← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Ανδρέας Κιννής, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:1769/10, 25/1/11

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Ανδρέας Κιννής, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:1769/10, 25/1/11 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:B4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:1769/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Ανδρέας Κιννής Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 25/1/11 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κος. Καραΐσκος Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τη κατηγορία της υπέρβασης του ορίου ταχύτητας κατά παράβαση του άρθρου 6

(2)
(3)και 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 72/85 και 166/87 των Περί Μέτρων και Σταθμών Νόμων 19/74 και 48/85 των Κ.Δ.Π.277/85 και 17/86 και των Νόμων 47
(1)/97 και 80
(1)/
  1. Διεξήχθη ακροαματική διαδικασία και η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε τρείς μάρτυρες κατηγορίας τον Αστ.1562 Χ. Χαραλάμπους (ΜΚ1), τον Λοχία 4137 Π. Ξενοφώντος (ΜΚ2) και τον Αστ. 505 Μ. Κυπριανού (ΜΚ3). Ο ΜΚ1 κατέθεσε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του (τεκμήριο 1) σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του, απάντησε σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής και στη συνέχεια αντεξετάστηκε από το συνήγορο της υπεράσπισης. Ανέφερε ότι στις 26/12/09 ενώ βρισκόταν για έλεγχο στον αυτοκινητόδρομο Λάρνακας-Λευκωσίας περί η ώρα 2000 με τη χρήση ταχύμετρου τύπου laser εγκλώβισε τη ταχύτητα διερχόμενου αυτοκίνητου το οποίο εκινείτο στην αντίθετη κατεύθυνση, με ταχύτητα 216χαω. Επειδή στο σημείο που βρισκόταν υπήρχε διαχωριστικό σύμπλεγμα και όχι κιγκλίδωμα μπόρεσε να διακρίνει ότι επρόκειτο για όχημα τύπου porche σκούρου χρώματος, ο αριθμός εγγραφής του οποίου άρχιζε με το γράμμα Κ. Αμέσως ειδοποίησε μέσω ασυρμάτου τον ΜΚ2 ο οποίος ευρισκόταν σε απόσταση περίπου ενός χιλιομέτρου στην αντίθετη κατεύθυνση προς Λεμεσό. Με την πάροδο περίπου ενός λεπτού ο ΜΚ2 τον ενημέρωσε ότι ανέκοψε το εν λόγω όχημα. Ερωτηθείς ο ΜΚ1 κατά πόσο είδε τον οδηγό του αναφερόμενου αυτοκινήτου, απάντησε αρνητικά. Αρνητικά απάντησε επίσης και όταν ρωτήθηκε κατά πόσο είχε οποιαδήποτε οπτική επαφή με το αναφερόμενο αυτοκίνητο στη συνέχεια, δηλαδή, μετά που εγκλώβισε τη ταχύτητα του μέχρι τη στιγμή που αυτό ανακόπηκε από τον ΜΚ
  2. Ο ΜΚ2 κατέθεσε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του (τεκμήριο 3) σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του, απάντησε σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής και στη συνέχεια αντεξετάστηκε από το συνήγορο της υπεράσπισης. Ανέφερε, ότι, σε χρονικό διάστημα ενός με ενάμισυ λεπτού μετά που ειδοποιήθηκε, μέσω ασυρμάτου, από τον ΜΚ1 τον προσπέρασε ένα αυτοκίνητο μάρκας porche με αριθμούς εγγραφής KPR094 χρώματος μπλέ. Αφού ακολούθησε το αυτοκίνητο αυτό και το ανέκοψε διαπίστωσε ότι οδηγός του ήταν ο κατηγορούμενος. Ο ΜΚ3 υπηρετεί στο Τμήμα Δ΄ της αστυνομίας στο Κλάδο Τηλεπικοινωνιών από το 1997 και ασχολείται με την συντήρηση και επιδιόρθωση διαφόρων ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών, που διαθέτει η Αστυνομία. Κατάθεσε και υιοθέτησε το περιεχόμενο έκθεσης (τεκμήριο 4) στην οποία εξηγεί την λειτουργία του ταχυμέτρου τύπου Laser καθώς και τον τρόπο με τον οποίο διενεργείται ο έλεγχος της ορθής λειτουργίας του. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι έχει εκπαιδευτεί για την συντήρηση και την επιδιόρθωση των συσκευών τύπου Laser αναφερόμενος σε τρία μοντέλλα του ίδιου τύπου. Mετά το πέρας της υπόθεσης ο συνήγορος της υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου ούτως ώστε να κληθεί σε απολογία. Εισηγήθηκε πως δεν αποδείχθηκε το συστατικό στοιχείο της οδήγησης δεδομένου ότι ο ΜΚ1 δεν ανέφερε ότι είδε τον οδηγό του αναφερόμενου οχήματος είτε την ώρα που εγκλώβιζε τη ταχύτητα του είτε στη συνέχεια. Αντίθετη ήταν η θέση της Κατηγορούσας Αρχής η οποία εισηγήθηκε ότι οδηγός του οχήματος του οποίου εγκλωβίστηκε η ταχύτητα από τον ΜΚ1 ήταν ο κατηγορούμενος αφού ο τελευταίος ισχυρίσθηκε πως από τη στιγμή που εγκλώβισε τη ταχύτητα του διερχόμενου οχήματος μέχρι την ώρα που ανακόπηκε το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος δεν πέρασε από το δρόμο άλλο όχημα τύπου Porsche. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Με την άρνηση των κατηγοριών ο Κατήγορος έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Η αποτυχία απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, οδηγά σε αντίστοιχη αποτυχία απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, και ανάγεται στο ίδιο το αδίκημα στο οποίο αφορά η κατηγορία και όχι στην οποιαδήποτε γραπτή κατηγορία που προηγήθηκε (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου v. Αστυνομίας Π.Ε. 6739 και 6740, ημερ.27.3.2000). Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό που εξετάζεται με την παρούσα, είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Ευστάθιος Θεοδώρου, Π.Ε. 7107, ημερ. 13.2.2000). Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Πικής και Λοίζου στις σελ. 111 και 167, το αποδεικτικό βάρος απόδειξης που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή σύγκειται στην δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση προς το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145). Όπως αναφέρθηκε και στην γνωστή επί του θέματος απόφαση Γενικός Εισαγγελέας v. Στεφάνου Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133: « Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορούσας αρχής λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Το κριτήριο όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω απόφαση, είναι και στις δύο περιπτώσεις αντικειμενικό. Δεν προβαίνει ο Δικαστής στο στάδιο αυτό της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο το οποίο επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όταν όλη η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από την Κατηγορούσα Αρχή εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση να απαντηθεί (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου v. Αστυνομίας (πιο πάνω)). (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας v. Νίκου Π. Κλεάνθους Π.Ε. 6619, ημερ. 21.6.1999 Azinas v. The Police
(1981)2 CLR 9, Shaban Bin Houssein v. Chong Fukkan
(1969)3 All E.R. 1626). Το άρθρο 6
(2)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Τη συναινέση του Αρχηγού της Αστυνομίας, η αρμοδία αρχή δύναται να ορίση, αναφορικώς προς οιανδήποτε οδόν, ανώτατον ή κατώτατον όριον ταχύτητος, όπερ, καθ' όσον αφορά εις οδόν κειμένην εν τη κατωκημένη περιοχή οιασδήποτε πόλεως ή χωρίου, δεν δύναται να υπερβαίνη τα τεσσαράκοντα μίλια την ώραν∙ το ούτω καθοριζόμενον όριον ταχύτητος θέλει αναγραφή επί πινακίδων τοποθετουμένων επί των οδών κατά τοιούτον τρόπον ώστε ευχερώς να διακρίνωσι ταύτας οι χρησιμοποιούντες τας τοιαύτας οδούς οδηγοί∙ η αρμοδία αρχή δύναται, ωσταύτως τη συναινέσει του Αρχηγού της Αστυνομίας, να μεταβάλη παν ούτω ορισθέν όριον ταχύτητας: Νοείται ότι μέχρις ου η αρμοδία αρχή προβή εις τον ορισμόν τοιούτου ορίου ταχύτητος, τούτο δεν δύναται να υπερβαίνη, εντός των κατωκημένων περιοχών οιασδήποτε πόλεως ή χωρίου το όριον των τριάκοντα μιλίων την ώρα.» Το εδάφιο
(3)του ιδίου άρθρου προνοεί ότι : «
(3)Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού με ταχύτητα μεγαλυτέραν του ανωτάτου ή μικροτέραν του κατωτάτου ορίου ταχύτητος όπερ έχει ορισθή υπό της αρμοδίας αρχής δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(2)ή της επιφυλάξεως αυτού είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται, εν περιπτώσει καταδίκης, είς φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας επτακοσίας πεντήκοντα λίρας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου προκύπτει ότι η οδήγηση αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Με βάση τα πιο πάνω γεγονότα και νομικές αρχές και χωρίς να προβαίνω σε οποιανδήποτε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, βρίσκω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να συνδέσει τον κατηγορούμενο με το αδίκημα που αναφέρεται επί του κατηγορητηρίου, αφού ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν είδε τον οδηγό του οχήματος του οποίου εγκλώβισε την ταχύτητα και στη συνέχεια δεν είχε οποιανδήποτε οπτική επαφή με αυτό. Ούτε και ο ΜΚ2 ισχυρίσθηκε ότι είδε τον κατηγορούμενο να οδηγά το αυτοκίνητο του οποίου ο ΜΚ1 κατέγραψε τη ταχύτητα. Εκείνο που ανέφερε ο ΜΚ2 ήταν ότι σε κάποιο σημείο του δρόμου ανέκοψε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚPR094 το οποίο οδηγείτο από τον κατηγορούμενο. Συνοψίζοντας αναφέρω πως όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 στις σελ. 365, 366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Εν΄όψει των πιο πάνω ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλάσεται από το στάδιο αυτό. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.