοχλούς συμπίεσης, μια λεκάνη θραύσης και ένα βαρίδι συμπίεσης, τα οποία χρονολογούνταν από τον 4ο με 1ο αιώνα π.Χ. Τα αντικείμενα φωτογραφήθηκαν και επιστήθηκε η προσοχή του κ. Τσαίλη, ιδιοκτήτη του πάρκου, στο Νόμο και καταγράφηκε η απάντησή του. Ενώπιον του Δικαστηρίου όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 2, οι φωτογραφίες, αναγνώρισε τα αντικείμενα τα οποία απεικονίζονταν σ' αυτές, ως τα αντικείμενα στα οποία αναφέρεται στην κατάθεσή του. Υποστήριξε ότι δύο από τα ανευρεθέντα αντικείμενα είναι αδιαμφισβήτητα αρχαιότητες, τα οποία και υπέδειξε στις φωτογραφίες 5 και 6 του Τεκμηρίου
  1. Η βάση συμπίεσης και το αυλάκι στο οποίο στερεώνεται το μέρος του ξύλινου οργανισμού συντήρησης, συνιστούσαν, κατά την άποψή του, τμήματα αρχαίου ελαιοπιεστηρίου και οι τύποι τους χρονολογούνταν από τον 4ο αιώνα π.Χ. μέχρι τον 7ο αιώνα π.Χ. Υπέδειξε τα δυο αυτά αντικείμενα στις φωτογραφίες 5, 6, 7, 8 και 9 του Τεκμηρίου
  2. Τα άλλα τρία αντικείμενα, η λεκάνη θραύσης, η μικρή δεξαμενή και η πέτρα με την τρύπα, ήταν ο ισχυρισμός του ότι δεν μπορούν να χρονολογηθούν γιατί σε όλες τις εποχές από τη νεολιθική εποχή μέχρι σήμερα έχουν την ίδια μορφή. Τα συμπεριέλαβε ως αρχαιότητες, γιατί σύμφωνα με τα όσα του είχε αναφέρει ο ιδιοκτήτης του πάρκου προήλθαν από την ίδια πηγή καθώς επίσης γιατί οι δεξαμενές και το βαρίδι ήταν αντικείμενα τα οποία είχαν ανευρεθεί σε ανασκαφές του Τμήματος Αρχαιολογίας σε αρκετούς αρχαιολογικούς χώρους. Παρόμοιες δεξαμενές είχαν ανευρεθεί και διαπιστώθηκε ότι αποτελούσαν μέρος αρχαίου του ελαιοπιεστηρίου γιατί εκείνη την εποχή υπήρχε ανάγκη για διαχείριση μεγάλων ποσοτήτων νερού και ελαιόλαδου. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου 1, ισχυρίστηκε ότι είχε αρχικά κατατάξει όλα τα αντικείμενα ως αρχαία, λόγω του ότι του είχε αναφερθεί ότι είχαν αγοραστεί από τον ίδιο άνθρωπο. Υποστήριξε ότι, αν οι δεξαμενές βρίσκονταν μόνες τους δεν θα μπορούσαν να καταταχθούν ως αρχαίες. Εξήγησε, ότι στα λίθινα αντικείμενα ο μόνος τρόπος χρονολόγησής τους είναι η τυπολογία και η μορφή τους. Όταν ο ίδιος είχε δει τα πέντε λίθινα αντικείμενα στο «Camel Park», κατέληξε ότι δύο απ' αυτά ήταν αδιαμφισβήτητα αρχαιότητες, όμως επειδή τέτοιες δεξαμενές υπήρχαν και υπάρχουν σε όλες τις εποχές και είχαν πάντοτε την ίδια μορφή, ο ίδιος δεν μπορούσε με βεβαιότητα να καταλήξει ότι ήταν αρχαιότητες. Ερωτηθείς, εξήγησε ότι με τον όρο «τυπολογία» εννοεί την αρχαιολογική γνώση με την οποία μπορεί ένα αντικείμενο να τοποθετηθεί σε συγκεκριμένο πλαίσιο χρόνου. Τα αρχαία ελαιοτριβεία, ήταν ο ισχυρισμός του, ότι εμφανίζονται μετά την εποχή του χαλκού και μέχρι τις μέρες μας. Τα βασικά δε μέρη του ελαιοπιεστηρίου, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, ήταν από τότε μέχρι σήμερα τα ίδια, αλλά η τυπολογία τους είναι διαφορετική. Αυτό που επιτρέπει την κατάταξη σε συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο, είναι η εξειδικευμένη αρχαιολογική γνώση για κάθε ένα από τα μέρη που εμφανίζονται στα αρχαία ελαιοπιεστήρια. Η ταύτιση που είχε κάνει όταν έλεγξε τα συγκεκριμένα αντικείμενα, στηριζόταν στη γνώση του που αφορούσε τα αρχαία ελαιοπιεστήρια. Όμως, στη συνέχεια μελέτησε τη σχετική βιβλιογραφία και βεβαιώθηκε ότι η συγκεκριμένη ταύτιση ήταν σωστή και ότι η χρονολογική κατάταξη ήταν επίσης σωστή. Σε υποβολή που του έγινε, ισχυρίστηκε ότι η γεωλογική ηλικία του πετρώματος δεν είναι η ίδια με την αρχαιολογική ηλικία του. Ο ίδιος γνώριζε μόνο την αρχαιολογική ηλικία των αντικειμένων. Ερωτηθείς, ισχυρίστηκε ότι είχε διαχωρίσει σε δύο ομάδες τα πέντε αντικείμενα. Τα δύο αντικείμενα τα οποία κατέταξε ως αρχαιότητες, ήταν ο ισχυρισμός του, ότι ήταν απίθανο να είχαν κατασκευαστεί πρόσφατα, γιατί σύμφωνα με την αρχαιολογική γνώση, κατασκευάζονταν και χρησιμοποιούνταν εκείνο το διάστημα. Ένα από τα δύο δε, ήταν εξαιρετικά σπάνιου τύπου. Λόγω της σπανιότητας αυτής και λόγω του ότι τα λίθινα μέρη των αρχαίων ελαιοπιεστηρίων δεν συνιστούν μουσειακά εκθέματα, δεν θα μπορούσε, κατά την άποψή του, ένας σύγχρονος λιθοξόος να τα λαξεύσει. Για να μπορεί κάποιος να τα αντιγράψει, θα έπρεπε να εντοπίσει εξειδικευμένη αρχαιολογική βιβλιογραφία, από την οποία να δει εικόνες και να τα αντιγράψει. Καθόρισε ως χώρους ανεύρεσης τέτοιου είδους αρχαιολογικών αντικειμένων τις επαρχίες Λεμεσού και Πάφου. Ο ίδιος ερευνώντας τη σχετική βιβλιογραφία, διαπίστωσε ότι ο συγκεκριμένος τύπος των αρχαιολογικών αντικειμένων είναι σπάνιος και είχαν ανευρεθεί τέτοιου είδους αντικείμενα σε κάποια σημεία της δυτικής Κύπρου. Διερωτήθηκε κατά πόσο συμφέρει σε κάποιον που ασχολείται με την αντιγραφή αρχαιοτήτων, να αφιερώσει χρόνο για την αντιγραφή τέτοιου είδους αντικειμένων. Ήταν η δική του θέση ότι το κράτος, το Τμήμα Αρχαιοτήτων, αποφασίζει κατά πόσο ένα αντικείμενο συνιστά αρχαιότητα. Το Τμήμα Αρχαιοτήτων έχει τη δική του μουσιολογική αντίληψη και για αυτό στα μουσεία εκτίθενται αισθητικά αρχαία αντικείμενα και όχι ελαιοπιεστήρια. Αρχαία ελαιοπιεστήρια, ήταν η θέση του, εκτίθενται στο μεσαιωνικό κάστρο της Λεμεσού, σε αναπαράσταση και όχι στο μουσείο Ομόδους. Όταν του υποβλήθηκε ότι ο συγκεκριμένος πωρόλιθος από τον οποίο ήταν καμωμένα τα συγκεκριμένα αντικείμενα μπορεί να ανευρεθεί στην περιοχή Ξυλοφάγου, ήταν η δική του θέση ότι δεν συναντάται μόνο στη Ξυλοφάγου. Ο ίδιος δεν γνώριζε κατά πόσο υπάρχουν αυτού του είδους αντίγραφα στην Αθηαίνου, στα Μέσανα και στις Κεδάρες. Όμως ο συνάδελφός του που είχε πάει μαζί του, ο οποίος είχε γνώσεις λιθοξόου, δεν ήταν σίγουρος για την προέλευση του πωρόλιθου και του είχε αναφέρει ότι μπορεί να είναι από την Ξυλοφάγου. Είχε πληροφορήσει και ενημερώσει τον ιδιοκτήτη στην πρώτη του επίσκεψη σε μια προσπάθεια να συνεργαστούν και στην συνέχεια πήγε με την Αστυνομία, στις 31.8.07 και τα παρέλαβε. Ερωτηθείς για κάποιον Γιαννάκη Νικολάου από της Κυβίδες, ισχυρίστηκε ότι του είχε αναφέρει και του ίδιου ο κ. Νικολάου ότι είχε κατασκευάσει το αντικείμενο που φαίνεται στη φωτογραφία 3 του Τεκμηρίου 2, το οποίο αφορά τη 2η κατηγορία. Το συγκεκριμένο αντικείμενο όμως είναι δεξαμενή και είχε την ίδια μορφή από την νεολιθική εποχή. Κατέληξε ότι το συμπέρασμά του ότι μερικά από τα αντικείμενα είναι αρχαία δεν ήταν αυθαίρετο, αλλά ήταν το αποτέλεσμα μελέτης σχετικής βιβλιογραφίας. Ο συγκεκριμένος μάρτυρας αντεξετάστηκε και από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου
  3. Κατά την αντεξέταση, ήταν η θέση του ότι ο ίδιος έχει παρακολουθήσει διαλέξεις από ειδικούς οι οποίοι είχαν εξειδικευτεί στα αρχαία ελαιοπιεστήρια. Όμως, είχε επίσης στην κατοχή του το βιβλίο με τον τίτλο «Olive Oil Processing in Cyprus from the Bronze to the Byzantine Period», στο οποίο είχε βασιστεί για να καταλήξει στην τυπολογία και τη μορφή των αντικειμένων που είχε εξετάσει, γι' αυτό και είχε καταλήξει ότι η περίοδος στην οποία τα συγκεκριμένα αντικείμενα θα μπορούσαν να τοποθετηθούν χρονικά, ήταν από το 4ο μέχρι και τον 7ο αιώνα. Εξήγησε ότι τα ελαιοπιεστήρια είναι εγκαταστάσεις οι οποίες κάνουν μια συγκεκριμένη εργασία και τα διάφορα τμήματά τους δεν αλλάζουν κάθε πέντε ή δέκα χρόνια, γι' αυτό και όταν ανακαλύπτεται ένα αγγείο, η ακρίβεια της ηλικίας του κυμαίνεται μεταξύ 25-50 χρόνια, ανάλογα με την περίοδο. Με βάση το Νόμο, το χρονικό σημείο για να καθοριστεί κάποιο αντικείμενο ως αρχαιότητα, είναι το 1850μ.Χ. Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη βιβλιογραφία, «Olive Oil Processing in Cyprus from the Bronze to the Byzantine Period», σελίδες 3 και 64, τα αντικείμενα, φωτογραφίες 8 και 9 του Τεκμηρίου 2, μπορούσαν να ταυτιστούν με τον Τύπο 3 που απεικονίζεται στην σελίδα
  4. Κατατέθηκαν αντίγραφα των συγκεκριμένων σελίδων, ως Τεκμήριο
  5. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, ήταν ο ισχυρισμός του μάρτυρα, ο συγκεκριμένος τύπος ονομάζεται «Ουρά του περιστεριού» και θεωρείται ότι εμφανίζεται τον 7ο αιώνα, σύμφωνα με τις ανασκαφές. Ερωτηθείς, υποστήριξε ότι στο αντικείμενο υπάρχει φθορά χρήσης και η επιφάνειά του έχει υποστεί μια λείανση, λόγω της συνεχούς χρήσης, της τριβής και των κτυπημάτων. Στις δύο εγκοπές του, ο ίδιος είχε διαπιστώσει ότι υπήρχε κολλημένο, στις γωνιές, χώμα. Η ίδια διαπίστωση είχε γίνει και για το αντικείμενο της φωτογραφίας
  6. Το χώμα αυτό, τον είχε οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι το αντικείμενο είχε βρεθεί θαμμένο στο χώμα. Η φθορά χρήσης τον είχε βοηθήσει να βεβαιωθεί ότι δεν είναι ένα αντίγραφο σύγχρονης εποχής, γιατί ένας σύγχρονος τεχνίτης λιθοξόος, μπορεί να αντιγράψει το σχήμα, αλλά δεν μπορεί να αποδώσει τη λείανση που προέρχεται από τη συνεχή τριβή ή χρήση. Λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι δεν αντιγράφεται και δεν μπορεί να αποδοθεί η συγκεκριμένη λείανση, αυτό αποδεικνύει ότι είναι αρχαιότητα. Απέρριψε τον ισχυρισμό ότι η συγκεκριμένη λείανση θα μπορούσε να προέλθει από γεωλογικά φαινόμενα. Ήταν η δική του θέση ότι λόγω της εφαρμογής του ξύλινου μηχανισμού μέσα στις εγκοπές, οι άνθρωποι που χειρίζονταν το αντικείμενο, λόγω ακριβώς της συνεχούς δράσης, γινόταν και συνεχείς τριβή, οπόταν προκλήθηκε φθορά και λείανση. Ερωτηθείς γιατί θεωρούσε το χώμα ως αποδεικτικό στοιχείο που κατατάσσει το αντικείμενο αρχαιότητα, ισχυρίστηκε ότι στο συγκεκριμένο αντικείμενο το χώμα βρισκόταν κολλημένο στις απέναντι πλευρές. Αν το χώμα ήταν φαινόμενο των καιρικών συνθηκών κατά την δική του άποψη το χώμα θα ήταν μόνο από την μια πλευρά. Εξήγησε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρχαν τρεις παράγοντες οι οποίοι ήταν καθοριστικοί. Αυτοί ήταν: α) οι εγκοπές στο αντικείμενο, β) το επίμηκες αυλάκι, το οποίο το καθιστά λειτουργικό αντικείμενο και γ) το γεγονός ότι ήταν μακρόστενο. Όλα αυτά καταδείκνυαν ότι ο τεχνίτης είχε φτιάξει ένα αντικείμενο για να εξυπηρετηθούν συγκεκριμένες ανάγκες. Τέτοιου είδους πέτρινα αντικείμενα με τη συγκεκριμένη μορφή, είχαν βρεθεί σε πολλές ανασκαφές, γι' αυτό και κατέληξε ότι το αντικείμενο των φωτογραφιών 7, 8 και 9 του Τεκμηρίου 2, είναι το ίδιο με αυτό που αντικατοπτρίζεται στο Τεκμήριο
  7. Ήταν η θέση του ότι ο ίδιος είχε επισκεφθεί το «Camel Park» μετά από οδηγίες του Διευθυντή του Τμήματος Αρχαιοτήτων και ενεργούσε με βάση πληροφορία, από τον κ. Χατζησάββα ο οποίος τα είχε αρχικά εντοπίσει στο πάρκο, ότι εκτίθονταν στον κήπο του πάρκου λίθινα αντικείμενα. Ο κ. Χατζησάββας είναι ο μόνος αρχαιολόγος που είχε ασχοληθεί σε έκταση με το συγκεκριμένο θέμα. Καθήκον του ήταν να αποφανθεί κατά πόσο τα συγκεκριμένα αντικείμενα συνιστούσαν αρχαιότητες καθώς επίσης και κατά πόσο οι συγκεκριμένες αρχαιότητες σχετίζονταν με την παραγωγή λαδιού. Κατέληξε, μετά από τη μελέτη του, ότι τα δύο αντικείμενα ήταν αδιαμφισβήτητα αρχαιότητες, ενώ τα άλλα δύο, τα οποία έμοιαζαν με βούρνες, δεν μπορούσε να τα χρονολογήσει. Τελευταίος, κατέθεσε ο Λοχ.587, κ. Αντωνιάδης, (Μ.Κ.3), ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Κιτίου. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 την κατάθεσή του, στην οποία καταγράφει ότι στις 31/07/2008 είχε ερευνήσει, δυνάμει δικαστικού εντάλματος έρευνας, το θεματικό πάρκο καμήλων στο Μαζωτό. Εντοπίστηκαν, κατά την έρευνα και παραλήφθηκαν ως τεκμήρια, μια λίθινη επιφάνεια συμπίεσης, μια λίθινη λεκάνη συλλογής με οπή εκροής, ένας λίθος πάκτωσης με υποδοχή για δύο μοχλούς συμπίεσης, μια λίθινη λεκάνη θραύσης και ένα λίθινο βαρίδι συμπίεσης. Στη συνέχεια, ο ίδιος έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Ξενάκη Τσιαηλή και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο. Τα αντικείμενα παραδόθηκαν στον κ. Γεώργιο Γεωργίου, υπάλληλο του Τμήματος Αρχαιοτήτων. Κατέθεσε την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου 2 ως Τεκμήριο
