ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ν. Ελενόδωρου Ζήνωνος, Αρ. Υπ.: 159/10, 20 Ιανουαρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2011:1 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Τ. Παρασκευαϊδου - Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. Αρ. Υπ.: 159/10 Μεταξύ: ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ v. Ελενόδωρου Ζήνωνος Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 20 Ιανουαρίου, 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Δημητρίου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Α. Γεωργίου Κατηγορούμενος παρών Ενδιάμεση Απόφαση (Σε αίτηση για τροποποίηση του κατηγορητηρίου) Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες για βιασμό της ίδιας γυναίκας ως επίσης και κατηγορία για επίθεση εναντίον της. Η ακροαματική διαδικασία άρχισε και προχώρησε μέχρι την κυρίως εξέταση της παραπονούμενης. Πριν αρχίσει η αντεξέταση της, ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής υπέβαλε αίτημα για τροποποίηση του κατηγορητηρίου με την προσθήκη τριών κατηγοριών περί σεξουαλικής εκμετάλλευσης ενηλίκου προσώπου δυνάμει του άρθρου 9(ε) του περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων κλπ Νόμου του 2007, Νόμος 87/2007. Οι σκοπούμενες κατηγορίες στηρίζονται στα ίδια γεγονότα και αντιστοιχούν σε κάθε μια από τις κατηγορίες για βιασμό. Το αίτημα βασίστηκε στις πρόνοιες του άρθρου 83
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, το οποίο έχει ως ακολούθως: «83.-
(1)΄Οταν, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης φαίνεται στο Δικαστήριο ότι το κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είναι ελαττωματικό, είτε ουσιαστικά είτε τυπικά, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει τέτοιο διάταγμα για τη μεταβολή του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είτε με τροποποίηση του ή με υποκατάσταση του ή με προσθήκη σε αυτό νέας κατηγορίας ως το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο ώστε να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης.» Για την εξουσία, ειδικά, του Κακουργοδικείου να επιτρέψει τροποποίηση, ο κ. Δημητρίου παρέπεμψε στις πρόνοιες του άρθρου 108 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 οι οποίες έχουν ως ακολούθως: «108. Σε οποιοδήποτε τέτοιο κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείου, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας δύναται να προσάψει εναντίον του κατηγορούμενου οποιαδήποτε κατηγορία η οποία κατά τη γνώμη του Γενικού εισαγγελέα της Δημοκρατίας αποκαλύπτεται από τις ένορκες καταθέσεις σε προανάκριση είτε επιπρόσθετα με το ποινικό αδίκημα, ή σε υποκατάσταση του ποινικού αδικήματος, για το οποίο ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε σε δίκη.» ΄Ηταν η εισήγηση της κατηγορούσας αρχής ότι η τροποποίηση είναι αναγκαία ενόψει της μαρτυρίας που έδωσε η παραπονούμενη. Δεν ήταν η θέση του κ. Δημητρίου ότι η μαρτυρία αυτή δεν συνάδει με τις υφιστάμενες κατηγορίες και ειδικά με τις κατηγορίες του βιασμού. Η θέση του ήταν ότι από τη μαρτυρία αυτή ενδεχομένως να αποκαλύπτεται η διάπραξη των νέων αδικημάτων που σκοπεύει να προσθέσει στο κατηγορητήριο. Είναι υπ' αυτή την έννοια που το κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό και όχι υπό την έννοια ότι πάσχουν οι υφιστάμενες κατηγορίες, διευκρίνισε. ΄Ηταν περαιτέρω η εισήγηση του κ. Δημητρίου ότι η υπόθεση δεν είναι προχωρημένη σε τέτοιο στάδιο που θα μπορούσε να επηρεαστεί αρνητικά η υπεράσπιση του κατηγορούμενου. Υπέδειξε ως προς τούτο το γεγονός ότι η παραπονούμενη δεν έχει ακόμα υποβληθεί σε αντεξέταση. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι η προσθήκη κατηγοριών για νέα αδικήματα δεν είναι επιτρεπτή, εφόσον δεν διενεργήθηκε διαδικασία προανάκρισης[1], ούτε δόθηκε συγκατάθεση από το Γενικό Εισαγγελέα ότι δεν είναι αναγκαία η διεξαγωγή προανάκρισης[2], όπως θα ήταν αναγκαίο εφόσον πρόκειται για «νέα αδικήματα». Είναι ανεπίτρεπτο, είπε, εάν κατά την μαρτυρία γίνεται κάποια αναφορά σε ένα άλλο αδίκημα, να προστίθεται νέα κατηγορία για το αδίκημα αυτό για το οποίο δεν έγινε αναφορά στο μαρτυρικό υλικό της παραπομπής. Έδωσε ως ακραίο παράδειγμα, όπως το χαρακτήρισε, την περίπτωση που κάποιος κατηγορείται για φόνο και η σύζυγος του θύματος καταθέτοντας αναφέρεται σε βιασμό. Δεν θα μπορούσε, είπε, να προστεθεί κατηγορία για βιασμό για τον οποίο δεν έγινε παραπομπή. Αντίστοιχη είναι η παρούσα περίπτωση, εφόσον η παραπονούμενη, όπως ισχυρίστηκε, είναι μετά από ερώτηση του κ. Δημητρίου που είπε ότι «το μόνο πράγμα που φοβόταν ήταν ότι ήταν να πάει πίσω στο Βιετνάμ». ΄Αρα, προέκυψαν τα «νέα αδικήματα» επί μαρτυρίας που δεν υπήρχε στο στάδιο της προανάκρισης, οπότε δεν μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 108, κατέληξε. Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι αν επιτραπεί η σκοπούμενη τροποποίηση, όχι μόνο θα επηρεαστεί η υπεράσπιση του κατηγορούμενου, αλλά δεν θα υπάρχει καμιά δυνατότητα να προβληθεί οποιαδήποτε υπεράσπιση. Εξήγησε την θέση του αυτή με αναφορά σε δύο παράγοντες. Ο πρώτος παράγοντας έγκειται στο ότι ο κατηγορούμενος θα βρεθεί να αντιμετωπίζει για τα ίδια γεγονότα κατηγορίες για βιασμό για τις οποίες απαιτείται, εκ του κοινοδικαίου, ενισχυτική μαρτυρία (corroboration) και κατηγορίες για σεξουαλική εκμετάλλευση για τις οποίες, ρητά από τον σχετικό Νόμο, δεν απαιτείται τέτοια μαρτυρία. Οπότε η υπεράσπιση θα βρεθεί στο δίλημμα, όπως το έθεσε ο κ. Γεωργίου, «για τις κατηγορίες βιασμού να αναζητά, να διερευνά αν υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία για να καταρρίψει τις κατηγορίες του βιασμού ή είναι μάταιος κόπος και δεν πρέπει να το κάνει γιατί στις νέες κατηγορίες δεν απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία;». Ο δεύτερος παράγοντας που επικαλέστηκε έγκειται στο ότι, ενώ στον βιασμό η έλλειψη συναίνεσης αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος, στην σεξουαλική εκμετάλλευση ρητά, σύμφωνα με το σχετικό Νόμο, το γεγονός ότι το θύμα συγκατατίθεται στην παράνομη πράξη δεν αποτελεί υπεράσπιση. Οπότε, κατά τον κ. Γεωργίου η υπεράσπιση θα βρεθεί σε περαιτέρω δίλημμα κατά την αντεξέταση. Ειδικότερα, όπως το έθεσε, η υπεράσπιση δεν θα είναι σε θέση να γνωρίζει κατά πόσον «θα αναζητά εάν υπήρχε συγκατάθεση για να αναιρεθούν οι κατηγορίες του βιασμού ή εφόσον αυτό το πράγμα δεν είναι υπεράσπιση με βάση τις νέες κατηγορίες να το παρασιωπά με κίνδυνο να καταδικαστεί για τις κατηγορίες του βιασμού». Τέλος, ο κ. Γεωργίου εισηγήθηκε ότι ο σκοπός του Νόμου 87/2007 είναι γενικός και αφορά την καταπολέμηση της σεξουαλικής εκμετάλλευσης που έχει το στοιχείο της εμπορίας ανθρώπων ή αφορά αδικήματα που διαπράττονται από οργανωμένες ομάδες και όχι από μεμονωμένα άτομα. Κατά συνέπεια τέτοιες πρόνοιες είναι άσχετες με τα παρόντα αδικήματα. Το ζήτημα πρέπει, να κριθεί, κατέληξε, απ' αυτό το στάδιο διότι η προσθήκη κατηγοριών που δεν συνάδουν με τους σκοπούς του Νόμου απλώς θα δημιουργήσει διαδικαστικά προβλήματα στην υπόθεση και αδικία στον κατηγορούμενο. Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 108 του Κεφ. 155, δεν υπάρχει κώλυμα να προστεθεί ή ακόμα και να υποκατασταθεί κατηγορία, τηρουμένων βέβαια των προϋποθέσεων, όπως προβλέπονται από το άρθρο 83