  8. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 2, ήταν η θέση του ότι αντικατοπτρίζει τα αντικείμενα στα οποία κάνει αναφορά στην κατάθεσή του. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου 1, ήταν η θέση του ότι εξεταστής της υπόθεσης ήταν ο Αστυφύλακας Κακούρης και ότι αυτός είχε λάβει τις καταθέσεις. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου 2, ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε οτιδήποτε για την αρχαιολογική αξία των αντικειμένων. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφασή του, κάλεσε τους δύο Κατηγορούμενους σε απολογία. Και οι δύο Κατηγορούμενοι επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτη δήλωση. Ο Κατηγορούμενος 1 ανέφερε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε ότι τα αντικείμενα που είχε αγοράσει από τα Μέσανα και τις Κυβίδες ήταν αρχαία. Ο Κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι τον κ. Αντρέα τον είχε γνωρίσει πιο παλιά στο πάρκο του, όταν του είχε πωλήσει κάποια πιθάρια κήπου. Κατά τη δεύτερη επίσκεψή του στο πάρκο, ο κ. Αντρέας είχε πάρει μαζί του κάποια αντικείμενα τα οποία του είχε πει ότι είναι παλιός μύλος. Αρχικά ο ίδιος δεν επιθυμούσε να τα αγοράσει, όμως στη συνέχεια ο κ. Αντρέας μείωσε την τιμή τους και τα αγόρασε. Δεν γνώριζε ότι ήταν αρχαία. Επειδή όμως διατηρεί μουσείο στο συγκεκριμένο πάρκο, θεώρησε σωστό να το εμπλουτίσει και γι' αυτό τοποθέτησε και πινακίδα ότι τα συγκεκριμένα αντικείμενα ήταν αρχαία για την παραγωγή λαδιού. Δεν γνώριζε ότι χρειαζόταν κάποια άδεια, ούτε και είχε σκοπό να παρανομήσει. Είχε ενδιαφερθεί ο ίδιος για κάποιο αρχαιολογικό εύρημα και ήρθε ο Αντρέας, ένας αρχαιολόγος, ο οποίος εντόπισε τα αντικείμενα στο πάρκο και του ανέφερε ότι είναι αρχαία. Ήταν βέβαιος ο αρχαιολόγος ότι ήταν αρχαία. Μετά την παρέλευση δύο εβδομάδων, το χώρο επισκέφθηκε ο κ. Γεωργίου μαζί με την Αστυνομία για να μαζέψουν τα αντικείμενα. Όταν ρωτήθηκε πού είχε βρει τα συγκεκριμένα αντικείμενα, τότε έδωσε το τηλέφωνο του Κατηγορούμενου
  9. Ο Κατηγορούμενος 2 κάλεσε επίσης δυο μάρτυρες Υπεράσπισης. Ως πρώτος μάρτυρας Υπεράσπισης κλήθηκε ο κ. Αντρέας Δημητρίου (Μ.Υ.1), ο οποίος σπούδασε αρχαιολογία και διαθέτει και διδακτορικό στην αρχαιολογία με θέμα «Σχέσεις Κύπρου-Αιγαίου πριν την Εποχή του Σιδήρου» και για έντεκα και πλέον χρόνια ερευνά αρχαιολογικά πράγματα. Συμμετείχε σε αρχαιολογικές ανασκαφές και δίδαξε ως καθηγητής για δυο χρόνια και κατέληξε στην Βουλή των Αντιπροσώπων. Έχει επίσης συγγραφικό έργο στην αρχαιολογία, ενώ έκανε και διαλέξεις. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 2, οι φωτογραφίες, ήταν η θέση του ότι ο ίδιος είχε ζητήσει να δει από κοντά τα αντικείμενα αυτά, για να διαπιστώσει κατά πόσο υπήρχε κάποιο κατάλοιπο στα μέρη που ήταν χαραγμένα. Υποστήριξε ότι δεν μπορείς να κατατάξεις σκόρπια πράγματα ως αρχαία, εκτός εάν τα ανασκάψεις ο ίδιος σε αρχαιολογικούς χώρους. Βλέποντας τη φωτογραφία 6 του Τεκμηρίου 2, ισχυρίστηκε ότι το συγκεκριμένο αντικείμενο είχε σκαλιστεί κάποτε παλαιότερα, 50-100 χρόνια πριν, αλλά δεν μπορούσε να είναι σίγουρος. Ήταν η θέση του ότι όταν πρόκειται για αντικείμενο που ανευρίσκεται κάπου μόνο του, γίνεται προσπάθεια σύγκρισης με άλλα αντικείμενα που είναι σκαλισμένα με τον ίδιο τρόπο. Όμως ακόμα και τότε, δεν μπορεί κάποιος να είναι σίγουρος ότι το συγκρινόμενο αντικείμενο είναι αρχαίο. Προώθησε την άποψη ότι είναι δύσκολο να ισχυριστεί κάποιος ότι ένα αντικείμενο είναι γνήσιο αρχαίο, αν δεν το βρει ο ίδιος μέσα στο χώμα, αν είναι καμωμένο από υλικό που δεν φθείρεται. Ένας έμπειρος αρχαιολόγος αντιλαμβάνεται αν το χώμα έχει διαταραχθεί. Αν το χώμα παραμείνει αδιατάραχτο, τότε γίνεται έρευνα κατά πόσο στο υλικό που είναι καμωμένο το αντικείμενο βρίσκονται οργανικές ύλες, έτσι ώστε να μπορεί να χρονολογηθεί με τη μέθοδο του ραδιάνθρακα
  10. Όμως, εάν το αντικείμενο μολυνθεί με ανθρώπινο χέρι, τότε δεν μπορεί να χρονολογηθεί με τη συγκεκριμένη μέθοδο. Υποστήριξε ότι όσον αφορά τα αντικείμενα που φαίνονται στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 2, δεν μπορούσε να είναι βέβαιος κατά πόσο αυτά ήταν αρχαία. Αρχικά νόμισε ότι ήταν καμωμένα από πέτρα λατομείου. Στη συνέχεια, βλέποντας τα αντικείμενα των φωτογραφιών 3 και 4, κατέληξε ότι τέτοια πράγματα χρησιμοποιούνταν από τους βοσκούς για να μην είναι επικίνδυνος ο λάκκος. Για το μόνο που μπορούσε να είναι αρχαίο, κατά την άποψή του, ήταν το αντικείμενο της φωτογραφίας 6 του Τεκμηρίου 2 αλλά δεν μπορούσε να είναι σίγουρος. Τέτοιες βούρνες, όπως των φωτογραφιών 5 και 6, ήταν η θέση του, γίνονταν πριν από 50-100 χρόνια. Κατέληξε, ότι τέτοιου είδους αντικείμενα μπορούν να κατασκευαστούν ακόμα και σήμερα, αφού μπορεί κάποιος να τα αντιγράψει από χώρους στους οποίους εκτίθενται, όπως το χώρο της ΠΑΣΥΔΥ στη Λευκωσία, καθώς και στην περιοχή Γούρνες, στο Μαρώνι. Αντεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε ότι είχε ολοκληρώσει τις σπουδές του το
  11. Υποστήριξε ότι είχε προβεί σε ανασκαφές, πήγαινε από μόνος του, στη Βραβρώνα, την Ανάβυσσο, τα Μακρά Τοίχοι της Αθήνας, την Ελευσίνα καθώς επίσης και το Μπέλλαπαϊς Βουνούς. Ερωτηθείς, παραδέχθηκε ότι εάν κάποιος αρχαιολογικός τάφος δεν είναι σκαμμένος σε σκληρό βράχο και είναι είτε κλειστός ή ημίκλειστος, τότε αφού καταγραφεί, μπορεί να χτιστεί. Ήταν η θέση του ότι είναι καταγραμμένοι όλοι οι αρχαίοι τάφοι και τηρείται μητρώο στο Τμήμα Αρχαιοτήτων, το οποίο μεταξύ άλλων, έδωσε άδειες για να κτιστούν οι τάφοι στη νεκρόπολη της Αμαθούντας. Ερωτηθείς κατά πόσο γνώριζε οτιδήποτε σχετικό με τα αρχαία ελαιοτριβεία, ισχυρίστηκε ότι είχε επισκεφθεί τη βιβλιοθήκη του Αρχαιολογικού Μουσείου για να συμβουλευθεί βιβλίο σχετικό με το θέμα. Με βάση τη συγκεκριμένη έρευνα, είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούσε να αναφέρει κατά πόσο τα συγκεκριμένα αντικείμενα ήταν «γνήσια». Υποστήριξε ότι ο ραδιοάνθρακας είναι η μόνη έγκυρη μέθοδος για διαπίστωση της αρχαιότητας κάποιου αντικειμένου. Όμως, για να μπορεί να διενεργηθεί αυτή η μέθοδος, θα πρέπει να υπάρχουν οργανικά κατάλοιπα, δηλαδή ζωντανοί οργανισμοί, οι οποίοι να διαλύονται σιγά-σιγά. Η πέτρα ή ο βράχος, δεν έχουν τέτοιες οργανικές ουσίες για να μπορεί να διεξαχθεί η μέθοδος του ραδιάνθρακα. Ο ραδιάνθρακας για να δείξει κάποια αποτελέσματα, θα πρέπει το αντικείμενο το οποίο θα εξεταστεί να μην το έχει αγγίξει ανθρώπινο χέρι. Όμως, ήταν ο ισχυρισμός του, ότι η συγκεκριμένη εξέταση δεν μπορεί να γίνει σε αντικείμενα κατασκευασμένα από πυλό. Παραδέχθηκε ότι η συγκεκριμένη εξέταση, με ραδιοάνθρακα, δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί στα συγκεκριμένα αντικείμενα που ανευρέθηκαν στο πάρκο. Ισχυρίστηκε ότι αν τα συγκεκριμένα αντικείμενα ήταν πραγματικά αρχαία, θα ανέμενε κάποιος να υπήρχαν χώματα σε αυτά. Όμως, στη φωτογραφία 6 του Τεκμηρίου 2, υπήρχε στην εσοχή κάτι μαυριδερό το οποίο, κατά τη δική του άποψη, ήταν υπόλειμμα λαδιού ή κρασιού. Ήταν η θέση του ότι το αντικείμενο της φωτογραφίας 5 του Τεκμηρίου 2, ήταν ηλικίας 50-70 χρονών και ότι με την πάροδο των ετών είχε πάρει τη συγκεκριμένη μορφή. Αν το συγκεκριμένο αντικείμενο ήταν θαμμένο στη γη, σίγουρα οι πόροι του θα απορροφούσαν κάποιο υλικό από τη γη. Ερωτηθείς, υποστήριξε ότι είχε διαβάσει κάποια άρθρα σε αρχαιολογικά βιβλία αναφορικά με τα αρχαία ελαιοτριβεία και είχε επισκεφθεί χώρους αρχαίων ελαιοτριβείων στην περιοχή «Βούρνες» στο Μαρώνι και «Τέντα» στην Καλαβασό. Κατέληξε, ότι τα αντικείμενα τα οποία είχαν ανευρεθεί θα μπορούσαν να είχαν χρησιμοποιηθεί και για την κατασκευή κρασιού. Επέμενε ότι το αντικείμενο της φωτογραφίας 6 του Τεκμηρίου 2 ήταν σχετικά νέο κατασκεύασμα και γι' αυτό δεν υπήρχαν οποιαδήποτε υπολείμματα. Ισχυρίστηκε ότι αν πράγματι ήταν εκτεθειμένο για αιώνες, η επιφάνειά του θα είχε υπολείμματα διαφόρων ουσιών και ότι αν ήταν γνήσιο θα μπορούσε να είναι πιο παλαιό από τον 7ο αιώνα. Αναγνώρισε ότι το αντικείμενο της φωτογραφίας 3 του Τεκμηρίου 2 είναι καμωμένο από διαφορετικό πέτρωμα από αυτό της φωτογραφίας
  12. Αναφορικά με τη λάξευση τέτοιου είδους αντικειμένων, ήταν η θέση του σε ερώτηση που του τέθηκε, ότι αυτή τα τελευταία 40 χρόνια γίνεται με μηχανήματα ακριβείας. Παραδέχθηκε όμως, ότι ο κ. Χατζησάββας, συγγραφέας του βιβλίου που είχε κατατεθεί ως Τεκμήριο 5, ήταν πολύ ειδικός στο θέμα των ελαιοτριβείων, λόγω του ότι είχε κάνει ειδικές εργασίες. Μαρτυρία δόθηκε και από τον Γιαννάκη Μενελάου (Μ.Υ.2), ο οποίος υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του και αυτή σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  13. Σε αυτή καταγράφει ότι διαμένει στις Κυβίδες και διαθέτει κατάστημα πώλησης υλικών οικοδομής, ενώ παράλληλα ασχολείται με χωματουργικές εργασίες. Το 2007 είχε βρει χρόνο και είχε λαξεύσει μια μεγάλη στρογγυλή πέτρα, διαστάσεων περίπου ενάμιση μέτρου και ύψους 25-30 εκατοστών. Μετά τη λάξευση της πέτρας, λόγω του ότι δεν είχε αρέσει στη σύζυγό του, την πώλησε σε κάποιο άλλο άτομο το οποίο δεν γνώριζε και ο οποίος ποτέ δεν είχε ξαναεπισκεφθεί το μαγαζί του. Αναγνώρισε εντός του Δικαστηρίου τον Κατηγορούμενο 1, ως το άτομο στο οποίο είχε πωλήσει τη συγκεκριμένη πέτρα. Ισχυρίστηκε ότι ήταν σε θέση να αναγνωρίσει την πέτρα την οποία έχει λαξεύσει. Αναγνώρισε στο Τεκμήριο 2, στη φωτογραφία 3, το κάτω μέρος ως το αντικείμενο που είχε λαξεύσει, ενώ στη φωτογραφία 1 αναγνώρισε μόνο ως δικό του το εξωτερικό μέρος. Αντεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε ότι ασχολείται με το κόψιμο πέτρας και έχει δίσκους μεγάλους για να μπορεί να κόβει την πέτρα. Είχε κόψει τη συγκεκριμένη πέτρα γιατί ήθελε να κατασκευάσει ένα σιντριβάνι. Όμως τελικά, λόγω του ότι η πέτρα ήταν στρογγυλή, δεν ήθελε πολύ δουλειά το εξωτερικό της μέρος. Την έκοψε αρχικά με το μαρτέλλι του χεριού και λόγω του ότι την ήθελε να φαίνεται φυσική στο εξωτερικό της μέρος, την περιποιήθηκε με το μαρτέλλι, κόβοντας φέτες χωρίς να χρησιμοποιήσει το δίσκο. Το συγκεκριμένο αντικείμενο το πώλησε για Λ.Κ.200-. Ερωτηθείς κατά πόσο ήταν σίγουρος ότι το συγκεκριμένο αντικείμενο το είχε κατασκευάσει, ισχυρίστηκε ότι ήταν 1.000% σίγουρος και μπορούσε να το αναγνωρίσει γιατί αρχικά ήταν πιο χοντροκομμένο και λόγω του ότι το χτύπησε γύρω-γύρω με το μαρτέλλι, έγινε στρογγυλό. Ήταν επίσης σίγουρος ότι δεν ήταν αρχαίο αυτό που ο ίδιος είχε κατασκευάσει. Όμως, όσον αφορά το αντικείμενο που βρισκόταν μέσα στη βούρνα, ο ίδιος δεν μπορούσε να εκφέρει άποψη κατά πόσο ήταν αρχαίο. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και οι τρεις συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις με αγορεύσεις. Το Δικαστήριο τις έχει κατά νου και θα κάνει αναφορά σε αυτές όπου το κρίνει αναγκαίο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας αναφερθεί στη μαρτυρία που προσκομίστηκε από τις δύο πλευρές και στις εκατέρωθεν θέσεις, έρχομαι τώρα στο δύσκολο και λεπτό έργο του Δικαστηρίου, αυτό της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η μαρτυρία που προσκομίστηκε δεν εξετάζεται μικροσκοπικά αλλά εξετάζεται σε συνάρτηση με το σύνολο της μαρτυρίας και των γεγονότων που συνθέτουν την υπόθεση (βλ. Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Η αξιολόγηση είναι ατομική, πλην όμως τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα θα πρέπει να συναρτώνται και ν' αντιπαραβάλλονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και τελικά να διερευνάται η αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες κατηγορίας ενώ έδιναν ένορκη μαρτυρία ενώπιόν μου. Κατέγραψα σε κάθε περίπτωση νοητικά την εντύπωσή μου από την εικόνα τους κατά το χρόνο που έδιναν μαρτυρία, τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις τους στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη μνήμη, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεών τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος. Κανένας από τους μάρτυρες Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3 δεν είχε οποιοδήποτε συμφέρον στην υπόθεση και κανένας δεν είχε λόγο να πει ψέματα. Εξιστόρησαν, οι μάρτυρες αυτά που έπραξαν στο πλαίσιο των καθηκόντων τους σε σχέση με την υπόθεση. Δεν έχω λόγο να μην τους πιστέψω. Ήταν ειλικρινείς και δεν προσπάθησαν να ενοχοποιήσουν οποιονδήποτε από τους Κατηγορούμενους. Ο Μ.Κ.2, κ. Γεωργίου, κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας. Αναφορικά με τον τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων και γενικά τον τρόπο χειρισμού της μαρτυρίας τους, σχετικές είναι, μεταξύ άλλων, οι υποθέσεις Θεοσκάπαστη Φάρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 984, σελ.988, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746, σελ.750-751, Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 298, σελ.290, Ψάλτης ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 113, Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 841 και Will's Principles of Circumstantial Evidence, 7η έκδοση, σελ. 216. Υπενθυμίζω ότι το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να υιοθετήσει τις απόψεις ενός εμπειρογνώμονα, ακόμη και αν αυτές παραμείνουν χωρίς αντεξέταση. Η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων προσφέρεται στο Δικαστήριο με σκοπό την παρουσίαση της επιστημονικής βάσης πάνω στην οποία οι επιστήμονες εργάστηκαν, ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα. Τα συμπεράσματα αυτά είναι που θα αποτελέσουν την ανεξάρτητη κρίση του Δικαστηρίου, με βάση τα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί μέσα από τη μαρτυρία αφενός, βοηθούμενο όμως από την επιστημονική άποψη των εμπειρογνωμόνων αφετέρου. Το Δικαστήριο μπορεί να υιοθετήσει τη θέση ενός εμπειρογνώμονα είτε στο σύνολό της, είτε εν μέρει, είτε καθόλου, ανάλογα με τα ευρήματά του και την αξιολόγηση της μαρτυρίας του, έχοντας υπόψη ότι οι εμπειρογνώμονες δεν έχουν κανένα προβάδισμα έναντι άλλων μαρτύρων και η μαρτυρία τους υπόκειται στους ίδιους ακριβώς κανόνες αξιολόγησης, όπως και οι συνήθεις μάρτυρες επί των γεγονότων. Στην Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, διευκρινίστηκε ότι οι εμπειρογνώμονες μπορούν να δώσουν μαρτυρία γνώμης, δηλαδή να εκφράσουν τη γνώμη τους πάνω σε υποθετικές καταστάσεις πραγμάτων ή καταστάσεις πραγμάτων που εκλαμβάνονται σαν δεδομένες. Κατά κανόνα, η μαρτυρία εμπειρογνώμονα θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα (βλ. R v. Lanfear
(1968)1 All E.R. 683, Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R.97, Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R.361). Θεωρώ τον κ. Γεωργίου, Μ.Κ.2, ειλικρινή μάρτυρα, αφού δεν είχε κανένα ενδοιασμό να παραδεχθεί ότι από τα αντικείμενα μόνο δυο
(2)μπορούσαν να θεωρηθούν αρχαία, Τεκμήριο 2, φωτογραφίες 5 και
  1. Για τα υπόλοιπα αντικείμενα ανέφερε ότι η χρονολόγησή τους ήταν δύσκολη, γιατί από τη νεολιθική εποχή μέχρι και σήμερα έχουν την ίδια μορφή. Δεν είχε λόγο να πει ψέματα και υποστήριξε την άποψή του με αναφορά σε βιβλιογραφία επί του θέματος και συγκρίνοντας τα αντικείμενα των φωτογραφιών 5 και 6 με τους τύπους των αντικειμένων που φαίνονται στη σελίδα 3 του Τεκμηρίου
  2. Αντιμετώπισε με ψυχραιμία την εκτεταμένη αντεξέταση που έτυχε από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου 2, χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις και προβαίνοντας σε σύγκριση των αντικειμένων με το περιεχόμενο της βιβλιογραφίας. Με έπεισε για το βάσιμο της άποψής του. Αντίθετη είναι η άποψή μου για τη μαρτυρία του κ. Δημητρίου, Μ.Υ.1, ο οποίος επίσης έδωσε μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας. Ο κ. Δημητρίου αρχικά αρνήθηκε πεισματικά ότι τα αντικείμενα ήταν αρχαία, για να ισχυριστεί στη συνέχεια ότι κανένας δεν μπορεί να είναι σίγουρος ότι ένα αντικείμενο είναι αρχαίο, εκτός και αν το έχει ανασκάψει ο ίδιος. Εντόπισα στη μαρτυρία του και μια προσπάθεια μη αποκάλυψης της αλήθειας. Υποστήριξε ότι μόνο αν βρει κάποιος τα αντικείμενα σε αρχαιολογικές ανασκαφές μπορεί να διαπιστωθεί ότι είναι αρχαία και ότι από τη στιγμή που αγγίζεται ένα εύρημα από ανθρώπινο χέρι δεν μπορεί να χρονολογηθεί. Αυτή η θέση είναι εκτός λογικής. Επιπρόσθετα, υπήρξαν και αντιθέσεις σε αυτή τούτη την ίδια τη μαρτυρία του. Ενώ αποδέχθηκε, κατά την αντεξέταση, ότι στη φωτογραφία 5 του Τεκμηρίου 2 αντικατοπτριζόταν ένα ελαιοτριβείο, στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι μπορεί να ήταν για κρασί. Επίσης, είπε ότι η μόνη μέθοδος διαπίστωσης κατά πόσο ένα αντικείμενο είναι αρχαίο, είναι η μέθοδος εξέτασης με ραδιάνθρακα για να παραδεχθεί στην αντεξέταση ότι η συγκεκριμένη μέθοδος δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί στα συγκεκριμένα αντικείμενα. Όλα αυτά οδηγούν στην απόρριψη της μαρτυρίας του, αφού δεν υποστήριξε την άποψή του με πειστικά επιχειρήματα. Θεωρώ σκόπιμο, ερχόμενη στην ανώμοτη κατάθεση των Κατηγορούμενων 1 και 2, να θέσω τη νομική βάση πάνω στην οποία το Δικαστήριο αντικρίζει την ανώμοτη κατάθεση κατηγορουμένου. Το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να εξετάσει την εκδοχή της Υπεράσπισης (βλ. R. v. Young
(1964)2 All E.R. 4801 και Πουτζιουρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 390). Το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του ότι αυτή δεν έγινε με όρκο και ότι επομένως δεν τέθηκε στη βάσανο της αντεξέτασης. Το Δικαστήριο όμως έχει την υποχρέωση να τη λάβει υπόψη του πριν φθάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεσή της. Τέτοια ανώμοτη κατάθεση βέβαια, δεν μπορεί να έχει την ίδια αξία όπως η ένορκη μαρτυρία που δοκιμάστηκε με την αντεξέταση. Η επιλογή του οποιουδήποτε κατηγορούμενου να προβεί σε δήλωση από το εδώλιο του κατηγορουμένου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ζημιογόνα για τον ίδιο, δηλαδή δεν μπορεί να εξισωθεί με ενοχή (βλ. R. v. Bathurst
(1968)2 Q.B. 99, R. v. Sparrow
(1973)2 All E.R. 129, R. V. Mutch
(1973)1 All E.R. 178, Waugh v. R.
(1950)A.C. 203 και Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200), ούτε και μπορεί το γεγονός να θεωρηθεί σαν ενίσχυση της μαρτυρίας που πρόσφερε η Κατηγορούσα Αρχή. ΄Ο,τι προκύπτει ως σημαντικό από το σύνολο της σχετικής νομολογίας, είναι ότι η ανώμοτη δήλωση δεν αποτελεί μαρτυρία με την αυστηρή έννοια του όρου, ούτε αξιολογείται από το Δικαστήριο όπως η μαρτυρία. Αναγνωρίζεται ως κάτι περισσότερο από ένα απλό σχόλιο. Δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που μόνο με μαρτυρία μπορούν να αποδειχθούν, αλλά μπορεί να βοηθήσει στη θεώρηση της μαρτυρίας κάτω από διαφορετική σκοπιά. Δεν παραμερίζεται η αξία της, η οποία είναι πειστική μάλλον παρά αποδειχτική. Θα πρέπει, τελικά, να αντικρίζεται μια τέτοια δήλωση σε συνάρτηση με το σύνολο της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας (βλ. Ιωάννου κ.ά. v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, Γεωργίου v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 494 και Σήφουνας v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 91). Κατά συνέπεια, η ανώμοτη δήλωση των Κατηγορούμενων 1 και 2 θα εξεταστεί κάτω από αυτό το πρίσμα. Αυτό όμως που προκύπτει από την ανώμοτη δήλωση του Κατηγορούμενου 2, είναι ότι είχε αγοράσει τα αντικείμενα από τον Κατηγορούμενο 1, αφού είχε πληροφορηθεί από τον Κατηγορούμενο 1 ότι αυτά ήταν παλαιά αντικείμενα και ο ίδιος ήθελε να εμπλουτίσει το μουσείο του. Επιπρόσθετα, του είχε γνωστοποιηθεί και από κάποιο αρχαιολόγο, που είχε καλέσει ο ίδιος γιατί ενδιαφερόταν για άλλο αρχαιολογικό εύρημα, ότι τα συγκεκριμένα αντικείμενα ήταν αρχαία. Επίσης, από την κατάθεσή του, Τεκμήριο 7, η οποία σημειωτέον κατατέθηκε χωρίς ένσταση, προκύπτει ότι γνώριζε ότι ο κ. Αντρέας, ο Κατηγορούμενος 1, πωλούσε παλαιά αντικείμενα και γι' αυτό και ο ίδιος είχε αγοράσει τα καζάνια της ζυβανίας και τον παλαιό ελαιόμυλο τη συγκεκριμένη μέρα, για να εμπλουτίσει το μουσείο του στο «Camel Park». Όμως, ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 2 είχε αναφέρει ότι ένας αρχαιολόγος σε επίσκεψή του στο πάρκο, του είχε ζητήσει να τα ελέγξει και του είχε αναφέρει ότι ήταν αρχαία τα αντικείμενα, οπόταν γνώριζε ότι ήταν αρχαία δύο βδομάδες πριν να πάει ο κ. Γεωργίου, Μ.Κ.2, στο πάρκο. Ο Μ.Υ.2, κ. Γιαννάκης Μενελάου, ξάφνιασε το Δικαστήριο με τη μνήμη του. Ο Κατηγορούμενος 1 τον είχε επισκεφτεί μόνο μια φορά το 2006 και μπορούσε να τον θυμηθεί και να τον αναγνωρίσει το 2010, ως το άτομο στο οποίο είχε πωλήσει μια πέτρα. Επίσης, μπορούσε με βεβαιότητα να πει ότι το αντικείμενο που απεικονίζεται στη φωτογραφία 3 του Τεκμήριου 2, είναι η πέτρα που είχε λαξεύσει και ήταν 1.000% σίγουρος. Δεν έπεισε το Δικαστήριο όμως για την αλήθεια της μαρτυρίας του, παρόλη τη σιγουριά του. Αντίθετα, άφησε το Δικαστήριο με ερωτηματικά γι' αυτή τούτη τη σιγουριά του. Με βάση τη μαρτυρία, όπως την έχω αποδεχθεί, καταλήγω ότι τα γεγονότα εξελίχθηκαν ως ακολούθως: Ο Κατηγορούμενος 1 είχε επισκεφτεί το πάρκο «Camel Park», στο Μαζωτό, το οποίο ανήκει στον Κατηγορούμενο 2 και του πρόσφερε για αγορά ένα παλαιό ελιόμυλο που απαρτιζόταν από πέντε κομμάτια και δυο καζάνια απόσταξης ζιβανίας, αναφέροντάς του ότι ήταν παλιά. Τα αγόρασε για την τιμή των Λ.Κ.3.000- για να εμπλουτίσει το μουσείο του πάρκου. Κάποιος αρχαιολόγος, τον οποίο είχε καλέσει ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 2 για να δει ένα άλλο αρχαιολογικό εύρημα, που προφανώς ήθελε να αγοράσει, του είχε αναφέρει ότι τα συγκεκριμένα αντικείμενα ήταν αρχαία. Ο κ. Χατζησάββας, αρχαιολόγος, είχε καταγγείλει στο Τμήμα Αρχαιοτήτων ότι είχε δει στο συγκεκριμένο πάρκο μέρη αρχαίου ελαιοπιεστηρίου και ο κ. Γεωργίου, αρχαιολόγος του Τμήματος Αρχαιοτήτων, στάλθηκε για να ερευνήσει το θέμα. Εκεί βρήκε τα πέντε αντικείμενα του παλαιού ελαιοπιεστηρίου και πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο 2 ότι ήταν αρχαία. Επέστρεψε μετά από δυο βδομάδες με την Αστυνομία για να τα κατάσχει. Μετά από έρευνα και εξέτασή τους, κατέληξε ότι μόνο δυο από αυτά, φωτογραφίες 5 και 6 του Τεκμηρίου 2, ήταν αρχαία και ότι χρονολογούνταν τον 4ο με 7ο αιώνα π. Χ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι Κατηγορίες 1 και 3 που αφορούν αντίστοιχα τους Κατηγορούμενους 1 και 2, βασίζονται στο άρθρο 33 του Κεφ.31. Το άρθρο 33
(1)του περί Αρχαιοτήτων Νόμου προνοεί ότι οποιοδήποτε πρόσωπο κατέχει αρχαιότητες κατά την έναρξη της ισχύος του συγκεκριμένου Νόμου οφείλει, μέσα σε περίοδο έξι μηνών από την 01/07/1993 να εφοδιάσει τον Έφορο Αρχαιοτήτων με κατάλογο περιγράφοντας τις αρχαιότητες αυτές όσο καλύτερα μπορεί. Το εδάφιο
(3)του ιδίου άρθρου ποινικοποιεί την κατοχή αρχαιοτήτων που δεν περιλήφθηκαν σε κατάλογο μετά την λήξη της συγκεκριμένης περιόδου των 6 μηνών. Ως προς τον ορισμό του όρου αρχαιότητα παραπέμπω στο άρθρο 2 του Κεφ.31 και την απόφαση Zavou v. Police
(1971)2 C.L.R.
  1. Το άρθρο 2 καθορίζει ως αρχαιότητα κάθε κινητό αντικείμενο «το οποίο αποτελεί έργο γλυπτικής ή οποιασδήποτε γενικά τέχνης το οποίο έχει με ανθρώπινη ενέργεια παραχθεί, λαξευτεί, γραφεί, ζωγραφιστεί ή γενικά κατασκευαστεί με οποιονδήποτε τρόπο και με οποιαδήποτε ύλη πριν το 1850 μ.Χ και το οποίο βρέθηκε, ανακαλύφθηκε ή ανασκάφηκε στην Κύπρο..». Το συστατικό αυτό στοιχείο, ότι δηλαδή τα δυο αντικείμενα που απεικονίζονται στη φωτογραφία 5 του Τεκμήριου 2, για τα οποία έγινε λόγος, συνιστούν αρχαία αντικείμενα, αποδείχθηκε από τη μαρτυρία του αρχαιολόγου κ. Γεωργίου, Μ.Κ.2, ο οποίος εξήγησε ότι τα συγκεκριμένα αντικείμενα κατατάσσονται στην περίοδο 4ο και 7ο αιώνα π.Χ. και εξήγησε γιατί τα κατέταξε στη συγκεκριμένη περίοδο, εξήγηση την οποία το Δικαστήριο αποδέχθηκε. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο Μ.Υ.2, κ. Γιαννάκης Μενελάου, ισχυρίστηκε ένορκος ότι ο ίδιος είχε λαξεύσει και είχε πωλήσει στον Κατηγορούμενο 1 μόνο το εξωτερικό μέρος του αντικειμένου που φαίνεται στις φωτογραφίες 3 και 4 του Τεκμηρίου
  2. Γι' αυτό το αντικείμενο, ο κ. Γεωργίου, Μ.Κ.2, είχε αναφέρει ότι δεν μπορεί να το κατατάξει ως αρχαιότητα. Δεν ανέφερε, ο Μ.Υ.2, οτιδήποτε για το αντικείμενο των φωτογραφιών 5 και 6 του Τεκμηρίου
  3. Οπόταν, παρέμεινε ακλόνητη η θέση του Μ.Κ.2, κ. Γεωργίου, αφού απερρίφθη η εκδοχή του κ. Δημητρίου, Μ.Υ.
  4. Κατά συνέπεια, ο Κατηγορούμενος 2 είχε στην κατοχή του αρχαιότητες χωρίς την άδεια του Διευθυντή. Ο Κατηγορούμενος 2 το είχε αγοράσει γνωρίζοντας ότι ήταν παλαιό αντικείμενο, για να το τοποθετήσει στο μουσείο και ακόμα και μετά που του είπε ο αρχαιολόγος ότι ήταν αρχαίο, αμέλησε να ειδοποιήσει τον Διευθυντή Αρχαιοτήτων και χρειάστηκε να επισκεφτεί το χώρο ο κ. Γεωργίου, Μ.Κ.2, μετά από την καταγγελία του κ. Χατζησάββα, για να κατασχεθούν τα αντικείμενα. Το συστατικό στοιχείο της κατοχής από τον Κατηγορούμενο 2 αποδείχθηκε από την παραδοχή του Κατηγορούμενου 2, από τα όσα ο ίδιος ανέφερε, καθώς και από τη μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής, οι οποίοι ανέφεραν ότι τα συγκεκριμένα αντικείμενα είχαν ανευρεθεί και φωτογραφηθεί στο «Camel Park». Η κατοχή των αντικειμένων από τον Κατηγορούμενο 1 προκύπτει μόνο από τη μαρτυρία του συγκατηγορούμενού του, Κατηγορούμενου 2, η οποία όμως δεν μπορεί να τον ενοχοποιήσει. Η μόνη σύνδεσή του, του Κατηγορούμενου 1, με τα δυο αρχαία αντικείμενα είναι η μαρτυρία του Κατηγορούμενου 2, η οποία δεν συνιστά αποδεχτή μαρτυρία εναντίον του (βλ. Κίτας ν. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 209, Βορκάς ν. Δημοκρατίας
(1973)2 C.L.R. 139, Yo Hong Bo κ.α v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 293, Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 790, R v. Gunewardene [1951] Cr. App. R 80, R v. Blake
(1993)Crim LR 133, Loban v. R
(1995)2 All E .R.602 και σύγγραμμα του Adrian Keane Modern Law of Evidence, 4th edition στις σελίδες 354-356). Θα ήταν πραγματικά ακροσφαλές για το Δικαστήριο να βασίσει την καταδίκη του Κατηγορούμενου 1 στο μόνο κομμάτι μαρτυρίας που συνδέει τον Κατηγορούμενο 1 με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, την ομολογία του Κατηγορούμενου 2, αφού αυτό είναι νομικά μη αποδεχτό. Οπόταν, ελλείψει άλλης μαρτυρίας ο Κατηγορούμενος 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 1ην Κατηγορία που αντιμετωπίζει. Την ίδια τύχη θα πρέπει να έχει και η 2η Κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 1, η οποία αφορά την πώληση μιας αρχαιότητας στον Κατηγορούμενο 2, κατά παράβαση του άρθρου 14
(2)(β) του Κεφ. 31. Το συγκεκριμένο άρθρο εμπεριέχει τα ακόλουθα συστατικά στοιχεία: (α) πώληση ή εμπορία αρχαιοτήτων με (β) γνώση ή έχοντας εύλογους λόγους να πιστεύει ότι οποιεσδήποτε αρχαιότητες έχουν ανασκαφεί κατά παράβαση του εδαφίου
(1)και (γ) για λογαριασμό του ή για άλλο. Η Κατηγορούσα Αρχή πρέπει να αποδείξει κάθε στοιχείο της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 36 και Παφίτης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102, στη σελ. 119. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να αποδειχθούν με αξιόπιστη και σαφή μαρτυρία (βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Τέτοια μαρτυρία δεν προσκομίστηκε, εκτός από αυτή του Κατηγορούμενου 2, που δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και συνεπακόλουθα κρίνω ότι κανένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου εναντίον του Κατηγορούμενου
  1. Ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες. Η 1η από αυτές, 3η κατηγορία, αφορά την παράνομη κατοχή αρχαιοτήτων. Όπως έχω ήδη αναφέρει, υπάρχει μαρτυρία από τον Μ.Κ.1, τον Μ.Κ.2 και τον Μ.Κ.3 καθώς και τον Μ.Υ.1, ότι τα συγκεκριμένα αντικείμενα ήταν στην κατοχή του Κατηγορούμενου
  2. Υπάρχει και η παραδοχή του ίδιου του Κατηγορούμενου 2, όπως καταγράφεται στην κατάθεσή του και όπως αναφέρθηκε στην ανώμοτη δήλωσή του. Έχω την άποψη ότι η ένοχη σκέψη (mens rea), αποτελεί συστατικό στοιχείο του υπό κρίση αδικήματος. Μελέτη της σχετικής νομολογίας, καταδεικνύει ότι σε αδικήματα που δεν απαγορεύουν συγκεκριμένη συμπεριφορά αλλά αντίθετα επιβάλλουν ειδικό καθήκον στον κατηγορούμενο, η ένοχη σκέψη αποτελεί συστατικό στοιχείο των αδικημάτων. Σχετική μεταξύ άλλων είναι η υπόθεση Harding v. Price
(1948)1 All E.R. 283, η οποία αφορούσε αδίκημα παράλειψης αναφοράς τροχαίου ατυχήματος στο οποίο ενεπλάκη ο Κατηγορούμενος. Αποφασίστηκε ότι συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ήταν η γνώση του Κατηγορουμένου ότι ενεπλάκη σε ατύχημα με την έννοια ότι η άγνοια του ατυχήματος αποτελεί υπεράσπιση. Άλλως θα ήταν σαν να ζητείτο από τον κατηγορούμενο να πράξει το αδύνατο να καταθέσει δηλαδή κάτι που δεν γνώριζε. Παραθέτω το χαρακτηριστικό απόσπασμα του Lord Goddard, L.J. από την πιο πάνω απόφαση: «If apart from authority, one seems to find a principle applicable to this matter it may be thus stated. If a statute contains an absolute prohibition against the doing of some act, as a general rule mens rea is not a constituent of the offence, but there is all the difference between prohibiting an act and imposing a duty to do something on the happening of a certain event. Unless a man knows that the event has happened, how can he carry out the duty imposed? If the duty be to report, he cannot report something of which he has no knowledge. That is the ratio decidendi of Nichols v. Hall
(1873)L.R. 8, C.P. 322, and, in my opinion, it is applicable to and decisive of the present case. Any other view would lead to calling on a man to do the impossible . Τα ίδια ισχύουν και όσον αφορά το υπό κρίση αδίκημα. Οι σχετικές νομοθετικές διατάξεις, επιβάλλουν στον Κατηγορούμενο 2 ειδικά καθήκοντα. Το αδίκημα της κατηγορίας 3 επιβάλλει καθήκον ενημέρωσης του Διευθυντή Αρχαιοτήτων για την κατοχή των αρχαίων. Υπό τας περιστάσεις, η γνώση ότι τα υπό κρίση τεμάχια αποτελούσαν αρχαιότητες, αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Σε αντίθετη περίπτωση, δεν θα ήταν λογικό να αναμένεται από τον Κατηγορούμενο 2 να προβεί στα πιο πάνω ειδικά καθήκοντα από τη στιγμή που αγνοούσε ότι τα αντικείμενα αυτά αποτελούν αρχαιότητες. Η ένοχη σκέψη μπορεί να αποδειχθεί είτε με άμεση είτε με περιστατική μαρτυρία, όπως αυτή προκύπτει από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει η παραδοχή του ίδιου του Κατηγορούμενου 2 ότι τα αγόρασε, λόγω του ότι του είχε αναφέρει το άτομο από το οποίο τα αγόρασε ότι ήταν παλιά και ο ίδιος τα αγόρασε για να τα τοποθετήσει στο μουσείο που διατηρούσε στο πάρκο. Στη συνέχεια είχε ενημερωθεί από αρχαιολόγο, τον οποίο ο ίδιος είχε καλέσει για άλλο θέμα, ότι ήταν αρχαία. Δυο βδομάδες πριν την καταγγελία του, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, τον επισκέφτηκε ο κ. Γεωργίου, Μ.Κ.2 και του ανέφερε ότι τα αντικείμενα ήταν αρχαία και τίποτα δεν έπραξε για να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του Νόμου. Έμεινε άπρακτος ενώ γνώριζε. Οπόταν, με βάση όλα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω, θεωρώ ότι τα συστατικά στοιχεία της 3ης Κατηγορίας έχουν αποδειχθεί και ο Κατηγορούμενος 2 θα πρέπει να κριθεί ένοχος. Η 4η Κατηγορία αφορά την εμπορία αρχαιοτήτων από τον Κατηγορούμενο
  1. Έχουν καταγραφεί τα συστατικά στοιχεία του συγκεκριμένου αδικήματος πιο πάνω. Η λέξη «εμπορεύεται» έχει ερμηνευθεί από το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, ως η ασχολία με αγοραπωλησίες επαγγελματικά και για την εξασφάλιση προσωπικού κέρδους και η εμπορική εκμετάλλευση και η χρησιμοποίηση για κέρδος. Έχω την άποψη ότι δεν τέθηκε καμιά μαρτυρία αναφορικά με τα συστατικά στοιχεία αυτής της Κατηγορίας. Ο Κατηγορούμενος 2 δεν έχει συσχετιστεί από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου με οποιαδήποτε εμπορία αρχαιοτήτων. Συνεπακόλουθα, αυτή η κατηγορία, 4η Κατηγορία, δεν έχει αποδειχθεί και θα πρέπει να αθωωθεί και απαλλαγεί από αυτή. Η 3η Κατηγορία, Κατηγορία 5, που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 2, αφορά την πρόκληση φθοράς σε αρχαιότητες. Ο κ. Γεωργίου, Μ.Κ.2, δεν ανέφερε οτιδήποτε αναφορικά με το κατά πόσο τα αντικείμενα της φωτογραφίας 5 του Τεκμηρίου 2 υπέστησαν οποιαδήποτε φθορά από την έκθεσή τους στο πάρκο. Υπενθυμίζω, ότι δεν μπορούν να γίνουν υποθέσεις για γεγονότα, όσο εύλογες και αν μπορεί να είναι. Οπόταν, ελλείψει μαρτυρίας, ο Κατηγορούμενος 2 θα πρέπει να αθωωθεί και απαλλαγεί και από αυτή την κατηγορία. Συνεπακόλουθα, ο Κατηγορούμενος 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις Κατηγορίες 1 και 2 και ο Κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος στην Κατηγορία 3 αλλά αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις Κατηγορίες 4 και
  2. Υπ. ............. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.