(1). Σύμφωνα με την πρώτη προϋπόθεση, το κατηγορητήριο πρέπει να είναι ελαττωματικό. Στην Leonidou v. The Police [1987] 2 CLR 96, για την έννοια του ελαττωματικού κατηγορητηρίου υιοθετήθηκε η σχετική αναφορά από τον Archbold's Criminal Pleading, Evidence and Practice, 40th ed. p.52, par. 53, σύμφωνα με την οποία ένα κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό όχι μόνο «when it is bad on the face of it but also: (
- i)When it does not accord with the evidence before the commiting magistrates either because of inaccuracies or deficiencies in the indictment or because the indictment charges offences not disclosed in that evidence or fails to charge an offence which is disclosed therein, (
- ii)When for such reasons it does not accord with the evidence given at the trial: R. v. Hall [1968] 52 Cr. App. R. 528; R. v. Johal and Ram[3]». Για τις ανάγκες της παρούσας υπόθεσης προσθέτουμε μια περαιτέρω αναφορά από την ίδια έκδοση η οποία έχει ως ακολούθως: «The court has power to order an amendment which involves the substitution of a different offence for that originally charged in the indictment, or even the inclusion of an additional count for an offence not previously charged: R v. Johal and Ram, ante». Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα τροποποίησης κατηγορητηρίου όπως διατυπώθηκαν στην Johal από τον Ashworth J. έχουν υιοθετηθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Pouris v. The Republic
(1983)2 CLR 148. Ειδικότερα, γίνεται σαφές ότι σκοπός της τροποποίησης μπορεί να είναι η αντικατάσταση μιας κατηγορίας ή η προσθήκη περαιτέρω κατηγορίας και το ζητούμενο κάθε φορά είναι το κατά πόσο προκαλείται αδικία στον κατηγορούμενο. Στην υπόθεση Pouris, περαιτέρω, γίνεται αναφορά στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση R. v. Radley, 58 Cr. App. R. 394, στην οποία ο Widgery L.C.J. αφού αναφέρθηκε σε αποσπάσματα από άλλες δύο αποφάσεις κατέληξε ως εξής: «From those two passages, I derive two conclusions, first of all, that the indictment may be defective if it fails to allege an offence disclosed by the depositions, or alternatively it alleges an offence not disclosed by the depositions ..». Εν προκειμένω, η παραπονούμενη, ήδη στην κατάθεση της προς την αστυνομία, την οποία και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, είχε αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος της είχε ζητήσει να συνευρεθούν σεξουαλικά απειλώντας την ότι αν δεν το έκανε θα την έστελνε πίσω στο Βιετνάμ. Είναι δε, ο ισχυρισμός της ότι φοβήθηκε και δεν έκανε οτιδήποτε για να τον σταματήσει. Το εγχείρημα της κατηγορούσας αρχής είναι επ' αυτών των αναφορών που υιοθέτησε και συμπλήρωσε στη μαρτυρία της, να προστεθούν οι νέες κατηγορίες. Υπό το φως του άρθρου 108 και της νομολογίας που έχουμε αναφέρει, κρίνουμε ότι είναι θεμιτή η σκοπούμενη τροποποίηση έστω και αν αφορά σε προσθήκη νέων κατηγοριών. Το ερώτημα άπτεται της ουσίας και είναι το κατά πόσο δημιουργείται κίνδυνος για την υπεράσπιση. Οι δύο παράγοντες τους οποίους έχει αναφέρει ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου δεν βρίσκουμε να επηρεάζουν δυσμενώς τον κατηγορούμενο. Ό,τι ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, είναι οι ισχυρισμοί της παραπονούμενης. Η αναζήτηση ή μη ενισχυτικής μαρτυρίας είναι ζήτημα που αφορά το δικαστήριο και θα το απασχολήσει στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Πέραν τούτου, το τί ζητείται με την σκοπούμενη τροποποίηση είναι η διαζευκτική δυνατότητα να εξεταστεί στο τέλος, αν οι ισχυρισμοί της παραπονούμενης, αν βέβαια γίνουν πιστευτοί, υπάγονται στις πρόνοιες του ενός ή του άλλου νόμου, χωρίς και πάλι να επηρεάζεται η υπεράσπιση από το εάν η έλλειψη συναίνεσης αποτελεί συστατικό στοιχείο για το ένα αδίκημα, ενώ δεν αποτελεί για το άλλο. Σημειώνουμε ότι είναι θεμιτή η σώρευση σε κατηγορητήριο ακόμα και αντιφατικών κατηγοριών όπως είναι οι διαζευκτικές κατηγορίες για κλοπή και κλεπταποδοχή. Σε τέτοια περίπτωση οι κατηγορίες μπορούν να συνεκδικαστούν και αφήνεται η τελική κρίση στο δικαστήριο ανάλογα με την μαρτυρία που προσάγεται (βλ. Ανδρονίκου v. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 486, 512). Ως προς το στάδιο που ζητείται η τροποποίηση, υποδεικνύουμε ότι οι πρόνοιες του άρθρου 83
(1)μπορούν να εφαρμοστούν σε οποιονδήποτε στάδιο πριν περατωθεί η δίκη. Στο στάδιο που βρισκόμαστε, ήτοι πριν να αντεξεταστεί η πρώτη μάρτυρας κατηγορίας και παραπονούμενη, δεν διαπιστώνουμε κίνδυνο με την τροποποίηση να τεθεί ο κατηγορούμενος σε μειονεκτική θέση ή να επηρεαστεί η υπεράσπιση του. Ειδικότερα, λαμβάνουμε υπόψη το γεγονός ότι δεν θα αντιμετωπίσει διαφορετική βάση γεγονότων, όπως ήταν το προαναφερθέν ακραίο παράδειγμα ή όπως ήταν η περίπτωση της υπόθεσης R. v. O'Connor [1997] Crim. L.R. 516 στην οποία αποφασίστηκε ότι η τροποποίηση που ζητήθηκε σε πολύ καθυστερημένο στάδιο ήταν άδικη «because the factual basis of the Crown's case on causation changed very significantly and confronted the appellant with a different and more difficult case and the appellant was deprived of the opportunity to mount the defence he would have mounted had the Crown case been put in this way from the beginning». Σε σχέση με την εισήγηση περί του ότι ο Νόμος 87/2007 είναι άσχετος με τις κατηγορίες που επιδιώκει η κατηγορούσα αρχή να προσθέσει, θεωρούμε ότι υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης δεν είναι ζήτημα που μπορεί να εξεταστεί στη παρούσα αίτηση για τροποποίηση. Εν πάση περιπτώσει, έχει επανειλημμένα διευκρινιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι ενώ ο βασικός σκοπός τέτοιας φύσεως νόμων είναι να αντιμετωπίζονται οι νέες μορφές με τις οποίες εμφανίζεται σήμερα το φαινόμενο της οργανωμένης σεξουαλικής εκμετάλλευσης και εμπορίας ανθρώπων, η εμβέλεια πάντως τέτοιας νομοθεσίας καλύπτει και μεμονωμένες περιπτώσεις[4]. Για τους παραπάνω λόγους η τροποποίηση επιτρέπεται, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 83
(1)και 108, με την προσθήκη 5ης, 6ης και 7ης κατηγορίας ως το αίτημα και το κατηγορητήριο σημειώνεται αναλόγως. (Υπ)............... Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. (Υπ.)............ Τ. Καρακάννα, Α.Ε.Δ. (Υπ.)........... Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. [1] Άρθρο 92 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 [2] Ο Περί Ποινικής Δικονομίας (Προσωριναί Διατάξεις) Ν. 42/74 [3] [1972] 2 All ER 449. [4] Κυριάκου v. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 141, Μ.Θ. v. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 174, Κ.Κ. v. Γενικός Εισαγγελέας
(2008)2 ΑΑΔ 294. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο